Supreme Court dismisses appeal on insurance liability, upholding lower court's refusal to exempt interest due to lack of counterclaim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the First Instance Court's judgment regarding liability for vehicle damage. The court found that the lower court correctly applied the law by refusing to exempt the defendant from interest payments because the plaintiffs had not filed a counterclaim. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the appellants, and the original judgment stood.
Legislator headnote
AI generatedArticles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 346 of the Civil Code: Liability for tort requires fault and causation, and exemption from interest on damages is contingent upon the existence of a counterclaim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 163 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 163/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Δ. Γ. του Η., κατοίκου ..., 2) Σ. Γ. του Δ., κατοίκου ... και 3) Α. Γ. του Δ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κανατάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-11-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1048/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-3-2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-03-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2583/270/19-05-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 486/2020 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 591 και 614 αριθμ. 1, 6 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπαιτιότητα με τη μορφή της αμέλειας υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή, που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημιώσεως ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1219/2018, ΑΠ 1032/2018, ΑΠ 1051/2017).
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ., παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, να επιδικάσει ή όχι στον παθόντα, ή σε περίπτωση θανάτου στην οικογένεια του θύματος, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ηθική βλάβη, ή αντίστοιχα ψυχική οδύνη, να καθορίσει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο.
Οι ως άνω συνθήκες (βαθμός πταίσματος, μέγεθος προσβολής, κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κλπ) λαμβάνονται υπόψη, για να καθοριστεί το εύλογο χρηματικό ποσό για την ικανοποίηση του παθόντος κι επομένως δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεση κάποιας από αυτές ή των ειδικότερων προσδιοριστικών στοιχείων τους στην απόφαση, να είναι αναγκαία, για την πληρότητα της σχετικής αιτιολογίας της, αλλά το δικαστήριο αποφαίνεται γι' αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη, κατ' αρχάς, σε αναιρετικό έλεγχο (AΠ 1106/2019, ΑΠ 1572/2018, ΑΠ 600/2018, ΑΠ 322/2014).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.
ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ.
ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017). Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 307/2020, ΑΠ 414/2019).
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται απλώς με την συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα, των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 1112/2020, ΑΠ 797/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 565/2018, ΑΠ 813/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 486/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, την υπαιτιότητα και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης: "Στις 16-6-2016 και ώρα 10.15' ο Η.
Γ., υιός του πρώτου ενάγοντος και αδελφός της δεύτερης και τρίτης των εναγόντων, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλο μοτοποδήλατο και κινούνταν επί της Επαρχιακής Οδού Τάραψας - Μονεμβασίας στο Νομό Λακωνίας με κατεύθυνση από Μονεμβασιά προς Μολάους. Η ανωτέρω οδός στο ύψος της χιλιομετρικής θέσης 49 είναι διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, οι οποίες χωρίζονται με διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή.
Το συνολικό πλάτος του οδοστρώματος είναι 8 μέτρα, το ανώτατο όριο ταχύτητας ορίζεται στα 90 χιλ/ώρα και κατά τον παραπάνω χρόνο η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, η ορατότητα καλή, οι καιρικές συνθήκες καλές. Την ίδια στιγμή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας κινούνταν ο Π. Β. που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ...
αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων ζημίες στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία και κατευθύνονταν από Μολάους προς Μονεμβασιά. Στην παραπάνω χιλιομετρική θέση της Επαρχιακής Οδού ο Η. Γ. ακινητοποίησε το δίκυκλο μοτοποδήλατο του κοντά στην διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας, προκειμένου να εισέλθει ενεργώντας αριστερή στροφή, σε παρακείμενο ποιμνιοστάσιο του θείου του, Γ.
Γ. Ο Π. Β. χωρίς να επιδεικνύει σύνεση και προσοχή κατά την οδήγηση, δεν οδηγούσε πλησίον του δεξιού άκρου του ρεύματος πορείας του, αλλά κινούνταν με υπερβολική ταχύτητα εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής ήταν να συγκρουστεί πλαγιομετωπικά με το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο Η.
