Legislator Case Law & Legislation
163/2010 AI generated

163/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 163/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/1997 μη οριστική, 9457/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3622/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Απριλίου 2005 αίτησή τους και με τους με ιδιαίτερο, από 5-11-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Legislator headnote

AI generated

163/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο επόμενος και τελευταίος κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο κατά τρόπον εντελώς γενικό και αόριστο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 1, 4, 16, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ., με παράλληλη επίκληση της παρεχούσης στον εισηγητή την δικονομική δυνατότητα αυτεπάγγελτης προτάσεως των λόγων αυτών αναιρέσεως διατάξεως του άρθρου 562§4 Κ.Πολ.Δ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 163 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Ερμηνεία των Συμβάσεων, Αναιρετικός έλεγχος των άρθρων 173, 200 ΑΚ

Αριθμός 163/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη, Νικόλαο Λεοντή και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2 συζ. Χ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γρηγόριο Τιμαγένη.

Της αναιρεσιβλήτου:Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Τσιατά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15 Ιουνίου 1996 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 906/1997 μη οριστική, 9457/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3622/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24 Απριλίου 2005 αίτησή τους και με τους με ιδιαίτερο, από 5-11-2009 δικόγραφο προσθέτων λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Λεοντής, ανέγνωσε την από 16 Νοεμβρίου 2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της 539/24-4-2008 αιτήσεως, με τους με ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, για αναίρεση της 3622/28-4-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη των αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη 539/24-4-2008 αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο προσθέτους αυτής λόγους, προσβάλλεται η 3622/28-4-2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561§2 Κ.Πολ.Δ., εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων. Ειδικότερα με την 5678/25-6-1996 αγωγής της δι' αυτής ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εφέροντο προς διάγνωση αξιώσεις της κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, απορρέουσες από τη συνομολογηθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση πωλήσεως του περιγραφομένου στο δικόγραφο αυτής ακινήτου.

Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε αρχικά η 906/1997 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία τάχθηκε το οικείο σε βάρος των διαδίκων θέμα αποδείξεως, και στη συνέχεια, κατά παραδοχή της, η 9457/2001 οριστική αυτού απόφαση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την 1243/15-2-2002 έφεση, με τον με ιδιαίτερο, 850/1-8-2002, δικόγραφο πρόσθετο αυτής λόγο, επί της οποίας εκδόθηκαν αρχικά οι 538/2003 και 139/2004 μη οριστικές αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών, και στη συνέχεια, μετά την διεξαγωγή των αποδείξεων, οι οποίες δι' αυτών διατάχθηκαν, κατ' αποδοχή της εφέσεως των εναγομένων, εξαφάνιση της προσβαλλόμενης δι' αυτής πρωτοβάθμιας αποφάσεως, εξέταση κατ' ουσίαν της υποθέσεως και μερική παραδοχή της αγωγής, η 3622/2005 οριστική αυτού απόφαση, κρίση της την οποία στήριζε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της, που ενδιαφέρουν τους ερευνώμενους στη συνέχεια λόγους αναιρέσεως, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή της: "Με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο της Συμ/φου Πειραιά Παναγιώτας Βενίτη-Πολιτσοπούλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε λόγω πωλήσεως στους εκκαλούντες (κατά ποσοστό 61/00 στον πρώτο και 39/00 στην δεύτερη εξ αδιαιρέτου), οικοπεδική έκταση 1784 τ.μ., που βρίσκεται στην κοινότητα ..., και επί των οδών ...,και ...,αντί τιμήματος 114.350.000 δρχ., εκ του οποίου ποσό δρχ. 33.500.000 καταβλήθηκε κατά την σύνταξη του συμβολαίου,ενώ το υπόλοιπο εκ δρχ. 81.000.000 συμφωνήθηκε να καταβληθεί με τουςακόλουθους όρους και προϋποθέσεις όπως αυτέςκατά λέξη διατυπώνονται στο εν λόγω συμβόλαιο:

"Επειδή επί του ως άνω λεπτομερώς περιγραφομένουκαι μεταβιβαζομένου οικοπέδου υφίσταται πρασιά,όπως φαίνεται με τα μικρά αλφαβητικά στοιχεία α,β, γ, δ, ε, ζ, α στο πιο πάνω προσαρτώμενο καιαναφερόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, η οποίαδιασχίζει το όπισθεν ορίου αυτού, ενώ θα έπρεπε ναευρίσκεται και στις τρεις προσόψεις του, μεαποτέλεσμα η τυχόν μελλοντικά ανεγερθησομένηοικοδομή να πρέπει να εφάπτεται

