Legislator Case Law & Legislation
163/2015 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling errors regarding standing and interest arguments are inadmissible.

Case Number 163/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision. The appellant argued that the lower court erred in assessing legal standing and interest calculations, but the court found these arguments procedurally flawed. The court determined that errors concerning the existence of legal standing and justification for the claim must be addressed under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure, not Article 559(14), rendering the specific complaints about interest and standing inadmissible as they touched upon substantive prerequisites rather than formal defects.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 68 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that errors regarding the existence of legal standing or justification for a claim constitute a substantive defect under Article 559(1), not a formal defect under Article 559(14), and thus complaints mixing these issues are inadmissible.

Keywords

AI generated
legal standing prerequisite justification for claim Article 559 Code of Civil Procedure inadmissible appeal grounds substantive vs formal defect

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4)(e) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 25/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 163 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 163/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Γεώργιο Σακκά, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "SYNERGO Ανώνυμη Τεχνική - Οικονομική και Εμπορική Εταιρεία" και το διακριτικό τίτλο "SYNERGO", που εδρεύει στο Αιγάλεω Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Τσικρικά.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "SOCIETE GENERALE" που εδρεύει στο Παρίσι Γαλλίας, είναι νόμιμα εγκατεστημένη στην Ελλάδα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άρη Γεωργιάδη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 6-11-2014 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-3-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 5403/2005 και 1740/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2006 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 397/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 19-1-2009 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 284/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5426/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Τέλος εκδόθηκε η 1928/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2012 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 11-9-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1928/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/ 2013).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των κανόνων των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., υπάρχει, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα και εν τούτοις δεν προσέφυγε σ' αυτούς. Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων μερών, προκύπτει και όταν, παρά τη ρητή διαβεβαίωση, περί της ανυπαρξίας αυτών, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, από την οποία αποκαλύπτεται ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή αμφιβολία, σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αυτών.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει από το γεγονός ότι το δικαστήριο, για την αληθινή έννοια της σύμβασης, έλαβε υπόψη και άλλα στοιχεία, που βρίσκονται εκτός του κειμένου της σύμβασης ή χρησιμοποίησε επιχειρήματα. Επομένως, εάν το δικαστήριο της ουσίας, παρά την έμμεση αυτή διαπίστωση κενού ή αμφιβολίας, για την έννοια της σύμβασης (ή όρου αυτής), παραλείπει να προσφύγει στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια (ΑΠ 1170/2009).

Επίσης, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την άνω έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς εάν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου και γ) το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των δεκτών γενόμενων περιστατικών στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά το κύριο αίτημά της να αναγνωρισθεί η εγκυρότητα όρου της σύμβασης μίσθωσης μεταξύ των διαδίκων, βάσει του οποίου η εναγομένη ήδη αναιρεσίβλητη - μισθώτρια θα μπορούσε να καταγγείλει τη μίσθωση μετά πάροδο διετίας με καταβολή δέκα μηνιαίων μισθωμάτων, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει για την αιτία αυτή 1.107.140,90 ευρώ.

Με την απόφαση αυτή κρίθηκε ότι προέκυψαν, ως μη αμφισβητηθέντα και αποδεικνυόμενα εγγράφως, τα κατωτέρω διαλαμβανόμενα στην αγωγή περιστατικά: Ότι "Δυνάμει του από 17-7-1996 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως εξεμίσθωσε στην εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη τις περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες επί της ανεγειρόμενης τότε οικοδομής επί της Λ.

Κηφισίας 240-242 για χρονικό διάστημα 9 ετών, αρχόμενο από 17-7-1996 αντί μισθώματος για το πρώτο έτος της μισθώσεως 330.600.000 δραχμών, καταβαλλόμενου σε δύο εξαμηνιαίες δόσεις και αναπροσαρμοζόμενου κατ' έτος με βάση το καταβαλλόμενο μίσθωμα του προηγούμενου έτους πλέον του ποσοστού του καθοριζόμενου εκάστοτε από την Τράπεζα της Ελλάδος τιμαρίθμου κόστους ζωής προσαυξημένου κατά 1,5 μονάδα.

Μεταξύ αυτών συμφωνήθηκε ότι η εκμισθώτρια θα κατέβαλε το ποσό των 350.000.000 δραχμών για την έγκαιρη αποπεράτωση και την άμεση προσαρμογή των κτιριακών εγκαταστάσεων του μισθίου σύμφωνα με τις υποδείξεις της μισθώτριας για την εξυπηρέτηση του διωκόμενου απ' αυτή σκοπού ενώ αντιστοίχως αυτή θα κατέβαλε στην ενάγουσα το ποσό των 100.000.000 δραχμών ως εγγυοδοσία για την ακριβή τήρηση και εκπλήρωση των όρων της συμβάσεως.

