1640/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαρτίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/1999 μη οριστική, 216/2003 παρεπίμπουσα, 89/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 38/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαΐου 2009 αίτησή της ως και τους από 6 Ιουλίου 2010 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 25/7-5-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο 108/6-7-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 38/6-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1640/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): του προϊσχύοντος δικονομικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 10β). Στα πλαίσια της δικονομικής αυτής υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας εντάσσεται και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν ζητήθηκε από διάδικο και δέχεται το δικαστήριο ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (Κ.Πολ.Δ. 368 §2). Αντίθετα στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.
Full text
Απόφαση 1640 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1640/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Νικόλαο Λεοντή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Νοεμβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: της εις Γάζι Ηρακλείου εδρευούσης Α.Ε. "Δ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ" νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Σπανουδάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: της εις Ασπρόπυργο Αττικής εδρευούσης Α.Ε "ΑΛΚΟ ΕΛΛΑΣ" νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Τριαλώνη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Μαρτίου 1998 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 405/1999 μη οριστική, 216/2003 παρεπίμπουσα, 89/2007 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 38/2009 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7 Μαΐου 2009 αίτησή της ως και τους από 6 Ιουλίου 2010 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 4 Οκτωβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 25/7-5-2009 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο 108/6-7-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 38/6-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη 25/7-5-2009 αίτηση αναιρέσεως, με τους με ιδιαίτερο, 108/6-7-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 38/6-2-2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 §2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα, με την 1201/ΤΠπ/177/4-3-1998 αγωγή της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά την κατάθεση της οποίας ορίσθηκε ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 Κ.Πολ.Δ.
του προϊσχύοντος δικονομικού δικαίου (άρθρο 226 § 2 Κ.Πολ.Δ.), εφέρετο προς διάγνωση, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία αντικείμενο αυτής, αξίωσή της κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας, απορρέουσα από υπόλοιπο οφειλομένου τιμήματος από συνομολογηθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως εμπορευμάτων.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 405/1999 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, με την οποία τάχθηκε το οικείο θέμα αποδείξεως, με χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων στην εναγομένη με την 216/2003 παρεμπίπτουσα απόφασή του, και στη συνέχεια, μετά την διενέργειά τους, κατά μερική παραδοχή της η 89/2007 οριστική αυτού απόφαση και σε δεύτερο βαθμό, ύστερα από την 254/19-6-2007 έφεση της εναγομένης, η 38/2009 απόφαση του Εφετείου Κρήτης, με απορριπτική επ' αυτής κατ' ουσίαν κρίση, την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της.
Ειδικότερα, ανέλεγκτα δέχθηκε, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της, "Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία διατηρεί στον Ασπρόπυργο Αττικής επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας αλουμινίου. Η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία, η οποία εδρεύει στο Γάζι Ηρακλείου, έχει αντικείμενο εργασιών μεταξύ άλλων την εμπορία αλουμινίου και την παραγωγή φιαλών υγραερίου.
Κατά το χρονικό διάστημα από 29-6-2004 έως και 1-12-1994 η ενάγουσα πώλησε και παρέδωσε στην εναγομένη διάφορες ποσότητες αλουμινίου αντί του συμφωνηθέντος κάθε φορά τιμήματος... Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι η εναγομένη από τα προαναφερόμενα εμπορεύματα που παραδόθηκαν σ' αυτήν, επέστρεψε στην ενάγουσα λόγω ακαταλληλότητας τα αναγραφόμενα στα υπ' αριθμ. 93 και 94/30-11-2004 τιμολόγια δελτία αποστολής, συνολικής αξίας 4.004.048 δρχ.
Επομένως, η οφειλή της εναγομένης προς την ενάγουσα ανήλθε σε 20.869.288 δρχ. (24.873.336-4.004.048). Έναντι αυτής (οφειλής) η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 5.089.000 δρχ. και έτσι απέμεινε υπόλοιπο 15.780.288 δρχ. Από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων είχε συμφωνηθεί για όλες τις ανωτέρω πωλήσεις έκπτωση 24% επί της αξίας εκάστου τιμολογίου.
