Supreme Court allows appeal against dismissal for falsified academic degree and false declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an employee for falsifying academic credentials and making a false declaration. The court found that the lower court failed to recognize the severity of the fraud, which objectively justified termination due to a loss of trust and ethical misconduct. Consequently, the decision was overturned, and the case was remanded for further proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure; The falsification of academic degrees and the concealment of degree upgrades constitute serious misconduct justifying dismissal, and the lower court must rigorously examine such allegations without undue leniency.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1639 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1639/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 18 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "Ο. Σ. Α. Ε." και το δ.τ. "Ο.ΣΥ.Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ά. Ι. Ρ. Αττικής, που προήλθε από τη συγχώνευση δια απορροφήσεως της εταιρείας "Η. Λ. Π. Α. Π. Η. Α." και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Μπούρλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Λ. του Μ., κατοίκου Αθηνών, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Βλαδίκα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-6-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 851/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 3783/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 15-2-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την από 15.2.2022 και με αριθ. κατάθ. 1221/109/15.2.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά τη διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ με αριθ. 3783/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2. Με το ν. 2175/1993 ιδρύθηκε ως ν.π.ι.δ. με έδρα την Αθήνα η εταιρεία με την επωνυμία "Ο. Α. Σ. Α. (Ο.Α.Σ.Α.)", με σκοπό τη διεξαγωγή των Αστικών Συγκοινωνιών με όλα τα μέσα μαζικής μεταφοράς στο Λεκανοπέδιο Αττικής. Σε εφαρμογή του άρθρου 1 § 4 του ως άνω ν. 2175/1993 ιδρύθηκαν από τον Ο.Α.Σ.Α. ως ΔΕΚΟ, για την εκτέλεση και εκμετάλλευση του συγκοινωνιακού έργου, οι εταιρείες Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε. και Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε., νομίμως συσταθείσες. Εν συνεχεία και με βάση απευθείας τις διατάξεις του ν. 3920/2011, συστάθηκε η αναιρεσείουσα εταιρεία, Ο.Σ.Υ. Α.Ε., προερχόμενη από τη συγχώνευση, δυνάμει των διατάξεων του ως άνω νόμου (ν. 3920/2011), της Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε. με την Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε. με απορρόφηση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 6 του ως άνω νόμου, της δεύτερης από την πρώτη εταιρεία.
Συναφώς έχει εκδοθεί και δημοσιευθεί νομίμως η πράξη συγχώνευσης των ως άνω εταιρειών (ΦΕΚ 1454/Β/17.6.2011). Οι εργασιακές σχέσεις της αναιρεσείουσας ρυθμίζονται από τις διατάξεις του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ-ΕΘΕΛ-ΗΛΠΑΠ, ο οποίος, κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998 και έχει ως εκ τούτου ισχύ νόμου (ΟλομΑΠ 2/2009).
Κατά τις διατάξεις του Κανονισμού αυτού : Άρθρο 6 § 1) "Οι προσλήψεις του προσωπικού διενεργούνται με τη διαδικασία του Ν. 2190/1994, όπως ισχύει κάθε φορά". Άρθρο 7 § 1 εδ. α') "Κάθε υποψήφιος για κάθε κατηγορία προσωπικού και ανεξάρτητα από τη θέση εργασίας πρέπει να έχει τα απαιτούμενα προσόντα που καθορίζονται κάθε φορά από το Δ.Σ.
της εταιρείας ή απαιτούνται από τον νόμο και τον Υπηρεσιακό Οργανισμό για τη συγκεκριμένη θέση ή απασχόληση". Άρθρο 7 § 2) "Εκτός από τα ειδικά πιστοποιητικά ή άλλα έγγραφα που πρέπει να προσκομίζουν για την πρόσληψή τους οι υποψήφιοι στην αρμόδια Υπηρεσία Προσωπικού, οφείλουν σε κάθε περίπτωση να υποβάλλουν, το αργότερο μέχρι την προσδιορισμένη κάθε φορά ημερομηνία, τα παρακάτω πιστοποιητικά σε πρωτότυπο ή επικυρωμένο αντίγραφο:
α. (...) ε. Τίτλους σπουδών (...)". Άρθρο 7 § 3) "Επίσης πρέπει να υποβάλλεται υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985, η οποία πρέπει να περιέχει τα στοιχεία ταυτότητας, τον αριθμό φορολογικού μητρώου, την ακριβή διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου, φωτοτυπία της αστυνομικής του ταυτότητας και να βεβαιώνεται η ακρίβεια των όσων δηλώθηκαν.
Ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Κατά δε το άρθρο 12 του ν. 2669/1998, με τον οποίο κυρώθηκε ο άνω Κανονισμός "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται : 1.
Κάθε διάταξη νόμου ή κανονισμού εργασίας με ισχύ νόμου ή όρος συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης ή πρακτικού συμφωνίας ή άλλης άτυπης συλλογικής ρύθμισης οποιοσδήποτε μορφής ή όρος ατομικής σύμβασης εργασίας, ρητώς ή λόγω μακροχρόνιας πρακτικής καθιερωμένος, απόφαση της Διοίκησης της Εταιρείας ή των εντεταλμένων οργάνων της ή γενικά κάθε συμβατικής ή μονομερούς δικαιοπραξίας της Διοίκησης, οποιουδήποτε χαρακτήρα ή νομικής δεσμευτικότητας που εφαρμόζονται στο προσωπικό των Ο.Α.Σ.Α., Ε.ΘΕ.Λ., Η.Λ.Π.Α.Π., Η.Σ.Α.Π.
και αντίκεινται ρητά και ειδικά στις διατάξεις του παρόντος νόμου. 2. Κάθε γενική ή ειδική διάταξη νόμου που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή κατά το μέρος που ρυθμίζει κατά διάφορο τρόπο θέματα που διέπονται από τον παρόντα νόμο". Από τις παραπάνω διατάξεις του ΓΚΠ της αναιρεσείουσας εταιρείας, προκύπτει σαφώς ότι αν ο εργαζόμενος κατά την πρόσληψή του στην ΟΣΥ προσκομίσει πλαστό ή παραποιημένο τον προσδιοριζόμενο από το άρθρο 7 § 1 του ΓΚΠ, ως αναγκαίο, τίτλο σπουδών και βεβαιώσει ψευδώς στην κατατιθέμενη στην εργοδότρια υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1985 ότι ο τίτλος είναι γνήσιος, το γεγονός αυτό θεωρείται σοβαρό παράπτωμα (σπουδαίος λόγος) που δικαιολογεί την καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, οποτεδήποτε κι αν διαπιστωθεί, χωρίς καταβολή αποζημίωσης, εισάγεται δηλαδή ειδικός πρόσθετος λόγος καταγγελίας της σύμβασης, πέραν από τους αναφερόμενους στο 38ο άρθρο του ως άνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού, λόγους απόλυσης, χωρίς μάλιστα, κατά τα προεκτεθέντα, καταβολή αποζημίωσης, ανεξάρτητα αν οι ψευδείς δηλώσεις ή η απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη στοιχειοθετούν αξιόποινη συμπεριφορά ή πειθαρχικό παράπτωμα και αν κινήθηκε ποινική ή πειθαρχική διαδικασία γι' αυτήν.
3. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε την από 24.6.2014 και αριθ. κατάθ. 76446/27.6.2014, αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποίαν ισχυριζόμενος ότι εργαζόταν στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως τεχνίτης οχημάτων, ότι κατά την πρόσληψή του δήλωσε ότι είναι κάτοχος των αναφερόμενων σ' αυτή (αγωγή) τίτλων σπουδών και ότι η τελευταία την 1.5.2014 κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να υπάρχει σπουδαίος λόγος και χωρίς να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωσή του, επικαλούμενη κώλυμα διορισμού του και συγκεκριμένα μη γνησιότητα τίτλου σπουδών του και ψευδή δήλωσή του κατά την υποβολή του, ζήτησε, θεωρώντας ότι η απόλυσή του είναι άκυρη για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επικουρικά δε να του καταβληθεί η αποζημίωση απόλυσης.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή με την υπ' αριθ. 851/2017 οριστική απόφασή του και κατ' έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, ως προς τα ζητήματα επί των οποίων εκτείνονται οι αναιρετικοί λόγοι ότι : "Δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 10.10.2002, ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.ΘΕ.Λ.
