Legislator Case Law & Legislation
163/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal on statute of limitations and unpaid Sunday work calculation errors.

Case Number 163/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court of Athens' decision in a labor dispute between a real estate company and an employee. The court found the lower court erred in rejecting the statute of limitations defense and in calculating unpaid Sunday work based on the employee's actual salary rather than the legal minimum wage. Consequently, the judgment was annulled in these specific parts and remitted for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Art. 206 para. a of Law 4389/2016; Art. 176 para. a of the Code of Civil Procedure: The statute of limitations defense is valid if raised within the prescribed period, and unpaid work on Sundays must be calculated based on the legal minimum wage, not the actual contractual salary.

Keywords

AI generated
statute of limitations Sunday work minimum wage labor dispute remittitur legal minimum contractual salary

Cited Legislation

AI generated
Art. 206 para. a of Law 4389/2016
Art. 176 para. a of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 letter b of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 163 / 2024 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 163/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα .

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια και Αριστείδη Βαγγελάτο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Aπριλίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε." (ΕΤΑΔ Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξιο Παπασταύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Π. Γ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Δημητρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 242/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 354/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-9-2022 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 16.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης …../780/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 354/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών επί της από 12.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης …../……/14.4.2021 έφεσης του ενάγοντος -εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 242/17.3.2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, επίσης έχει εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών -εργατικών διαφορών.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, είχε απορρίψει στο σύνολό της την από 18.12.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……/……/2019 αγωγή, με την οποία, μετά τον περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό που έγινε πρωτοδίκως, ζητείτο να αναγνωρισθεί η με βάση τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υποχρέωση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν των 174.739,214 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη από το νόμο απαιτητό, για μη αμειφθείσα εργασία του, την οποία προσδιόρισε ως πέραν του νομίμου ωραρίου απασχόληση και ως απασχόλησή του σε συγκεκριμένα Σάββατα και Κυριακές, που πραγματοποίησε σε κάθε περίοδο από τον Απρίλιο μέχρι και το Σεπτέμβριο των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη, με αριθμό 354/2022, απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 12.4.2021 και με αριθμό κατάθεσης …/../14.4.2021 έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε κατά ένα μέρος την ως άνω αγωγή, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης-εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας να καταβάλει στον ενάγοντα- εκκαλούντα και ήδη αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσόν των 11.954,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις σε αυτήν διακρίσεις, για αμοιβή της απασχόλησής του στις Κυριακές/αργίες που καθόρισε τις περιόδους από τον Απρίλιο μέχρι το Σεπτέμβριο των ετών 2016, 2017 και 2018, δεχόμενο ότι οι ως άνω επιδικασθείσες αξιώσεις υπόκεινται στην κατά το άρθρο 250 του ΑΚ πενταετή παραγραφή, και απορρίπτοντας ως μη νόμιμη την κατά το άρθρο 206 του ν. 4389/2016 ένσταση της εναγομένης - εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων που αναφέρονται μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2017, με την κρίση ότι το ως άνω άρθρο 206 του ν. 4389/2016 είναι ανίσχυρο ως αντιβαίνον το Σύνταγμα και την ΕΣΔΑ.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από την ηττηθείσα εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσείουσα, δεδομένου ότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 19.9.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση με επιμέλεια οποιουδήποτε από τους διαδίκους, δημοσιεύθηκε στις 24.01.2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με το το άρθρο 3 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α 94/14.9.2015) κυρώθηκαν (α) η Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης μεταξύ του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ), αφενός, και της Ελληνικής Δημοκρατίας, της Τράπεζας της Ελλάδος και του Ελληνικού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, αφετέρου (παρ.

Β άρθρου 3), και (β) η Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων, που αποτελεί το "Μνημόνιο Συνεννόησης για τριετές πρόγραμμα του ΕΜΣ" (παρ. Γ άρθρου 3). Στο εδάφ. β του αριθμού 6(Ζ) του προοιμίου της κυρωθείσας με την παράγραφο Β του άρθρου 3 του παραπάνω ν. 4336/2015 Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης αναφέρεται ότι "Η χρηματοδοτική συνδρομή που παρέχεται στο δικαιούχο κράτος μέλος βάσει της παρούσας συμφωνίας, συμπεριλαμβανομένων και των ειδικών όρων της διευκόλυνσης, εξαρτάται από τη συμμόρφωση δικαιούχου κράτους μέλους με τα μέτρα που καθορίζονται στο Μνημόνιο Συνεννόησης", περιέχει δε, μεταξύ άλλων, τους ακόλουθους ορισμούς: ""ΜΣ" σημαίνει το Μνημόνιο Συνεννόησης (καθώς το ίδιο μπορεί να τροποποιείται ή να συμπληρώνεται από καιρού εις καιρόν) που συνάπτεται μεταξύ της Επιτροπής, εξ ονόματος του ΕΜΣ, του δικαιούχου κράτους μέλους και της Κεντρικής Τράπεζας στις [19 Αυγούστου 2015]"• ""Ταμείο Ιδιωτικοποιήσεων" σημαίνει ανεξάρτητο ταμείο όπως περιγράφεται στη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ζώνης του Ευρώ, το οποίο συστήνεται από το δικαιούχο κρότος μέλος για να διατηρεί σημαντικά ελληνικά περιουσιακά στοιχεία και το οποίο θα ρευστοποιεί τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέσα".

Περαιτέρω, στην κυρωθείσα με την παράγραφο Γ του ως άνω άρθρου 3 του ν. 4336/2015 Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διαρθρωτικών Μεταρρυθμίσεων (Μνημόνιο Συνεννόησης) διαλαμβάνονται τα ακόλουθα: "[...]. 4.4 Ιδιωτικοποίηση: Η ιδιωτικοποίηση μπορεί να συμβάλει στο να καταστεί αποδοτικότερη η οικονομία και να μειωθεί το δημόσιο χρέος [...] η κυβέρνηση είναι πλέον αποφασισμένη να προχωρήσει με ένα φιλόδοξο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και να διερευνήσει όλες τις δυνατότητες μείωσης της συνολικής χρηματοδότησης μέσω μιας εναλλακτικής δημοσιονομικής πορείας ή μέσω μεγαλύτερων εσόδων από ιδιωτικοποιήσεις.

Για να διαφυλαχθεί η υπό εξέλιξη διαδικασία ιδιωτικοποίησης και να διατηρηθεί το ενδιαφέρον των επενδυτών σε βασικούς διαγωνισμούς υποβολής προσφορών, η Ελληνική Δημοκρατία δεσμεύεται να προχωρήσει με το υπό εξέλιξη πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων. Το διοικητικό συμβούλιο του ΤΑΙΠΕΔ έχει ήδη εγκρίνει το Σχέδιο αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων (Asset Development Plan ADP) που προβλέπει την ιδιωτικοποίηση των περιουσιακών στοιχείων που υπάγονται στο ΤΑΙΠΕΔ από τις 31.12.2014.