Αποδείχθηκε, αντιθέτως, ότι όπου υπήρχε σχετική συμφωνία το εν λόγω ποσοστό έκπτωσης αναγράφηκε στα αντίστοιχα τιμολόγια πώλησης (σχετ. υπ' αριθμ. 538/28.6.1994, 540/30.6.199. 530/30.8.1994, 531/30.8. 1994, 737/1.9.1994, 738/ 1.9.1994, 739/1.9.19, 834/16.9.1994, 1051/24.10.1994, 1072/26.10.1994, 1110/4.11.1994, 1206/23.11.1994 και 93/ 30.11.1994 τιμολόγια-δελτία αποστολής). Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι κατόπιν συμφωνίας των νομίμων εκπροσώπων των διαδίκων, που καταρτίστηκε μετά τις επίδικες συμβάσεις πωλήσεων, η εναγομένη απελευθερώθηκε αρχικά από την υποχρέωση καταβολής τιμήματος συνολικής αξίας 1.696.076 δρχ.
για 210 κιλά αλουμινίου, επτά (7) κιβώτια μεντεσέδες και έντεκα (11) τεμάχια πρεσσάκια παλαιών σειρών, τα οποία επέστρεψε στην ενάγουσα λόγω ελαττώματος αυτών στην ηλεκτροστατική βαφή τους. Χαρακτηριστικό στο σημείο αυτό είναι και το ότι η εναγομένη δεν προσκομίζει σχετικά παραστατικά ούτε οποιαδήποτε άλλο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι πραγματικά προέβη στην επιστροφή των ανωτέρω εμπορευμάτων λόγω ακαταλληλότητάς τους.
Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ότι η εναγομένη συμφώνησε με τον Διευθυντή πωλήσεων της ενάγουσας Μ.Δ. να αντικαταστήσει ο τελευταίος 5.800 κιλά αλουμινίου λόγω του ανωτέρω ελαττώματος αυτών. Δεν αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι η εναγομένη πώλησε στους εργολάβους Σ. Μ. και Δ. Ε. 1.136 και 1.600 κιλά αλουμινίου, αντίστοιχα, συνολικής αξίας 2.968.909 δρχ. (1.232.705+1.736.204), τα οποία της επεστράφησαν από τους τελευταίους λόγω προβλήματος που παρουσίασαν στην ηλεκτροστατική βαφή τους, με αποτέλεσμα αυτή να προβεί σε επιστροφή του τιμήματος των εν λόγω εμπορευμάτων σ' έκαστο των άνω αγοραστών έχοντας τη διαβεβαίωση του προαναφερόμενου Διευθυντή πωλήσεων της ενάγουσας ότι θα εκπέσει του αντιστοίχου των ως άνω προϊόντων αλουμινίου τιμήματος.
Η εναγομένη δεν προσκομίζει κάποιο παραστατικό από το οποίο να προκύπτει ότι πώλησε στους ανωτέρω τα εν λόγω εμπορεύματα. Άλλωστε αυτή δεν επικαλείται, ούτε και αποδεικνύει, αν ο Μ. Δ., που φέρεται ότι ανέλαβε για λογαριασμό της εναγομένης τις άνω δεσμεύσεις - ύψους 10.430.851 δρχ. είχε την εξουσία γι' αυτό από το νομικό πρόσωπο της τελευταίας (ανώνυμης εταιρίας) και με ποια πράξη των καταστατικών της οργάνων.
Επομένως, εφόσον τα ανωτέρω εμπορεύματα ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των άνω συμβάσεων πώλησης (εκτός αυτών που αναγράφονται στα ανωτέρω υπ' αριθμ. 93 και 94/30-11-1994 τιμολόγια - δελτία αποστολής), η εναγομένη υποχρεούται στην πληρωμή του τιμήματος αυτών, ύψους 15.780.288 δρχ. (46.310,46 ευρώ). Στην προκειμένη περίπτωση από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα παράγεται απόδειξη για τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα, για τα οποία δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και δεν παρίσταται ανάγκη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης".
Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνεται η ηττηθείσα εκκαλούσα με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια κατ' αξιολογική σειρά οι διατυπούμενοι δι' αυτής και του προσθέτου δικογράφου λόγοι αναιρέσεως.
Α' Κύριο δικόγραφο Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των δικαστικών εγγράφων, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν πρόκειται για ισχυρισμό μη νόμιμο, ο οποίος με την έννοια αυτή δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου κατά το προϊσχύσαν του ν. 2915/2001 δικονομικό καθεστώς, υπό την ισχύ του οποίου εκδόθηκε η 405/1999 μη οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, χωρίς να ανταποκριθεί στην δικονομική του υποχρέωση να διατάξει περί αυτών απόδειξη, κατ' επιταγή του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ.
του προϊσχύοντος δικονομικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 10β). Στα πλαίσια της δικονομικής αυτής υποχρεώσεως του δικαστηρίου της ουσίας εντάσσεται και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, αν ζητήθηκε από διάδικο και δέχεται το δικαστήριο ότι απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης (Κ.Πολ.Δ. 368 §2). Αντίθετα στην περίπτωση της προηγούμενης παραγράφου του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ.
η διάταξη της πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς. Όμοια δεν ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δευτεροβαθμίου ότι η παράλειψη προσκομίσεως νέου αποδεικτικού μέσου πρωτοδίκως οφείλεται σε βαρειά αμέλεια ή πρόθεση στρεψοδικίας, αποκρούοντας την προσαγωγή τους το πρώτον στον δεύτερο βαθμό, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 529 §2 Κ.Πολ.Δ., η οποία επιπρόσθετα ως δικονομική, δεν ελέγχεται με τους προβλεπόμενους από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
λόγους, η στοιχειοθέτηση των οποίων προϋποθέτει (ευθεία και εκ πλαγίου) παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ' Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικού ισχυρισμού που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως για τη στοιχειοθέτηση του αναιρετικού αυτού λόγου αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία έχει την υποχρέωση να λάβει υπόψη κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 Κ.Πολ.Δ. (Β' Ολ.
ΑΠ 2/2008). Μη λήψη, πάντως, δεν σημαίνει μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται όλα τα έγγραφα, πλην εκείνου, στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση. Με τους διατυπούμενους λόγους προβάλλονται κατ' επικουρική σειρά οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. (α) αρ. 8β, (β) αρ. 10β, (γ) αρ. 1 και 19 και (δ) 11γ, με την έννοια ότι το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του (α) δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας ότι λόγω των ουσιωδών ελαττωμάτων των αναφερομένων εμπορευμάτων, τα οποία δολίως απέκρυψε η αναιρεσίβλητη κατά την κατάρτιση των συμβάσεων πωλήσεως, υπέστη θετική και αποθετική ζημία συνολικού ποσού 19.134.196 δρχ., αξίωσή τους την οποία προέτεινε προς συμψηφισμό, αυτοτελώς σε σχέση με εκείνη της συμφωνίας των διαδίκων για επιστροφή των ελαττωματικών εμπορευμάτων με αντίστοιχη μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως (β) παρέλειψε (αα) να τάξει θέμα αποδείξεως για τα θεμελιωτικά της εν λόγω ενστάσεώς τους πραγματικά περιστατικά, αναγκαίας για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητάς της και (ββ) να διατάξει την διενέργεια της αιτηθείσης από την αναιρεσείουσα περί τούτου πραγματογνωμοσύνης.