Γ. και το οποίο εκείνη τη στιγμή ήταν ακινητοποιημένο στην διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα τόσο από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας όσο και από την τεχνική έκθεση που συνέταξαν οι τεχνολόγοι μηχανικοί αυτοκινήτων, Ν. Κ. και Β. Α. για λογαριασμό των εναγόντων, προκύπτει ότι οι αριστεροί τροχοί του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά την στιγμή της σύγκρουσης βρίσκονταν εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας.
Από τα ίχνη τροχοπέδησης του αυτοκινήτου, που είναι αποτυπωμένα στο σχεδιάγραμμα με την γραμμή Α-Δ, προκύπτει η λοξή δεξιά πορεία που διήνυσε το όχημα από την στιγμή της έναρξης της τροχοπέδησης και η οποία τοποθετείται στην διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας μέχρι το δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας.
Συνεπώς αν ευσταθούσαν οι ισχυρισμοί της εκκαλούσας ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του τότε τα ίχνη τροχοπέδησης θα ήταν σε ευθεία πορεία και παράλληλα με την διαχωριστική γραμμή των ρευμάτων κυκλοφορίας. Δεν εξηγείται με κανέναν τρόπο η λοξή κατεύθυνση του αυτοκινήτου από την έναρξη της τροχοπέδησης μέχρι την τελική του θέση.
Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και οι τεχνικοί σύμβουλοι των εναγόντων. Τέλος τα ίδια περιστατικά επιβεβαιώνει και ο αυτόπτης μάρτυρας που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (θείος του οδηγού του μοτοποδηλάτου, ο οποίος εργάζεται στο ποιμνιοστάσιο στο οποίο κατευθύνονταν ο οδηγός του μοτοποδηλάτου), ο οποίος παρατήρησε ότι το "μισό αυτοκίνητο ήταν στην άλλη λωρίδα".
Από την σύγκρουση ο οδηγός του μοτοποδηλάτου εκτινάχθηκε στον αέρα, χτύπησε στον ανεμοθώρακα του ζημιογόνου αυτοκινήτου και στη συνέχεια έπεσε στο οδόστρωμα σε απόσταση 15 περίπου μέτρων από το σημείο σύγκρουσης, ενώ το μοτοποδήλατο σύρθηκε στο οδόστρωμα και βρέθηκε σε απόσταση 63 μέτρων από το σημείο σύγκρουσης.
Από την σύγκρουση υπέστη εκτεταμένες υλικές ζημίες το ζημιογόνο αυτοκίνητο στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του (προφυλακτήρας, καπό και φτερό) καθώς και στην αριστερή πλευρά του ανεμοθώρακα. Το μοτοποδήλατο υπέστη έντονη στρέβλωση στο μπροστινό σύστημα διεύθυνσης. Με βάση τα σημεία σύγκρουσης των οχημάτων προκύπτει ότι συγκρούστηκε αρχικά η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του προφυλακτήρα του αυτοκινήτου με την δεξιά πλευρά του συστήματος διεύθυνσης του μοτοποδηλάτου.
Στη συνέχεια το μοτοποδήλατο προσέκρουσε στο μπροστινό αριστερό φτερό του αυτοκινήτου και ο Η. Γ. στον ανεμοθώρακα. Από την προαναφερόμενη τεχνική έκθεση προκύπτει ότι η ταχύτητα του ζημιογόνου αυτοκινήτου ανέρχονταν κατά την στιγμή της σύγκρουσης σε 107 χιλ/ώρα και συνεπώς μεγαλύτερη του ανώτατου επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας.
Αλλά και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας επιβεβαιώνει στην κατάθεση του την μεγάλη ταχύτητα με την οποία κινούνταν το αυτοκίνητο ("πήγαινε περισσότερο από 100"). Ο ισχυρισμός της εκκαλούσας βασίζεται κυρίως στην προανακριτική κατάθεση της Μ. Β., συζύγου του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και συνοδηγού την ημέρα του ατυχήματος, η οποία κατέθεσε ότι ξαφνικά είδε το μοτοποδήλατο να επιχειρεί αριστερή στροφή και να κινείται εντός της λωρίδας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου τους, ενώ ο σύζυγος της κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας τους και με ταχύτητα περίπου 70 χιλ/ώρα.