Η εφαρμογή του προγράμματος αυτού αποβλέπει σε ετήσια έσοδα (εξαιρουμένων των τραπεζικών μετοχών) ύψους 1,4 δισ. ευρώ, 3,7 δισ. ευρώ και 1,3 δισ. ευρώ αντιστοίχως τα έτη 2015, 2016 και 2017. Ως προαπαιτούμενο και για να κινηθεί εκ νέου το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων η κυβέρνηση θα λάβει τα εξής μέτρα: ί. Οι αρχές θα εγκρίνουν το Σχέδιο αξιοποίησης των περιουσιακών στοιχείων (ADP) που ενέκρινε το ΤΑΙΠΕΔ στις 30.7.2015 [...].

Σύμφωνα με τη δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ζώνης του Ευρώ, της 12ης Ιουλίου 2015, θα συσταθεί ένα νέο ανεξάρτητο ταμείο (το 'Ταμείο) το οποίο θα κατέχει σημαντικής αξίας περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας. Πρωταρχικός στόχος του Ταμείου είναι να διαχειρίζεται ελληνικά περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας και να προστατεύει, να δημιουργεί και εν τέλει να μεγιστοποιεί την αξία τους την οποία θα ρευστοποιεί με ιδιωτικοποιήσεις και άλλα μέσα.

Το ταμείο αυτό θα συσταθεί στην Ελλάδα και θα τελεί υπό τη διαχείριση των ελληνικών αρχών και την εποπτεία των οικείων ευρωπαϊκών θεσμών. [...] Έως τον Οκτώβριο του 2015, οι αρχές θα διορίσουν ανεξάρτητη Ομάδα Δράσης η οποία θα εντοπίζει εναλλακτικές δυνατότητες και θα καταρτίζει συστάσεις όσον αφορά τους επιχειρησιακούς στόχους, τη δομή και τη διακυβέρνηση του Ταμείου που πρόκειται να συσταθεί.

Η Ομάδα Δράσης θα υποβάλει αναφορά έως τον Δεκέμβριο του 2015 και η κυβέρνηση, σε συμφωνία με τους θεσμούς, θα λάβει μέτρα για την εφαρμογή των συστάσεων έως τον Μάρτιο του 2016 (βασικό παραδοτέο). [...]. Η εντολή της Ομάδας Δράσης θα περιλαμβάνει: 1. Τον εντοπισμό των περιουσιακών στοιχείων που θα μπορούσαν να ενταχθούν στο νέο Ταμείο και των καλύτερων λύσεων ρευστοποίησής τους:

ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να καταβληθεί για την αποκόμιση αξίας από ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της Ελληνικής Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων εκείνων στην κατοχή της ΕΤΑΔ. 2. Τον εντοπισμό των κατάλληλων ρυθμίσεων διακυβέρνησης του νέου Ταμείου, περιλαμβανομένου του εάν θα πρέπει να υπάρχουν συγκεκριμένες επί μέρους οντότητες για τα διάφορα είδη περιουσιακών στοιχείων εντός του Ταμείου, με βάση, κατά περίπτωση, την πείρα φορέων, όπως το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) και η ΕΤΑΔ, κατά πόσον τέτοιες υφιστάμενες οντότητες θα μπορούσαν να μεταρρυθμιστούν και να διατηρηθούν χωριστά από το Ταμείο, να παύσουν να λειτουργούν μετά τη λήξη της εντολής τους ή να απορροφηθούν από το νέο Ταμείο. 3.[...] 4.

Σύμφωνα με τη Δήλωση της Συνόδου Κορυφής της Ζώνης του Ευρώ, η ρευστοποίηση των περιουσιακών στοιχείων θα αποτελέσει μία από τις πηγές για την πραγματοποίηση της προγραμματισμένης εξόφλησης του νέου δανείου του ΕΜΣ και θα αποφέρει κατά τη διάρκεια του νέου δανείου επιδιωκόμενο συνολικό ποσό 50 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 25 δισ.

ευρώ θα χρησιμοποιηθούν για την επιστροφή της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών και άλλων περιουσιακών στοιχείων και το 50% κάθε εναπομένοντος ευρώ (τουτέστιν, 50% των 25 δισ. ευρώ) θα χρησιμοποιηθεί για τη μείωση της αναλογίας χρέους/ΑΕΠ, το δε υπόλοιπο 50% θα χρησιμοποιηθεί για επενδύσεις". Σε υλοποίηση των ανωτέρω δεσμεύσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, στο Κεφάλαιο ΙΓ που φέρει τον τίτλο "Ελληνική Εταιρία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ και άλλες διατάξεις" του Μέρους Τέταρτου που φέρει τον τίτλο "Ίδρυση Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ- Κύρωση Συμβάσεων παραχώρησης και άλλες διατάξεις" του ν. 4389/2016 (ΦΕΚ Α 94/27.5.2016) "Επείγουσες διατάξεις για την εφαρμογή της συμφωνίας δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων" και κάτω από το Υποκεφάλαιο Α, ορίζεται η σύσταση (άρθρο 184), ο σκοπός (άρθρο 185), η έδρα και η διάρκεια (άρθρο 186), το μετοχικό κεφάλαιο (άρθρο 187), οι άμεσες και λοιπές θυγατρικές εταιρείες (άρθρο 188) και ο εσωτερικός κανονισμός (άρθρο 189) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ".

Ειδικότερα, στο άρθρο 184 του ν. 4389/2016 ορίζεται ότι: "1. Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.". Στις διεθνείς σχέσεις, η Εταιρεία θα χρησιμοποιεί την επωνυμία "Hellenic Corporation of Assets and Participations", ("H.C.A.P."). Η Εταιρεία αποκτά νομική προσωπικότητα με την καταχώριση του Καταστατικού της στο Γ.Ε.ΜΗ.

της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου. Η Εταιρεία διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920. Η Εταιρεία δεν ανήκει στο δημόσιο ή ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός εκάστοτε ορίζεται. Οι διατάξεις που αναφέρονται σε δημόσιες επιχειρήσεις, υπό την έννοια του ν. 3429/2005 (Α 314), δεν εφαρμόζονται ως προς την Εταιρεία, εκτός αν αυτό ρητά προβλέπεται στον παρόντα νόμο.".

