163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated163/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Full text
Απόφαση 163 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 163/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Γεώργιο Κοντό, Αβροκόμη Θούα και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Ε., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Άννα Παπακώστα, που διορίστηκε σύμφωνα με το ν.3226/2004 και την …/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Θ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 64/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-10-2014 αίτησή της και τους από 20-11-2015 πρόσθετους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου ανέγνωσε την από 10-11-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του 1ου και του 2ου λόγων αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου και την απόρριψη αυτών που περιέχονται στο δικόγραφο των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των πρόσθετων αυτής λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/1981, "η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7η μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας".
Από την αδιάστικτη διατύπωση της εν λόγω διατάξεως, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 § 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενέργειας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας (Ολ.ΑΠ 266/1985, ΑΠ 157/2010).
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως μέχρι την ημέρα της συζητήσεως της αναιρέσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 § 2 ΚΠολΔ. Ως ημέρα δε συζητήσεως, για τον υπολογισμό της προθεσμίας καταθέσεως και κοινοποιήσεως του δικογράφου των προσθέτων λόγων, θεωρείται αυτή, που σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 568 § 2 ΚΠολΔ ορίσθηκε αρχικά από τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου ή τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος και όχι εκείνη, που προσδιορίσθηκε σε μεταγενέστερη, ύστερα από αναβολή ή ματαίωση της υποθέσεως, δικάσιμο (Ολ.Α.Π. 654/1984).
Επομένως, αν η τελευταία [30ή] πριν από τη δικάσιμο ημέρα [με αφετηρία την επόμενη της επιδόσεως] συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 33/1996, ΑΠ 1183/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, με πράξη της Προέδρου του Α2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, η συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως ορίστηκε για τη δικάσιμο της 21-12-2015.
Η αναιρεσείουσα κατέθεσε στις 20-11-2015 το με ίδια χρονολογία δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, σύμφωνα με την επισυναπτόμενη πράξη καταθέσεως, που συντάχθηκε από την αρμόδια γραμματέα. Έτσι, έστω και αν την ίδια ημέρα επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο αντίγραφο του δικογράφου αυτού (όπως πράγματι προκύπτει από την επισημείωση του δικαστικού επιμελητή επί του προσκομιζομένου φωτοαντιγράφου), η τριακοστή ημέρα, από την επομένη της καταθέσεως και της επιδόσεώς του συμπίπτει με την 20ή-12-2015, δηλ.
κατά το εν χρήσει ημερολόγιο ημέρα Κυριακή, και συνεπώς η πιο πάνω 30ήμερη προθεσμία έληξε την 7η μ.μ. της επόμενης εργάσιμης ημέρας, δηλαδή της 21ης-12-2015, ενώ η συζήτηση της υποθέσεως είχε οριστεί για την 9.30 π.μ. ώρα, μέχρι την οποία ώρα όμως δεν είχε συμπληρωθεί η 30νθήμερη προθεσμία, ανεξάρτητα βέβαια από το ότι η υπόθεση δεν συζητήθηκε την ημέρα εκείνη αλλά τελικά στις 16-1-2017, αφού η συζήτηση αναβλήθηκε αρχικά για τις 14-11-2016 και εν συνεχεία για την προαναφερόμενη δικάσιμο.
Επομένως, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι ασκήθηκαν εκπροθέσμως και ως εκ τούτου, είναι απαράδεκτοι και πρέπει να απορριφθούν.
Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατ' αποδοχή της εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή του περί συμμετοχής του στην περιουσιακή επαύξηση της εναγομένης πρώην συζύγου του και ήδη αναιρεσείουσας, κατ' αποδοχή, της σχετικής περί παραγραφής της αγωγικής του αξίωσης ένσταση της τελευταίας, λόγω παρόδου διετίας από την αμετάκλητη λύση του γάμου τους και αντίστοιχη απόρριψη της προβληθείσης από τον αναιρεσίβλητο αντένστασης διακοπής της παραγραφής, δεχόμενο ειδικότερα τα ακόλουθα: "Ο ενάγων - εκκαλών με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι η εκκαλουμένη κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου απέρριψε την αντένστασή του επί της ένστασης της εναγομένης για παραγραφή της αγωγικής αξίωσης, για μη διακοπή αυτής (παραγραφής), ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την προσθήκη - αντίκρουση, διότι την ως άνω αντένσταση είχε προβάλει καθ' υποφοράν με την προκείμενη αγωγή, στην οποία, αφού έκανε μνεία της τελεσίδικης από 5.11.2009 απόρριψης της προηγούμενης αγωγής, ανέφερε "κατόπιν της ανωτέρω εξελίξεως και σύμφωνα με το άρθρο 263 ΑΚ, επανέρχομαι ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ασκώντας την παρούσα αγωγή μου εκθέτοντας πέραν των όσων ανωτέρω διέλαβα και τα ακόλουθα", ενόψει του ότι το άρθρο 263 ΑΚ αναφέρεται αποκλειστικά σε διακοπή της παραγραφής και, ως εκ τούτου, η επίκληση της ως άνω αντένστασης με την πρωτόδικη προσθήκη - αντίκρουση αποτελούσε επανάληψη της νομίμως και εμπροθέσμως προταθείσας καθ' υποφοράν με την αγωγή του αντένστασης του άρθρου 263 ΑΚ......Από την επισκόπηση του δικογράφου της από 28.4.2010 αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη, προκύπτει ότι ο ενάγων - εκκαλών προέβαλε καθ' υποφοράν την αντένσταση της διακοπής της παραγραφής επί της ένστασης;
περί παραγραφής της αγωγικής αξίωσης που είχε προβάλει η εναγομένη - εφεσίβλητη με τις προτάσεις της, αφού πράγματι περιείχε τα αναφερόμενα στον υπό κρίση δεύτερο λόγο της έφεσής του και, επομένως, εσφαλμένα το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε τα αντίθετα, απορρίπτοντας ως εκπροθέσμως ασκηθείσα με την προσθήκη- αντίκρουση την ως άνω αντένσταση, γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο πρώτος λόγος της υπό κρίση έφεσης...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι παρά το νόμο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί διακοπής της παραγραφής επί της ενστάσεώς της παραγραφής της αγωγικής του αξίωσης, αν και προβλήθηκε αυτή (αντένσταση) εκπροθέσμως, το πρώτον με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεών του, που κατατέθηκε όμως εκπροθέσμως.
