Legislator Case Law & Legislation
163/2007 AI generated

163/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 163/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2002, 16-7-2002, 14-3-2003, 9-9-2002 και 10-9-2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

163/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Keywords

AI generated
traumatic brain injury fatal collision motorcycle road accident bodily harm to minor severity of accident accident victim
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 163 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 163/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ασφαλιστικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΕΥΡΩ ΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μάλλιο.

Των αναιρεσιβλήτων: αναφέρονται 5 αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κωνσταντούλα Κανδηλιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 10-3-2002, 16-7-2002, 14-3-2003, 9-9-2002 και 10-9-2002 αγωγές, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2126/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1017/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15 Μαϊου 2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 24 Νοεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι.- Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, συνεπώς και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ, που έχουν εφαρμογή και επί συγκρούσεως μεταξύ δύο ή περισσότερων οχημάτων, κατά το άρθρο 10 του ν.ΓΠΝ/1911, προκύπτει, ότι, όταν στη γένεση ή στην έκταση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί, κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Οι έννοιες της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή μη συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση ή την έκταση της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου περί του εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, μπορούν καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας να θεωρηθούν ως συνδεόμενα αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση τόσο ως προς την ύπαρξη στη συγκεκριμένη περίπτωση αιτιατής σχέσεως μεταξύ της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς και του ζημιογόνου αποτελέσματος, όσο και ως προς το βαθμό του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Περαιτέρω, η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει, αυτή καθεαυτή, υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος ή στην έκταση της εξ αυτού ζημίας, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 παρ.6 του ν.2696/1999 (Κ.Ο.Κ), επιβάλλεται στους οδηγούς και στους επιβάτες μοτοσικλετών να φορούν προστατευτικό κράνος. Η παράλειψη χρήσεως προστατευτικού κράνους από τέτοιο πρόσωπο σε περίπτωση συγκρούσεως μοτοσικλέτας με αυτοκίνητο θεμελιώνει συντρέχον πταίσμα αυτού κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 300 ΑΚ, εφόσον η παράλειψη αυτή, ως εκ του είδους των σωματικών κακώσεων, συνδέεται αιτιωδώς με αυτές.

Αν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει και με τη χρήση προστατευτικού κράνους, τότε δεν συντρέχει η απαιτούμενη αιτιώδης συνάφεια και δεν καταλογίζεται συντρέχουσα αμέλεια στο πρόσωπο, που παρέλειψε να το φορέσει. Τέλος, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς ή κάθε μία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήσσεται καθόλου ή δεν πλήσσεται επιτυχώς η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες, οι λόγοι αναιρέσεως, που αφορούν άλλη αιτιολογία, απορρίπτονται ως αλυσιτελείς.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, αναφορικώς με την υπαιτιότητα των εμπλακέντων στο αυτοκινητικό ατύχημα, δέχθηκε ανελέγκτως, με την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ενδιαφέρον εδώ μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 29-4-2001 και περί ώρα 05.30 ο Χ1, οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφ. ....δίκυκλη μοτοσικλέτα, στην οποία επέβαινε και η Χ2, θυγατέρα, αδελφή και εγγονή των ήδη αναιρεσιβλήτων, έβαινε επί της λεωφόρου ...., στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου, κινούμενος στο προς....

ρεύμα κυκλοφορίας, που αποτελείται από τρεις λωρίδες κυκλοφορίας και συγκεκριμένα στο δεξιό άκρο της αριστερής λωρίδας. Όταν έφθασε στο ύψος του αριθμού ....ης ως άνω λεωφόρου, επιχείρησε αλλαγή της πορείας του προς τα αριστερά προκειμένου να εισέλθει στην εκεί υφιστάμενη ανώνυμη οδό και να κατευθυνθεί ακολούθως προς την Αθήνα, χωρίς προηγουμένως να προειδοποιήσει με το δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως της δίκυκλης μοτοσικλέτας για την πρόθεσή του αυτή.

