Supreme Court dismisses appeal against forced expropriation compensation, ruling additional replacement costs are not covered by Article 17 of the Constitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a first-instance judgment regarding compensation for forced expropriation. The appellants argued that the compensation was insufficient because it did not cover the costs of replacing the expropriated property with a new one. The court held that Article 17 of the Constitution requires full compensation for the property's value at the time of expropriation but explicitly excludes the costs of acquiring a replacement property from this calculation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 17 paras. 1 and 2 of the Constitution; The compensation for expropriation must represent the actual value of the property at the time of expropriation, but does not include the costs incurred by the owner for purchasing a replacement property.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1640 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1640/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Δημήτριο Κυριτσάκη, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη και Ελένη Μαραμαθά, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. ....και 2. ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Φιλιππάτο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τους Υπουργούς των Οικονομικών, ΠΕΧΩΔΕ και Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο Αντώνιο Αντωνίου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 26-5-2003, 8-7-2003, 18-7-2003, 27-7-2003, 25-8-2003 και 11-9-2003 αιτήσεις προσδιορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης επί αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου Πειραιώς και συνεκδικάσθηκαν.
Εκδόθηκε η 191/2004 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12 Ιανουαρίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Κυριτσάκης, ανέγνωσε την από 28 Απριλίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος , με τις οποίες ορίζεται, ότι η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος ( παρ. 1 ) και ότι κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης… προκύπτει:
α) ότι είναι επιτρεπτή, με διάταξη νόμου, η θέσπιση γενικών και αντικειμενικών περιορισμών της ιδιοκτησίας, χωρίς υποχρέωση αποζημίωσης, προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, εφόσον αυτοί δεν θίγουν τον πυρήνα του δικαιώματος της ιδιοκτησίας αναιρώντας ή αποδυναμώνοντάς το σε μεγάλο βαθμό, είναι δε αναγκαίοι για την επίτευξη του σκοπούμενου αποτελέσματος (σχετ.
Ολ.ΑΠ 896/85, 1/1982) και β) ότι επιτρέπεται η οριστική στέρηση ή αφαίρεση της ιδιοκτησίας (με μετάθεση ολική της κυριότητας του πράγματος σε άλλο πρόσωπο ή δημιουργία άλλου εμπράγματου δικαιώματος) με πράξη της πολιτείας, μόνο αν επιβάλλεται προς θεραπεία δημόσιας ωφέλειας, εφόσον προηγηθεί της καταλήψεως καταβολή πλήρους αποζημίωσης που καθορίζεται από τα πολιτικά δικαστήρια.
Εξ άλλου από τα άρθρα 8 και 12 του ν. 1337/1983 « Περί επέκτασης των Πολεοδομικών σχεδίων κλπ», που, ακολούθησε το ν. 947/1979 και εκδόθηκε σε εκτέλεση και εφαρμογή της συνταγματικής διατάξεως του άρθρου 24 για τη χωροταξική αναδιάρθρωση της χώρας , προκύπτει ότι θεσμοθετήθηκε νέα διαδικασία (διαφέρουσα από τη ρυμοτομία των ν.δ. 17.7.1923 και 797/71) συνολικής διαχείρισης των ακινήτων της οικιστικής περιοχής ,με την υποχρέωση των ιδιοκτητών να διαθέσουν χωρίς αποζημίωση μέρος του ακινήτου τους ή με υποχρεωτική συμμετοχή αυτών με ολόκληρο το ακίνητό τους έναντι αντιπαροχής άλλου ακινήτου (ή διαιρεμένης ιδιοκτησίας) ίσης αξίας και εισάγεται νέα διαδικασία απόκτησης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, η οποία εφαρμόζεται στις περιοχές ένταξης ή επέκτασης του σχεδίου, και προβλέπεται ο τρόπος υλοποίησης της διαχείρισης με την έκδοση της Πράξεως Εφαρμογής, με την οποία καθορίζονται τα τμήματα των ακινήτων που αφαιρούνται χωρίς αποζημίωση για εισφορές σε γη (με ποσοστό ανάλογο με την εδαφική έκταση της ιδιοκτησίας) για τη δημιουργία κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και υποχρεωτικές αναδασμικές μεταβολές (μετακινήσεις, συνενώσεις, αναδιανομές, ανταλλαγές ακινήτων).Περαιτέρω με το άρθρο 4 του ν. 1772/1988 «περί τροποποιήσεως διατάξεων του ν. 1577/1985 (ΓΟΚ) κλπ» αντικαταστάθηκε η παρ. 7 του άρθρου 12 του ως άνω ν. 1337/1983, όπως συμπληρώθηκε με την παρ. 56 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 και ορίσθηκε ( με την παρ.