Ο λόγος είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, διότι, κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο δεν δέχθηκε ότι η ως άνω αντένσταση διακοπής της παραγραφής προτάθηκε με την προσθήκη των προτάσεων του αναιρεσιβλήτου αλλά ότι προτάθηκε καθ' υποφοράν με το αγωγικό δικόγραφο, σε κάθε περίπτωση δε, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση και εκτίμηση της ένδικης από 28-4-2010 αγωγής, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος, αφού έκανε μνεία της τελεσίδικης από 5-11-2009 απόρριψης της προηγούμενης αγωγής του ως αόριστης, επικαλέσθηκε ρητά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ κατά την εκ νέου άσκηση της ένδικης αγωγής του με τη ειδικότερη αναφορά που αναφέρθηκε ανωτέρω, η οποία σαφώς υποδηλώνει καθ' υποφοράν προβολή αντένστασης διακοπής της παραγραφής.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1400 παρ. 1, 2 και 1401 εδ. 3 ΑΚ προκύπτει ότι η αξίωση συμμετοχής του ενός συζύγου στα αποκτήματα του άλλου προϋποθέτει: λύση ή ακύρωση του γάμου, ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, διάσταση των συζύγων που διήρκεσε περισσότερο από τρία χρόνια, αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου, συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου και τη μη επέλευση της (διετούς) παραγραφής της αξιώσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 263 ΑΚ: "Κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή".
Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό προς το άρθρο 221 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που εφαρμόσθηκε στην προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης, που πρόκειται να εφαρμοσθεί στη νέα δίκη (βλ.
ΑΠ 215/2011, ΑΠ 932/2007).Ταυτότητα ιστορικής αιτίας και συνεπώς επανέγερση της αγωγής υφίσταται και στην περίπτωση που το αντικείμενο της περιορίζεται ποσοτικά (ΑΠ 1673/2011). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με το να δεχθεί ότι υφίσταται ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας μεταξύ της προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη και της ένδικης, παρά το ότι η μεν πρώτη θεμελιωνόταν μόνον στον πραγματικό υπολογισμό ενώ η ένδικη θεμελιώνεται μόνον στον τεκμαρτό υπολογισμό και να απορρίψει ακολούθως την ένστασή της παραγραφής της αγωγικής του αξίωσης, δεχόμενο εμπρόθεσμη επανέγερση της προγενέστερης αγωγής του, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και εκείνες των άρθρων 247,261 ΑΚ.
Ο λόγος είναι αβάσιμος, διότι σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, το γεγονός ότι στη δεύτερη αγωγή υπολογίζεται η οικονομική αξία της συμβολής του ενάγοντος σε μικρότερο ποσοστό έναντι της πρώτης αγωγής, δεν μεταβάλλει προφανώς την ιστορική αιτία του τελικού αιτήματος, αλλά συνιστά απλά ποσοτικό περιορισμό.
Ούτε άλλωστε συνιστά μεταβολή της ιστορικής και νομικής βάσης της αγωγής το γεγονός ότι η οικονομική αξία της περιουσίας της εναγομένης στη δεύτερη αγωγή είναι μεγαλύτερη εκείνης της πρώτης αγωγής η οποία σε κάθε περίπτωση αφορά το ίδιο περιουσιακό στοιχείο (ακίνητο στο …), εφόσον το τελικά υποβαλλόμενο αίτημα της δεύτερης αγωγής είναι μικρότερο εκείνης της πρώτης, δηλαδή 119.825,36 έναντι 300.070 άλλως 213.204,75 ευρώ αντίστοιχα.
Επομένως το Εφετείο που έκρινε ομοίως, δεν υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση της αναιρεσείουσας και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενώ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος παρέστη δια πληρεξουσίου δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της ηττωμένης αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη δια της πληρεξούσιας δικηγόρου, που διορίσθηκε σ' αυτήν με την 161/2015 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου (άρθρα 106, 176 και 184 του ΚΠολΔ, σε συνδ. με το άρθρο 12 του ν.3226/2004 "περί παροχής νομικής βοήθειας σε πρόσωπα χαμηλού εισοδήματος", σύμφωνα με το οποίο "η εκκαθάριση των εξόδων της δίκης γίνεται κατά τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και περιλαμβάνει και τα έξοδα από τα οποία απαλλάχθηκε ο δικαιούχος, καθώς και την αποζημίωση του δικηγόρου και κάθε άλλου προσώπου που βαρύνει, κατά το νόμο αυτόν, το Δημόσιο"), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Οκτωβρίου 2014 αίτηση της Ε. Μ. και τους από 20 Νοεμβρίου 2015 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθμ. 64/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