Την ίδια στιγμή εκινείτο πίσω του με την ίδια κατεύθυνση, επίσης στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου ...., το υπ' αριθμ. κυκλοφ. ..... αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο ιδιοκτήτης του Ζ1 τελώντας υπό την επήρεια οινοπνεύματος, αφού με την μέθοδο της αιμοληψίας βρέθηκε οινόπνευμα στο αίμα του σε ποσοστό 1,21 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος, και βαίνοντας με μεγάλη ταχύτητα, που ανερχόταν περίπου σε 80 χιλιόμετρα ωριαίως και υπερέβαινε κατά πολύ το νόμιμο όριο ταχύτητας των 50 χιλιομέτρων ωριαίως, ο οποίος, επειδή η μοτοσικλέτα εκινείτο στο δεξιό άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας, επί της οποίας έβαιναν και με μικρή ταχύτητα και επειδή δεν αντιλήφθηκε ότι η μοτοσικλέτα είχε πρόθεση να στρίψει αριστερά, συνέχισε την πορεία του με την ίδια ταχύτητα για να προσπεράσει ανεπιτρέπτως τη μοτοσικλέτα από αριστερά.

Ενώ λοιπόν η μοτοσικλέτα είχε πάρει κλίση προς τα αριστερά και άρχισε να διασχίζει διαγωνίως την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, το αυτοκίνητο επέπεσε με την ταχύτητα που έβαινε με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του στην πίσω αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας, με συνέπεια να εκτινάξει την μοτοσικλέτα και τους επιβαίνοντας σ' αυτήν και η επιβαίνουσα στην μοτοσικλέτα Χ2, να κτυπήσει αρχικά στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου και ακολούθως να εκτιναχθεί στο οδόστρωμα, να συρθεί σε αυτό και συγκεκριμένα στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας σε ευθεία γραμμή και σε απόσταση μεγαλύτερη των 40 μέτρων και να καταλήξει στο οδόστρωμα της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας μέσα σε λίμνη αίματος, αφήνοντας μάλιστα κατά το σύρσιμό της και ίχνη αίματος μήκους 22,80 μέτρων στη μέση της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας.

Υπό τις ανωτέρω συνθήκες το ατύχημα οφείλεται σε αμέλεια και των δύο οδηγών των οχημάτων, που συγκρούστηκαν, αφού αμφότεροι δεν επέδειξαν κατά την οδήγηση των οχημάτων τους την επιμέλεια που θα επιδείκνυε ο κάθε μέσος συνετός οδηγός αυτοκινήτου και μοτοσικλέτας υπό τις ίδιες συνθήκες αλλ' οδηγώντας αμελώς, ο μεν οδηγός της μοτοσικλέτας, ενώ προτίθετο να στρίψει αριστερά και να εισέλθει στην ανώνυμη οδό, δεν εκινείτο στο άκρο αριστερό της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας της λεωφόρου ..., αλλά στο δεξιό άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας και δεν προειδοποίησε με τον δείκτη πορείας της μοτοσικλέτας, που οδηγούσε, ότι θα πραγματοποιούσε ελιγμό προς τα αριστερά, αλλά κινήθηκε χωρίς προειδοποίηση προς τα αριστερά για να διασχίσει διαγώνια την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας και να εισέλθει στην ανώνυμη οδό, ο δε οδηγός του αυτοκινήτου, αφενός μεν οδηγούσε υπό την επήρεια μέθης το αυτοκίνητό του, με συνέπεια να μην αντιλαμβάνεται έγκαιρα τους κινδύνους και να μην μπορεί να αντιδράσει και έγκαιρα, αφετέρου δε έβαινε με την μεγάλη ταχύτητα των 80 περίπου χιλιομέτρων ωριαίως, που ξεπερνούσε το όριο της κατοικημένης περιοχής των 50 χιλιομέτρων ωριαίως και επιχείρησε να προσπεράσει την προπορευόμενη και κινούμενη στο δεξιό άκρο της αριστερής λωρίδας κυκλοφορίας μοτισκλέτα, χωρίς να έχει στραμμένη την προσοχή του στο δρόμο και σ' αυτήν, που προπορευόταν στην ίδια λωρίδα, με συνέπεια να μην αντιληφθεί έγκαιρα τον ελιγμό προς τα αριστερά της μοτοσικλέτας, να μην μπορέσει να μειώσει έγκαιρα την ταχύτητά του για να αποφύγει τη σύγκρουση με τη μοτοσικλέτα ή να πραγματοποιήσει έγκαιρα αποφευκτικό ελιγμό προς τα δεξιά, για να αποφύγει τη σύγκρουση μαζί της, και να επιπέσει με σφοδρότητα πάνω στην πίσω αριστερή πλευρά της μοτοσικλέτας κατά την στιγμή που αυτή είχε πάρει κλίση και άρχισε να διασχίζει διαγώνια την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της λεωφόρου...., στην οποία κινούνταν αμφότερα τα οχήματα.