Η αναιρεσείουσα ανταποκρίνεται ήδη στην δικονομική της υποχρέωση προσκομίσεως των εγγράφων προτάσεων που κατέθεσε κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, της οποίας επακολούθησε η έκδοση της 405/1999 μη οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, από τις οποίες προκύπτει ότι πράγματι η αναιρεσείουσα προέτεινε δι' αυτών και επαναδιατύπωσε με σχετικό λόγο εφέσεως, ένσταση συμψηφισμού για την αξίωσή της αποζημιώσεως, ισόποσης προς την ζημία την οποία υπέστη από την δολία απόκρυψη από την αναιρεσίβλητη των ελαττωμάτων των προσδιοριζομένων κατά ποσότητα και συνομολογηθέν τίμημα εμπορευμάτων, διευκρινίζοντας με τις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προτάσεις της ότι δεν πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς το διαφυγόν της κέρδος από τη ματαίωση μεταπωλήσεως των εμπορευμάτων λόγω των ελαττωμάτων τους, με περιορισμό της εναντιώσεώς της στην παράλειψή της να λάβει υπόψη τον ισχυρισμό της περί υπάρξεως ελαττωμάτων και να τάξει περί αυτών απόδειξη.
Η προεχόντως προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση περί συμφωνίας των διαδίκων για επιστροφή των ελαττωματικών εμπορευμάτων, με αντίστοιχη ισόποση μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος πωλήσεως αυτών, για την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος της θέμα αποδείξεως και απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη με την προσβαλλόμενη απόφαση, αποκλείει, ως συμβατική ρύθμιση, τροποποιητική της υφισταμένης ενοχικής σχέσεως αναφορικά με τις υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης, ως πωλήτριας, και τα δικαιώματα της αναιρεσείουσας, ως αγοράστριας, από την ύπαρξη των ελαττωμάτων, τις παρεχόμενες από τα άρθρα 540, 543, 544, 561 ΑΚ αξιώσεις της, χωρίς δε αντίστοιχη αξίωση δεν δικαιολογείται στο πρόσωπό της το απαιτούμενο προς τούτο έννομο συμφέρον (Κ.Πολ.Δ. 68, 73) από μόνη την ύπαρξη πραγματικών ελαττωμάτων, η οποία δεν συνδέεται με βάσιμα διατυπούμενο από νομική άποψη αίτημα.
Επομένως οι συνδεόμενες με τον εν λόγω ισχυρισμό της και με στοιχ. (α) και (β) χαρακτηριζόμενες αναιρετικές αιτιάσεις ελέγχονται ως αβάσιμες. 2) Περαιτέρω, η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι "από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα παράγεται απόδειξη για τα αναφερόμενα στην αγωγή γεγονότα, για τα οποία δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης και δεν παρίσταται ανάγκη διεξαγωγής πραγματογνωμοσύνης" δικαιολογούσε την απόρριψη του σχετικού αιτήματος της αναιρεσείουσας, (8) με την παραδοχή της ότι "οι από 16-1-2008 και 24-2-2008 τεχνικές εκθέσεις του Χημικού μηχανικού Φ.Σ.
και του πολιτικού μηχανικού Γ.Ζ., αντίστοιχα, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση της εναγομένης, απαραδέκτως προσάγονται από την τελευταία για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφού η μετά 14 περίπου έτη από την παράδοση των προς αυτήν ως άνω εμπορευμάτων προσαγωγή τους κρίνεται ότι οφείλεται σε βαριά αμέλεια της εν λόγω διαδίκου" ευθέως και εκ πλαγίου παραβίασε την διάταξη του άρθρου 529 §2 Κ.Πολ.Δ..
Προφανώς πρόκειται για αναιρετικώς ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και σε κάθε περίπτωση στον δικονομικό χαρακτήρα της διατάξεως του άρθρου 529 §2 Κ.Πολ.Δ. δεν προσήκουν οι διατυπούμενοι λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, προϋποθέτουν (ευθεία και εκ πλαγίου) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, λαμβανομένου επιπροσθέτως υπόψη ότι η πλημμέλεια πράγματι της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν εντοπίζεται στην έννοια της βαρείας αμέλειας, αλλά στις δικονομικές προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 529 §2 Κ.Πολ.Δ., το πραγματικό της οποίας αναφέρεται σε αποδεικτικό μέσο που υπήρχε στην διάθεση του διαδίκου κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως.
Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ουσιώδες ζήτημα δεν είναι, όπως προαναφέρθηκε, αυτή καθεαυτή η ύπαρξη ελαττωματικών εμπορευμάτων, αλλά η συμφωνία των διαδίκων περί αυτών, στην οποία και μόνο βάσιμα θεμελιώνεται η περί τούτου ένσταση της αναιρεσείουσας, και (δ) δεν έλαβε υπόψη (i) το 81/1994 δελτίο επιστροφής με το ...
αυτοκίνητο 210 χλγ. αλουμινίων και (11) τεμαχίων πρεσσακίων, και (ii) τις καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και δη εκείνη της μάρτυρος της αναιρεσείουσας Μ.Κ. (πρόσθετο δικόγραφο), που επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη της ενστάσεώς της για συμφωνία των διαδίκων περί επιστροφής των ελαττωματικών εμπορευμάτων, με αντίστοιχη ισόποση μείωση του συνομολογηθέντος τιμήματος, ανταποκρινόμενη ήδη στην δικονομική της υποχρέωση προσκομίσεώς τους.
Από την βεβαίωση όμως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ότι για τον σχηματισμό της δικανικής της πεποιθήσεως στηρίχθηκε, πλην άλλων, στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων και τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, αξιολογούμενη σε συνδυασμό με τις λοιπές αιτιολογίες της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το δικαστήριο της ουσίας κατά την διατύπωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.
Κατά συνέπεια, οι εν λόγω και με στοιχ. (γ) και (δ) χαρακτηριζόμενες αναιρετικές αιτιάσεις αρνητικά αξιολογούνται, ως απαράδεκτη και αβάσιμη, αντίστοιχα.
Β. Πρόσθετο δικόγραφο Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση, πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια διαλαμβάνονται στην διατυπούμενη κύρια αιτιολογία της ότι δεν αποδείχθηκε συμφωνία των διαδίκων για επιστροφή των φερομένων ως ελαττωματικών εμπορευμάτων, με αντίστοιχη μείωση του ορισθέντος γι' αυτά τιμήματος, πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούσαν την κατ' ορθή εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ απόρριψη της θεμελιούμενης στην εν λόγω συμφωνία σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας.
Επομένως, υποστηρίζοντας τα αντίθετα ο τελευταίος κατά σειρά λόγος αναιρέσεως με το πρώτο σκέλος του οποίου διατυπώνεται η αναιρετική αιτίαση από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της κατά τούτο ανεπάρκειας των αιτιολογιών της, ελέγχεται ως αβάσιμος.
Τέλος, αναφορικά με την επάλληλη επικουρική αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως για τη με στοιχ. (α) συμφωνία των διαδίκων ότι "Άλλωστε αυτή δεν επικαλείται, ούτε και αποδεικνύει, αν ο Μ.Δ., που φέρεται ότι ανέλαβε για λογαριασμό της εναγομένης τις άνω δεσμεύσεις ύψους 10.430.851 δρχ., είχε την εξουσία γι' αυτό από το νομικό πρόσωπο της τελευταίας (ανώνυμης εταιρείας) και με ποια πράξη των καταστατικών της οργάνων", προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1, 11, 19 Κ.Πολ.Δ., οι οποίες αξιολογούνται ως αλυσιτελείς, εφόσον η παραπάνω σημειούμενη κύρια αυτής αιτιολογία περί μη αποδείξεως της εν λόγω συμφωνίας των διαδίκων, η οποία δεν πλήττεται επιτυχώς, αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της για απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της σχετικής ενστάσεως της αναιρεσείουσας. Συνακόλουθα αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, με παράλληλη καταδίκη της αναιρεσείουσας στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700,00 Ευρώ (Κ.Πολ.Δ. 183).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την 25/7-5-2009 αίτηση, με τους με ιδιαίτερο, 108/6-7-2010, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, για αναίρεση της 38/6-2-2009 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