Περαιτέρω, το άρθρο 185 του ίδιου νόμου με τίτλο "Σκοπός" ορίζει ότι: "Η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, σύμφωνα με τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας. Συστήνεται για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό. Ειδικότερα, η Εταιρεία διαχειρίζεται και αξιοποιεί τα περιουσιακά της στοιχεία προκειμένου να: (α) συνεισφέρει πόρους για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και (β) συμβάλλει στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ν. 4336/2015 (Α' 94).".

και το άρθρο 188 του ίδιου νόμου με τίτλο "Άμεσες θυγατρικές της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε." στην παρ. 1, (ΦΕΚ Α 5/17.1.2018) ορίζει ότι: "Από την απόκτηση της νομικής προσωπικότητας της Εταιρείας τα κατωτέρω νομικά πρόσωπα, των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο ή οι τίτλοι που το ενσωματώνουν μεταβιβάζονται στην Εταιρεία ή συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, θεωρούνται για τους σκοπούς του παρόντος νόμου άμεσες θυγατρικές (οι "άμεσες θυγατρικές"):

α. [...] β. [...]. γ. Η Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ του ν. 2636/1998 (Α' 198) ("Ε.Τ.Α.Δ."). δ. [...]. Ακόμη, στο άρθρο 196 που είναι ενταγμένο στο Υποκεφάλαιο Γ του ως άνω νόμου 4389/2016, περιλαμβάνονται διατάξεις σχετικά με την Ε.Τ.Α.Δ. Ειδικότερα, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 196 σκοπός της Ε.Τ.Α.Δ. είναι να αξιοποιεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, με κάθε πρόσφορο μέσο, τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στην κυριότητά της δυνάμει του ν. 4389/2016 και τα περιουσιακά στοιχεία τη διαχείριση των οποίων έχει αναλάβει από άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και από νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ανήκουν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, καθώς και από δημόσιες επιχειρήσεις, το μετοχικό κεφάλαιο των οποίων κατέχει, άμεσα ή έμμεσα, το Ελληνικό Δημόσιο.

Εξάλλου, με το άρθρο 204, που παρατίθεται υπό το Υποκεφάλαιο Ε "Κύρωση Καταστατικών" του ως άνω νόμου 4389/2016, κυρώθηκε το Αρχικό Καταστατικό της Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε. Το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω Καταστατικού ορίζει ότι: "Σκοπός της Εταιρείας είναι η διαχείριση και αξιοποίηση της ιδιωτικής περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου που μεταβιβάζεται σε αυτήν χάριν του δημοσίου συμφέροντος όπως περαιτέρω εξειδικεύεται στις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου ("Νόμος").

Η Εταιρεία συστήνεται για να εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό και συγκεκριμένα: (α) τη συνεισφορά πόρων για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας, και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (β) τη συμβολή στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ν. 4336/2015".

Τέλος, στο Υποκεφάλαιο ΣΤ "Λοιπές διατάξεις" του ως άνω νόμου περιλαμβάνεται το άρθρο 206 με τίτλο "Φορολογικές απαλλαγές", με το οποίο ορίζεται ότι: "Η Εταιρεία και οι άμεσες θυγατρικές της (εκτός από το ΤΧΣ και το ΤΑΙΠΕΔ για τα οποία εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των ιδρυτικών τους νόμων), απολαμβάνουν όλων των διοικητικών, οικονομικών, φορολογικών, δικαστικών, ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, προνομίων και ατελειών του Δημοσίου, πλην του ΦΠΑ.".

Από την τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 206 του ν. 4389/2016 σαφώς συνάγεται ότι ως προς την "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε." και ως προς την άμεσα θυγατρική της εταιρεία "Ε.Τ.Α.Δ. Α.Ε." (δηλαδή την αναιρεσείουσα), εφαρμογή έχει το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, σύμφωνα με το οποίο: "3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις παραγράφεται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή της.".

Περαιτέρω, κατά την αιτιολογική έκθεση του ν. 4389/2016 (σελ. 62): "Με τον παρόντα νόμο δημιουργείται μια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ", με βασικό στόχο τη συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων του Δημοσίου κάτω από μία ενιαία στέγη, και τη διαχείρισή τους ως σύνολο με σκοπό την καλύτερη αξιοποίησή τους, τη μείωση ελλειμμάτων και την αύξηση εσόδων από την αποτελεσματικότερη διαχείρισή τους.

Mέρος της αποστολής της είναι και ο περιορισμός του κατακερματισμού των αρμοδιοτήτων του Δημοσίου ποσοτικά και ποιοτικά. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται ανάπτυξη συνεργιών και εξορθολογισμός της διοίκησης και αποδοτικότερη διαχείρισή τους για την διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος. Η Εταιρεία αποσκοπεί στην συνεισφορά πόρων για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας καθώς και την απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας.[ ...].

Με το άρθρο 185 καθορίζονται οι σκοποί της Εταιρείας και τα μέσα που μεταχειρίζεται για την επίτευξή τους. Ειδικότερα, ορίζεται ότι η Εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος και για την εξυπηρέτηση ειδικού δημόσιου σκοπού, ειδικότερα για τη συνεισφορά πόρων για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων που προωθούν την οικονομική ανάπτυξη και την συμβολή στην απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας, και τίθενται οι βασικές κατευθύνσεις για τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας, προκειμένου να επιτυγχάνονται οι ως άνω σκοποί.

Κομβικό σημείο προς αυτή την κατεύθυνση είναι η επαγγελματική διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας με στόχο την προαγωγή, μεταξύ άλλων, της διαφάνειας, της κοινωνικής ευθύνης και της βιώσιμης καινοτόμου ανάπτυξης. [...] Με το άρθρο 187 ορίζεται το ύφος, η προέλευση, η διαδικασία καταβολής και αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της Εταιρείας, καθώς και τα σχετικά με τις μετοχές της.

Ειδικότερα, προβλέπεται ότι οι μετοχές της Εταιρείας είναι μη μεταβιβάσιμες και ότι οι μετοχές της Εταιρείας, οι μετοχές των άμεσων θυγατρικών της και οι τίτλοι που ενσωματώνουν το κεφάλαιο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας του Ν. 3864/2010 (Α' 119) αποτελούν πράγματα εκτός συναλλαγής κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 966 του Αστικού Κώδικα, ενόψει του ότι η λειτουργία της Εταιρείας και των άμεσων θυγατρικών αυτής εξυπηρετεί ειδικό δημόσιο σκοπό. [...] Με το άρθρο 196 ρυθμίζονται βασικά θέματα οργάνωσης και λειτουργίας της Ε.Τ.Α.Δ., όπως αυτά διαμορφώνονται στα πλαίσια της Εταιρείας.