β) , ότι «Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος ΟΤΑ, το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σε αυτούς, με την προϋπόθεση ότι έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της προηγούμενης περιπτώσεως (α), (η οποία, σημειώνεται, ότι αφορά τις αναφερόμενες στην Πράξη Εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες που οφείλεται αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων, πρέπει, να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του ν.δ.
από 17.7.1923 και ν.δ. 797/1971), ενώ δικαιώματα της επόμενης περιπτώσεως (δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση αρνήσεως του κατόχου ή νομέα να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός 15 ημερών από της εις αυτόν εγγράφου προσκλήσεως, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση των ανωτέρω ενδιαφερομένων, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων».
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων, προκύπτει, ότι με την κύρωση από τον οικείο Νομάρχη και από τη μεταγραφή της Πράξης Εφαρμογής επέρχονται στις ιδιοκτησίες που συμμετέχουν στον πολεοδομικό (οικιστικό) σχεδιασμό, πλην των άλλων, και μεταβολές που δεν έχουν οικονομικό αντικείμενο, οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του άνω νόμου για τη συνολική διαχείριση της γης, με δέσμευση των υποχρεωτικώς εισφερόμενων τμημάτων αυτής και διάθεσή τους είτε απευθείας για τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους της πολεοδομικής μελέτης είτε για την αποκατάσταση άλλων ιδιοκτησιών που δεσμεύθηκαν για τον ίδιο σκοπό με μετακινήσεις των εισφερόμενων τμημάτων για την καλύτερη αξιοποίηση της γης.
Η περιέχουσα τις εν λόγω ρυθμίσεις ως άνω διάταξη (άρθρο 12 παρ. 7 του ν. 1337/83, όπως ισχύει) εντάσσεται μέσα στα πλαίσια του νέου θεσμού της υποχρεωτικής και άνευ αποζημίωσης εισφοράς γης από τους συμμετέχοντες ιδιοκτήτες. Ο θεσμός αυτός, όπως προεκτέθηκε, εισήχθη προς εξυπηρέτηση του γενικότερου συμφέροντος, δηλ.
της ανάπτυξης του πολεοδομικού (οικιστικού) σχεδιασμού σε εκτέλεση και εφαρμογή των επιταγών του προαναφερθέντος άρθρου 24 παρ. 2-4 του Συντάγματος, με βάση το οποίο : 2. «Η χωροταξική αναδιάρθρωση της Χώρας, η διαμόρφωση, η ανάπτυξη, η πολεοδόμηση και η επέκταση των πόλεων και των οικιστικών γενικά περιοχών υπάγεται στη ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους, με σκοπό να εξυπηρετείται η λειτουργικότητα και η ανάπτυξη των οικισμών και να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης…3.
Για να αναγνωρισθεί μία περιοχή ως οικιστική και για να ενεργοποιηθεί πολεοδομικά, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτή συμμετέχουν υποχρεωτικά , χωρίς αποζημίωση από τον οικείο φορέα, στη διάθεση των εκτάσεων που είναι απαραίτητες για να δημιουργηθούν δρόμοι, πλατείες και χώροι για κοινωφελείς γενικά χρήσεις και σκοπούς, καθώς και στις δαπάνες για την εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, όπως νόμος ορίζει. 4.