επί των ρυμοτομικών γραμμών ή αλλιώς να μην έχει ικανό βάθος με αποτέλεσμα να δημιουργεί και να συνιστά ένα μορφολογικό πρόβλημα, το οποίο βαρύνει το ως άνω μεταβιβαζόμενο οικόπεδο, την ύπαρξη δε αυτού του μορφολογικού προβλήματος στο σημείο αυτό η πωλήτρια α) Ομολογεί και αποδέχεται και β) αναλαμβάνει την υποχρέωση με αποκλειστική επιμέλεια και ευθύνη της να προβεί στην τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της κοινότητας ..., οικοδομικό τετράγωνο 10, με τρόπο ώστε η αναφερόμενη πιο πάνω πρασιά που διασχίζει το όπισθεν όριο του μεταβιβαζομένου οικοπέδου να τεθεί επί του προσώπου αυτού και στους τρεις (3) δρόμους και με πλάτος που έχει και στα υπόλοιπα οικόπεδα του αυτού οικοδομικού τετραγώνου και σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις ανοικοδομήσεως ακινήτου δια της εκδόσεως Προεδρικού Διατάγματος και δημοσιεύσεως αυτού εις το φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως μέχρι της 30ης Δεκεμβρίου 1994 όταν και ορίζεται άτι θα καταβληθεί το υπόλοιπο συμφωνηθέν τίμημα των δρχ. 81.000.000.

Σε περίπτωση κατά την οποία η πωλήτρια, για οποιαδήποτε λόγο και αιτία, δεν μπορέσει να προβεί στην τροποποίηση (και επιτύχει αυτήν) του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της Κοινότητας ... όπως πιο πάνω αναφέρεται (αριθ. φύλλων 15 και 22), τότε δέχεται και γίνεται αμοιβαία αποδεκτό και από τους αγοραστές, όπως παρίστανται και εκπροσωπούνται, όπως το ως άνω οφειλόμενο τίμημα των 81.000.000 δρχ.

να μην καταβληθεί από τους υπόχρεους αγοραστές επί πλέον δε η πωλήτρια αποδέχεται την προκύπτουσα εκ του όρου αυτού μείωση του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος εκ του ποσού των δρχ. 114.350.000 εις το ήδη σήμερα καταβληθέν ποσότων 33.350.000 δρχ., το οποίο όλοι οι συμβαλλόμενοιαναγνωρίσουν ως εύλογο, δίκαιο και πλήρωςανταποκρινόμενο στην πραγματική αξία του πιοπάνω μεταβιβαζομένου οικοπέδου,

το οποίο, πλέον τελεσίδικα πέρα της 30-12-1994 θα συνεχίσει να παραμένει βεβαρημένο με το πιο πάνω μορφολογικό πρόβλημα". Από την ανάγνωση και μόνο του εν λόγω όρου του συμβολαίου,προκύπτουν με σαφήνεια και χωρίς ανάγκη προσφυγήςστις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200ΑΚ, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα εξής: α)ότι το πωληθέν ακίνητο κατά τον χρόνο τηςσύναψης της συμβάσεως

πωλήσεως είχε πραγματικό ελάττωμα συνιστάμενο στο ότι η πρασιά έπρεπε κατά την δόμησή του να τοποθετηθεί στο όπισθεν όριό του, ενώ η πρασιά θα έπρεπε να τοποθετηθεί στις τρεις προσόψεις του, όπως συμβαίνει στα γειτονικά ακίνητα, β) ότι το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα, το οποίο μείωνε ουσιωδώς την αξία και την χρησιμότητα του πράγματος καθόσον επιδρά επί της δόμησης του οικοπέδου γνώριζαν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της σύμβασης, γ) ότι με την ίδια σύμβαση η εφεσίβλητη πωλήτρια ανέλαβε με δική της επιμέλεια και ευθύνη ν' άρει το ελάττωμα αυτό, προκαλώντας την έκδοση του αναγκαίου για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως Προεδρικού Διατάγματος, δ) ότι αν δεν επιτευχθεί η άρση του ελαττώματος, ανεξαρτήτως μάλιστα από υπαιτιότητα ή μη της πωλήτριας, συμφωνήθηκε, ως ποινική ρήτρα, εις βάρος της εφεσίβλητης πωλήτριας, ότι το τίμημα θα μειώνεται κατά το ποσό των 81.000.000 δρχ., όσο δηλαδή η παρακρατηθείσα δόση αυτού.

