Legislator Case Law & Legislation
1640/2012 AI generated

1640/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1640/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 και 648 ΑΚ και 16 και 17 του Ν. 3190/1955 και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο ερείδεται, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό.

Legislator headnote

AI generated

1640/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης αναληφθείσας από αυτό, δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά τη σύναψη της σύμβασης, διότι αυτό το στοιχείο δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά έχει σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ή εξωσυμβατικής υποχρέωσης.

Keywords

AI generated
company agreement energy supply contract rights and obligations of staff unfair contract terms occupational pension rights pre-contractual rights and obligations
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1640 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 και 648 ΑΚ και 16 και 17 του Ν. 3190/1955 και δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ο λόγος αναιρέσεως από τον αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο ερείδεται, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό.

Αριθμός 1640/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Ν. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Πέππα.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. ΑΝΤΙΠΡΟΣΩΠΕΙΕΣ - ΔΟΜΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΥΨΩΤΙΚΑ ΜΗΧΑΝΗΜΑΤΑ - ΜΗΧΑΝΙΚΟΣ ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΣ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 23-12-2004 και 8-2-2005 αντίθετες αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2035/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2013/2010 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-4-2011 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ανδρέας Δουλγεράκης, διάβασε την από 4-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά της σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή. Εξάλλου, κατά την διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, συνάγεται ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξης ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία που έχει καταρτιστεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσώπησής του δεν το δεσμεύει. Ειδικότερα, η εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, η οποία είναι νομικό πρόσωπο, εκπροσωπείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, από τους εταίρους δρώντας συλλογικώς, μπορεί όμως, εφόσον τούτο ορίζεται στο καταστατικό, να ανατεθεί με το καταστατικό ή με απόφαση της συνέλευσης των εταίρων, η διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων και η εκπροσώπηση της εταιρείας σε ένα ή περισσότερους εταίρους ή μη, για ορισμένο χρόνο ή μη.

Σε αγωγή κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης αναληφθείσας από αυτό, δεν απαιτείται να αναγράφεται στο δικόγραφο της αγωγής και το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά τη σύναψη της σύμβασης, διότι αυτό το στοιχείο δεν ανάγεται στη νομιμοποίηση, αλλά έχει σχέση με την ύπαρξη συμβατικής ή εξωσυμβατικής υποχρέωσης.

Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της σύμβασης ή το κύρος της λόγω έλλειψης νόμιμης εκπροσώπησης του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος τη σύμβαση ενάγων, προς θεμελίωση δικαιώματος από αυτήν, πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου το φυσικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτισή της και δήλωσε κατά το νόμιμο τούτο τρόπο τη σχετική βούλησή του και να αποδείξει ότι αυτός είχε την εξουσία να δεσμεύει τούτο βάσει του καταστατικού ή της συστατικής πράξης (άρθρο 68 του Α.Κ.).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τα παρακάτω, κρίσιμα, πραγματικά περιστατικά : Ο εφεσίβλητος και ήδη αναιρεσείων, από το έτος 1980, εργάζεται σε διάφορες εταιρείες ως πωλητής υδραυλικών γερανών. Την περίοδο των ετών 1990 - 1992 εργάστηκε στην εταιρεία ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ, ως πωλητής υδραυλικών γερανών του οίκου EFFER και του ιταλικού κατασκευαστικού οίκου με την επωνυμία "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa".

Στις 7-1-1993 προσελήφθη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΑTCO Μηχανικός Εξοπλισμός - Ανταλλακτικά ΕΠΕ", για να εργαστεί σ' αυτήν ως πωλητής υδραυλικών γερανών της παραπάνω ιταλικής εταιρείας "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", της οποίας η ATCO ΕΠΕ είχε αποκτήσει την αποκλειστική εμπορική αντιπροσωπεία και αποκλειστική διανομή, από 1-1-1993, ενώ από 25-9-1998 απέκτησε την αποκλειστική εμπορική αντιπροσωπεία και διανομή και της γαλλικής κατασκευαστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S.".