Α.Ε.", της οποίας καθολική διάδοχος κατά τα ανωτέρω είναι η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία "Ο.ΣΥ. Α.Ε.", προκειμένου να εργασθεί ως τεχνίτης οχημάτων, κατόπιν της, υπ' αριθ. 3/2002, προκήρυξης του ΑΣΕΠ, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 120 τ. ΑΣΕΠ/8.5.2002, σε συνδυασμό με το άρθρο 9 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγόμενης και το, από 23.8.2002, πρακτικό της Επιτροπής Αξιολόγησης Αιτήσεων Υποψηφίων.
Στις 10.10.2002 o ενάγων υπέγραψε τη σχετική σύμβαση εργασίας στο κείμενο της οποίας αναγράφεται ρητά ότι έλαβε γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού. Μεταξύ των δικαιολογητικών που προσκόμισε ο ενάγων για να λάβει μέρος στον διαγωνισμό, ήταν ένα αντίγραφο του, από …, απολυτηρίου του 3ου Τεχνικού Ε.
Λ. Π., που ανέγραφε γενικό μέσο όρο 16 και 9/11, ενώ στο τέλος της, από 7.6.2002, αίτησής του για τη συμμετοχή του στον διαγωνισμό, στην οποίαν επικαλέσθηκε τον ανωτέρω τίτλο σπουδών του και τη βαθμολογία του, υπέγραψε υπεύθυνη δήλωση στο περιεχόμενο της οποίας αναγραφόταν ότι τα στοιχεία της αίτησής του ήταν αληθή.
Σύμφωνα δε με την ανωτέρω προκήρυξη σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 18 του Ν. 2190/1994, η σειρά κατάταξης των υποψηφίων της ΔΕ, η οποία θα ελάμβανε χώρα τελικά με κριτήριο, μεταξύ άλλων, τον τίτλο σπουδών, θα καθορίζονταν κατά φθίνουσα σειρά συνολικής βαθμολογίας, όπως αυτή θα προέκυπτε από τους προσκομιζόμενους τίτλους σπουδών των υποψηφίων.
Περί τα τέλη του 2013, δυνάμει σχετικής εγκυκλίου της Γενικής Διεύθυνσης Κατάστασης Προσωπικού του Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, ζητήθηκε από την εναγόμενη να προβεί στον έλεγχο της νομιμότητας των προσλήψεων- μετατάξεων και μετατροπής της εργασιακής σχέσης σε αορίστου χρόνου όλων των υπαλλήλων της και ειδικότερα όλων των πτυχίων, πιστοποιητικών και στοιχείων που σχετίζονταν με την πρόσληψη και κάθε υπηρεσιακή μεταβολή ή εξέλιξη του συνόλου των στοιχείων που περιλαμβάνονταν στο προσωπικό μητρώο υπαλλήλων.
Σε περίπτωση δε που διαπιστωνόταν η κατάθεση εκ μέρους υπαλλήλων της εναγόμενης πλαστών ή παραποιημένων τίτλων σπουδών ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου πλαστού ή παραποιημένου, εφόσον μετά από ακρόαση του ενδιαφερόμενου στοιχειοθετείτο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, η υποβοήθηση της παρανομίας ή δόλος, η εναγόμενη έπρεπε να προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 53 του ΠΔ 410/1988.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΑΣΑ- ΕΘΕΛ- ΗΛΠΑΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του Ν. 2669/1998 και έχει ισχύ νόμου και ισχύει και μετά τη συγχώνευση της ΕΘΕΛ Α.Ε. στην εναγόμενη εταιρεία, ορίζεται ότι "ψευδείς δηλώσεις ή απόκρυψη στοιχείων κατά την πρόσληψη θεωρούνται σοβαρά παραπτώματα, για τα οποία δικαιολογείται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν χωρίς την καταβολή αποζημίωσης".
Σε εκτέλεση των ανωτέρω, η εναγόμενη απέστειλε το σύνολο των τίτλων σπουδών των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, στις αρχές που τα εξέδωσαν για έλεγχο γνησιότητας αυτών. Σε απάντηση αυτού, η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Ε. Π., ενημέρωσε εγγράφως την εναγόμενη ότι δεν επαληθεύεται η γνησιότητα του τίτλου σπουδών του ενάγοντος, ήτοι του απολυτηρίου σπουδών του 3ου Τεχνικού Ε.
