1640/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ: Την αναιρεσείουσα Α. συζ. Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Γλυκού και κατέθεσε προτάσεις.
Legislator headnote
AI generated1640/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του (ΑΠ 599/1995).
Full text
Απόφαση 1640 / 2011 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1640/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Χαράλαμπου Ζώη), Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Παναγιώτη Ρουμπή, Βασίλειο Λαμπρόπουλο και Ιωάννα Πετροπούλου (κωλυομένου του Αρεοπαγίτη Μιλτιάδη Σπυρόπουλου), Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή για να δικάσει μεταξύ:
Την αναιρεσείουσα Α. συζ. Δ. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Βασιλείου Γλυκού και κατέθεσε προτάσεις.
Τον αναιρεσίβλητο Α. Φ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Γεωργάτου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14 Ιουλίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1689/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4376/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8 Απριλίου 2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου ανέγνωσε την από 8 Απριλίου 2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε, την απόρριψή της αιτήσεως αναιρέσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του όρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος Για να θεωρηθεί η άσκηση δικαιώματος ως καταχρηστική, κατά την διάταξη αυτή, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστό ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει οπό την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλο περιστατικό, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 12, 4 παρ. 1, 5 και 13 παρ. 1 του Ν. 3741/ 1929 προκύπτει ότι, με τον κανονισμό πολυορόφου οικοδομής εγκύρως τίθεται περιορισμός και απαγόρευση ως προς τη χρήση των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων πραγμάτων της πολυκατοικίας και ότι, αν με τον κανονισμό απαγορεύεται η ενέργεια από τους συνιδιοκτήτες μεταβολής στα κοινά μέρη, η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την απαγορευμένη ενέργεια δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών ούτε μειώνεται η ασφάλεια αυτών ή του οικοδομήματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι δεν είναι αναγκαία η έρευνα των προϋποθέσεων τούτων, για να κριθεί αν έλαβε χώρα ανεπίτρεπτη, ως αντικείμενη στον κανονισμό, ενέργεια συνιδιοκτήτη, όταν επιδιώκεται να αρθεί η παράνομη αυτή κατάσταση που δημιουργήθηκε.
Όμως η γι' αυτήν την άρση αξίωση απαγορεύεται ως καταχρηστική όταν η άσκησή της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Είναι η υπέρβαση αυτή "προφανής" όταν προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος του δικαιούχου από την άσκηση του δικαιώματός του (ΑΠ 599/1995).
Περαιτέρω ο από το άρθρ. 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται όταν ο κανόνας δικαίου δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Επίσης ο από το άρθ. 559 αριθμ. 19 λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε.
και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικούς πορίσματος.
Τέλος, ο από το άρθ. 559 αριθμ. 8 β' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το Εφετείο, το οποίο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ότι η αγωγή της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας, ιδιοκτήτριας διαμερίσματος του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας, που έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929, με την οποία εξέθετε ότι ο εναγόμενος - νυν αναιρεσίβλητος, ιδιοκτήτης διαμερίσματος του τρίτου ορόφου της ίδιας πολυκατοικίας, ενεργώντος κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω νόμου, καθώς και κατά παράβαση της πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας και του Κανονισμού, άνοιξε οπή στην πλάκα της κοινόχρηστης ταράτσας της οικοδομής και δια μέσου αυτής κατασκεύασε καπνοδόχο, για την εξυπηρέτηση του κατασκευασθέντος στο διαμέρισμά του τζακιού και ζητούσε την καθαίρεση της κατασκευής αυτής, ήταν απορριπτέα κατ' ουσία, ως ασκηθείσα κατά κατάχρηση δικαιώματος, υπέπεσε στην πλημμέλεια, την προβλεπόμενη α)από το άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, εκ του ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ και β)από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, εκ του ότι δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες από την ενάγουσα, προς θεμελίωση του αγωγικού της δικαιώματος, ισχυρισμούς, ότι δηλαδή ο εναγόμενος, με τις ως άνω ενέργειές του, παραβίασε την πράξη σύστασης οροφοκτησίας και τον Κανονισμό της πολυκατοικίας.
Το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο αυτής, δέχθηκε ότι οι αντίδικοι είναι ιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) και ειδικότερα η μεν ενάγουσα του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, ο δε εναγόμενος του τρίτου υπέρ το ισόγειο ορόφου, στην ίδια πολυόροφη (τριόροφη) οικοδομή, η οποία έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 3741/1929 και των αρθ. 1002 και 1117 ΑΚ, συσταθείσας της υπ' αριθμ. ...
πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και Κανονισμού πολυκατοικίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Ευριπίδη Περδικάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα. Επίσης, δέχθηκε ότι: "Σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού της άνω πολυκατοικίας, στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους αυτής υπάγονται, μεταξύ άλλων, ο φέρων στατικός οργανισμός της πολυκατοικίας μετά των θεμελίων, τοιχωμάτων προσόψεων και οι εκ σιδηροπαγούς σκυροκονιάματος κατασκευές, περιλαμβανομένων των δαπέδων και οροφών, η ταράτσα με την επίστρωση και τα στηθαία αυτών, καθώς και όλοι οι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις, οι οποίοι είτε κατά το νόμο είτε κατ' έθιμο θεωρούνται ως κοινά και γενικώς εκείνα των οποίων η χρήση ανήκει σε περισσότερα του ενός διαμερίσματα.
Επί των ανωτέρω κοινών ή κοινοχρήστων και όλων όσων έχουν άμεση ή έμμεση σχέση με την εμφάνιση και το αρχιτεκτονικό σύνολο της οικοδομής ουδεμία μετατροπή, αφαίρεση ή προσθήκη επιτρέπεται, χωρίς την έγκριση από τη γενική συνέλευση των συνιδιοκτητών κατά την καθοριζόμενη πλειοψηφία. Κατά το άρθρο 3 του κανονισμού, απαγορεύεται απολύτως κάθε μεταρρύθμιση στους κοινόχρηστους χώρους, επιτρεπομένης μόνο σε κάθε ιδιοκτήτη διαμερίσματος της εκτελέσεως εσωτερικών μόνο μεταρρυθμίσεων, υπό τον αυστηρό όμως όρο ότι δεν θα γίνει διάτρηση φερόντων στοιχείων από μπετόν αρμέ ή τοίχων, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4 αυτού, κάθε ιδιοκτήτης διαμερίσματος έχει επί των κοινοχρήστων χώρων όλα τα δικαιώματα που προσιδιάζουν στο συγκύριο, αναλόγως με τη φύση, το είδος και τον προορισμό αυτών, εφόσον δεν παρακωλύεται η χρήση των λοιπών συγκυρίων, προσέτι δε, σύμφωνα με το άρθρο 3 περ.
ζ' του κανονισμού, η χρησιμοποίηση της κοινόχρηστης ανώτατης ταράτσας (δώματος) επιτρέπεται μόνο για το άπλωμα ρούχων, τίναγμα χαλιών και λοιπών παρομοίων εργασιών. Ο εναγόμενος, ιδιοκτήτης του πιο πάνω διαμερίσματος του 3ου και τελευταίου ορόφου της πολυκατοικίας, κατά το πρώτο εξάμηνο του έτους 1996, κατασκεύασε στο σαλόνι του διαμερίσματός του τζάκι, για τη λειτουργία του οποίου διάνοιξε οπή διαστάσεων 0,30 μ.
Χ 0,30 μ. στην κοινόχρηστη ταράτσα (δώμα) και πέρασε καπνοδόχο ύψους 1,50 μέτρων. Επειδή όμως στη συνέχεια έγινε σχετική καταγγελία από την πλευρά της ενάγουσας για αυθαίρετη κατασκευή, ο εναγόμενος, υπέβαλε στην Πολεοδομία του Δήμου Ζωγράφου την από 8-10-196 αίτησή του, με τα απαραίτητα δικαιολογητικά, για έκδοση σχετικής άδειας και του χορηγήθηκε η με αριθμό ...
άδεια οικοδομής κατασκευής τζακιού και καπνοδόχου. Η διάτρηση όμως του δώματος της πολυκατοικίας και η τοποθέτηση της καπνοδόχου απαγορεύεται από τις προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού. Η απαγόρευση αυτή ισχύει και αν ακόμη από την τοποθέτηση της καπνοδόχου δεν παραβλάπτεται η χρήση των άλλων συνιδιοκτητών, ούτε θίγονται τα δικαιώματα τους, ούτε μειώνεται η ασφάλεια των ιδιοκτησιών τους ή του όλου οικοδομήματος, ούτε μεταβάλλεται ο συνήθης προορισμός τους.
Το γεγονός ότι ο εναγόμενος έλαβε στη συνέχεια άδεια οικοδομής κατασκευής τζακιού και καπνοδόχου, δεν σημαίνει ότι είναι δυνατή η κατάργηση των δεσμεύσεων του κανονισμού, έστω και αν ο ΓΟΚ επέτρεψε την τοποθέτηση της καπνοδόχου".