Η εταιρεία ATCO ΕΠΕ έχει ως σκοπό της εμπορικής της δραστηριότητας την αντιπροσώπευση βιομηχανικών οίκων του εξωτερικού και εσωτερικού κατασκευής μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών, ανταλλακτικών και αυτοκινήτων πάσης φύσεως, την κατασκευή, εμπορία και ενοικίαση μηχανολογικού εξοπλισμού και μάλιστα ανυψωτικών μηχανημάτων, εξαρτημάτων, συσκευών και ανταλλακτικών, καθώς και την παροχή τεχνικών υπηρεσιών για τη συντήρηση και επισκευή των μηχανημάτων αυτών.

Μοναδικοί εταίροι της εταιρείας από την ίδρυσή της ήταν οι τρίτοι σχετικά με τη δίκη αυτή Ι. Θ. και Β. Α., με ποσοστό συμμετοχής στο εταιρικό κεφάλαιο 50% ο καθένας. Ταυτόχρονα ήταν συνδιαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής, για όλη τη διάρκεια της εταιρείας (20 έτη). Επίσης, είχε συσταθεί από αυτούς και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑTCO Α.Ε.", η οποία συστεγαζόταν με την ATCO ΕΠΕ και ήταν υποδιανομέας αυτής στις πωλήσεις των προϊόντων των πιο πάνω αλλοδαπών οίκων στην ελληνική επικράτεια.

Ο εφεσίβλητος για τις υπηρεσίες του πωλητή που πρόσφερε στην ATCO ΕΠΕ αλλά και στην "ΑΤCΟ Α.Ε.", αμειβόταν με βασικό μηνιαίο μισθό, ο οποίος τον Απρίλιο 2003 ανερχόταν στο ποσό των 988,78 ευρώ, καθώς και από τακτική προμήθεια επί όλων των διενεργουμένων από αυτόν για λογαριασμό των ως άνω εταιρειών πωλήσεων προϊόντων (υδραυλικών γερανών ΡΜ) του παραπάνω ιταλικού οίκου "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", η οποία ανερχόταν σε ποσοστό 1,5% για πωλήσεις καινούργιων γερανών και σε ποσοστό 4-5% για τα εξαρτήματα των μηχανημάτων, την οποία εισέπραττε από την εταιρία "ATCO AE", εκδίδοντας προς τούτο Τιμολόγια Παροχής Υπηρεσιών στο όνομα της "ATCO Α.Ε.".

Το μήνα Φεβρουάριο 2003, ο εταίρος και συνδιαχειριστής της ATCO ΕΠΕ Β. Α. πρότεινε στο συνεταίρο του Ι. Θ., να εισέλθει στην εταιρεία τους, ως νέος εταίρος ο υιός του Α. - Σ. Α.. Η πρόταση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον Ι. Θ. με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν μεταξύ τους σοβαρές προστριβές και διαμάχες και σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία της εταιρείας, τα οποία επιδεινώθηκαν με το πέρασμα του χρόνου και κατέληξαν σε ένα μακροχρόνιο και πολυσχιδή δικαστικό αγώνα, με πολιτικές και ποινικές δίκες, στις οποίες ενεπλάκη και ένα μέρος του υπαλληλικού προσωπικού της εταιρείας, μεταξύ των οποίων ήταν και ο εφεσίβλητος Δ.

Ν.. Στις 6-3-2003 συνεστήθη η εκκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Α. αντιπροσωπείες - δομικά και ανυψωτικά μηχανήματα - μηχανικός εξοπλισμός ΕΠΕ" και το διακριτικό τίτλο "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.". O σκοπός της εταιρείας αυτής τυγχάνει ο ίδιος με τον σκοπό της εταιρείας ΑTCO ΕΠΕ, οι δε ιδρυτές και εταίροι αυτής είναι:

α) τα τέκνα του Β. Α., εταίρου και συνδιαχειριστή της εταιρείας ATCO ΕΠΕ, Α. - Σ. Α. του Β., ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1978 και η Δ. Α. του Β., η οποία γεννήθηκε στις 17-4-1983, τα οποία στερούνταν εμπειρίας ως προς το αντικείμενο εμπορικής δραστηριότητας που αφορά την προώθηση των συγκεκριμένων προϊόντων στην ελληνική αγορά, β) ο Γ.