Περαιτέρω το δικαστήριο κρίνει ότι περί την δήλωση βουλήσεως των μερών υπάρχει κενό και ασάφεια, ως προς το πράγματι ηθελημένο απ αυτά σχετικά με το αν η εν λόγω ποινή θα καταπίπτει με μόνη την άπρακτη πάροδο της 30-12-94 σχετικά με την άρση του ελαττώματος ή αν μεταγενέστερη άρση του ελαττώματος θα νομιμοποιεί την πωλήτρια να αξιώσει την καταβολή του τιμήματος.

Το δικαστήριο ερμηνεύοντας τη δήλωση των μερών, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, δηλαδή η συναλλακτική συμπεριφορά και άλλων συναλλασσομένων σε παρόμοιες συμβάσεις, οδηγείται στην κρίση ότι η εν λόγω προθεσμία εκπλήρωσης της υποχρέωσης της εφεσίβλητης πωλήτριας τέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη "ενδεικτικά", δεδομένου ότι δεν εξαρτιόταν από τη δική της βούληση ή εκπλήρωση της αναληφθείσας υποχρέωσης, αλλά έπρεπε να κινηθεί ένας περίπλοκος διοικητικός γραφειοκρατικός μηχανισμός, μη ελεγχόμενος από τη πωλήτρια και γι' αυτό η ένθεση της προθεσμίας σκοπούσε μόνο στη δραστηριοποίηση της πωλήτριας προς τη κατεύθυνση των αναγκαίων από μέρους της διατυπώσεων προς τις πολεοδομικές αρχές.

Πέραν τούτου, η ανάληψη εκ μέρους της πωλήτριας της εκκαθάρισης της πολεοδομικής εκκρεμότητας υπηρετούσε το συμφέρον των εκκαλούντων αγοραστών οι οποίοι μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαν να εκμεταλλευθούν πλήρως το αγορασθέν οικόπεδο, σκοπός ο οποίος δεν ματαιώνεται με την εκπρόθεσμη άρση του ελαττώματος, αλλά θα εξακολουθούσε να υπάρχει και να υπηρετείται με την μετά την 30-12-94 άρση του ελαττώματος οικοδόμηση του.

Ακόμη το οικόπεδο και μετά την εκπρόθεσμη άρση του εν λόγω ελαττώματος θα αποκτούσε την πραγματική και αγοραία αξία στην οποία ανταποκρίνονταν το συμφωνηθέν από τα μέρη τίμημα και συνεπώς σε περίπτωση παραδοχής της ερμηνευτικής άποψης των εκκαλούντων ότι η πάροδος της προθεσμίας της 30-12-94 αποκλείει οριστικά την πωλήτρια να διεκδικήσει το υπόλοιπο τίμημα των 81.000.000 δρχ.

παρότι θα είχε αρθεί έστω και μεταγενέστερα το ελάττωμα, θα καθιστά την σύμβαση "λεόντια" αφού οι αγοραστές θα είχαν στην κυριότητά τους οικόπεδο αξίας 114.350.000 δρχ και η πωλήτρια τίμημα μόνο 33.350.000 δρχ. πράγμα που οι εντίμως και υγειώς συμβαλλόμενοι δεν αποδέχονται κατά τα συναλλακτικά ήθη. Άλλωστε, και τα μέρη, τελούντα σε πλήρη συνείδηση του επιδιωκομένου σκοπού της άρσης του ελαττώματος, έστω και μετά της 30-12-94, όρισαν στην άνω σύμβαση ότι η μείωση του τιμήματος στο ποσό των 33.350.000 δρχ.