Ειδικότερα ορίζεται ο σκοπός της Ε.Τ.Α.Δ., που είναι η αξιοποίηση χάριν του δημοσίου συμφέροντος των περιουσιακών στοιχείων των οποίων έχει την κυριότητα ή τη διαχείριση και ανήκουν στο Ελληνικό Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις του.[...]". Από το συνδυασμό του άρθρου 3 παρ. Β και Γ του ν. 4336/2015 και των άρθρων 184, 185, 187 και 189 του ν. 4389/2016 σαφώς προκύπτει ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ", καθώς και η αναιρεσείουσα εταιρεία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ", η οποία για τους σκοπούς του ν. 4389/2016 θεωρείται άμεσα θυγατρική της πρώτης, (άρθρο 188 παρ. 1 περ.

γ του ν. 4389/2016) λειτουργούν σε υλοποίηση των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η χώρα έναντι του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας με τη σύμβαση χρηματοδοτικής διευκόλυνσης και τη συμφωνία δημοσιονομικών στόχων και διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, που κυρώθηκαν με το άρθρο 3 παρ. Β και Γ του ν. 4336/2015. Συγκεκριμένα η "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ (α) συνεισφέρει πόρους για την υλοποίηση της επενδυτικής πολιτικής της χώρας και για την πραγματοποίηση επενδύσεων, που συμβάλλουν στην ενίσχυση της ανάπτυξης της εθνικής οικονομίας και (β) συμβάλλει στην απομείωση των δανειακών υποχρεώσεων του Κράτους, σύμφωνα με το ν. 4336/2015, και η θυγατρική της "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ" αξιοποιεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος τα περιουσιακά στοιχεία των οποίων έχει την κυριότητα ή τη διαχείριση και ανήκουν στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα και επιχειρήσεις του.

Εξυπηρετούν, δηλαδή, όπως όρισε ο νομοθέτης, στα προεκτεθέντα χωρία της αιτιολογικής έκθεσης του ν. 4389/2016, αλλά και ρητά στα άρθρα 185, 196 και 204 του νόμου αυτού, ειδικό δημόσιο σκοπό. Επομένως, η διάταξη του άρθρου 206 του ν. 4389/2016, που αναγνωρίζει και στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία "Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου ΑΕ", που, κατά τον προεκτεθέντα σκοπό της, επιδιώκει την τήρηση των δεσμεύσεων που ανέλαβε Ελληνική Δημοκρατία με τη Σύμβαση Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης και τη Συμφωνία Δημοσιονομικών Στόχων και Διορθωτικών Μεταρρυθμίσεων, που κυρώθηκαν με το άρθρο 3 του ν. 4336/2015, τα ουσιαστικού δικαίου προνόμια του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται η διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων της κατ' αυτής (άρθρο 140 του ν. 4270/2014), αντί της πενταετούς παραγραφής της διάταξης του άρθρου 250 αριθμός 17 του ΑΚ που ισχύει για την παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων των εργαζομένων στις εν γένει ανώνυμες εταιρείες, δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, που συνίστανται στην ανάγκη της ταχείας εκκαθάρισης των συγκεκριμένων χρηματικών απαιτήσεων, ώστε να υφίσταται πλήρης και σαφής αποτύπωση της πραγματικής της περιουσίας, προκειμένου αυτή να αξιοποιηθεί για την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας και για την απομείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο, εν τέλει, επιβαρύνει τους φορολογούμενους πολίτες, που καλούνται να το καλύψουν με την καταβολή φόρων.

Ενόψει αυτών, η επίμαχη διάταξη του άρθρου 206 εδαφ. α του ν. 4389/2016, [δυνάμει της οποίας τυγχάνει εφαρμογής και ως προς την αναιρεσείουσα "Ε.Τ.Α.Δ." το προεκτεθέν άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014], δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδαφ. β, 25 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα.

Ειδικότερα: (1) Με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά την ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός εάν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΑΠ 7/2014). (2) Περαιτέρω, κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και κατά το άρθρο 22 παρ. 1 εδ.

β' αυτού "Όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχομένη εργασία ίσης αξίας", τέλος δε κατά το άρθρο 25 παρ. 1 εδ.α' "Τα δικαιώματα το ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου...., τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους". Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, κατά τις οποίες "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσίς του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως..." (ουσιαστικά όμοια και η διάταξη του άρθ.14 του κυρωθέντος με το ν.2462/1997 Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα), συνάγεται ότι η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που αποτελεί ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας, εκτός εάν η νομοθέτηση διαφορετικής (ευνοϊκής υπέρ ενός διαδίκου) μεταχείρισης προς το ως άνω δικαίωμα δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος (πρβλ ΟλΑΠ 7/2014), όπως συμβαίνει με την επίμαχη διάταξη του άρθρου 206 του ν. 4389/2016, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος και συγκεκριμένα από τον προεκτεθέντα ειδικό δημόσιο σκοπό, τον οποίο κατά το νόμο (άρθρο 196 του ν. 4389/2016) έχει η αναιρεσείουσα "Ε.Τ.Α.Δ.

ΑΕ". Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 1082/2018, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετικό λόγο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι, απορρίπτοντας ως νομικά αβάσιμη την ένσταση της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των στην ένδικη αγωγή διαλαμβανόμενων μισθολογικών αξιώσεων του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, που αφορούν στα χρονικά διαστήματα από τον Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο 2014, από τον Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο 2015, από τον Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο 2016 και από τον Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο 2017, με την κρίση ότι το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, που επιτάσσει την εφαρμογή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, σύμφωνα με το οποίο οι μισθολογικές αξιώσεις των εργαζομένων στο Δημόσιο κατ' αυτού παραγράφονται μετά την παρέλευση διετίας από τη γένεσή τους, είναι ανίσχυρο ως αντιβαίνον στα άρθρα 4 παρ. 1, 20 παρ. 1, 22 παρ. 1 β και 25 παρ. 1 α του Συντάγματος 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του ενδιαφέροντος για την έρευνα του πρώτου λόγου αναίρεσης κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο αρχικά διατύπωσε την κρίση ότι η διάταξη του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, που ορίζει τη διετή παραγραφή των απαιτήσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου κατ' αυτού, θεσπίσθηκε από τους λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος που εξέθεσε, με αποτέλεσμα να μην είναι αντίθετη στα άρθρα 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδαφ.

β του Συντάγματος και στο άρθρο 1 παρ. 1 του Πρόσθετου Πρωτόκολλου της ΕΣΔΑ. Στην συνέχεια, όμως, έκρινε ότι το άρθρο 206 του ν. 4389/2016, κατά το οποίο το ως άνω άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 εφαρμόζεται και επί των κατά της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρείας μισθολογικών απαιτήσεων των εργαζομένων της, δεν πρέπει να εφαρμοσθεί καθότι αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 22 παρ. 1 εδαφ.