Το ποσό αυτό θα επιστρεφόταν στη μισθώτρια κατά τη λήξη της συμβατικής διάρκειας της μισθώσεως ή της τυχόν παράτασής της και πάντως μετά την εμπρόθεσμη και προσήκουσα αποχώρησή της από το μίσθιο. Το ποσό της εγγυοδοσίας ειδικώς συμφωνήθηκε ότι θα κατέπιπτε υπέρ της εκμισθώτριας σε περίπτωση αποχώρησης της μισθώτριας από το μίσθιο προ της λήξης του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως.

Επίσης η εκμισθώτρια ενάγουσα ανέλαβε την πρόσθετη υποχρέωση να μη μεταβιβασθεί σε τρίτους καμμιά από τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του πολυώροφου κτιρίου για χρονικό διάστημα δύο ετών από την έναρξη της μίσθωσης, εντός του οποίου η μισθώτρια θα μπορούσε να εκδηλώσει την πρόθεση αγοράς του μισθίου, λόγος για τον οποίο, άλλωστε, επέβαλε με το μισθωτήριο να καταστεί η διαρρύθμιση του μισθίου όχι μόνο πολυτελής αλλά και κατάλληλη για την άσκηση απ' αυτή τραπεζικών εργασιών υψηλού επιπέδου.

Σε περίπτωση που η μισθώτρια εξεδήλωνε ενδιαφέρον αγοράς του μισθίου και η εκμισθώτρια δεν προσερχόταν για την κατάρτιση της συμβάσεως θα είχε την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεως ίσης με το ποσό δέκα μηνιαίων μισθωμάτων, όπως θα είχαν διαμορφωθεί κατά τους όρους της σύμβασης μισθώσεως. Ακόμη, με τον όρο 12.2 του μισθωτηρίου συμφωνήθηκε ότι "Η μισθώτρια θα μπορεί να καταγγείλει τη μίσθωση μετά την πάροδο διετίας με προηγούμενη ειδοποίηση έξι (6) μηνών.

Στην περίπτωση αυτή η καταβληθείσα εγγύηση θα καταπίπτει υπέρ της εκμισθώτριας και θα καταβάλει αυτή επί πλέον στην εκμισθώτρια, ταυτόχρονα δέκα μηνιαία μισθώματα". Με το μεταγέστερο από 30.7.1996 συμφωνητικό τροποποιήσεως του μισθωτηρίου της 17.7.1996, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων και κατατέθηκε στη Συμβολαιογράφο Αθηνών, Αγάπη Καττάκη την 1.8.1996 και συντάχθηκε η 12925/1.8.1996 πράξη θεωρήσεως, με συνέπεια να αποκτήσει βεβαία χρονολογία, η χρονική διάρκεια της μισθώσεως περιορίστηκε σε έξι έτη, ήτοι μέχρι 16.7.2002 ενώ παρασχέθηκε στη μισθώτρια το δικαίωμα παρατάσεως επί μία ακόμη τριετία υπό τους όρους και προϋποθέσεις του Ν. 813/1978.

Οι λοιποί αρχικοί όροι της σύμβασης προσεπιβεβαιώθηκαν με το νεότερο συμφωνητικό στο οποίο διαλήφθηκε ότι "οι λοιποί όροι του αρχικού από 17.7.1996 μισθωτηρίου συμβολαίου παραμένουν αμετάβλητοι, γεγονός το οποίο συνιστά εκ των υστέρων επιγενόμενη αποδοχή του αρχήθεν τεθέντος όρου, που είναι έγκυρος με την υστέρα αναφορά στην ισχύ του".

Παρά ταύτα, η εναγομένη (μισθώτρια) με την από 3.6.2003 εξώδικη δήλωση που επιδόθηκε αυθημερόν στην ενάγουσα - εκμισθώτρια κατήγγειλε τη μίσθωση, με προειδοποίηση επελεύσεως των αποτελεσμάτων της καταγγελίας μετά πάροδο εξαμήνου, προσφερόμενη συγχρόνως την καταβολή 4 μισθωμάτων, σύμφωνα με το νόμο, λόγω της πρόωρης καταγγελίας.