Νόμος μπορεί να προβλέπει τη συμμετοχή των ιδιοκτητών περιοχής που χαρακτηρίζεται ως οικιστική στην αξιοποίηση και γενική διαρρύθμισή της, σύμφωνα με εγκεκριμένο σχέδιο, με αντιπαροχή ακινήτων ίσης αξίας ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, από τους χώρους που καθορίζονται τελικά ως οικοδομήσιμοι ή από κτίρια της περιοχής αυτής».
Με την ανάπτυξη αυτή πέραν της αναβάθμισης του οικιστικού περιβάλλοντος, εξυπηρετείται συγχρόνως και το συμφέρον των ιδιοκτητών, αφού συνεπάγεται αύξηση της αξίας του εναπομείναντος ακινήτου τους, η δε άνω ρύθμιση, αφορά τα επικείμενα (συστατικά) των εισφερόμενων τμημάτων και όχι στο έδαφος των ιδιοκτησιών, για δε τα συστατικά ο νομοθέτης, παρότι είχε τη δυνατότητα, με βάση την άνω συνταγματική διάταξη, να ορίσει διαφορετικά, ότι δηλ.
θα εισφέρονταν άνευ αποζημίωσης, επέλεξε ευνοϊκότερη για τους πρώην ιδιοκτήτες λύση, υποχρεώνοντας τους οικείους ΟΤΑ να καταβάλουν σε αυτούς αποζημίωση, προβλέποντας συγχρόνως ταχεία διαδικασία για τον προσδιορισμό της και μη αποκλείοντας σε αυτούς το δικαίωμα να προσφύγουν στο αρμόδιο καθ΄ ύλην δικαστήριο .
Ενόψει όλων αυτών η εν λόγω διάταξη, με το να επιτρέπει την κατάληψη (και επομένως αφαίρεση) των υποχρεωτικώς εισφερομένων τμημάτων γης, αναγκαίως δε μετ΄ αυτών και των σε αυτά επικειμένων (συστατικών), και πριν ακόμη από την καταβολή στο δικαιούχο της οφειλόμενης για τα τελευταία αποζημίωσης, δεν αντίκειται στην ανωτέρω διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 17 του Συντάγματος (ΟλΑΠ 19/2002 ΕλλΔνη 43 1012 , ΑΠ 563/2006 αδημ.).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε αναφορικά με το αίτημα των αναιρεσειόντων να καθοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα της υπ΄αριθμό 34 ιδιοκτησίας τους που απομένει εκτός απαλλοτρίωσης, ότι: κατά το 2915/2003 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας Πειραιά το εν λόγω τμήμα έχει απαλλοτριωθεί ως χώρος κοινόχρηστου πρασίνου, με το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο της περιοχής ...(π.δ 20.9.1995 – ΦΕΚ 1049 Δ΄/30.11.1995) και ότι συνεπώς, δεν υπάρχει αντικείμενο για την εφαρμογή του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/ 2001.
΄Ετσι, που έκρινε το εφετείο και με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειόντων για την καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης, δεν παραβίασε τις πιο πάνω Συνταγματικές διατάξεις, με το να δεχθεί ότι η έκταση είναι υπό απαλλοτρίωση και δεν υφίστανται εντεύθεν ζημία από τον περιορισμό της ιδιοκτησίας τους, διότι με την κατά τα ανωτέρω δημοσίευση του π.δ, η ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων έχει χαρακτηριστεί ως χώρος πρασίνου, είναι δε θέμα ολοκλήρωσης των διαδικασιών κύρωσης της πράξης εφαρμογής της πολεοδομικής μελέτης για τον προσδιορισμό του είδους ή του ποσού που οι τελευταίοι θα λάβουν ως αντάλλαγμα του απαλλοτριούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας τους.
