163/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 452/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated163/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Full text
Απόφαση 163 / 2011 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 163/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη), Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 24 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αφοί Γ. Ζ. ΟΕ" που εδρεύει στην Αλεξανδρούπολη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κωστή.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΚΑΠΝΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Αφοι Κ. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην Καλαμάτα και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της Βασίλειο Αντωνόπουλο και Νικόλαο Γεωργακόπουλο, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3 Σεπτεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81/2005 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 452/2007 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21 Οκτωβρίου 2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 11 Ιανουαρίου 2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του πδ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων για τον συντονισμό των δικαίων των κρατών μελών όσον αφορά τους εμπορικούς αντιπροσώπους (ανεξάρτητους επαγγελματίες), όπως τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1995 και312/1995, για την εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος αυτού - οι οποίες εφαρμόζονται για τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από συμβάσεις που συνήφθησαν πριν από την ισχύ του την 1 Ιανουαρίου 1994 (αρθρ. 11 παρ 2) - εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητα του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται "αντιπροσωπευόμενος", την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές επ' ονόματι και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Με τη σύμβαση αυτή ο παραγωγός ή χονδρέμπορος αναθέτει, σε μόνιμη βάση, στον εμπορικό του αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη, συνήθως για ορισμένη περιοχή, μέριμνα των υποθέσεών του, η οποία, ως υποχρέωση του αντιπροσώπου, κατευθύνεται είτε στη διαπραγμάτευση είτε στη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου.
Περαιτέρω, κατά την απορρέουσα από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σε συνδυασμό με το άρθρο 361 ΑΚ αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων, τα μέρη είναι ελεύθερα να διαπλάσσουν τις έννομες σχέσεις τους σε μεγάλο μέτρο και δεν είναι υποχρεωμένα να ακολουθούν τα πρότυπα που θέτει ο νόμος (ΑΠ. 797/1975).
Έτσι, δημιούργημα της σύγχρονης οικονομίας και μόρφωμα, που εξυπηρετεί τις συναλλακτικές ανάγκες της διεπιχειρησιακής συνεργασίας, ως απόρροια της άνω αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων και ιδίως της ελευθερίας προσδιορισμού του περιεχομένου τους, αποτελεί και η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, δηλαδή η ιδιόρρυθμη διαρκής ενοχική σύμβαση, κατά τη διάρκεια της οποίας ο ένας συμβαλλόμενος (παραγωγός ή χονδρέμπορος) υποχρεούται να πωλεί, αποκλειστικώς για μία ορισμένη περιοχή, στον άλλον (διανομέα) τα συμβατικά εμπορεύματα, τα οποία, στη συνέχεια, ο τελευταίος μεταπωλεί σε τρίτους στο δικό του όνομα, για δικό του λογαριασμό και με δικό του επιχειρησιακό κίνδυνο.
Και ενώ, κατ' αρχήν, σε αντίθεση με τον αποκλειστικό διανομέα, που συναλλάσσεται με τους τρίτους στο όνομα και για λογαριασμό του, αναλαμβάνοντας πλήρως τον επιχειρησιακό κίνδυνο, ο εμπορικός αντιπρόσωπος εκτελεί βοηθητική εργασία διαμεσολαβήσεως στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, τελικά δεν αποκλείεται μία συγκεκριμένη σύμβαση αποκλειστικής διάθεσης (διανομής) να προσομοιάζει, κατά περιεχόμενο, με τη σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη μέρη.
Επί της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, εφόσον ελλείπουν διατάξεις στον Εμπ.Ν. που να τη ρυθμίζουν και εν προκειμένω υφίσταται ακούσιο (γνήσιο) νομοθετικό κενό, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής του ΑΚ (ΕμπΝ 91 Εισ.Ν.ΑΚ 3, Α.Π. 139/2006 Α.Π. 812/1991 και 887/1974), σε συνδυασμό, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, με αυτές του π.δ/τος 219/1991 (ιδίως των άρθρων 8 και 9 αυτού), κατά το μέρος τους, εκείνες του π.δ/τος 219/1991, που προσαρμόζονται στη φύση και στο περιεχόμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η οποία ομοιάζει κατά τα ουσιώδη (κρίσιμα) σημεία της, με εκείνη της εμπορικής αντιπροσωπείας.