β, 20 αρ. 1, 25 παρ. 1 εδαφ. α, του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, δεχόμενο ότι δεν συντρέχουν λόγοι δημόσιου συμφέροντος στην περίπτωση της αναιρεσείουσας, που δικαιολογούν τη νομοθέτηση του άρθρου 206 του ν. 4389/2016, με το οποίο αναγνωρίζονται σε αυτήν προνόμια έναντι των εργαζομένων της, όπως είναι η διετής παραγραφή των κατ' αυτής αξιώσεών τους, έναντι της δυσμενέστερης για την αναιρεσείουσα διάταξης του άρθρου 250 αριθμός 17 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι κάθε είδους μισθολογικές αξιώσεις των εργαζομένων των ανωνύμων εταιρειών κατά των τελευταίων.

Κατόπιν αυτού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι για την παραγραφή των μισθολογικών αξιώσεων του αναιρεσίβλητου κατά της αναιρεσείουσας εφαρμόζεται το άρθρο 250 αριθμός 17 του ΑΚ και απέρριψε ως μη νόμιμη τη θεμελιούμενη στο άρθρο 206 του ν. 4389/2016 ένσταση της αναιρεσείουσας. Με την κρίση του αυτή το Μονομελές Εφετείο Αθηνών εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 185, 188 παρ. 1 περ.

γ, 196, 204 και 206 εδαφ. α του ν. 4389/2016, 250 αριθμός 17 του ΑΚ, 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 22 παρ. 1 εδαφ. β και 25 παρ. 1 εδαφ. α του Συντάγματος, 6 της ΕΣΔΑ και 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Τούτο, διότι, όπως ήδη εκτέθηκε στην προηγηθείσα νομική σκέψη, η διάταξη του άρθρου 206 εδαφ. α του ν. 4389/2016, με την οποία παρέχονται στην αναιρεσείουσα τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια του Δημοσίου, μεταξύ των οποίων και η κατά το άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 διετής παραγραφή των αξιώσεων των υπαλλήλων της κατ' αυτής, δικαιολογείται από λόγους γενικότερου δημόσιου συμφέροντος, που συνίστανται στην ανάγκη της ταχείας εκκαθάρισης των εκκρεμοτήτων αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες δικές της υποχρεώσεις, ώστε να αποτυπώνεται πλήρως και σαφώς η περιουσία της, την οποία, ως άμεσα θυγατρική της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας ΑΕ" εκ του νόμου (άρθρα 185, 188 παρ. 1 περ.

γ, 196, 204 του ν. 4389/2016) αξιοποιεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος, δηλαδή με σκοπό την ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας και την απομείωση των οικονομικών υποχρεώσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας σύμφωνα με το ν. 4336/2015. Ενόψει αυτών, ο πρώτος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις επίσης της Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 "Περί καταβολής ηυξημένου ημερομισθίου εις εργαζομένους κατά τας μη εργασίμους ημέρας", όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. Ι του ν.δ 3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει για τις ώρες που απασχολήθηκε προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου και, εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών σε άλλη ημέρα της εβδομάδας που ακολουθεί.

Επίσης, οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν μεν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν όμως ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, δηλαδή κάθε τι που θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο με τα προσόντα και τις ικανότητες του απασχοληθέντος, τον οποίο θα προσλάμβανε για να εργασθεί αντί εκείνου την ημέρα αυτή, χωρίς όμως για τον υπολογισμό της ωφέλειας να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος (ΑΠ 1574/2022).

Η ωφέλεια αυτή ανέρχεται στο 1/25 του νόμιμου μισθού του παράνομα απασχοληθέντος μισθωτού (ΑΠ 2116/2017, ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1221/2005, ΑΠ 393/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων της προαναφερθείσας Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946 , όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών και του άρθρου 2 παρ.

Ι του ν.δ 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, για τον υπολογισμό της αμοιβής του αναιρεσίβλητου για την εργασία που δέχθηκε ότι αυτός παρείχε σε Κυριακές, έλαβε υπόψη της όχι το νόμιμο μισθό του, αλλά τον εκάστοτε συμβατικό μισθό που του κατέβαλε η αναιρεσείουσα.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του ενδιαφέροντος για την έρευνα του ως άνω αναιρετικού λόγου κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: [...]. Ο ενάγων, ο οποίος ήταν ΔΕ, για τη θέση αυτή ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές 2.189,51 ευρώ (1.469,51 βασικός μισθός, 70 ευρώ επίδομα δύο τέκνων και 650 ευρώ επίδομα θέσης προϊσταμένου), καταβλητέες στο τέλος κάθε μήνα. [...] Ειδικότερα ο ενάγων εργάστηκε τον Μάϊο 2016 πέντε ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (επί αποδοχών 1.469,51 € βασικός μισθός, πλέον 650 € επίδομα θέσης προϊσταμένου= 2.119,51 € και ωρομίσθιο 12,72 € προσαυξημένο κατά 75% του νομίμου ωρομισθίου του 13,14 €, υπολογισθέν στον μισθό 2.189,51€, ήτοι κατά 9,85 €, δηλ. 22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,80 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Ιούνιο 2016 τρεις ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 24 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 24 = ) 551,76 € εκ των οποίων (12,72 € X 24 = ) 305,28 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 246,48 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Ιούλιο 2016 τρεις ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 24 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 24 = ) 551,76 €, εκ των οποίων (12,72 € X 24 = ) 305,28 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 246,48 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Απρίλιο 2017 πέντε ημέρες Κυριακής και τρεις αργίας από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 64 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 64 = ) 1.471,36 €, εκ των οποίων (12,72 € X 64 = ) 814,08 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 657,28 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής/αργίας, τον Μάιο 2017 πέντε ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,80 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Απρίλιο 2018 πέντε ημέρες Κυριακής και μία αργίας από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 48 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 48 = ) 1.103,52 €, εκ των οποίων (12,72 € X 48 = ) 610,56 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 492,96 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής/αργίας, τον Μάϊο 2018 πέντε ημέρες Κυριακής και μία αργίας από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 48 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 48 = ) 1.103,52 €, εκ των οποίων (12,72 € X 48 = ) 610,56 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 492,96 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής/αργίας, τον Ιούνιο 2018 τέσσερις ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 32 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 X 32 = ) 735,68 €, εκ των οποίων (12,72 € X 32 = ) 407,04 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 328,64 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Ιούλιο 2018 πέντε ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής, τον Αύγουστο 2018 πέντε ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει ( 22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,80 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής και τον Σεπτέμβριο 2018 πέντε ημέρες Κυριακής από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,80 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής.