Η κατάθεση ωστόσο αυτή δεν ανταποκρίνεται στα ευρήματα της δικογραφίας και τούτο διότι σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε συγκρουστεί το εμπρόσθιο μέρος του αυτοκινήτου με το δεξιό τμήμα του μοτοποδηλάτου και όχι με το εμπρόσθιο. Δεν εξηγεί εξάλλου η συνοδηγός του αυτοκινήτου τα πλάγια ίχνη τροχοπέδησης που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας.
Η εκκαλούσα περαιτέρω αμφισβητεί την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα και θείου του Γ. Γ. για τον λόγο ότι δεν αναγράφηκε ως αυτόπτης μάρτυρας στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας. Ωστόσο ανταποκρίνεται πλήρως στους κανόνες της κοινής λογικής ο ισχυρισμός του ότι αμέσως μετά τον ατύχημα και την μεταφορά του ανηψιού του με το ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, τον ακολούθησε στο Νοσοκομείο, πριν προλάβει να δώσει οποιαδήποτε αναφορά στα αστυνομικά όργανα που προσήλθαν στον τόπο του ατυχήματος.
Την ευθύνη του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου δέχθηκε και το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου, το οποίο με την υπ' αριθμό 342/2019 απόφαση του καταδίκασε τελεσίδικα τον Π. Β. για την πράξη της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2 ετών. Από όλα τα παραπάνω περιστατικά συνάγεται ότι αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ατυχήματος είναι ο Π.
Β., ο οποίος δεν είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο ώστε να είναι σε θέση να προβαίνει στους απαιτούμενους χειρισμούς ενώ εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας (παράβαση άρθρων 21 παρ. 1, 19 παρ. 1, 16 παρ. 4 ΚΟΚ). Ο οδηγός του μοτοποδηλάτου αμέσως μετά την σύγκρουση μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών "ΣΩΤΗΡΙΑ" όπου και επήλθε ο θάνατος του μετά από πολύμηνη νοσηλεία στις 13-12-2016, εξαιτίας των βαρύτατων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων.
Αποδείχθηκε ωστόσο ότι ο θανών κατά την στιγμή του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος. Για το λόγο αυτό κρίνεται συνυπαίτιος για τον θανάσιμο τραυματισμό του κατά ποσοστό 30%, δεδομένου ότι η αιτία θανάτου του συνδέεται με την μη χρήση του κράνους. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα το υπό κρίση ατύχημα, τον βαθμό πταίσματος του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, τους στενούς ψυχικούς δεσμούς των εναγόντων με τον θανόντα, την ηλικία του θανόντος (31 ετών), σε συνδυασμό με την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, πλην της οικονομικής καταστάσεως της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας, αφού η ευθύνη της τελευταίας είναι εγγυητική, κρίνει ότι πρέπει να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 60.000 ευρώ και σε κάθε μία από την δεύτερη και τρίτη ενάγουσα το ποσό των 45.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης. .....