Μετά την πάροδο εξαμήνου από την καταγγελία η ενάγουσα παρέλαβε το μίσθιο με ρητή επιφύλαξη των δικαιωμάτων της από την πρόωρη αποχώρησή της και αρνήθηκε την είσπραξη της αποζημιώσεως των 4 μισθωμάτων που της προσέφερε η εναγομένη ως μη συναρτώμενη με την επίκληση του άρθρου 43 του ΠΔ 34/1995". Περαιτέρω, το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση του όλου αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 17.7.1996 οι διάδικοι και οι εκ τρίτου συμβαλλόμενοι στο από 17.7.1996 μισθωτήριο (κύριοι οριζοντίων ιδιοκτησιών του μισθίου ακινήτου) τις οποίες είχαν εκμισθώσει στην ενάγουσα και υπεκμισθώθηκαν απ' αυτή στην εναγόμενη, κατάρτισαν και άλλο ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο παρασχέθηκε στην εναγομένη το δικαίωμα να εκδηλώσει εντός διετίας πρόθεση αγοράς όλου του πολυώροφου κτιρίου όπου το μίσθιο, αντί προσυμφωνημένου τιμήματος 80.150.000 FF κατά το πρώτο έτος και 82.650.000 FF κατά το δεύτερο υπό τους αναφερόμενους όρους για την εκδήλωση της option, ενώ οι αντισυμβαλλόμενοί της ανέλαβαν την υποχρέωση κατά τη διετία αυτή να μην μεταβιβάσουν το όλο ακίνητο, συμπεριλαμβανομένου και του δώματος.

Για την επόμενη πενταετία συμφωνήθηκε να γνωστοποιείται στην εναγομένη η τυχόν ύπαρξη υποψήφιου αγοραστή, καθώς και το τίμημα της πωλήσεως ώστε να εκδηλώσει εντός της συμφωνημένης προθεσμίας το ενδιαφέρον η ίδια για αγορά με το ίδιο τίμημα. Ανάλογη υποχρέωση συνομολογήθηκε και για το δώμα. Για την περίπτωση αρνήσεως καταρτίσεως της πώλησης από τους κυρίους του ακινήτου συμφωνήθηκε αποζημίωση ίση με 10 μισθώματα του τρέχοντος μισθωτικού έτους, σε περίπτωση δε παράβασης οποιασδήποτε από τις υποχρεώσεις που αναλήφθηκαν για την επόμενη πενταετία, αποζημίωση ίση με 5 μισθώματα.

Το εν λόγω ιδιωτικό συμφωνητικό δεν προσαρτήθηκε στο μισθωτήριο συμφωνητικό. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το κόστος της αποπερατώσεως του μισθίου (το οποίο κατά την κατάρτιση της μίσθωσης ήταν μόνο εξωτερικώς κατασκευασμένο) ώστε να καταστεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη με την ένδικη μίσθωση χρήση του (στέγαση γραφείων της εναγομένης) προσέγγισε τα 670.000.000 δραχμές, δηλαδή ποσό κατά πολύ υψηλότερο απ' αυτό των 350.000.000 ευρώ που συμφωνήθηκε στη μισθωτική σύμβαση ότι θα βαρύνει την ενάγουσα.

Και το τελευταίο αυτό ποσό κατά τα συμφωνηθέντα με τον γενικό όρο 3.2 και με τον πρόσθετο ειδικό όρο 12.1 της μισθωτικής σύμβασης καταβλήθηκε στην εργολήπτρια, κατόπιν μειοδοτικού διαγωνισμού, εταιρεία ΓΝΩΜΩΝ ΑΤΕ από την εναγόμενη και συμψηφίστηκε, μετά την εξόφληση απ' αυτή τιμολογίων που είχαν εκδοθεί στο όνομα της ενάγουσας, στα μισθώματα του πρώτου έτους (1.2.97 - 31.1.98) και με μέρος της πρώτης εξαμηνιαίας δόσης του έτους 1998 (1.2.98 - 31.1.99).

Σημειωτέον ότι ούτε η ενάγουσα διευκρίνισε με την αγωγή και τις πολλαπλές ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις της, ούτε προέκυψε από τις αποδείξεις ποιο ήταν το κόστος αποπεράτωσης του, και κατά τις παραδοχές της ίδιας, ημιτελούς κτηρίου ώστε να καταστεί κατάλληλο για οποιαδήποτε χρήση και συνακολούθως δεν προέκυψε κατά πόσο το ποσό των 350.000.000 δρχ.