Χ. του Σ., ο οποίος ήταν υπάλληλος της ΑTCO ΕΠΕ από 7-1-1993, αποκλειστικός υπεύθυνος των προγραμμάτων μάρκετινγκ - προώθησης πωλήσεων, συντονιστής της συνεργασίας του προσωπικού της εταιρείας και συνδετικός κρίκος μεταξύ της εταιρείας και της γαλλικής εταιρείας "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S." στις καταρτίσεις των συμβάσεων και γ) η Π.

Χ. του Β.. Το εταιρικό κεφάλαιο ορίστηκε σε 288.000 ευρώ, διαιρέθηκε σε 9.600 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ το καθένα και κατανεμήθηκαν σε 4 μερίδες συμμετοχής ως εξής : α) Ο Α. - Σ. Α. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 4.896 εταιρικά μερίδια, β) η Δ. Α. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 3.820 εταιρικά μερίδια, ο γ) ο Γ.

Χ. έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 864 εταιρικά μερίδια και δ) η Π. Χ., έλαβε μία μερίδα συμμετοχής, αποτελούμενη από 20 εταιρικά μερίδια. Διαχειριστής της νέας εταιρείας "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε." μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2004 ορίστηκε με το άρθρο 26 του καταστατικού (3160/2003) ο εταίρος Α. - Σ. Α. του Β., ο οποίος διαχειριζόταν τις εταιρικές υποθέσεις, εκπροσωπούσε την εταιρεία και ήταν αρμόδιος να αποφασίσει για κάθε υπόθεση, η οποία αφορούσε τη διοίκηση της εταιρείας, την επίτευξη του εταιρικού σκοπού και τη διαχείριση της εταιρικής περιουσίας.

Μεταξύ δε των εξουσιών που είχε ως διαχειριστής ήταν να συνάπτει οποιεσδήποτε δικαιοπραξίες (μονομερείς ή συμβάσεις) στο όνοµα και για λογαριασµό της εταιρείας, δημιουργώντας έτσι δικαιώµατα και υποχρεώσεις για την εταιρεία. Πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδρυση της εταιρείας αυτής, στην οποία συμμετέχει ως αφανής εταίρος διαδραμάτισε ο Β.

Α. και τούτο διότι, βασική λέξη του διακριτικού της τίτλου, τον οποίο χρησιµοποιεί στις συναλλαγές "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", τυγχάνει το όνοµα "Α.", γεγονός που καταδεικνύει τον σκοπό της εκµετάλλευσης του ονόµατος και της ιδιότητας του εταίρου και συνδιαχειριστή της ATCO ΕΠΕ Β. Αδαµάκου, στις σχέσεις του µε τους πελάτες της τελευταίας.

Για τη στελέχωση του δυναµικού της νέας αυτής εταιρείας ο Β. Α. προέβη στην προσέγγιση και τον επηρεασµό διαφόρων υπαλλήλων της εταιρείας ATCO ΕΠΕ, όπως α) του παραπάνω Γ. Χ., ο οποίος, εκτός από εταίρος της εταιρείας "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", εργάστηκε σ' αυτήν ως πωλητής, β) του Ι. Μ., ο οποίος εργαζόταν ως βοηθός λογιστή στην ATCO ΕΠΕ και προσελήφθη ως λογιστής στη εταιρεία "Α.

Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", γ) του H. S., ο οποίος προσελήφθη στη νέα εταιρεία ως βοηθός τεχνίτης γερανών και δ) του Α. Α., φοροτεχνικού συμβούλου της ATCO ΕΠΕ. Εξάλλου, οι παραπάνω αλλοδαπές εταιρείες "ΡΟΤΑΙΝ S.A.S." και "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa", µε τις οποίες, η εταιρεία ATCO ΕΠΕ κατόπιν εγγράφων συµβάσεων είχε την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανοµή των προϊόντων τους, δηλαδή της πώλησης οικοδομικών και υδραυλικών γερανών και συναφούς μηχανολογικού εξοπλισµού και ανταλλακτικών στην Ελλάδα, η πρώτη στις 14-5-2003 και η δεύτερη στις 23-4-2003 κατήγγειλαν τις άνω συµβάσεις αντιπροσωπείας - αποκλειστικής διανοµής και υπέγραψαν νέες µε την εταιρεία "Α.

Ανυψωτική Ε.Π.Ε.". Στις αρχές Μαΐου 2003 ο εφεσίβλητος - ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από την εταιρεία ATCO ΕΠΕ και στις 16-5-2003 κατάρτισε με την εταιρεία "Α. Ανυψωτική Ε.Π.Ε.", εκπροσωπούμενη νόμιμα από τον διαχειριστή και νόμιμο εκπρόσωπό της Α. - Σ. Α., προφορική, σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με την οποία προσελήφθη από την ως άνω εταιρεία για να εργαστεί σ' αυτήν ως πωλητής των προϊόντων υδραυλικών γερανών, εξαρτημάτων και ανταλλακτικών, παραγωγής του παραπάνω ιταλικού οίκου "ΑUΤΟGRU ΡΜ spa".

Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας εταιρείας ότι η εν λόγω σύμβαση καταρτίστηκε μεταξύ τους εγγράφως και όχι προφορικώς, δεν αποδείχθηκε, αφού η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη απ' αυτήν από 16-5-2003 έγγραφη σύμβαση εργασίας, φέρει μόνο τη σφραγίδα και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου της εργοδότριας εταιρείας και όχι την υπογραφή του εφεσίβλητου - ενάγοντος μισθωτού.

Ο εφεσίβλητος - ενάγων ισχυρίζεται στην ένδικη αγωγή του, στην οποία δεν αναγράφεται το φυσικό πρόσωπο που εκπροσώπησε την εκκαλούσα εταιρεία περιορισμένης ευθύνης κατά την κατάρτιση της ανωτέρω σύμβασης, ότι "η παροχή της εργασίας του συνομολογήθηκε να γίνεται αντί μηνιαίας μικτής αμοιβής, συναποτελούμενης αφενός μεν από το βασικό μηνιαίο μισθό του, καταβλητέου τούτου στο τέλος ενός εκάστου ημερολογιακού μηνός και αφετέρου από τακτική προμήθεια επί όλων των διενεργουμένων για λογαριασμό της εταιρείας πωλήσεων προϊόντων του παραπάνω ιταλικού κατασκευαστικού οίκου "ΡΜ", καταβλητέας και αυτής ανά τακτά χρονικά διαστήματα και συγκεκριμένα επί μηνιαίας βάσεως, όχι όμως απαραιτήτως κατά την ημέρα καταβολής του βασικού μηνιαίου μισθού του".

Η εκκαλούσα εταιρεία αμφισβητεί ρητά ότι η συμφωνία τους προέβλεπε την καταβολή μικτής αμοιβής, ισχυρίζεται δε ότι η ως άνω συμφωνία τους προέβλεπε την καταβολή στον εφεσίβλητο - ενάγοντα, μόνο μηνιαίου μισθού, ύψους 1.884,75 ευρώ, μικτά, όχι δε και προμηθειών επί των πωλήσεων που αυτός πραγματοποιούσε για λογαριασμό της.