είναι εύλογη και δίκαιη, όταν το οικόπεδο παραμείνει "τελεσίδικα" πέραν της 30-12-94, βεβαρημένο, δηλαδή το ελάττωμα θα παραμένει πλέον σε μόνιμη και διαρκή βάση και όχι για το χρονικό ορίζοντα που οι προσπάθειες άρσεως του ελαττώματος θα συνεχίζονται με κάποια βεβαιωμένη προοπτική επιτυχίας. Δηλαδή, συνάγεται κατά την κρίση του δικαστηρίου ότι η ανωτέρω τεθείσα στο συμβόλαιο προθεσμία της 30-12-94 δεν είχε αναχθεί, κατά την βούληση των συμβαλλομένων, σε τόσο ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως, ώστε η παροχή αυτή της εφεσίβλητης να εκτελεστεί αποκλειστικά και μόνο εντός αυτής της προθεσμίας, αλλά αποτελούσε ένα ενδεικτικό χρονικό σημείο άρσης του ελαττώματος εκ μέρους του πωλητή οπότε και μόνο και μετά την άρση του ελαττώματος θα εδικαιούτο κατά την σύμβαση, να αξιώσει την καταβολή του υπολοίπου τιμήματος των 81.000.000 δρχ., και πλέον το πωληθέν θα είχε την πραγματική αξία του συνολικού τιμήματος των δρχ. 114.350.000 δρχ.

Αποδεικνύεται ακόμη ότι η εφεσίβλητη αμέσως μετά την υπογραφή του συμβολαίου άρχισε να επιμελείται της εκπλήρωσης της άνω συμβατικής υποχρεώσεως με τις ακόλουθες ενέργειές της: Την 10-1-94 κατέθεσε σχετική αίτηση στην κοινότητα ..., η οποία με την 9/12-1-94 απόφαση του συμβουλίου της, ενέκρινε το σχετικό ρυμοτομικό διάγραμμα για τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, που είχε εκπονήσει η τεχνική της υπηρεσία, και την 15-3-94 διαβίβασε τον σχετικό φάκελο στην Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής.

Αυτή όμως λόγω αναρμοδιότητας για επίλυση του θέματος με το ... έγγραφό της διαβίβασε την υπόθεση στην Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υ.Π.Ε.ΧΩ.ΔΕ. η οποία επιλαμβάνεται του θέματος και, με το υπ' αρθ. ... έγγραφό της επιστρέφει τον φάκελο στην κοινότητα, απαιτώντας νέα στοιχεία για την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου.

Η κοινότητα λαμβάνει γνώση της ανάγκης συμπλήρωσης του φακέλου την 19-7-94 οπότε μεεπιμέλεια της εφεσίβλητης συντάσσεται το απαιτούμενο τοπογραφικό διάγραμμα και επαναλαμβάνεται η όλη διαδικασία με έγκριση του από 15-9-1994 νέου τοπογραφικού διαγράμματος και της από 16-9-94 τεχνικής έκθεσης εκ μέρους του κοινοτικού συμβουλίου και γνωμοδότησης, υπέρτης απαιτουμένης τροποποίησης.

Με το 3395/26-10-94 έγγραφο της Κοινότητας, ο όλος φάκελοςόπως έχει διαμορφωθεί, μετά τις οδηγίες τηςαρμόδιας Διεύθυνσης του Υ.Π.Ε.ΧΩ.Δ.Ε διαβιβάζεται στη Διεύθυνση Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, η οποία μετά την θεώρηση του διαγράμματος και της τεχνικής έκθεσης με το υπ' αριθ. 27466/1502/94 έγγραφό της τον διαβιβάζει περαιτέρω στο Υ.Π.Ε.ΧΩ.ΔΕ.

όπου εισάγεται με το ...έγγραφο. Στη συνέχεια οι εκκαλούντες αναλαμβάνουν την περαιτέρω διεκπεραίωση της υποθέσεως με πρόσληψη των μηχανικών..., οι οποίοι συνεχίζοντας τις ενέργειες της εφεσίβλητης κατά την διάρκεια του επομένου έτους (1995), με συνεχείς παραστάσεις στις αρμόδιες διευθύνσεις τοπογραφικών εφαρμογών και πολεοδομικού σχεδιασμού, για παροχή διευκρινήσεων και πληροφοριών σχετικά με τη κρατούσα ρυμοτομική κατάσταση της περιοχής και υποβολή ορισμένων εγγράφων (τίτλους, ιδιοκτησίας, φωτογραφίες, τοπογραφικό διάγραμμα με αποτύπωση των υφισταμένων δένδρων του οικοπέδου) γνωμοδοτήσεων των νομικών Τ.