το οποίο με τη μίσθωση συνομολόγησε να την βαρύνει (το επί πλέον ποσό των 10.000.000 δρχ. το οποίο ανέλαβε να καταβάλει με τον ίδιο πιο πάνω συμψηφιστικό τρόπο, με το μεταγενέστερο από 5.12.1996 ιδιωτικό συμφωνητικό αφορούσε αποκατάσταση ελαττωμάτων στο ήδη αποπερατωμένο κατά το χρόνο κατάρτισης της μίσθωσης μέρος της οικοδομής) υπερέβαινε, αν υπερέβαινε, αυτό το οποίο θα κατέβαλε σε κάθε περίπτωση προκειμένου να καταστούν εκμεταλλεύσιμες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκμισθώθηκαν.

Επίσης δεν διευκρίνισε η ενάγουσα ούτε προέκυψε τί ποσό απαιτείται να δαπανηθεί για μετατροπή των κατασκευών της εναγομένης, οι οποίες, πάντως, παραμένουν σε όφελος του μισθίου, σύμφωνα με τον 11.1 όρο της μεταξύ τους σύμβασης ("κατά τη λήξη της μισθώσεως η μισθώτρια - υπομισθώτρια υποχρεούται να παραδώσει το μίσθιο....

με όλες τις εν συνεχεία κατασκευές, εγκαταστάσεις και λειτουργίες αυτού, όπως αυτό θα είναι και θα βρίσκεται την 1.2.1998...") ώστε να καταστεί κατάλληλο για τη χρήση για την οποία αρχικώς το προόριζε, γεγονός το οποίο επίσης δεν διευκρίνισε ούτε προέκυψε από τις αποδείξεις. Εξάλλου, και όσον αφορά το εκτός μισθώσεως δώμα της οικοδομής για το οποίο συνομολογήθηκε περιορισμός χρήσης (όρος 6.3) από την .../1993 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας -κανονισμού του Συμβ/φου Αθηνών Γεωρ.

Δροσοπούλου την οποία προσκόμισε με επίκληση η εναγομένη, προκύπτει ότι δεν αποτελούσε οριζόντια ιδιοκτησία και ως εκ τούτου περιλαμβανόταν στα κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη της οικοδομής. Η ενάγουσα δεν προσκόμισε την αναφερόμενη στο μισθωτήριο συμφωνητικό 5416/94 τροποποιητική της αυτής συστάσεως πράξη του ίδιου συμβολαιογράφου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να διαγνωσθεί κατά πόσο ο εν λόγω περιορισμός ήταν βλαπτικός γι' αυτή όπως υποστηρίζει.

Τέλος δεν αποδείχθηκε ότι οι συνομολογηθέντες στο μισθωτήριο όροι 6.1, 6.2 περί περιορισμών της χρήσης των οριζοντίων ιδιοκτησιών του ισογείου που δεν περιλαμβάνονταν στη μίσθωση, όχι ασυνήθεις σε εμπορικές μισθώσεις τόσο υψηλού μισθώματος και μάλιστα με προσαυξημένου επιχειρηματικού κύρους μισθωτές (όπως αναντιλέκτως είναι η εναγόμενη) ήταν ικανοί αφεαυτών να περιορίσουν ουσιαστικά τη δυνατότητα μισθωτικής εκμετάλλευσης των εν λόγω οριζοντίων ιδιοκτησιών".

Στη συνέχεια το Εφετείο, δεχόμενο ότι ανέκυπτε ζήτημα ερμηνείας του επίμαχου όρου 12.2 της συμβάσεως κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, προέβη στην ερμηνεία αυτού ως εξής: "Η αληθινή βούληση των συμβαλλομένων κατά την κατάρτιση και τροποποίηση της ένδικης μίσθωσης ήταν ο όρος αυτός να ισχύει μόνο κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, δηλαδή αυτής των έξι ετών, χρόνος ο οποίος όχι μόνο εξ υποκειμένου, αφού ο αρχικός χρόνος συντμήθηκε μερικές μόλις ημέρες μετά την κατάρτιση της μίσθωσης, αλλά και εξ αντικειμένου ήταν επαρκής για την εξισορρόπηση των εκατέρωθεν παροχών τους ακόμη κι αν συμπεριληφθεί σ' αυτές η εκτός μισθώσεως, μη περιβεβλημένη τον αναγκαίο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και ως εκ τούτου άκυρη, προσυμφωνική σύμβαση πώλησης ακινήτου από την οποία, σε περίπτωση αθέτησης, μόνον αξίωση αρνητικού διαφέροντος θα μπορούσε να γεννηθεί.