Στη συνέχεια, σχετικά με την προταθείσα από τον εναγόμενο - εκκαλούντα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθείσα, με λόγο έφεσης, ένσταση αυτού, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος, το Εφετείο δέχθηκα τα εξής: "Όμως, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας να ζητήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση την άρση των αντικειμένων στον κανονισμό της πολυκατοικίας ενεργειών του εναγομένου, που συνίστανται κατά τα ως άνω στη διάνοιξη οπής μικρών διαστάσεων στην άκρη του δώματος και την τοποθέτηση καπνοδόχου ύψους 1,50 μέτρων, είναι καταχρηστική, διότι συντρέχει το στοιχείο της υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος που απορρέει από την οριζόντια ιδιοκτησία, όπως διαμορφώνεται στο πλαίσιο των σύγχρονων κοινωνικοοικονομικών δεδομένων και μάλιστα κατά τρόπο προφανή, δηλαδή με τρόπο που προκαλεί την έντονη εντύπωση αδικίας σε σχέση με το όφελος από την άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας.
Ειδικότερα, η πολυκατοικία στερείται κεντρικής θερμάνσεως και το διαμέρισμα του εναγομένου βρίσκεται στον τελευταίο όροφο, ο οποίος είναι περισσότερο εκτεθειμένος στις κλιματολογικές συνθήκες και προέβη στην κατασκευή του τζακιού για την εξυπηρέτηση των αναγκών θέρμανσης της κατοικίας του. Από το έτος 1959, που έγινε ο κανονισμός της άνω πολυκατοικίας, η διαβίωση των ανθρώπων έχει μεταβληθεί σημαντικά και θετικά (καλύτερος τρόπος διαβίωσης), όπως αυτό συνάγεται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, ώστε να μην ανταποκρίνεται πλέον ο κανονισμός στις νέες συνθήκες, με αποτέλεσμα η τήρησή του να οδηγεί πρακτικά σε μεγάλο περιορισμό των ιδιοκτητών.
Από τη διάνοιξη της ανωτέρω οπής στο δώμα και την τοποθέτηση της καπνοδόχου ούτε η αισθητική της πολυκατοικίας βλάφτηκε, ούτε η στατική αντοχή αυτής επηρεάστηκε, ούτε ενόχληση των λοιπών συνιδιοκτητών προκλήθηκε. Εκτός από την ενάγουσα, η οποία αντέδρασε μετά την ως άνω κατασκευή με καταγγελία στην Πολεοδομία, κανένας από τους λοιπούς ιδιοκτήτες και ενοίκους της πολυκατοικίας δεν προέβαλε αντίρρηση για την τοποθέτηση της καπνοδόχου, ούτε διαμαρτυρήθηκε για οποιαδήποτε ενόχληση από τη λειτουργία του τζακιού.
Η ενάγουσα δεν εξαρτά σπουδαίο συμφέρον από την καθαίρεση της καπνοδόχου και την επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, διότι, ενόψει του ότι το διαμέρισμα του εναγομένου βρίσκεται στον τελευταίο όροφο, η καπνοδόχος απολήγει απευθείας στο δώμα και ως εκ τούτου ουδόλως ενοχλεί την ενάγουσα, της οποίας το διαμέρισμα βρίσκεται στον πρώτο όροφο, δεν επιβαρύνει την αισθητική (εξωτερική) αρχιτεκτονική εμφάνιση της οικοδομής, ούτε δημιουργεί βλαπτικές ενέργειες για το διαμέρισμα της και τους ενοίκους (εισροή καπνού στο διαμέρισμα ή μυρωδιά καπνού).
Ωσαύτως, ουδόλως εμποδίζεται η χρήση του δώματος από τους λοιπούς συνιδιοκτήτες και δεν θίγεται, όπως προαναφέρθηκε, η στατική αντοχή της οικοδομής, αφού πρόκειται για οπή μικρών διαστάσεων στην άκρη του δώματος. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα δημιούργησε θέμα, διότι βρίσκεται σε σφοδρή αντιδικία με τον εναγόμενο, ο οποίος πριν από την κατασκευή του τζακιού και της καπνοδόχου, προκειμένου να θερμάνει το χειμώνα το διαμέρισμά του, τοποθέτησε λέβητα στον εξώστη αυτού και αναγκάστηκε να τον απομακρύνει λόγω της σφοδρής αντιδικίας με την ενάγουσα.
Μάλιστα, για την τοποθέτηση του λέβητα, ασκήθηκε ποινική δίωξη εναντίον του για παράβαση του άρθρου 17 παρ. 1, 8 του Ν. 1337/1983, κατά την εκδίκαση της οποίας κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας η ενάγουσα και ο σύζυγός της και από τις καταθέσεις αυτών, που περιέχονται στην 67757/22-5-2002 απόφαση με τα πρακτικά της του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που με επίκληση προσκομίζεται από τον εναγόμενο, διαφαίνεται το μέγεθος της αντιδικίας και πόσο τεταμένες ήταν οι μεταξύ τους σχέσεις.