Με τα δεδομένα αυτά, δέχθηκε το εφετείο, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, ότι το απομένον τμήμα της ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων δεν υφίσταται μείωση από την απότμηση του απαλλοτριωθέντος τμήματος, δεν είναι δε καθοριστικό το ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία προσδιορισμού της αποζημίωσης, εφόσον δεν διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι η έχει ανακληθεί το π.δ ή ότι έχει κινηθεί από μέρους τους διαδικασία ακυρώσεως ή ανακλήσεώς του.
Επομένως οι δύο πρώτοι από το άρθρο 559 αριθ. 1, 8,10, 11 και 13 ΚΠολΔ λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του Συντάγματος και εκείνες του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ που ορίζουν ότι κανένας δεν στερείται της ιδιοκτησίας του παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια και αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση (αριθμ. 1), ότι το δικαστήριο δεν εξέτασε το ουσιαστικά βάσιμο του αιτήματος, παρότι είχε τηρηθεί η προβλεπόμενη από το άρθρο 15 του ν. 2282/2001 προδικασία (αριθμ. 8), ότι το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση για το απομένον τμήμα χωρίς αυτό να προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο (αριθμ. 10), ότι δεν εκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως αποδεικτικά μέσα (αριθμ. 11) και ότι εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος αποδείξεως, αφού δεν έλαβε υπόψη του, ότι το ίδιο το Δημόσιο είχε αναγνωρίσει αυτούς ως ιδιοκτήτες, όχι μόνο του απαλλοτριωθέντος με την υπό κρίση απαλλοτρίωση τμήματος αλλά και εκείνου που απέμεινε εκτός απαλλοτρίωσης τμήματος και είχε ασκήσει τις αιτήσεις για τον προσωρινό και οριστικό προσδιορισμό της προσήκουσας τιμής μονάδος αποζημιώσεως (αριθ. 13), είναι απορριπτέοι:
α) Από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το εφετείο δεν δέχθηκε ότι έχει συντελεστεί απαλλοτρίωση για το απομένον τμήμα, χωρίς να έχει καταβληθεί η αναλογούσα αποζημίωση, αλλά ότι ως χώρος που απαλλοτριώθηκε για τη δημιουργία πρασίνου σε εφαρμογή του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της περιοχής του ...
στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 8 και 12 του ν. 1337/1983 δεν έχει υποστεί μείωση της αξίας. Διαφορετική θα ήταν η αντιμετώπιση, αν προβάλλονταν ότι η απαλλοτρίωση έχει ανακληθεί ή το σχετικό π.δ τροποποιηθεί ως προς τη συγκεκριμένη ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων. β) Από το αριθμό 8 του άρθρου 559 , διότι ο λόγος στηρίζεται, επίσης, σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το σχετικό αίτημα περί καταβολής αποζημιώσεως λόγω μείωσης της αξίας, δεν απορρίφθηκε λόγω μη τήρησης της επιβαλλόμενης από το άρθρο 15 του ν. 2882/2001 ενώπιον της αρμόδιας Επιτροπής προδικασίας, αλλά ως ουσιαστικά αβάσιμο λόγω μη επέλευσης, κατά τα ανωτέρω, ζημίας.
γ) Από τον αριθμό 10, προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι στην προκείμενη ειδική διαδικασία των απαλλοτριώσεων δεν εκδίδεται περί των αποδείξεων απόφαση. δ) Από τον αριθμό 11 ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι έχουν ληφθεί και συνεκτιμηθεί από το δικαστήριο, κατά τη σχετική βεβαίωση στην απόφαση, όλα τα προσκομισθέντα μετ΄ επικλήσεως έγγραφα.
ε) Από τον αριθμό 13, προεχόντως ως απαράδεκτος διότι κατά την ειδική διαδικασίατων απαλλοτριώσεων δεν εκδίδεται, όπως προαναφέρθηκε, προδικαστική απόφαση με την οποία να γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης αλλά συνεκτιμούνται κατά τα ανωτέρω κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία, όλα τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία.