Κορωναίου για τους τίτλους ιδιοκτησίας του οικοπέδου καιυπομνήματος των δύο μηχανικών για τη χρήσηγης, αλλά και στο Συμβούλιο Επικρατείας,επιτυγχάνεται τελικά, την 5-4-96, να δημοσιευθείστην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως το τροποποιημένορυμοτομικό σχέδιο της Κοινότητας ..., με τοοποίο εξαλειφόταν το μορφολογικό πρόβληματου οικοπέδου.

Σύμφωνα λοιπόν, με τα προεκτεθέντα αφού αποκαταστάθηκε έστω και εκπρόθεσμα το άνω πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος οικοπέδου και αυτό κατέστη κατάλληλο για τον σκοπό που αγοράστηκε, κατά την συμφωνία των μερών, δεν επήλθε η καταπτωτική της ποινής που θα είχε συνέπεια την συμφωνημένη για την περίπτωση αυτή μείωση του τιμήματος της ποινικής ρήτρας, οι εκκαλούντες είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν και την εκ δρχ. 81.000.000 παρακρατηθείσα από αυτούς δόση τουτιμήματος, η πράξη δε εξοφλήσεως που συνέταξανμονομερώς στις 10-1-95 ενώπιον της ίδιας ως άνωσυμβολαιογράφου, κάνοντας χρήση του σχετικούδικαιώματος που τους παρείχε το πωλητήριοσυμβόλαιο, στερείται ουσιαστικού κύρους, αφούδεν ανταποκρίνεται προς την αλήθεια δεδομένουότι, ουδέν ποσό καταβλήθηκε έκ των 81.000.000δρχ.

προς την εφεσίβλητη.

Συνεπώς η αγωγή κατάτα αιτήματα της περί καταβολής του υπολοίπουτιμήματος και αναγνώρισης ότι η πράξη ... της Σ/φου Πειραιώς Παναγιώτας Βενίτη είναιάκυρη και στερείται εννόμων συνεπειών αυτό,είναι νόμιμη, στηρίζεται στο άρθρο 513 ΑΚ. καιουσιαστικά βάσιμη και πρέπει να γίνει δεκτή,ενόψει δε των ανωτέρω παραδοχών είναι ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων ότι το τίμημα δεν οφείλεται, διότι η προθεσμία που τέθηκε στην σύμβαση είναι ακριβόχρονης εκπλήρωσης, ότι η συμφωνία αποτελούσε αίρεση που πληρώθηκε και ότι δεν συμφωνήθηκε ποινική ρήτρα αλλά, μείωση του τιμήματος λόγω ελαττώματος". Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως εναντιώνονται οι ηττηθέντες εκκαλούντες-εναγόμενοι με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως και τους με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους και με την έννοια αυτή ερευνώνται στη συνέχεια οι διατυπούμενοι δι' αυτών λόγοι αναιρέσεως. (i) Κύριο δικόγραφο.

Eιδικότερα, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Εξάλλου, οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και καθεμία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση, η δε δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη.

Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται στις συναλλαγές, κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονα ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τη φύση της σύμβασης.

Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύει και εξειδικεύει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες που εισάγουν οι πιο πάνω διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και όταν, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει στις εν λόγω διατάξεις για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δι' αυτής συμβληθέντων, είτε παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων, καθώς και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη.

Έμμεση διαπίστωση κενού στη σύμβαση ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βουλήσεως προκύπτει όταν παρά τη ρητή διαβεβαίωση περί της ανυπαρξίας τους, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, από την οποία αποκαλύπτεται, ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό η αμφιβολία σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων, συνεπεία των οποίων δημιουργήθηκε η ανάγκη προσφυγής σε ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως.