Έτσι, το ως άνω ατύχημα, οφείλεται κατά μεγαλύτερο ποσοστό και μάλιστα κατά ποσοστό 60% σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού του αυτοκινήτου Ζ1 και σε μικρότερο ποσοστό και μάλιστα σε ποσοστό 40% σε υπαιτιότητα (αμέλεια) του οδηγού της μοτοσικλέτας Χ1, αφού κατά τα ποσοστά αυτά συντέλεσε η αμελής οδήγηση του καθενός στην επέλευση του ατυχήματος.

Από το ως άνω ατύχημα τραυματίστηκε θανάσιμα η επιβάτης της μοτοσικλέτας Χ2 η οποία υπέστη κάταγμα κρανίου με εγκεφαλικό οίδημα και υπαραχνοειδή αιμοραγία, κατάγματα πλευρών δεξιού ημιθωρακίου με εκτεταμένη παραπυλική ρήξη του δεξιού πνεύμονος και εκτεταμένο δεξιό αιμοθώρακα και απεβίωσε από τις κακώσεις αυτές.

Ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι συντέλεσε στην επέλευση του θανάτου της και δικό της πταίσμα επειδή δεν φορούσε κράνος κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ο θάνατός της θα επερχόταν ακόμη και αν φορούσε κράνος εξαιτίας των σοβαρών καταγμάτων και τραυμάτων στην περιοχή του θώρακα και συγκεκριμένα από την εκτεταμένη παραπυλική ρήξη του δεξιού πνεύμονος και τον εκτεταμένο δεξιό αιμοθώρακα, που προφανώς προκλήθηκαν από την εκσφενδόνιση της και την πτώση της επί του οδοστρώματος, αλλά και εξαιτίας της σφοδρότητας της προσκρούσεώς της επί του ανεμοθώρακα (παρμπρίζ) του αυτοκινήτου και εν συνεχεία επί του ασφάλτινου οδοστρώματος δεν θα απέφευγε την πρόκληση βαριών κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων, ακόμη και αν φορούσε κράνος, με συνέπεια η σχετική παράλειψή της να φορέσει κράνος να μην σχετίζεται αιτιωδώς με το ζημιογόνο αποτέλεσμα του θανάτου της.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο κατά τον προσδιορισμό της οφειλομένης στους αναιρεσιβλήτους στενούς συγγενείς της θανούσης εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης έλαβε υπόψη και τη μη συνδρομή συντρέχοντος πταίσματος αυτής για τον θάνατο της. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο αναφορικώς με το ουσιώδες ζήτημα της ανυπαρξίας συντρέχοντος πταίσματος της θανούσης και ειδικότερα της μη συνδρομής αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παραλείψεώς της να φορέσει προστατευτικό κράνος και του επελθόντος θανάτου της, αφού με την πρώτη αιτιολογία δέχεται ότι ο θάνατός της θα είχε επέλθει ακόμη και αν ακόμη φορούσε κράνος, εξαιτίας των σοβαρών καταγμάτων και τραυμάτων της στην περιοχή του θώρακα και συγκεκριμένα από την εκτεταμένη παραπυλική ρήξη του δεξιού πνεύμονα και τον εκτεταμένο δεξιό αιμοθώρακα, που προκλήθηκαν από την εκσφενδόνισή της και την πτώση της επί του οδοστρώματος.