Την πραγματική αυτή βούλησή τους οι συμβαλλόμενοι ρητώς εξέφρασαν στον προμνημονευθέντα γενικό 3.5 όρο της σύμβασης όσον αφορά την κατάπτωση της εγγύησης ("...σε περίπτωση αποχωρήσεως της μισθώτριας από το μίσθιο για οποιοδήποτε λόγο πριν από την λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης" χωρίς καν επέκταση στον κατά, μονομερή παράταση χρόνο, δυνατότητα η οποία και από τη σύμβαση αλλά και από τις διατάξεις του άρθρου 6 π.δ. 34/1995 που ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης και τροποποίησης της σύμβασης και καταργήθηκε με το ν. 2741/1999, παρασχέθηκε χάριν της μισθώτριας, και δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί δεδομένη από την εκμισθώτρια).

Mutatis mutandis το ίδιο ισχύει κατά την βούληση των συμβαλλομένων για την προβλεπόμενη από τον επίμαχο πρόσθετο ειδικό όρο υποχρέωση αποζημίωσης 10 μισθωμάτων, ο οποίος λογικώς ως ειδικός συσχετίσθηκε απ' αυτές με τον ανωτέρω γενικό που ρύθμιζε μεταξύ άλλων και τα της κατάπτωσης της εγγύησης. Αλλά και a contrario από τον προαναφερθέντα γενικό 3.3 όρο περί αναπροσαρμογής του μισθώματος που την προβλέπει και για την περίπτωση της αναγκαστικής παράτασης της μίσθωσης συνάγεται η μη ισχύς του επίμαχου όρου στην περίπτωση τέτοιας παράτασης την οποία προέβλεψαν οι διάδικοι και παρά ταύτα δεν διέλαβαν οτιδήποτε σχετικώς στον όρο 12.2.

Κατ' ακολουθίαν και εφόσον η εναγόμενη κατήγγειλε την ένδικη μίσθωση μετά την πάροδο του συμβατικού χρόνου δεν κατέπεσε υπέρ της ενάγουσας η εγγύηση των 100.000.000 δρχ. (όπως αναπροσαρμόστηκε κατά τη διάρκεια της μίσθωσης) ούτε γεννήθηκε από τη σύμβαση αξίωσή της για αποζημίωση ίση με10 μηνιαία μισθώματα".

Με την ανωτέρω ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η μισθώτρια είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση μετά πάροδο διετίας και πριν τη λήξη του συμβατικού χρόνου, με την καταβολή της αυξημένης αποζημίωσης των 10 μισθωμάτων που συμφωνήθηκε και περαιτέρω συνέπεια την κατάπτωση της εγγυοδοσίας, μετά δε τη λήξη του συμβατικού χρόνου η καταγγελία από την πλευρά της θα είχε ως μόνη επιβάρυνσή της την προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση, ίση με τέσσερα μισθώματα, που είναι σύμφωνη με τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών, το Εφετείο ορθώς εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., μετά τη διαπίστωση ότι υπάρχει ασάφεια, αφού έλαβε υπόψη τα συμφέροντα των μερών, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες, το χρόνο και τις συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης καθώς και τη φύση της σύμβασης, χωρίς να δεσμεύεται από την αντίθετη ερμηνευτική άποψη της αναιρεσείουσας, ότι, εάν η αξίωση αποζημίωσης ίσης με δέκα μισθώματα ίσχυε μόνο για το συμβατικό χρόνο μίσθωσης, τούτο θα επέφερε εξαιρετικές επιβαρύνσεις αυτής και ανισότητα των εκατέρωθεν παροχών, η οποία (άποψη), άλλωστε δεν συμβαδίζει α) με την εξαετή διάρκεια της μίσθωσης, στην οποία και μόνο απέβλεψε αυτή και την οποία, προφανώς, θεωρούσε επαρκή προς εξισορρόπηση των παροχών των δύο μερών, αφού δυνατότητα παράτασης παρασχέθηκε χάριν της μισθώτριας και δεν μπορούσε η αναιρεσείουσα να τη θεωρεί δεδομένη, και β) με την πρόβλεψη αποχώρησης της μισθώτριας αζημίως, ως προς την εγγυοδοσία, ήτοι χωρίς κατάπτωση αυτής, μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου.

Το ανωτέρω ερμηνευτικό πόρισμα του Εφετείου είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, που λαμβάνονται υπόψη ως κριτήρια συμπεριφοράς επιβαλλομένης στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου.