Επίσης, ο ενάγων, χωρίς να λάβει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, εργάστηκε όλες τις ημέρες της Κυριακής και των αργιών τον Ιούνιο και τον Αύγουστο 2017,[...]. Ειδικότερα ο ενάγων εργάστηκε τον Ιούνιο 2017 τέσσερις ημέρες Κυριακής και μία ημέρα αργίας (5.6.2017) από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 40 = ) 919,60 €, εκ των οποίων (12,72 € X 40 = ) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,80 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής/αργίας και τον Αύγουστο 2017 τέσσερις ημέρες Κυριακής και μία αργίας (15 Αυγούστου) από 8 ώρες κάθε ημέρα και συνολικά 40 ώρες και έπρεπε να λάβει (22,99 € X 40 =) 919,60 € εκ των οποίων (12,72 € X 40 =) 508,80 € για στέρηση της ημέρας ανάπαυσης και 410,85 € για προσαυξήσεις εργασίας Κυριακής/αργίας και συνολικά έπρεπε να λάβει ( 919,60 + 551,76 + 551,76 + 1.471,36 + 919,60 + 1.103,52 + 1.103,52 + 735,68 + 919,60 + 919,60 + 919,60+ 919,60 + 919,60=) 11954,80 ευρώ".

Όπως προκύπτει από τις ως άνω παρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του για όλους τους ως άνω υπολογισμούς προσαύξησης εργασίας σε Κυριακές/αργίες και αποζημίωσης λόγω στέρησης αναπληρωματικής ανάπαυσης το συμβατικό μισθό που καταβαλλόταν στον αναιρεσίβλητο, μειωμένο κατά το ποσό των 70 ευρώ, που αφορούσε στο επίδομα τέκνων.

Όμως, σύμφωνα με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της Α.Υ. Οικονομικών και Εργασίας 8900/1946, όπως ερμηνεύτηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 παρ. Ι του ν.δ 3755/1957 "Περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του Ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κλπ", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966 και προς τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, το Εφετείο έπρεπε να υπολογίσει τις ως άνω αποδοχές που δικαιούται ο αναιρεσίβλητος για την απασχόλησή του στις Κυριακές/αργίες, που δέχθηκε ότι εργάσθηκε χωρίς να λάβει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, με βάση το νόμιμο μισθό του.

Επομένως, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού διατάξεις, όπως υποστηρίζεται με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ο οποίος είναι βάσιμος. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι διαλαμβανόμενες στις από 28.3.2023 προτάσεις του αναιρεσίβλητου ισχυρισμοί του ότι οι προεκτεθέντες πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, καθότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας, που τους θεμελιώνουν, προτάθηκαν παραδεκτά στο Εφετείο, ούτε προσδιορίζονται ο τρόπος και ο χρόνος παραδεκτής προβολής τους, ούτε γίνεται επίκληση από την αναιρεσείουσα της συνδρομής οποιασδήποτε προϋπόθεσης του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Και τούτο διότι με τους ως άνω αναιρετικούς λόγους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παρατιθέμενων σε αυτούς ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Συνεπώς, οι λόγοι αυτοί δεν περιέχουν ισχυρισμούς (ενστάσεις) της αναιρεσείουσας οι οποίοι κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ έπρεπε να έχουν προταθεί παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας για να στηρίξουν λόγο αναίρεσης.

Με τη διάταξη του άρθρου 2 της Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, η οποία καταρτίσθηκε στην Ουάσιγκτον των ΗΠΑ την 29-10-1919 και κυρώθηκε στην Ελλάδα με το Ν. 2269/1920, ορίζεται ότι στις οιουδήποτε είδους βιομηχανικές εργασίες, δημόσιες ή ιδιωτικές, καθώς και στα παραρτήματά τους, με εξαίρεση εκείνες στις οποίες απασχολούνται μέλη μόνον μιας και της αυτής οικογενείας, η διάρκεια της εργασίας του προσωπικού δεν δύναται να υπερβαίνει τις 8 ώρες την ημέρα και τις 48 ώρες την εβδομάδα, εκτός από τις περιπτώσεις, μεταξύ άλλων, στις οποίες πρόκειται για πρόσωπα τα οποία κατέχουν θέση εποπτείας ή διεύθυνσης ή εμπιστοσύνης, ως προς τα οποία δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της διεθνούς σύμβασης για τα χρονικά όρια εργασίας.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως πρόσωπα που κατέχουν τέτοιες θέσεις θεωρούνται εκείνοι οι εργαζόμενοι, στους οποίους, λόγω του ότι διαθέτουν εξαιρετικά προσόντα ή απολαμβάνουν την ιδιαίτερη εμπιστοσύνη του εργοδότη, ανατίθενται διευθυντικά καθήκοντα στην επιχείρηση ή σε κάποιον τομέα αυτής, έτσι ώστε να επηρεάζουν έντονα τη λειτουργία και την εξέλιξή της και να ξεχωρίζουν εμφανώς από τους άλλους υπαλλήλους, επί των οποίων ασκούν εποπτεία.

Στα πρόσωπα αυτά εκχωρούνται σε μεγάλη έκταση δικαιώματα του εργοδότη, ενδείξεις δε για τον χαρακτηρισμό του υπαλλήλου ως διευθύνοντος συνιστούν ο μισθός, ο οποίος υπερβαίνει κατά πολύ τα νόμιμα ελάχιστα όρια και τις καταβαλλόμενες στους λοιπούς υπαλλήλους αποδοχές, η δυνατότητα πρόσληψης ή απόλυσης προσωπικού και γενικότερα η άσκηση εργοδοτικών δικαιωμάτων επ' αυτού, η ευθύνη εφαρμογής της εργατικής νομοθεσίας επί του προσωπικού, η ανάληψη ποινικών ευθυνών έναντι τρίτων για τυχόν παραβάσεις της εργατικής νομοθεσίας, η ανεξαρτησία τους αναφορικά με το χρόνο εργασίας τους και τα χρονικά πλαίσια εντός των οποίων παρέχουν αυτή, η παραχώρηση εξουσίας εκπροσώπησης του εργοδότη προς τρίτους και η λήψη σημαντικών αποφάσεων για την επίτευξη των στόχων, στους οποίους αποβλέπει ο εργοδότης.

Για το χαρακτηρισμό κάποιου μισθωτού ως "διευθύνοντος υπαλλήλου" δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν όλες οι παραπάνω περιστάσεις, αφού η έννοια αυτή, ανεξαρτήτως του αν ο εργαζόμενος έχει ή όχι τον τίτλο του διευθύνοντος, αποδίδεται σύμφωνα με τα αντικειμενικά κριτήρια της καλής πίστης και της συναλλακτικής εμπειρίας, εξαρτώμενη από τη φύση και το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών, καθώς και την ιδιάζουσα θέση εκείνου που τις παρέχει, απέναντι τόσο στον εργοδότη όσο και στους λοιπούς εργαζομένους.

