Legislator Case Law & Legislation
1640/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds for failure to properly raise arguments in lower court.

Case Number 1640/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision, ruling the appeal inadmissible. The court found that the appellants failed to properly raise specific legal arguments regarding evidence admissibility in the lower court proceedings. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellants were ordered to pay the legal costs of the current proceedings.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal argument is inadmissible if it relies on a claim not legally proposed in the court of first instance, unless it concerns a non-proposable violation, a defect inherent in the decision, or public order.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal Code of Civil Procedure failure to propose claim lower court proceedings legal costs award evidence admissibility procedural defect

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
O. AP 43/1990

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1640 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1640/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 4 ΟΝΟΜΑΤΑ). Η 1η 2ος, 4η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ποσάντζη και ο 3ος ... παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.

Των αναιρεσιβλήτων: ...(ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ 23 ΟΝΟΜΑΤΑ). Οι μεν 1η, 3η, 7η, και ο 22ος παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Μιχαήλ, οι δε λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-1992 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναξου. Το δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την 52/1998 απόφαση του, με την οποία παρέπεμψε την υπόθεση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου λόγω αρμοδιότητας και επικυρώθηκε από την 116/2000 του Εφετείου Αιγαίου. Στην συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2001 προδικαστική και 47/2005 οριστική του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου καθώς και η 168/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-12-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Ιωάννης Σίδερης, ανέγνωσε την από 23-2-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι). Κατά την έννοια του άρθρου 576 Κ.Πολ.Δ, εάν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθ. ..., ..., ..., ..., ...,..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ..., ...., ..., ..., ..., και ...., εκθέσεις επιδόσεως του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της από 24.12.2007 αιτήσεως, μετά της πράξεως ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήσεως προς παράσταση στη σημερινή δικάσιμο της 4.3.2009 επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, στους 2ο, 4η ,5η, 6η ,8η , 9ο , 10η, 11η, 12η, 13η, 14ο , 15η, 16η, 17ο, 18ο ,19ο, 20η, 21ο, και 23ο αναιρεσιβλήτους, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης.

Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των ως άνω αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. ΙI). Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης κατά της απόφασης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Πράγμα συνεπώς, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί και ο λόγος της έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσιβλήτου. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν ο ισχυρισμός που δεν λήφθηκε υπόψη είναι μη νόμιμος και συνεπώς δε θεωρείται ουσιώδης, αφού δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ολ Α.Π 2/1989).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ ΑΠ 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η από τον αριθ. 8 περ. β του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς που πρότειναν οι αναιρεσείοντες με την έφεση τους και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον τέταρτο και πέμπτο λόγους της εφέσεως, με τους οποίους παρεπονούντο για την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του νομίμου ισχυρισμού (ένσταση) αυτών για την κτήση κυριότητας επί του επιδίκου εκ μέρους των με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας, που είχε προταθεί παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, αλλά ούτε και εξήτασε τα επιχειρήματα που ενίσχυαν τους ισχυρισμούς αυτούς.

Από το περιεχόμενο της προσκομιζόμενης από 15.11.2005 εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι οι τελευταίοι παραπονέθηκαν με τους ως άνω λόγους αυτής για την απόρριψη της ως άνω ενστάσεως και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναλύοντας και σχολιάζοντας τις καταθέσεις των μαρτύρων και τις σχετικές αιτιολογίες της πρωτόδικης αποφάσεως και προβάλλοντας επιχειρήματα που ανέτρεπαν, κατά τις απόψεις του, τις άνω καταθέσεις και τους αγωγικούς ισχυρισμούς.

Οι λόγοι της ανωτέρω εφέσεως, αν και αναφέρονται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, είναι "πράγματα" με την έννοια που εκτέθηκε, αφού και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων αποτελεί παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως που θεμελιώνει την έφεση. Περαιτέρω όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, εξετάζοντας τη βασιμότητα των σχετικών λόγων εφέσεως, επανεκτίμησε τις αποδείξεις και έλαβε υπόψη τους προβαλλόμενους με αυτούς ισχυρισμούς, τους οποίους και απέρριψε ως αβασίμους γιατί, κατά την ανέλεγκτη ουσιαστικά κρίση του, " οι εναγόμενοι κατέλαβαν το επίδικο το έτος 1982 και από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ενέμοντο το επίδικο με καλή πίστη, ώστε βάσιμα να μπορεί να υποστηριχθεί ότι έγιναν κύριοι με τακτική χρησικτησία".

Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση από τον αριθ. 8 περ. α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., γιατί το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, ως προταθέντα, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, τον ισχυρισμό ότι αυτοί κατέλαβαν το επίδικο το έτος 1979, ενώ με τις προτάσεις, που είχαν υποβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είχαν ισχυρισθεί ότι νεμόντουσαν το επίδικο μετά του δικαιοπαρόχου τους ..., ο οποίος είχε αποκτήσει το διεκδικούμενο ακίνητο από άτυπη δωρεά της μητέρας του, από του έτους 1950.

Όμως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες κατέλαβαν το επίδικο το έτος 1982, αφού προηγουμένως απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των τελευταίων περί του ότι οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους νεμόντουσαν το επίδικο καθ' οιονδήποτε τρόπο μέχρι του έτους 1979 και στη συνέχεια ότι το νεμήθηκαν αυτοπροσώπως οι ίδιοι (οι αναιρεσείοντες) από τους έτους 1979 και μέχρι της εγέρσεως της υπό κρίση αγωγής.

Επομένως ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙΙ). Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή ν' αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος. Τέλος το καθιερούμενο αυτό απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης που προβλέπονται από το άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.(Oλ. ΑΠ 43/1990). Κατά συνέπεια ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμ. 11 περ. α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια της λήψεως υπόψη μη επιτρεπομένων αποδεικτικών μέσων, ήτοι των αναφερομένων στην αίτηση ενόρκων βεβαιώσεων, είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθ' όσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο ότι οι ως άνω πλημμέλειες, για την προβολή των οποίων δεν συντρέχει κάποια από τις ως άνω προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., προτάθηκαν από τους αναιρεσείοντες στο Εφετείο, ούτε άλλωστε προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως ότι προβλήθηκε, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, τέτοιος ισχυρισμός, όπως μπορούσε να προβληθεί αφού και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προκύπτει από την 47/2005 απόφασή του, κατά της οποίας οι αναιρεσείοντες άσκησαν την έφεση, είχε λάβει υπόψη τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.12.2007 αίτηση των... κ.λ.π. για αναίρεση της 168/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των παρόντων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