Επομένως, το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο και τρίτο λόγους αναίρεσης. Ειδικότερα δεν είναι αντιφατικές οι παραδοχές ότι α) η ενάγουσα υποχρεώθηκε στα πλαίσια της σύμβασης να δαπανήσει 350.000.000 δρχ., προκειμένου το μίσθιο να καταστεί κατάλληλο για την συμφωνημένη με την ένδικη μίσθωση χρήση του, και β) δεν προέκυψε κατά πόσο το ποσό αυτό υπερέβαινε, αν υπερέβαινε, αυτό το οποίο θα κατέβαλλε σε κάθε περίπτωση (η εκμισθώτρια) προκειμένου να καταστούν εκμεταλλεύσιμες οι οριζόντιες ιδιοκτησίες που εκμισθώθηκαν, αφού η πρώτη αφορά σε ένα πραγματικό γεγονός (καταβολή ενός χρηματικού ποσού για συγκεκριμένη διαμόρφωση του μισθίου), ενώ η δεύτερη μία υποθετική κατάσταση, ήτοι το ποσό που θα απαιτείτο προκειμένου να διαμορφωθεί διαφορετικά το μίσθιο για εκμετάλλευση και του οποίου το ύψος δεν μπορούσε να υπολογισθεί, προκειμένου να εκτιμηθεί η τυχόν επιβάρυνση της εκμισθώτριας από τον σχετικό όρο.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι αναίρεσης.

Όταν το δικαστήριο κρίνει, κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, ότι η δήλωση βούλησης παρουσιάζει ασαφή και αμφίβολα σημεία που είναι δυνατόν να διευκρινισθούν με ερμηνεία επιτρέπεται για το σκοπό αυτό να προσφύγει και σε γεγονότα που βρίσκονται έξω από τη σύμβαση, οπότε είναι υποχρεωμένο να λάβει υπόψη του για συναγωγή από αυτά δικαστικών τεκμηρίων και όλα τα έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα τα οποία προσκομίζουν οι διάδικοι, όπως επίσης και τους ισχυρισμούς που προτείνονται και συντελούν στη διάγνωση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβανομένων υπόψη και των συναλλακτικών ηθών.

Αν δε οι ισχυρισμοί αυτοί, οδηγούν υποχρεωτικά, κατά τους κανόνες της λογικής, στην ερμηνευτική άποψη του διαδίκου που τους προτείνει, αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, τέτοιο δηλ. που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δημιουργείται, αν δεν ληφθούν υπόψη, ο σχετικός λόγος αναίρεσης.

Αντίθετα, αν το γεγονός αυτό δεν οδηγεί υποχρεωτικά στην παραδοχή της προσβαλλόμενης ερμηνευτικής άποψης για την έννοια της αληθινής βούλησης του διαθέτη, τότε είναι απλώς επιχείρημα, με συνέπεια η μη λήψη αυτού υπόψη από το Εφετείο, να μη δημιουργεί λόγο αναίρεσης. Στην προκειμένη περίπτωση τα διαλαμβανόμενα στον δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι ο επίμαχος συμβατικός όρος είναι αυτοτελής και δεν διακρίνει αν η καταγγελία λάβει χώρα κατά τη διάρκεια του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης ή της αναγκαστικής εκ του νόμου παράτασής της, ότι ο όρος αυτός στηρίζεται στο πραγματικό της ισχύουσας τότε διάταξης του άρθρου 43 του π.δ. 34/1995 με επαύξηση της αποζημιωτικής ευθύνης του μισθωτή και ότι δεν διατυπώνεται σ' αυτήν αποκλεισμός της εφαρμογής του σε περίπτωση αναγκαστικής παράτασης, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 αλλά απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και συνεπώς ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη, ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995 (άρθρο 12 του Ν. 813/1978, 3 του Ν. 2041/1992), επί συμβάσεως μισθώσεως ρυθμιζόμενης από αυτό, "ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο διετίας από την έναρξη της συμβάσεως να καταγγείλει την μίσθωση. Η καταγγελία γίνεται εγγράφως και τα αποτελέσματα της επέρχονται μετά την πάροδο έξι (6) μηνών από αυτή.

Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση το καταβαλλόμενο κατά τον χρόνο της καταγγελίας μίσθωμα τεσσάρων μηνών". Με την διάταξη αυτή, παρέχεται στον μισθωτή εμπορικής μισθώσεως το δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφ' όσον αφενός μεν η μίσθωση παραμένει ενεργής αφ' ετέρου δε έχει παρέλθει διετία από της ενάρξεώς της.