Για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη τελικά κηρύχθηκε αθώος με την 46233/4-6-2003 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που δίκασε επί ασκηθείσας εφέσεως του κατά της πρωτόδικης καταδικαστικής αποφάσεως. Στο θέμα δε της καπνοδόχου επέδειξε την ίδια, χωρίς συμφέρον, συμπεριφορά, ενώ κανείς άλλος των συνιδιοκτητών δεν εναντιώθηκε.
Ενόψει αυτών, η άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση δια της απομακρύνσεως της καπνοδόχου, κατ' αντικειμενική κρίση, υπερβαίνει προφανώς τα εκ της καλής πίστεως και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος όρια, δοθέντος ότι, ενώ δεν ωφελείται ούτε βλάπτεται η ενάγουσα, η αιτούμενη επαναφορά των πραγμάτων έχει επαχθείς συνέπειες για τον εναγόμενο".
Και υπό τις παραδοχές αυτές έκρινε απορριπτέα την κρινόμενη αγωγή, κατά το αίτημα αυτής περί καθαιρέσεως της κατασκευασθείσας από τον εναγόμενο καπνοδόχου, ως καταχρηστικώς ασκηθείσα.
Με το να κρίνει έτσι το δικάσαν Εφετείο, δεν παραβίασε τη διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, ως προς το ασκούν ουσιώδη επιρροή ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της ως άνω εφαρμοσθείσας διάταξης του άρθ. 281 ΑΚ και δεν υπέπεσε στις από το άρθ. 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες.
Επομένως, οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι, ως αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι κατά το μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται η από το άρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, εκ του ότι το Εφετείο δεν εφήρμοσε τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, είναι επίσης απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, διότι το Εφετείο, όπως σαφώς προκύπτει από το προαναφερθέν περιεχόμενο της απόφασής του εφήρμοσε τις δήθεν φερόμενες ως μη εφαρμοσθείσες διατάξεις του Ν 3741/1929 και δέχθηκε την ύπαρξη του στηριζομένου στις διατάξεις αυτές δικαιώματος της ενάγουσας (ότι, δηλαδή, ο εναγόμενος προέβη σε εκτέλεση των επίδικων κατασκευών, σε κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, κατά παράβαση τόσο των ως άνω διατάξεων, όσο και κατά παράβαση της πράξης σύστασης οροφοκτησίας και του κανονισμού της πολυκατοικίας), πλην όμως, στη συνέχεια δέχθηκε ότι η αγωγή της ενάγουσας, με την οποία ζητά την άρση της προσβολής και την καθαίρεση των επίδικων κατασκευών ασκείται κατά κατάχρηση δικαιώματος.
Ομοίως, απορριπτέος, ως αβάσιμος είναι ο πρώτος κατά το μέρος αυτού από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, με τον οποίον αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της ενάγουσας, οι οποίοι στήριζαν την αγωγή της, κατά το μέρος της βάσης αυτής, ως προς την διενέργεια των επίδικων κατασκευών, εκ μέρους του εναγομένου, κατά παράβαση της πράξης σύστασης οροφοκτησίας και του κανονισμού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, το δικάσαν Εφετείο, έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτούς και δέχθηκε την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος της ενάγουσας - νυν αναιρεσείουσας, πλην όμως, στη συνέχεια κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αγωγή ασκείται καταχρηστικά.
Με τον δεύτερο από το άρθ. 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ και κατ' ορθή εκτίμηση και συμπλήρωση (άρθ. 562 § 4 ΚΠολΔ) από τον Εισηγητή-Αρεοπαγίτη, (και) από το άρθ. 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη "πράγματα", που προτάθηκαν κατά τρόπο αόριστο και απαράδεκτο και ειδικώτερα ότι έλαβε υπόψη τον προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και επαναφερθέντα με λόγο έφεσης ισχυρισμό (ένσταση) του εναγομένου - εκκαλούντα - νυν αναιρεσιβλήτου, περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, παρότι η ένσταση αυτή ήταν αόριστη και κατά συνέπεια, απαράδεκτη. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η αναιρεσείουσα ουδόλως επικαλείται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός της αυτός (περί αοριστίας και απαραδέκτου) προβλήθηκε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, όπως απαιτείται, κατά το άρθ. 562§2 ΚΠολΔ, ενώ συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση κάποια από τις προβλεπόμενες στο ίδιο αυτό άρθρο εξαιρέσεις.
Μετά από αυτά, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 176 και 183 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-12-2009 αίτηση της Α. Φ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 4736/2007 απόφασης του Εφετείου .
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Οκτωβρίου 2011.Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του, στις 18 Νοεμβρίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