Η εκκαλουμένη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι....... Κατόπιν των προεκτεθέντων, πρέπει η κρινόμενη έφεση, μετά την απόρριψη όλων των λόγων της, να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία της".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση, που είχε ασκηθεί από την αναιρεσείουσα, κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1048/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, [αφού κρίθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι ο οδηγός του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου και ότι ο θανών, υιός του πρώτου και αδελφός της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσίβλητων, ήταν συνυπαίτιος του θανάσιμου τραυματισμού του κατά ποσοστό 30%], έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως κατ' ουσία βάσιμη η ένδικη αγωγή των αναιρεσίβλητων, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να καταβάλει στους αναιρεσίβλητους για την αιτία αυτή, τα ίδια προαναφερόμενα χρηματικά ποσά, που κρίθηκαν ως εύλογα και με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της συγκρούσεως των οχημάτων και ιδιαίτερα στο κρίσιμο θέμα της υπαιτιότητας και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού αυτού και της συγκρούσεως που επακολούθησε, καθώς της συνυπαιτιότητας του οδηγού του μοτοποδηλάτου στην πρόκληση του επελθόντος θανάσιμου τραυματισμού του, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα: α) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, β) αναφέρεται το σημείο της οδού όπου βρισκόταν ακινητοποιημένο το μοτοποδήλατο που οδηγούσε ο θανών συγγενής των αναιρεσίβλητων, με πρόθεση ενεργώντας αριστερή στροφή να διασχίσει το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να εισέλθει σε παρακείμενο ποιμνιοστάσιο, το οποίο αναφέρεται αρχικά ήταν κοντά στη διακεκομμένη διαχωριστική γραμμή και στη συνέχεια στη διαχωριστική γραμμή, σε κάθε περίπτωση όμως όχι στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, γ) περιγράφεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του ζημιογόνου Ι.Χ.Ε.
αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, δ) προσδιορίζεται επακριβώς η κίνηση του άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της σύγκρουσης και ειδικότερα αναφέρεται ότι οι αριστεροί τροχοί του κατά τη στιγμή αυτή βρίσκονταν εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, ε) αναλύεται η αμελής συμπεριφορά του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου, συνισταμένη στο ότι αυτός κινείτο χωρίς να επιδεικνύει σύνεση και προσοχή κατά την οδήγηση, δεν οδηγούσε πλησίον του δεξιού άκρου του ρεύματος πορείας του, αλλά κινούνταν, εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, με υπερβολική ταχύτητα, η οποία προσδιορίζεται στα 107 χιλιόμετρα την ώρα, αντί του ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου των 90 χιλιομέτρων την ώρα, στ) αναφέρεται η πορεία και η τελική θέση των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων μετά τη σύγκρουση και τα συγκρουσθέντα μέρη αυτών, ζ) προσδιορίζεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία ΙΧΕ αυτοκινήτου και ειδικότερα στο ότι αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν ασκούσε τον προσήκοντα έλεγχο ώστε να είναι σε θέση να προβαίνει στους απαιτούμενους χειρισμούς, αλλά κινούμενος με υπερβολική ταχύτητα, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, με αποτέλεσμα την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η) αναφέρεται ότι συνυπαίτιος για το θανάσιμο τραυματισμό του και δη κατά ποσοστό 30%, είναι και ο θανών, καθόσον κατά τη στιγμή του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και η αιτία θανάτου του, αναγόμενη στις βαρύτατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη, συνδέεται με την μη χρήση του κράνους.
Επομένως το Εφετείο διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο τον οδηγό του αυτοκινήτου αυτού, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του οδηγού του μοτοποδηλάτου, αναφορικά με τη μη χρήση προστατευτικού κράνους και του επελθόντος αποτελέσματος του θανάσιμου τραυματισμού του.