Η καταγγελία αυτή τελεί υπό αναβλητική προθεσμία εξ μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτού να καταβάλει στον εκμισθωτή εφ' άπαξ αποζημίωση από τέσσερα μηνιαία μισθώματα, υπολογιζόμενα κατά τον χρόνο ασκήσεως της καταγγελίας. Η διάταξη δε αυτή, με την οποία παρέχεται στον μισθωτή το δικαίωμα να καταγγείλει πρόωρα την μίσθωση, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, εφαρμόζεται και στην περίπτωση που έχει λήξει ο συμβατικός ή νόμιμος χρόνος της μισθώσεως και αυτή τελεί σε αναγκαστική παράταση, καταλαμβάνει δε και τις υφιστάμενες μισθώσεις, κατά την έναρξη ισχύος του Ν. 2741/1999, με το άρθρο 7 § 6 του οποίου αντικαταστάθηκε η παράγραφος 1 του άρθρου 1 του Π.Δ. 34/1995 και η διάρκεια της εμπορικής μισθώσεως ορίσθηκε σε δώδεκα έτη.

Εξ άλλου, η ανωτέρω διάταξη αποτελεί κανόνα αναγκαστικού δικαίου και επομένως τα προβλεπόμενα από αυτή δικαιώματα διέπονται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ. 34/1995, κατά την οποία "η παραίτηση οποιουδήποτε από τα μέρη από τα δικαιώματα του παρόντος, κατά την κατάρτιση της μίσθωσης, είναι άκυρη, εφ' όσον το παρόν δεν ορίζει διαφορετικά".

Με την τελευταία αυτή διάταξη, ο νομοθέτης, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία προς αμφότερους τους συμβαλλομένους, υποδεικνύει ότι εξέρχονται από την εξουσία διαθέσεως αυτών οι "κατά την κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως συμφωνίες, με τις οποίες αυτοί (συμβαλλόμενοι) παραιτούνται δικαιωμάτων που θεμελιώνονται στο Π.Δ. 34/1995.

Εν σχέσει δε προς τα δικαιώματα, τα οποία προβλέπονται από την διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, ως παραίτηση νοείται και η συνομολόγηση όρου, ο οποίος διαφοροποιεί με οποιοδήποτε τρόπο την εφαρμογή της διατάξεως αυτής, είτε τροποποιώντας τις προϋποθέσεις γενέσεως του σχετικού δικαιώματος, είτε επιμηκύνοντας την εξάμηνη αναβλητική προθεσμία, είτε συνομολογώντας ποσό αποζημιώσεως μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνιαίων μισθωμάτων.

Η ακυρότητα, όμως, αυτή καταλαμβάνει την παραίτηση και τις, ως άνω, συμφωνίες μόνον όταν αυτές γίνονται, κατά την "κατάρτιση" της συμβάσεως μισθώσεως, όπως σαφώς συνάγεται από την διάταξη του άρθρου 45 του Π.Δ. 34/1995. Επομένως, η παραίτηση και οι, ως άνω, συμφωνίες που εμπεριέχουν παραίτηση, είναι έγκυρες και ισχυρές, εφ' όσον γίνονται μετά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, που καθιερώνεται με τις διατάξεις του άρθρου 5 § 1 του Συντάγματος και του άρθρου 361 ΑΚ και αποτελεί εκδήλωση της ιδιωτικής αυτονομίας.

Συνακολούθως, τέτοιες συμφωνίες, οι οποίες έγιναν κατά την κατάρτιση της συμβάσεως μισθώσεως, είναι άκυρες, η ακυρότητα, όμως, δύναται να θεραπευθεί, με επανάληψή των, μετά την κατάρτιση της συμβάσεως. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη δέχθηκε περαιτέρω και τα εξής: "Σημειωτέον ότι η ενάγουσα δεν σώρευσε βάση που να επιστηρίζει αίτημα καταψήφισης 4 μισθωμάτων από τις διατάξεις του άρθρου 43 ΠΔ 34/1995 όπως ίσχυε κατά το χρόνο γένεσης της σχετικής αξίωσής της, κάτι το οποίο άλλωστε θα ήταν απορριπτέο ελλείψει εννόμου συμφέροντος αφού η εναγομένη, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, της προσέφερε την εν λόγω αποζημίωση και η ίδια την αρνήθηκε ως αντισυμβατική και μη συναρτώμενη με το άρθρο 43 π.δ. 34/1995, αλλά περιορίστηκε στην επίκληση προς θεμελίωσή της, του επίμαχου συμβατικού όρου χωρίς μάλιστα να προκύπτει από τις επικλήσεις της κατά πόσο η συμφωνημένη αποζημίωση τελεί σε σχέση μείζονος προς έλασσον με τη νόμιμη ή συνομολογήθηκε πέραν της νόμιμης.