Ο εφεσίβλητος -ενάγων, παρά τη ρητή αυτή αμφισβήτηση, δεν καθόρισε με τις πρωτόδικες προτάσεις του, το φυσικό πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό της εκκαλούσας εταιρείας ή ύστερα από εξουσιοδότηση του παραπάνω διαχειριστή και εκπροσώπου της Α. - Σ. Α., την εκπροσώπησε κατά την κατάρτιση της από 16-5-2003 προφορικής σύμβασης εργασίας, αλλά, τόσο με τις πρωτόδικες προτάσεις του, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο τούτο, ισχυρίζεται ότι στην κατάρτιση της σύμβασης εργασίας του "βασικός συντελεστής υπήρξε ο Β.

Α., ιθύνων νους και αφανής εταίρος της εκκαλούσας εταιρείας, με τον οποίο τον συνέδεαν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις εμπιστοσύνης", με τον οποίο και συμφώνησε να λαμβάνει από την εκκαλούσα εταιρεία μικτή αμοιβή, αποτελούμενη από βασικό μισθό και προμήθειες επί των πωλήσεων που θα πραγματοποιούσε για λογαριασμό της.

Όμως ο εφεσίβλητος ενάγων δεν ισχυρίζεται, ούτε αποδείχθηκε ότι ο Β. Α., κατά την κατάρτιση της ως άνω συμφωνίας, είχε εξουσία εκπροσώπησης της εκκαλούσας εταιρείας, ώστε να ενεργεί για λογαριασμό της. Επομένως, η επικαλούμενη από τον ενάγοντα - εφεσίβλητο ως άνω τυχόν συμφωνία μεταξύ αυτού και του Β. Α., δεν δεσμεύει την εκκαλούσα εταιρεία.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εφεσίβλητος - ενάγων εργάστηκε στην εκκαλούσα - εταιρεία με την παραπάνω ιδιότητα του πωλητή, από την πρόσληψή του (16-5-2003) μέχρι την 31-8-2004, αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό, ο οποίος ανερχόταν αρχικά στο ποσό των 1.386,80 ευρώ καθαρά και από 1-4-2004 σε 1.476,64, καθαρά. Από τις αρχές του έτους 2004 είχαν αρχίσει προστριβές µεταξύ του εφεσίβλητου - ενάγοντος µε τους εκπροσώπους της εκκαλούσας και το Β.

Α., εξαιτίας της άρνησής τους να του καταβάλλουν προμήθειες επί των πραγματοποιηθεισών από αυτόν πωλήσεων για λογαριασµό της εκκαλούσας, όπως αυτός αξίωνε, επικαλούμενος συµφωνία του µε το Β. Α.. Περί τα µέσα Αυγούστου 2004, πριν από τη λήψη της κανονικής ετήσιας αδείας του και πάλι διαμαρτυρήθηκε προς την εκκαλούσα για τη µη καταβολή τέτοιων προμηθειών και την ενημέρωσε ότι εάν µέχρι το τέλος της αδείας του (τέλος Αυγούστου) δεν ικανοποιούσε την εν λόγω αξίωσή του, µετά τη λήξη της αδείας του θα αποχωρούσε οριστικά από την εκκαλούσα εταιρεία.

Η τελευταία ουδέν ποσό του κατέβαλε για την αιτία αυτή και κατόπιν αυτού ο ενάγων στις 31-8-2004 που έληξε η άδειά του, δεν προσήλθε στην εργασία του και δήλωσε στην εκκαλούσα εταιρεία ότι αποχωρεί οικειοθελώς από αυτήν. Στη συνέχεια δε προσελήφθη µε σύµβαση εξαρτηµένης εργασίας, ως πωλητής, από την προηγούμενη εργοδότριά του, την εταιρεία ATCO ΕΠΕ.