Όλα δε αυτά υπό το πρίσμα της κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος θεμελιώδους αρχής της ισότητας (πρβλ. Ολ.ΑΠ 72/1987) και της αρχής της καλής πίστης που απορρέει από το άρθρο 288 ΑΚ ιδίως: α) εάν ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του αντισυμβαλλομένου του, έχοντας την ίδια ασθενή θέση και έντονη εξάρτηση από τον παραγωγό, αλλά και τον αυτό βαθμό ένταξης στο δίκτυο διανομής, με τον τύπο του εμπορικού αντιπροσώπου, τον οποίο ο κοινοτικός νομοθέτης είχε υπόψη του όταν θέσπισε τις προστατευτικές διατάξεις της άνω Οδηγίας, β) εάν αυτός συμβάλλει στην επέκταση της πελατείας του αντισυμβαλλομένου του, επιτελών σε σημαντική έκταση καθήκοντα συγκρίσιμα με εκείνα του εμπορικού αντιπροσώπου, συνδεόμενος με το δίκτυο πωλήσεων του παραγωγού ή χονδρεμπόρου όπως ο αντιπρόσωπος, γ) εάν αναλαμβάνει την υποχρέωση να μην ανταγωνίζεται τον αντισυμβαλλόμενό του, δ) εάν το πελατολόγιό του κατά τη σύμβαση είναι σε γνώση του αντισυμβαλλομένου του και μάλιστα, μετά τη λύση της σύμβασης διανομής, περιέρχονται οι πελάτες του στον τελευταίο και ε) εάν γενικώς η οικονομική δράση του διανομέως και τα οικονομικά του οφέλη (ανεξάρτητα από τον τυπικό νομικό χαρακτηρισμό τους) είναι όμοια με εκείνα του αντιπροσώπου.
Ειδικότερα, στις εφαρμοζόμενες και εν προκειμένω διατάξεις των παραγράφων 3, 4 και 8 του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 2 του π.δ/τος 88/1994 και το άρθρο 6 παρ. 2 του π.δ/τος 312/1995 ορίζονται τα εξής: "Όταν η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει με την τήρηση ορισμένης προθεσμίας" (παρ. 3). "Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δευτέρου έτους, τρεις μήνες από την αρχή του τρίτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη" (παρ. 4). "Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση, κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών του υποχρεώσεων, καθώς και σε περίπτωση έκτακτων περιστάσεων" (παρ. 8).
Εξάλλου, μεταξύ των διατάξεων περί εντολής, που εφαρμόζονται στη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, είναι και αυτές των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ. Η πρώτη παρέχει στον εντολέα το δικαίωμα να ανακαλεί την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως, κατά πάντα χρόνο, χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς ή να υφίστανται επιζήμιες συνέπειες, ακόμη και όταν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης.
Ακολούθως, κατά το άρθρο 725 ΑΚ, λύση της συμβάσεως εντολής επιφέρει και η καταγγελία της από μέρους του εντολέα, η οποία επίσης είναι δυνατή κατά πάντα χρόνο και χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας. Το δικαίωμα δε του εντολέα προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ.
Λόγω όμως της φύσεως της συμβάσεως εντολής ως σχέσεως εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής.
Το ίδιο δε δικαίωμα αποζημίωσης έχει ο εντολοδόχος (άρθρο 723 ΑΚ) αν υπάρχουν περιστατικά αναγόμενα στη σφαίρα ευθύνης του εντολέα, ιδιαίτερα δε όταν η καταγγελία είναι άκαιρη και η ανάκληση έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (ΑΠ 881/2010, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 887/1974). Έτσι, στην περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως αυτό κατά τα προεκτεθέντα ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου)ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Εξάλλου, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία.
Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και το σκεπτικό του ορθό αιτιολογικό σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία με την από 1-9-2003 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης ισχυρίσθηκε, όπως δέχθηκε και το Εφετείο, ότι από το έτος 1977 είχε συνάψει με την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία άτυπη σύμβαση εμπορικής συνεργασίας αορίστου χρόνου, βάσει της οποίας η τελευταία την προμήθευε με σιγαρέτα παραγωγής και εμπορίας της προς περαιτέρω διάθεση τους από αυτήν, που διατηρούσε κατάστημα χονδρικής πώλησης καπνιστικών προϊόντων της εναγομένης στην περιοχή της Αλεξανδρούπολης.
Ότι την 21-1-2002 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση, ορίζοντας ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα άρχιζαν μετά πάροδο έξι μηνών. Ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη και καταχρηστική, επειδή έγινε μετά την άρνηση της ίδιας να υπογράψει νέα σύμβαση αποκλειστικής διανομής προϊόντων που της είχε προτείνει η εναγομένη, στην οποία έθετε επαχθείς ως προς αυτήν όρους συνεργασίας κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή.