Περαιτέρω, όσον αφορά τις ειδικότερες αιτιάσεις, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να αναφερθούν τα ακόλουθα: 1) Δεν υπάρχει ανεπαρκής, ούτε αντιφατική αιτιολογία όσον αφορά τη θέση του μοτοποδηλάτου κατά το χρονικό σημείο της συγκρούσεως, καθόσον από τις προαναφερόμενες ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, σαφώς συνάγεται ότι αυτό δεν είχε εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αλλά αντίθετα, εκείνο που εισήλθε στο αντίθετο προς την κατεύθυνση του ρεύμα κυκλοφορίας, ήταν το ΙΧΕ αυτοκίνητο, και ως εκ τούτου ορθά με το αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης αποφάσεως αποδόθηκε ευθύνη για την παράβαση αυτή στον οδηγό του ΙΧΕ αυτοκινήτου και όχι στον οδηγό του μοτοποδήλατου, ενώ δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρεται το πλάτος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, το οποίο είχε καταλάβει το ΙΧΕ αυτοκίνητο, αφού η είσοδός του αυτή, στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, επέφερε ο ζημιογόνο αποτέλεσμα της συγκρούσεως ανεξάρτητα του πλάτους του οδοστρώματος, το οποίο αυτό είχε καταλάβει, 2) Δεν υπάρχει ανεπαρκής, ούτε αντιφατική αιτιολογία όσον αφορά το σημείο συγκρούσεως των δύο οχημάτων, καθόσον από το σύνολο των προαναφερομένων παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως με σαφήνεια συνάγεται ότι η σύγκρουση αυτή δεν έλαβε χώρα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου, όπου όφειλε ο οδηγός αυτού να κινείται, ενώ από το μη λεπτομερέστερο προσδιορισμό του εν λόγω σημείου συγκρούσεως δεν δημιουργείται ασάφεια ή αντίφαση, καθόσον η παραδοχή αυτή [ότι η σύγκρουση δεν έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας του ΙΧΕ αυτοκινήτου], σε συνδυασμό με την άλλη παραδοχή της πληττόμενης αποφάσεως ότι ο οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου ήταν αυτός που εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι ο οδηγός του μοτοποδήλατου, στηρίζουν επαρκώς και χωρίς αντίφαση το αποδεικτικό πόρισμα της πληττόμενης αποφάσεως ως προς το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, ως απότοκο, της εισόδου του τελευταίου στο αντίθετο προς την κατεύθυνσή του, ρεύμα κυκλοφορίας. 3) Από την παραδοχή της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι οι αριστεροί τροχοί του ζημιογόνου αυτοκινήτου κατά τη στιγμή της συγκρούσεως βρίσκονταν εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας, σε συνδυασμό με την ακριβώς επόμενη παραδοχή της ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο διήνυσε λοξή δεξιά πορεία από τη στιγμή της έναρξης της τροχοπέδησης, η οποία τοποθετείται στην διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας μέχρι το δεξιό άκρο του ρεύματος κυκλοφορίας του, σαφώς προκύπτει ότι γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι προηγήθηκε η ένδικη σύγκρουση, κατά την οποία οι αριστεροί τροχοί του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρίσκονταν εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας και επακολούθησε η λοξή δεξιά πορεία του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η τροχοπέδηση, η έναρξη της οποίας τοποθετείται στη διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και συνεπώς δεν υπάρχει αντίφαση μεταξύ των ανωτέρω παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως. 4) Επίσης ουδεμία αντίφαση και διάσταση μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης υπάρχει, όσον αφορά τα συγκρουσθέντα σημεία των εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, που να αναιρεί τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως περί εισόδου του ΙΧΕ αυτοκινήτου στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι του μοτοποδηλάτου, καθόσον με σαφήνεια γίνεται δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συγκρούστηκε η εμπρόσθια αριστερή πλευρά του ΙΧΕ αυτοκινήτου με το εμπρόσθιο σύστημα διεύθυνσης του μοτοποδήλατου και δη τη δεξιά πλευρά του εμπρόσθιου συστήματος διεύθυνσης αυτού.