Η έμμεση αυτή διαπίστωση κενού η αμφιβολίας μπορεί να προκύπτει εκ του γεγονότος ότι το δικαστήριο για την αληθινή έννοια της συμβάσεως έλαβε υπόψη του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία που βρίσκονται έξω από το κείμενο της συμβάσεως ή χρησιμοποιεί επιχειρήματα. Στις σημειούμενες στην αρχή της παρούσης αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης διαλαμβάνεται με πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες (α) ότι το ακίνητο, που αποτέλεσε αντικείμενο της συνομολογηθείσης μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως πωλήσεως, κατά τον χρόνο καταρτίσεως αυτής είχε πραγματικό ελάττωμα, συνιστάμενο στο ότι η πρασσιά έπρεπε να τοποθετηθεί κατά την δόμησή του στο όπισθεν όριο αυτού αντί στις τρείς προσόψεις αυτού, όπως συμβαίνει στα γειτονικά ακίνητα, (β) ότι το εν λόγω πραγματικό ελάττωμα, το οποίο μείωνε ουσιωδώς την αξία και τη χρησιμότητα του πράγματος, καθόσον επιδρά επί της δομήσεως του πράγματος, γνώριζαν αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τη σύναψη της συμβάσεως, (γ) ότι με την ίδια σύμβαση, η αναιρεσίβλητη πωλήτρια ανέλαβε με δική της επιμέλεια και ευθύνη να άρει το ελάττωμα, προκαλώντας την έκδοση του αναγκαίου για την τροποποίηση του σχεδίου πόλεως προεδρικού διατάγματος και (δ) ότι αν δεν επιτευχθεί η άρση του ελαττώματος, ανεξαρτήτως μάλιστα από υπαιτιότητα ή μη της πωλήτριας, συμφωνήθηκε, ως ποινική ρήτρα σε βάρος της αναιρεσίβλητης πωλήτριας, ότι το τίμημα θα μειώνεται κατά το ποσό των 81.000.000 δρχ, ισόποσο με την παρακρατηθείσα δόση αυτού, με την αναιρετικώς ανέλεγκτη παραδοχή ότι η έννοια αυτή του εν λόγω όρου της συμβάσεως είναι σαφής και δεν παρίσταται ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, εκτίμησή της η οποία επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι στην περί των πραγμάτων αυτών κρίση της κατέληξε από την ανάγνωση και μόνο του εν λόγω όρου της συμβάσεως και (ε) διαπίστωσε κενό και ασάφεια περί την δήλωση της βουλήσεως των μερών ως προς το πράγματι υπ' αυτών ηθελημένο αναφορικά με το αν η εν λόγω ποινή θα καταπίπτει με μόνη την άπρακτη πάροδο της 30ης-12-1994 σχετικά με την άρση του ελαττώματος ή αν η μεταγενέστερη άρση του ελαττώματος θα νομιμοποιεί την πωλήτρια να ζητήσει την καταβολή σ' αυτή του παρακρατηθέντος τιμήματος, λόγο για τον οποίο και προσέφυγε στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200 ΑΚ, κατ' ορθή εφαρμογή των οποίων, με βάση τα εκτιθέμενα στις αιτιολογίες της πραγματικά περιστατικά, κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η ορισθείσα προθεσμία ήταν ενδεικτική, κρίση της η οποία δικαιολογούσε την παραδοχή της κατά των αναιρεσειόντων απευθυνόμενης αγωγής της αναιρεσίβλητης, με τη οποία εδιώκετο (i) να αναγνωρισθεί ότι στερείται εννόμων συνεπειών η συνταχθείσα ενώπιον της συμ/φου Πειραιώς Παναγιώτας Βενίτη-Πολιατοπούλου ...

πράξη εξοφλήσεως και (ii) η καταβολή του παρακρατηθέντος και οφειλομένου υπολοίπου τιμήματος της πωλήσεως, κεφάλαιο της προσβαλλόμενης αποφάσεως στο οποίο περιορίζεται το αντικείμενο της παρούσης αναιρετικής διαδικασίας. Επομένως οι προβαλλόμενες με τον πρώτο κατά σειρά λόγο αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου, αντίστοιχα, παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ελέγχονται ως αβάσιμες.

Όμοια αρνητικά αξιολογείται, προεχόντως ως απαράδεκτος, ο επόμενος και τελευταίος κατά σειρά λόγο αναιρέσεως, με τον οποίο κατά τρόπον εντελώς γενικό και αόριστο προβάλλονται οι αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 1, 4, 16, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ., με παράλληλη επίκληση της παρεχούσης στον εισηγητή την δικονομική δυνατότητα αυτεπάγγελτης προτάσεως των λόγων αυτών αναιρέσεως διατάξεως του άρθρου 562§4 Κ.Πολ.Δ.

(ii) Πρόσθετο δικόγραφο. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, δεχόμενο πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση, κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, συντρέχει όταν υπάρξει διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή λάθος στην ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου.