Εφόσον, λοιπόν, κάποιος μισθωτός μπορεί να θεωρηθεί αντικειμενικά ως "διευθύνων υπάλληλος", τότε, αν και αυτός εξακολουθεί να παρέχει εξαρτημένη εργασία, εξαιρείται από την προστασία των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας (μόνο αυτό προβλέπει ρητώς η ως άνω διεθνής σύμβαση της Ουάσιγκτον) και, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, για την εβδομαδιαία ανάπαυση και για τις αποζημιώσεις ή προσαυξήσεις σε περίπτωση υπερεργασιακής ή υπερωριακής απασχόλησης ή εργασίας κατά τη νύκτα ή τις Κυριακές και τις εξαιρετέες ημέρες, οι οποίες είναι ασυμβίβαστες προς την εξέχουσα θέση των διευθυνόντων υπαλλήλων και την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν με τη σύμβασή τους (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 935/2017, ΑΠ 478/2014, ΑΠ 1467/2012, ΑΠ 978/2009, ΑΠ 1047/2007, ΑΠ 747/2007, ΑΠ 583/2007).

Η έννοια δε του διευθύνοντος υπαλλήλου, όπως αυτή προσδιορίζεται ανωτέρω, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην εργασιακή του σχέση ενυπάρχει και το στοιχείο της εξάρτησης αυτού, ως μισθωτού, από τον εργοδότη, έστω και σε χαλαρότερη μορφή (ΑΠ 869/2018, ΑΠ 1030/2005, ΑΠ 747/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 1082/2018).

Με τον τρίτο (και τελευταίο) από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες α) ότι με την κρίση της ότι ο αναιρεσίβλητος δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 2 εδαφ. α της διεθνούς σύμβασης της Ουάσιγκτον, παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 2 του ν. 2269/1920 και β) ότι στερείται νόμιμης βάσης καθότι διέλαβε τις ανεπαρκείς και τις αντιφατικές αιτιολογίες που επισημαίνονται στο λόγο αυτό.

Από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση του ενδιαφέροντος για την έρευνα του τρίτου αναιρετικού λόγου κεφαλαίου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ) τα ακόλουθα: "[...]. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης (συνεδρίαση 401/28.11.2012) καταρτίσθηκε Οργανισμός που εγκρίθηκε με την από 13/12/2012 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης σύμφωνα με την υπ' αριθμ.

Δ6Α 1162069 ΕΞ 2011/28.11.2011 ΚΥΑ (άρθρο 7, παρ. 4), τροποποιηθείς με απόφαση που ελήφθη στην α/α 435/20.3.2014 Συνεδρίαση του Δ.Σ. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Οργανισμού η Κεντρική Υπηρεσία της Εταιρείας διαρθρώνεται σε τέσσερις Αυτοτελείς Οργανικές Μονάδες και επτά Διευθύνσεις. Οι Διευθύνσεις διαρθρώνονται σε Τμήματα στα οποία προϊστανται προϊστάμενοι.

Τα τμήματα υπάγονται διοικητικά στον Διευθυντή κάθε Διεύθυνσης, ο οποίος αναφέρεται στον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Επίσης υπό την Προεδρία του Διευθύνοντος Συμβούλου συγκροτείται το Συμβούλιο Διεύθυνσης με τη συμμετοχή όλων των Διευθυντών της Κεντρικής Υπηρεσίας, το οποίο αποτελεί μη εκτελεστικό όργανο και εξασφαλίζει τον μέγιστο βαθμό οριζόντιας επικοινωνίας και συντονισμού της ομάδας Διοίκησης της Εταιρείας, για όλα τα τρέχοντα θέματα και την επιτάχυνση επίλυσης εκκρεμών θεμάτων.

Στο Τμήμα Διαχείρισης Επιχειρηματικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης της Κεντρικής Υπηρεσίας υπάγονται και αναφέρονται λειτουργικά και υπηρεσιακά τα υποκαταστήματα της εναγομένης που αποτελούν ξεχωριστές οργανικές επιχειρηματικές μονάδες, οι οποίες διευθύνονται από προϊστάμενο, στον οποίο αναφέρεται το πάσης φύσεως προσωπικό τους (άρθρο 4.1 του Οργανισμού).

Από 1.5.2015 στον ενάγοντα ανατέθηκαν και εκείνος άσκησε καθήκοντα προϊσταμένου στην Α. Β., η οποία αποτελεί υποκατάστημα της εναγομένης κατηγορίας 1. Σύμφωνα με τον Οργανισμό (4.3.2) στις αρμοδιότητες του Προϊσταμένου Υποκαταστήματος συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικά η εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του υποκαταστήματος με ταυτόχρονη τήρηση της νομοθεσίας και των πολιτικών και διαδικασιών της εταιρείας, η διαχείριση του προσωπικού του υποκαταστήματος, η τακτική αναφορά στο αρμόδιο τμήμα για την πορεία του έργου του υποκαταστήματος και [η] ενημέρωση των υπολοίπων διευθύνσεων της κεντρικής υπηρεσίας για θέματα των αρμοδιοτήτων τους, [η] εισήγηση στην αρμόδια Διεύθυνση για λήψη μέτρων, που κατά την άποψή του είναι αναγκαία για την αποδοτικότερη λειτουργία του υποκαταστήματος, [η] πρόταση για το σχέδιο λειτουργίας του υποκαταστήματος που περιλαμβάνει τις αναγκαίες συντηρήσεις, την τιμολογιακή πολιτική, τον προϋπολογισμό εσόδων εξόδων, το απαραίτητο εποχιακό προσωπικό και γενικά [οι] προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του υποκαταστήματος, [τις] νέες υπηρεσίες και [τις] πηγές εσόδων, [την] εσωτερική οργάνωση του έργου του υποκαταστήματος, η ανάθεση και οκαταμερισμός των εργασιών στο προσωπικό σύμφωνα με τα καθήκοντα και τις ειδικότητές του και κάθε άλλη αρμοδιότητα που από τη φύση της ανάγεται στις αρμοδιότητες του υποκαταστήματος.

Ο ενάγων, ο οποίος ήταν ΔΕ, για τη θέση αυτή ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές 2.189,51 € (1.469,51 € βασικός μισθός, 70 € επίδομα δύο τέκνων και 650 € επίδομα θέσης προϊσταμένου), καταβλητέες στο τέλος κάθε μήνα. Ο μισθός αυτός ήταν κατά 200 € περίπου υψηλότερος από τους λοιπούς υπαλλήλους του υποκαταστήματος (ταμία και διοικητικού υπαλλήλου) και χαμηλότερος κατά 2.000 € από τους μισθούς των διευθυντών της κεντρικής υπηρεσίας, όπως τα παραπάνω αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης.