Κατά συνέπεια, ο αντίθετος δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί. Ο ίδιος λόγος, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αυτές αναιρετικές πλημμέλειες καθώς και ευθεία παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αναφορικώς με την επάλληλη αιτιολογία της, που αναφέρεται στην πρόκληση των θανατηφόρων κρανιοεγκεφαλικών κακώσεων κι αν ακόμη η θανούσα φορούσε προστατευτικό κράνος, πρέπει ν' απορριφθεί ως αλυσιτελής, εφόσον η πιο πάνω πρώτη αιτιολογία της δεν πλήσσεται αποτελεσματικώς με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως.

ΙΙ.- Επειδή κατά τη διάταξη του άρθρου 932 εδ.α και γ του ΑΚ "Σε περίπτωση αδικοπραξίας ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι σε περίπτωση θανατώσεως προσώπου, παρέχεται στο δικαστήριο της ουσίας η δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, το ύψος της οποίας καθορίζει με βάση τους οικείους προσδιοριστικούς παράγοντες, μεταξύ των οποίων είναι το πταίσμα του υποχρέου, το συντρέχον πταίσμα του παθόντος, η οικονομική και η κοινωνική κατάσταση των μερών.

Εάν υπόχρεως της χρηματικής ικανοποιήσεως είναι ασφαλιστική εταιρία δεν λαμβάνεται υπόψη ως προσδιοριστικός του ύψους αυτής παράγοντας η περιουσιακή της κατάσταση, διότι η ευθύνη της είναι εγγυητική. Εξάλλου, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου ή παράβαση διδαγμάτων της κοινής πείρας.

Η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ούτε και από άποψη παραβιάσεως ή μη της αρχής της αναλογικότητας, που εισάγεται ως νομικός κανόνας με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Και τούτο διότι ο δικαστικός έλεγχος της τηρήσεως της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στον έλεγχο της συνταγματικότητας διατάξεως νόμου και συγκεκριμένα αν ο νομοθετικός περιορισμός ενός συνταγματικώς προστατευομένου δικαιώματος σέβεται ή όχι την αρχή της αναλογικότητας.

Δηλαδή ο έλεγχος από άποψη τηρήσεως της αρχής αυτής γίνεται μεταξύ αφενός μεν της συνταγματικής διατάξεως, που προστατεύει κάποιο δικαίωμα, αφετέρου δε της νομοθετικής διατάξεως, που το περιορίζει. Έξω, όμως, από το πεδίο αυτό τα δικαστικά όργανά δεν έχουν εξουσία να εφαρμόζουν απευθείας την αρχή της αναλογικότητας κατά την ενάσκηση της δικαιοδοτικής λειτουργίας τους σε συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά εφαρμόζουν την οικεία διάταξή του νόμου, ο οποίος αναθέτει σε αυτά ν' αποφασίζουν.

Επομένως, δικαστική απόφαση, που δεν προέβη σε συγκεκριμένη περίπτωση στον προσδιορισμό της εύλογης χρηματικής αποζημιώσεως του άρθρου 932 ΑΚ, δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, αλλά είναι εσφαλμένη και θα ελεγχθεί με τα επιτρεπόμενα ένδικα μέσα, με βάση τους κανόνες που το ίδιο άρθρο, θέτει, και στα πλαίσια, που οι ρυθμίζουσες τα ένδικα μέσα διατάξεις οριοθετούν τον έλεγχο (ΑΠ 1670/2006).

Εν προκειμένω, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικώς με τον προσδιορισμό της οφειλομένης στους αναιρεσιβλήτους στενούς συγγενείς της θανούσης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, δέχθηκε τα ακόλουθα: H θανούσα ήταν ηλικίας 21 ετών, φοιτήτρια και είχε ως πλησιέστερους συγγενείς και μέλη της οικογένειας της τους αναιρεσιβλήτους γονείς, αδελφή, παππού και γιαγιάδες της, οι οποίοι συνδέονταν μαζί της με στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης και υπέστησαν μεγάλης εκτάσεως ψυχική οδύνη από τον αδόκητο θάνατό της.