Και 5) Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο απέδωσε στον οδηγό του μοτοποδήλατου συνυπαιτιότητα κατά ποσοστό 30%, για το θανάσιμο τραυματισμό του, συνισταμένη στο ότι κατά τη στιγμή του ατυχήματος δεν φορούσε προστατευτικό κράνος και η αιτία θανάτου του συνδέεται με την μη χρήση του κράνους, την οποία (συνυπαιτιότητα) έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε κατά την επιδίκαση στους αναιρεσίβλητους συγγενείς του θανόντος, των ανωτέρω ποσών της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, έστω και αν τούτο δεν αναφέρθηκε ρητώς στο σημείο των παραδοχών της προσβαλλόμενης αποφάσεως όπου μνημονεύονται τα προσδιοριστικά κριτήρια για την επιδίκαση του ποσού της ψυχικής οδύνης στους αναιρεσίβλητους συγγενείς του και δεδομένου ότι η παραδοχή για τη συνυπαιτιότητα του θανόντος είχε αναφερθεί αμέσως πριν την αναφορά των άνω προσδιοριστικών κριτηρίων και δεν επαναλήφθηκε εκ νέου και κατά την αναφορά των κριτηρίων αυτών και ως εκ τούτου δεν υφίσταται κενό ή ανεπάρκεια της πληττόμενης αποφάσεως ως προς το ζήτημα αυτό, ενώ σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην προηγουμένη νομική σκέψη της παρούσας, τα προσδιοριστικά κριτήρια της αξίωσης αυτής δεν αποτελούν ίδια αυτοτελή στοιχεία, που πρέπει να παρατίθενται αναλυτικά για την πληρότητα της αιτιολογίας της απόφασης, ώστε αυτή να έχει νόμιμη βάση, καθόσον εκτιμώνται ελεύθερα από το Δικαστή ουσίας μαζί με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως όλες οι ανωτέρω αιτιάσεις, που περιλαμβάνονται στον πρώτο αναιρετικό λόγο, με τις οποίες η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμες και απορριπτέες. Σε κάθε περίπτωση οι ανωτέρω επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα ελλείψεις και αντιφάσεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα.
Επίσης, όλες οι λοιπές αναφερόμενες, στον παραπάνω πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, αιτιάσεις της αναιρεσείουσας είναι απαράδεκτες, καθόσον ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτή εκδοχής περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα ΙΧΕ αυτοκινήτου και ότι ο οδηγός του μοτοποδήλατου είναι συνυπαίτιος κατά ποσοστό 30%, για το θανάσιμο τραυματισμό του.
Συνεπώς όλες οι αιτιάσεις από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που περιέχονται στον πρώτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. [που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 Κ.Πολ.Δικ.), αλλά και της αρχής της ακροάσεως των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.)], ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (Ολομ.
ΑΠ 14/2004, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου του εγγράφου και των λοιπών αποδεικτικών μέσων, αλλά ούτε και τα συμπεράσματα ή επιχειρήματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 833/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 388/2018).
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 172/2020, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 98/2020, ΑΠ 7/2020, ΑΠ 74/2019, ΑΠ 656/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδαφ.
β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα από αυτή πρωτοδίκως με τις προτάσεις της και επαναφέρθηκαν στο Εφετείο με τον πρώτο λόγο εφέσεως και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη το πραγματικό γεγονός, που προκύπτει από το σχεδιάγραμμα της τροχαίας, περί της ενάρξεως των χαραγών του μοτοποδήλατου από το ρεύμα κυκλοφορίας του ασφαλισμένου στην αναιρεσείουσα αυτοκινήτου και μάλιστα μετά το σημείο ενάρξεως των ιχνών τροχοπεδήσεως του τελευταίου, όπερ σημαίνει ότι η τροχοπέδηση προηγήθηκε της συγκρούσεως, στοιχεία που αποδεικνύουν, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι η σύγκρουση έλαβε χώρα στο ρεύμα κυκλοφορίας του ασφαλισμένου σ' αυτή ΙΧΕ αυτοκινήτου.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον: α) ο ανωτέρω ισχυρισμός της αναιρεσείουσας δεν συνιστά "πράγμα" κατά την ανωτέρω έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ., αλλά συνιστά πραγματικό επιχείρημα για την υποστήριξη των απόψεων της, που αντλείται από αποδεικτικό έγγραφο (σχεδιάγραμμα της τροχαίας) κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και β) υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το λόγο αυτόν, προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες η αναιρεσείουσα έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος και ως αβάσιμος, καθόσον από το προεκτιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω αυτοτελή ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε καταλήγοντας σε αντίθετο πόρισμα από αυτό που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ. "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών, πλην της περιουσιακής κατάστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, της οποίας η ευθύνη είναι εγγυητική ( ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 405/2015), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αιτιολόγηση καθενός στοιχείου ( ΑΠ 170/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 838/2017, ΑΠ 1361/2013).