Ο ισχυρισµός του εφεσίβλητου - ενάγοντος ότι η εκκαλούσα εταιρεία του κατέβαλε έναντι των οφειλομένων προμηθειών, τµηµατικά, το συνολικό ποσό των 11.000 ευρώ, είναι απορριπτέος ως αβάσιµος, αφού από µεν την επικαλούµενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 162/9-6-2004 απόδειξη πληρωµής αποδεικνύεται ότι το ποσό των 4.000 ευρώ, που η εκκαλούσα εταιρεία κατέβαλε στον εφεσίβλητο στις 9-6-2004, αφορά έκτακτη αµοιβή (bonus) και όχι προμήθεια επί των πωλήσεων, από δε τις υπ' αριθ. 26670-1, 26671-0 και 9018412-6 επιταγές της Τράπεζας Eurobank, λήξεως 18-2-2004, 1-3-2004 και 16-3-2004, αντίστοιχα, ποσού 2.000 ευρώ εκάστης, σε διαταγή του εφεσίβλητου, προκύπτει ότι αυτές εκδόθηκαν από τον Β.

Α., µε χρέωση των αναφερομένων σ' αυτές ατοµικών λογαριασµών του και για άγνωστη αιτία και όχι από την εκκαλούσα εταιρεία έναντι προμηθειών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την 2035/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εκείνο δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσείοντα, για προμήθειες επί των πωλήσεων και για διαφορές επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων των ετών 2003 και 2004 καθώς και του επιδόματος αδείας 2004, βάσει των ως άνω προμηθειών, το συνολικό ποσό των 31.905,44 ευρώ και ακολούθως απέρριψε την αγωγή.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τους, τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 61, 65, 67, 68, 70 και 648 ΑΚ και τις διατάξεις των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, αφού, σύμφωνα με τις παραπάνω παραδοχές, πράγματι η αναιρεσίβλητη, ως εργοδότιδα του αναιρεσείοντος, δεν είχε αναλάβει υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσείοντα ιδιαίτερη αμοιβή για προμήθειες πωλήσεων και δεν δεσμευόταν από την προαναφερόμενη προφορική συμφωνία που επικαλείται ο αναιρεσείων, ότι κατάρτισε με τον Β.

Α., διότι αυτή έγινε από πρόσωπο που δεν είχε εξουσία εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του σχετικά με τα πιο πάνω ζητήματα και ειδικότερα 1) της εξουσίας νομίμου εκπροσωπήσεως της αναιρεσίβλητης κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας από το συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο Α. - Σ.

Α., 2) την έλλειψη ειδικής συμφωνίας, στη σύμβαση αυτή, περί καταβολής bonus στον αναιρεσείοντα και 3) την έλλειψη εξουσίας εκπροσώπησης στο πρόσωπο του Β. Α., με τον οποίο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων, κατάρτισε την παραπάνω ειδική συμφωνία περί καταβολής bonus και την εξ αιτίας της έλλειψης εκπροσωπήσεως μη δέσμευση της αναιρεσίβλητης εταιρείας, είναι πλήρεις και σαφείς και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.

Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμοσε το Εφετείο, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αμέσως πιο πάνω ουσιαστικές διατάξεις, που αναφέρονται υπό το στοιχείο α'. Ενόψει αυτών: 1) ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των πιο πάνω άρθρων 61, 65, 67, 68,70 και 648 ΑΚ, καθώς και των διατάξεων των άρθρων 16 και 17 του Ν. 3190/1955, και 2) ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.

O λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δίδεται όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αρνητικοί ισχυρισμοί.

Με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του "ιστορικό γεγονός που δεν προτάθηκε και είναι εξαιρετικά ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, αναφέρεται δε στο αντισυμβαλλόμενο φυσικό πρόσωπο που συμβλήθηκε στη σύναψη-κατάρτιση της ένδικης σύμβασης εργασίας".

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός στον οποίο ερείδεται, δεν θεμελιώνει αυτοτελή ισχυρισμό αλλά αρνητικό εκείνου που προβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και αναφέρεται στο συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο, με το οποίο, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, ως νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης, συμφώνησε αμοιβή για τις προμήθειες.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθ. 176 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα στο διατακτικό προσδιορίζονται.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 5-4-2011, αίτηση του αναιρεσείοντος για την αναίρεση της 2013/2010 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