ΙΙ. Με τον τρίτο από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση, ότι παραβιάστηκε η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επειδή δεν αιτιολογήθηκε γιατί δέχθηκε το εφετείο ως αναπόδεικτο τον ισχυρισμό της συντέλεσης της απαλλοτρίωσης και απέρριψε σιγή τους δικούς τους ισχυρισμούς, τα προσκομισθέντα έγγραφα και αυτήν ακόμη την παραδοχή του Ελληνικού Δημοσίου ότι αυτοί είναι ιδιοκτήτες και δικαιούχοι της αποζημιώσεως. Ο λόγος είναι απορριπτέος κατά το πρώτο μέρος του ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι πλήρως κατά τα ανωτέρω υπό στοιχίο Ι, αιτιολογήθηκε ο λόγος για τον οποίο κρίθηκε ότι δεν υπέστησαν οι αναιρεσείοντες ζημία για το απομένον της απαλλοτρίωσης τμήμα ακινήτου της. Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που επιχειρείται να θεμελιωθεί παραβίαση στον αριθμό 19 από το ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη έγγραφα και παραδοχές ( προφανώς ομολογίες του διαδίκου) που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν υπό προϋποθέσεις παράβαση του αριθ. 11 που όμως εν προκειμένω, κατά τα ανωτέρω, δεν συντρέχει, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος
ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρ. 17 παρ. 2, 4 του Συντάγματος με την οποία ορίζεται, ότι κανένας δεν στερείται της ιδιοκτησίας του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία που είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό ή επί απ΄ ευθείας αιτήσεως, τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης και ότι η αποζημίωση δεν υπόκειται, σε κανένα φόρο, κράτηση ή τέλος, προκύπτει ότι η οριζόμενη αποζημίωση του ακινήτου που απαλλοτριώνεται, πρέπει, να είναι πλήρης, με την έννοια ότι αυτή αντιπροσωπεύει την πραγματική αξία του απαλλοτριούμενου κατά τον ανωτέρω χρόνο. Στο περιεχόμενο όμως αυτό της αποζημίωσης δεν περιλαμβάνεται και η περαιτέρω δαπάνη του ιδιοκτήτη που απαιτείται για την αντικατάσταση του απαλλοτριούμενου με άλλο ακίνητο. Και τούτο διότι η δαπάνη αυτή δεν συνάπτεται άμεσα με την αξία του ακινήτου, ούτε αποτελεί άμεση και αναγκαία συνέπεια της απαλλοτρίωσης (Ολ. ΑΠ 8/1999). Επομένως, δεν περιλαμβάνονται στην αποζημίωση αυτή τα έξοδα για την αγορά άλλου ακινήτου, όπως : ο φόρος μεταβιβάσεως και οι δαπάνες σύνταξης και μεταγραφής του συμβολαίου (ΑΠ 1593/2003, ΑΠ 1229/ 2001).
Συνεπώς, το Εφετείο που απέρριψε σιωπηρά το αίτημα των αναιρεσειόντων για την προσαύξηση της τιμής μονάδας με το φόρο μεταβιβάσεως, τις δαπάνες συντάξεως του συμβολαίου αγοράς και μεταγραφής αυτού, ελέγχου τίτλων και παράσταση δικηγόρου για έλεγχο τίτλων και παράσταση στο συμβόλαιο αγοράς που απαιτούνται για την αντικατάσταση του απαλλοτριωθέντος ακινήτου με άλλο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 17 παρ.1 και 4 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) για δίκαιη δίκη και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, ούτε άφησε τα αιτήματα αδίκαστα. Επομένως, ο τέταρτος από τους λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο διατείνονται οι αναιρεσείοντες ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 9 ΚΠολΔ είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 12.1.2005 αίτηση των .... για αναίρεση, της 191/2004 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