Ζήτησε δε: α) να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας τους από την εναγομένη είναι άκυρη, ως αντίθετη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη (ενόψει της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης) να συνεχίσει να εκτελεί της παραγγελίες της ίδιας (ενάγουσας) στο σύνολο των καπνικών προϊόντων που παράγει ή εκμεταλλεύεται και θα παράγει ή θα εκμεταλλεύεται στο μέλλον.
Η αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο, τόσον ως προς το πρώτο αίτημά της, με το οποίο ζητείται να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας, λόγω αντιθέσεως αυτής στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, όσον και ως προς το δεύτερο αίτημα της με το οποίο ζητείται να υποχρεωθεί η εναγομένη να συνεχίσει να εκτελεί τις παραγγελίες της ενάγουσας ενόψει της υφισταμένης μεταξύ τους συμβάσεως αποκλειστικής διανομής των προϊόντων που παράγει και εκμεταλλεύεται η τελευταία, για το λόγο ότι η καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη ως καταχρηστική, δεν είναι νόμιμη, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, στην περίπτωση της συμβάσεως αποκλειστικής διανομής, στην οποία εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, καθώς και αυτή του άρθρου 8 του π.δ/τος 219/1991, όπως αυτό κατά τα προεκτεθέντα ισχύει, λόγω της ιδιαίτερης σχέσεως εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σ' αυτήν, η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως αυτής, δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον αποκλειστικό διανομέα (εντολοδόχο) μόνο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτή, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας, ως καταχρηστικής ή για οποιοδήποτε άλλο λόγο, καθώς και την εκπλήρωση της συμβάσεως, αφού εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσεως εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση, εις τρόπον ώστε να μην έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 174 ΑΚ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 180 και 281 του ίδιου Κώδικα, ως προς το κύρος της καταγγελίας μιας τέτοιας σύμβασης.
Επομένως το Εφετείο, που απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς το δεύτερο αίτημά της, δεν παραβίασε, με το να εφαρμόσει, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 724 και 725 του ΑΚ, ούτε παραβίασε, με το να μην εφαρμόσει, τις διατάξεις των άρθρων 174, 180 και 281 του ίδιου Κώδικα και συνεπώς, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, ως προς το πρώτο αίτημα της αγωγής, της αναγνώρισης δηλαδή ότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, από την εναγομένη, ήταν άκυρη, ως καταχρηστική, το Εφετείο δέχθηκε, κατά παραδοχή της πρωτοδίκου αποφάσεως, ότι αυτή είναι νόμιμη, ακολούθως δε μετά από έρευνα σχετικού λόγου της εφέσεως της ενάγουσας για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δέχθηκε ότι η αγωγή της αναιρεσείουσας (ενάγουσας) που στήριζε το αίτημα αυτής για αναγνώριση της ακυρότητας της προρρηθείσης από 12-1-2002 καταγγελίας της συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας διανομής, η οποία υφίστατο μεταξύ αυτής (ενάγουσας) και της εναγομένης, λόγω καταχρηστικής ασκήσεως της εν λόγω καταγγελίας, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, στην συνέχεια δε απέρριψε την έφεση αυτής (ενάγουσας), επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί τα ίδια.
Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρονται αμέσως ανωτέρω, η αγωγή και ως προς το αίτημά της αυτό ήταν μη νόμιμη και ως τοιαύτη έπρεπε να απορριφθεί, ανεξάρτητα από το αν η καταγγελία έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο ή καταχρηστικά, αφού στις περιπτώσεις αυτές μόνο αγωγή αποζημίωσης μπορεί να στηριχθεί. Ενόψει δε αυτών, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, το μεν διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης είναι ορθό, το πιο πάνω όμως αιτιολογικό της είναι εσφαλμένο, αφού η ένδικη αγωγή είναι μη νόμιμη και ως προς το παραπάνω αναγνωριστικό της ακυρότητας της καταγγελίας αίτημα αυτής, έπρεπε δε το Εφετείο, αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ως προς αυτό, να απορρίψει τους σχετικούς λόγους της έφεσης με την παραπάνω αιτιολογία και ακολούθως την έφεση στο σύνολο της (άρθρα 522 και 534 ΚΠολΔ).
Επομένως, αφού το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ορθό, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και η αίτηση αναιρέσεως απορριπτέα. Ωστόσο, πρέπει να αντικατασταθεί το πιο πάνω αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης με το ως άνω ορθό αιτιολογικό της παρούσας και να απορριφθεί η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας και ως προς το αίτημά της για αναγνώριση ως άκυρης της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως εμπορικής συνεργασίας, ως μη νόμιμη, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις παραπάνω αιτιολογίες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21 Οκτωβρίου 2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 452/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Φεβρουαρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Φεβρουαρίου 2011.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