Διαφορετική εξάλλου εκτίμηση της αγωγής δεν είναι νοητή εφόσον η ενάγουσα δεν διέλαβε στην αίτηση αναίρεσης κατά της 1740/2006 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού η οποία απέρριψε την αγωγή εν συνόλω ως αβάσιμη κατ' ουσίαν κατά το κύριο αίτημά της, κανένα λόγο σχετικώς, όπως προκύπτει από την αναφορά στην 397/2007 του Αρείου Πάγου περί ενός και μόνο λόγου αναίρεσης ο οποίος και έγινε δεκτός με την εν λόγω απόφαση, αλλά ούτε και με τις προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου υποστηρίζει ότι η αγωγή της πρέπει να γίνει δεκτή τουλάχιστον όσον αφορά τα 4 εκ του νόμου οφειλόμενα μισθώματα".

Με το να κρίνει ότι "η ενάγουσα δεν σώρευσε βάση που να επιστηρίζει αίτημα καταψήφισης 4 μισθωμάτων από τις διατάξεις του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995..." δεν παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, μη εφαρμόζοντας ευθέως τη διάταξη του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, δοθέντος ότι η αγωγή στηρίζεται, όπως κρίθηκε από την υπ' αρ. 284/2010 απόφαση του Α.Π., σε άλλη νομική βάση, ήτοι στις διατάξεις των άρθρων 361 Α.Κ., 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 43, 45 του Π.Δ/τος 34/1995, και όχι ευθέως στο άρθρο 43, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, η οποία, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής, δεν σώρευσε επικουρική βάση στηριζομένη στην τελευταία αυτή διάταξη. Έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως προσάπτεται με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά τη δεύτερη αιτίαση αυτού και ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εφ' όσον η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφ' όσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., καθ' όσον απευθύνεται κατά της μίας εκ των δύο αιτιολογιών, εφ' όσον η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.ΑΠ 25/2003, 13/1995, 25/1994, ΑΠ 1652/2010). Αλυσιτελείς είναι επίσης και οι λόγοι που πλήττουν αιτιολογίες πλεοναστικές (ΑΠ 1008/2007). Εξ άλλου κατά το άρθρο 559 αρ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον, όμως, και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.

Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολ.ΑΠ 25/2008).

Τέλος, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" υπό την έννοια της ως άνω διάταξης είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Με τις πρώτη και τρίτη αιτιάσεις του τέταρτου λόγου, η αναιρεσείουσα αποδίδει α) την πλημμέλεια του αρ. 8 του άρθρου 559 για την αιτιολογία "...χωρίς μάλιστα να προκύπτει από τις επικλήσεις της κατά πόσο η συμφωνημένη αποζημίωση τελεί σε σχέση μείζονος προς έλασσον με τη νόμιμη ή συνομολογήθηκε πέραν της νόμιμης", ισχυριζόμενη ότι από την αγωγή προκύπτει ότι η συνομολογηθείσα αποζημίωση των 10 μηνιαίων μισθωμάτων δεν ήταν επί πλέον αλλά αντί της προβλεπομένης από το νόμο, και β) την πλημμέλεια του αρ. 14 για την αιτιολογία "...κάτι το οποίο άλλωστε θα ήταν απορριπτέο ελλείψει εννόμου συμφέροντος αφού η εναγομένη, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, της προσέφερε την εν λόγω αποζημίωση και η ίδια την αρνήθηκε ως αντισυμβατική και μη συναρτώμενη με το άρθρο 43 π.δ. 34/1995...".

Οι αιτιάσεις αυτές, η δεύτερη των οποίων προσιδιάζει στην πλημμέλεια του αρ. 1 και όχι του αρ. 14 του άρθρου 559, αφού παραβιάσεις που αφορούν στο έννομο συμφέρον, ως ουσιαστική προϋπόθεση για παροχή έννομης προστασίας στηρίζουν τον αναιρετικό λόγο του αρ. 1, είναι απορριπτέες ως αλυσιτελείς, διότι η μεν πρώτη πλήττει πλεοναστική αιτιολογία, η δε δεύτερη πλήττει επάλληλη αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 1.800 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 944/5-12-2012 αίτηση για αναίρεση της 1928/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Νοεμβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