Για την ικανοποίηση της ψυχικής αυτής οδύνης που υπέστησαν οι ως άνω συγγενείς της θανούσας, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος της ψυχικής οδύνης, που υπέστη ο καθένας απ' αυτούς, τις συνθήκες επελεύσεως του ατυχήματος, το είδος και το βαθμό του πταίσματος των υπαιτίων οδηγών, το ότι ο θάνατός της δεν οφείλεται και σε δικό της πταίσμα και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών, κρίνει, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής ότι δικαιούνται ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση ο πατέρας της θανούσας 70.000 ευρώ, η μητέρα της θανούσας 70.000 ευρώ, επιπλέον των 15 ευρώ, που επιφυλάχθηκαν να ζητήσουν ως πολιτικώς ενάγοντες ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, η αδελφή της θανούσας 30.000 ευρώ και ο παππούς και οι γιαγιάδες της θανούσας από 15.000 ευρώ ο καθένας".

Από το παραπάνω περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης και ειδικότερα το αναφερόμενο στη λήψη υπόψη ως προσδιοριστικού της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως παράγοντα και της "οικονομικής και κοινωνικής καταστάσεως των μερών", ορθώς εκτιμώμενο νοηματικά, προκύπτει, ότι το Εφετείο ως μέρη, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των οποίων έλαβε υπόψη για το προσδιορισμό του ποσού της χρηματικής ικανοποιήσεως εννοεί αφενός μεν τα μετέχοντα στη δίκη διάδικα μέρη, άρα όχι και τον οδηγό της μοτοσικλέτας, στην οποία επέβαινε η θανούσα, και την κυρία αυτής ασφαλισμένη, οι οποίοι δεν ήταν διάδικοι στην έκκλητη δίκη, αφετέρου δε τα φυσικά πρόσωπα των διαδίκων αυτών, επομένως όχι και την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία, δεδομένου ότι δεν αναφέρεται στην οικονομική και κοινωνική κατάσταση "όλων των μερών", και μόνο τα φυσικά πρόσωπα έχουν κοινωνική κατάσταση, όχι και οι εταιρίες.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αναιρέσεως, κατά το μέρος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβιάσεως κανόνων ουσιαστικού δικαίου και δη των άρθρων 914 και 932 ΑΚ και 10 του ν. 489/1974, διότι έλαβε υπόψη ως προσδιοριστικούς του ύψους της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως παράγοντες, την οικονομική και κοινωνική κατάσταση της αναιρεσειούσης και των ως άνω μη διαδίκων στην έκκλητη δίκη φυσικών προσώπων, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Ο ίδιος δε λόγος κατά το μέρος με το οποίο προσάπτεται στο Εφετείο εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω διατάξεων κατά τον άρθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει ν' απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος, διότι, δεν προσδιορίζεται σε τι συνίσταται, η έλλειψη νόμιμης βάσεως της αναιρεσιβαλλομένης. Τέλος, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αιρθ.1 ΚΠολΔ επίσης, με το οποίο ψέγεται το εφετείο για ευθεία παράβαση της θεσπιζομένης με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχής της αναλογικότητας, αλλά και των διατάξεων των άρθρων 914, 932, 300 ΑΚ, 10 του ν. 489/1976 και 6 παρ. 1, 8 παρ. 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ, κατά τον προσδιορισμό του ποσού της επιδικασθείσης στους αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ως εκ του ότι το ποσό αυτό δεν αντιστοιχεί στην οφειλόμενη εύλογη χρηματική ικανοποίηση, αλλά είναι υπερμέτρως μεγαλύτερο, πρέπει ν΄ απορριφθεί πρωτίστως, ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15 Μαΐου 2006, αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία ΕΥΡΩ ΣΤΑΡ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΚΑΤΑ ΖΗΜΙΩΝ", για αναίρεση της 1017/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιανουαρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 26 Ιανουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