Η παραμόρφωση μπορεί να γίνει θετικά, με τη μεταβολή του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά με την παράλειψη χρήσιμων περικοπών και το ζήτημα πρέπει να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου και όχι όταν το συνεκτίμησε μαζί με τις άλλες αποδείξεις, χωρίς να εξαίρεται το έγγραφο ως προς το πόρισμα περί υπάρξεως ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Δεν ιδρύεται όμως ο αναιρετικός αυτός λόγος όταν αναφέρεται στην εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου για τη συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων. Το δικαστήριο της ουσίας, στην κρίση του ότι η οριζόμενη στον με στοιχ. (δ) όρο της συμβάσεως πωλήσεως προθεσμία (30-12-1994) είναι ενδεικτική, με την παράθεση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του, αυτούσιου του εν λόγω όρου, κατέληξε, στο προαναφερόμενο, αποδεικτικό πόρισμά του μετά την διαπίστωση κενού και ασάφειας κατά τούτο ως προς την δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως των συμβληθέντων διαδίκων, κατόπιν προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Η αυτούσια παράθεση στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως του επίμαχου όρου της συμβάσεως αποκλείει την λάθος ανάγνωση αυτού. Κατά συνέπεια η αποδιδόμενη με τον πρώτο κατά σειρά λόγο πλημμέλεια της αναιρετικής αιτιάσεως από το άρθρο 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της παραμορφώσεως του περιεχομένου του όρου αυτού της συμβάσεως, είναι αβάσιμη.

Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του που με αυτόν υποστηρίζεται ότι επρόκειτο για δεσμευτική προθεσμία, με κατάπτωση της συνομολογηθείσης ποινικής ρήτρας μετά την άπρακτη παρέλευσή της, είναι απαράδεκτος γιατί προσβάλλεται στην πραγματικότητα η ουσιαστική κρίση του Εφετείου, ήτοι η συναγωγή αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Οι αποτελούντες εν προκειμένω το αντικείμενο της αγωγής αξιώσεις της αναιρεσίβλητης θεμελιώνοντο, όπως από αυτή προκύπτει και επαναφέρθηκε στο Εφετείο προς έρευνα, στην διατύπωση του αγωγικού ισχυρισμού ότι αποκαταστάθηκε το πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος από εκείνη στους αναιρεσείοντες ακινήτου, ότι η οριζόμενη προς τούτο, μέχρι 30-12-1994 προθεσμία είναι ενδεικτική και ότι εντεύθεν η αναιρεσίβλητη δικαιούται να διεκδικήσει το παρακρατηθέν τίμημα ποσού 81.000.000 δραχμών.

Ο αντίθετος περί τούτου ισχυρισμός των αναιρεσειόντων, ως εναγομένων, αξιολογήθηκε ως ένσταση, ερειδομένη στις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361, 405 § 2 ΑΚ, και τάχθηκε με την 906/1997 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου το σχετικό σε βάρος των τελευταίων θέμα αποδείξεως, χωρίς να προβάλλεται πλημμέλεια, που να προβλήθηκε στο Εφετείο, περί την κατανομή του υποκειμενικού βάρους αποδείξεως.

Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος κατά σειρά λόγοι, με τους οποίους, με αναφορά στο άρθρο 559 αρ. 8 και 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται αντίστοιχα στην προσβαλλόμενη δι' αυτής απόφαση ότι, χωρίς να έχει προταθεί, λήφθηκε υπόψη και ερευνήθηκε ο χαρακτήρας της ορισθείσης προθεσμίας εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως της αναιρεσίβλητης προς αποκατάσταση του πραγματικού ελαττώματος του πωληθέντος ακινήτου, χωρίς παράλληλα να ταχθεί το οικείο θέμα αποδείξεως, με ανεπίτρεπτη επιπρόσθετα εναντίωση στην ανέλεγκτη σχετική περί πραγμάτων κρίση της, ελέγχονται ως αβάσιμοι.

Όμοια αρνητικά αξιολογούνται οι επαναδιατυπούμενες με τους απομένοντες προς έρευνα δεύτερο και τρίτο κατά σειρά λόγους αναιρετικές αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., με την έννοια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των άρθρων 173, 200 ΑΚ, οι οποίες ομοίως, με βάση τις αυτές, με στοιχ. (i) παρούσης, αιτιολογίες, ελέγχονται ως αβάσιμες.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την 539/24-4-2008 αίτηση, με τους ιδιαίτερο, 235/5-11-2009, δικόγραφο πρόσθετους αυτής λόγους, των Χ1 και Χ2 συζ. Χ1, για αναίρεση της 3622/28-4-2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800,00) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 1 Φεβρουαρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