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 502/2020, ΑΠ 170/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 604/2018).
Επιβάλλεται όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παράγραφος 1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.
Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση, (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη, (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μία δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μία ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ. αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παράγραφος 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (Ολ.
ΑΠ 9/2015). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και καθ` υπέρβαση των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας, το Εφετείο, κατά την εφαρμογή της διατάξεως, ουσιαστικού δικαίου, του άρθρου 932 του Α.Κ., και της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, επιδίκασε στους αναιρεσίβλητους ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, είναι καταφανώς υψηλότερα σε σχέση με αυτά που επιδικάζονται σε ανάλογες περιπτώσεις.
Με αυτά, τα οποία ανωτέρω έκρινε και δέχθηκε το Εφετείο και καθόρισε τη χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης του πρώτου αναιρεσίβλητου (πατέρα του θανόντος) στο ποσό των 60.000 ευρώ και της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσίβλητων (αδελφών του θανόντος) στο ποσό των 45.000 ευρώ για καθεμία από αυτές, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το εν λόγω ποσό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπερτερούν και μάλιστα καταφανώς εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης ψυχικής οδύνης, με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα προσδιοριστικά κριτήρια για τον καθορισμό αυτής, ώστε η κρίση του Εφετείου για την επιδίκασή των ως άνω ποσών στους αναιρεσίβλητους να παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας ή να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη και της ηλικίας του θανόντος (31 ετών) κατά το χρόνο του ατυχήματος.
Επομένως, ο ανωτέρω τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, το άρθρο 346 του Α.Κ., που όριζε ότι "ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος", αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 02-04-2012, κατά το οποίο: "Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας).
Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως.
Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ` εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ` εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας.
Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο". Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβασθεί εξωδίκως.
Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, γι` αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ.
ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοση της αγωγής είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι` αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ` αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ` εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας.
Με βάση αυτά, σύμφωνα με τη νέα ρύθμιση, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, ο τόκος υπερημερίας πρέπει να επιδικάζεται κατ` εξαίρεση μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020, ΑΠ 553/2019, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 1059/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον υπό έρευνα λόγο αναιρέσεως μέρος της, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η εκκαλούσα εξακολουθεί να αντιδικεί ακόμα και στον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας για τα αγωγικά κονδύλια, ενώ δεν έχει αναγνωρίσει δικαστικά ή εξώδικα την οφειλή της ούτε έχουν συμβιβαστεί με τους εφεσίβλητους.
Συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης από τον οφειλόμενο τόκο επιδικίας. Η εκκαλουμένη απόφαση που στην ίδια κρίση κατέληξε, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και εφήρμοσε το νόμο, οι δε περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, απέρριψε το λόγο εφέσεως της αναιρεσείουσας, με τον οποίο αυτή παραπονείτο για την απόρριψη με την πρωτόδικη απόφαση του αιτήματός της για την εξαίρεση από τον τόκο επιδικίας και την επιδίκαση τόκου υπερημερίας, λόγω εύλογης αντιδικίας.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο και ειδικότερα με το να επιδικάσει τόκους επιδικίας κατά το άρθρο 346 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την, κατά τα ανωτέρω, αντικατάστασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις αυτού, καθόσον δέχθηκε, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς της εναγομένης - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξαίρεσης αυτής από την επιδίκαση τόκων επιδικίας, ήτοι δέχθηκε ότι δεν συντρέχει το εύλογο της αντιδικίας [το οποίο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, είναι το μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας] και ως εκ τούτου εφαρμοστέα ήταν η διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ., την οποία το Εφετείο, κατόπιν των ανωτέρω παραδοχών του, ορθώς εφάρμοσε.
Επομένως, ο τρίτος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τη διάταξη του άρθρου 346 του Α.Κ., είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-03-2020 (με αριθμό κατάθεσης 2583/270/19-05-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 486/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Φεβρουαρίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