Με βάση τα ανωτέρω ο ενάγων δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου, διότι δεν του είχαν ανατεθεί καθήκοντα γενικότερης διεύθυνσης της επιχείρησης ή τομέα αυτής και δεν επηρέαζε και μάλιστα αποφασιστικά τις κατευθύνσεις και την εξέλιξη της επιχείρησης, αλλά αντιθέτως ήταν απομακρυσμένος από την κορυφή της ιεραρχίας της επιχείρησης, ώστε να μην δύναται να λάβει σημαντικές αποφάσεις για την επιχείρηση, ούτε αμειβόταν με αποδοχές που υπερέβαιναν κατά πολύ τα ελάχιστα όρια ή τις καταβαλλόμενες στους άλλους μισθωτούς αποδοχές".

Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, από τις περιστάσεις υπό τις οποίες ο αναιρεσίβλητος ασκούσε τα καθήκοντά του, η φύση και το είδος των υπηρεσιών που παρείχε στο υποκατάστημα της αναιρεσείουσας στην Α. Β., το οποίο (υποκατάστημα) υπάγεται λειτουργικά και υπηρεσιακά στο Τμήμα Διαχείρισης Επιχειρηματικών Μονάδων της Διεύθυνσης Εκμετάλλευσης της Κεντρικής Υπηρεσίας της αναιρεσείουσας, η σχέση του τόσο προς τη διοίκηση της αναιρεσείουσας, στην οποία μόνο εισηγείτο και πρότεινε, όσο και προς τους υπόλοιπους εργαζόμενους, ο μισθός του που ήταν λίγο μεγαλύτερος από το μισθό των συναδέλφων του που απασχολούντο στο ίδιο υποκατάστημα, αλλά σημαντικά μικρότερος του μισθού των διευθυνόντων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και το επίπεδο σπουδών του αναιρεσίβλητου (απόφοιτος Δ.Ε.), αρκούν κατά την αντικειμενική καλή πίστη και τη συναλλακτική εμπειρία να προσδώσουν στον αναιρεσίβλητο την ιδιότητα του μεσαίου στελέχους, που είναι υπεύθυνο για την τήρηση των κανόνων και υποδείξεων της Διεύθυνσης της αναιρεσείουσας υπό τον έλεγχο και την εποπτεία της οποίας τελούν όλοι οι μισθωτοί της που εργάζονται στο ως άνω υποκατάστημά της και δεν προσδίδουν στον αναιρεσίβλητο την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 2 της από 29.10.1919 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με το ν. 2269/1920.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο και δεν εφάρμοσε το άρθρο 2 της άνω Διεθνούς Σύμβασης, δεν έχει υποπέσει στις από τον αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες. Τούτο διότι οι ως άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζουν με επάρκεια, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις και ενδοιαστικά κενά το ως άνω εκτεθέν αποδεικτικό της πόρισμα, σύμφωνα με το οποίο τα εργασιακά καθήκοντα που η αναιρεσείουσα είχε αναθέσει στον αναιρεσίβλητο και τα οποία αυτός εκτελούσε κατά τη διάρκεια της ένδικης εργασιακής σύμβασης, δεν προσδίδουν στον αναιρεσίβλητο την ιδιότητα του διευθύνοντος υπαλλήλου κατά την έννοια του άρθρου 2 της από 29.10.1919 Διεθνούς Σύμβασης της Ουάσιγκτον, που κυρώθηκε με τον. 2269/1920.

Επιπλέον, η παράθεση από την προσβαλλόμενη απόφαση της κατά το άρθρο 3 του Οργανισμού της αναιρεσείουσας διοικητικής της οργάνωσης και της διάρθρωσης των διευθύνσεών της δεν συνιστά αντίφαση με τις λοιπές παρατεθείσες παραδοχές της, αλλά, αντίθετα, καταδεικνύει τη βαθμίδα της ιεραρχίας, την οποία κατείχε ο αναιρεσίβλητος και επιστηρίζει πλήρως το ως άνω αποδεικτικό της πόρισμα, ότι δηλαδή αυτός δεν είχε την ιδιότητα του "διευθύνοντος υπαλλήλου".

Ενόψει αυτών, τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα, όπως υποστηρίζεται κι στις από 28.3.2023 προτάσεις του αναιρεσίβλητου.

Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και αφού έγιναν δεκτοί οι πρώτος και δεύτερος αναιρετικοί λόγοι, πρέπει η ένδικη, από 16.9.2022 και με αριθμό κατάθεσης …../780/2022 αίτηση αναίρεσης να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και η προσβαλλόμενη με αριθμό 354/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών να αναιρεθεί κατά: α) το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη τη θεμελιούμενη στο άρθρο 206 εδαφ. α' του ν. 4389/2016 ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των σε βάρος της μισθολογικών αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου και β) το κεφάλαιό της, με το οποίο υπολόγισε την αμοιβή, που δικαιούται ο ενάγων- αναιρεσίβλητος για την απασχόλησή του στις Κυριακές/αργίες, που εργάσθηκε χωρίς να αμειφθεί και χωρίς να λάβει επιπλέον ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης, με βάση τον καταβαλλόμενο συμβατικό του μισθό, αν και κατά το νόμο έπρεπε να την υπολογίσει με βάση το νόμιμο μισθό του. Ακολούθως πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά τα κεφάλαιά της αυτά στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 εδαφ. β του ΚΠολΔ). Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, διότι ήταν ιδιαίτερα δυσχερής η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 176 εδαφ. α του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί τη με αριθμό 354/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της, δηλαδή κατά: α) το κεφάλαιό της, με το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμη τη θεμελιούμενη στο άρθρο 206 εδαφ. α του ν. 4389/2016 ένσταση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας περί διετούς παραγραφής των σε βάρος της ενδίκων μισθολογικών αξιώσεων του ενάγοντος -αναιρεσίβλητου και β) το κεφάλαιό της, με το οποίο υπολόγισε την αμοιβή, που δικαιούται ο ενάγων- αναιρεσίβλητος για την απασχόλησή του στις Κυριακές/αργίες που εργάσθηκε χωρίς να αμειφθεί και χωρίς να λάβει επιπλέον ημέρες εβδομαδιαίας ανάπαυσης, με βάση τον καταβαλλόμενο συμβατικό του μισθό και αν και κατά το νόμο έπρεπε να την υπολογίσει με βάση το νόμιμο μισθό του.

Παραπέμπει την υπόθεση κατά τα ως άνω κεφάλαιά της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας, η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιανουαρίου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