Λ. Π. (....), καθόσον ο ενάγων ουδέποτε φοίτησε στο ανωτέρω σχολείο, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται στο μητρώο των αποφοίτων του ανωτέρω λυκείου (......). Συνεπεία των ανωτέρω, δυνάμει της, υπ' αριθ. …/6.3.2014, κλήσης του Τμήματος Προσωπικού και Εργασιακών Σχέσεων της Διεύθυνσης Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης, κλήθηκε ο ενάγων να παράσχει εξηγήσεις εντός πέντε (5) ημερών από την επίδοσή της.
Στη συνέχεια η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως χωρίς καταβολή αποζημίωσης την 1.4.2014 τη σύμβαση εργασίας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της. Από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων προκύπτουν κατά την κρίση του Δικαστηρίου τα εξής : Ο ενάγων φοίτησε στο 3ο Τ. Ε. Λ. Α… (μηχανολογικός τομέας, τμήμα βιομηχανικών εγκαταστάσεων και βιομηχανικής παραγωγής) κατά τα σχολικά έτη 1989- 1990, 1990- 1991 και 1991- 1992 και έλαβε απολυτήριο από το 3ο ΤΕΛ … με γενικό βαθμό 11 και 9/11.
Εν συνεχεία, εγγράφηκε κατά το σχολικό έτος 1992- 1993 στην Β' τάξη της 1ης Δημόσιας Τεχνικής και Επαγγελματικής Σχολής Ν. Φ. στην ειδικότητα Μηχανικών Αυτοκινήτου των Μηχανολογικών Ειδικοτήτων του Ν. 1566/1985 και έλαβε πτυχίο με γενικό βαθμό 12 και 7/9. Με βάση αυτό το τελευταίο πτυχίο, έλαβε άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, με αριθμό …, στην ειδικότητα μηχανοτεχνίτη (μηχανικός αυτοκινήτων) στις 8.11.2000.
Σύμφωνα με την προκήρυξη, το απλό απολυτήριο Λυκείου κατατασσόταν στα επικουρικά προσόντα και λαμβανόταν υπ' όψη μόνο για την περίπτωση που δεν καθίστατο δυνατή η πλήρωση θέσεων από υποψηφίου με δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης. Στην προκειμένη όμως περίπτωση, η κατάταξη του ενάγοντος στον κύριο πίνακα κατάταξης και η πρόσληψή του, έγινε βάσει του διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης της 1ης ΤΕΣ Ν.
Φ.. Κατά την υποβολή της αίτησής του, μεταξύ των πιστοποιητικών και των εγγράφων που προσκόμισε ο ενάγων, ήταν και ένα αντίγραφο απολυτηρίου από το 3ο Τ.- Ε. Λ. Π., με γενικό βαθμό 16 και 9/11. Όπως δε προαναφέρθηκε, ο ενάγων ουδέποτε φοίτησε στο ανωτέρω ΤΕΛ, κάτι που συνομολογεί εξάλλου και ο ίδιος. Όμως, το εν λόγω πτυχίο δεν είναι πλαστό ούτε παραποιημένο, καθώς έχει προκύψει κατόπιν διαδικασίας αναβαθμολόγησης στην οποίαν προέβη το έτος 1996 ο ενάγων προκειμένου να βελτιώσει την βαθμολογία του, η δε αναβαθμολόγηση πραγματοποιήθηκε κατόπιν εξετάσεων στο 3ο Τ.
Π., όπως είχε εξάλλου τη δυνατότητα και όχι στο 3ο ΤΕΛ Α…, το οποίο είχε ήδη συμπτυχθεί. Κατ' ακολουθίαν, ο ενάγων δεν προέβη σε ψευδή δήλωση ή σε προσκόμιση πλαστού ή παραποιημένου εγγράφου, το γεγονός δε ότι δεν ανέφερε ρητά ότι το προσκομιζόμενο πτυχίο και ο αναφερόμενος σε αυτό βαθμός είναι προϊόν αναβαθμολόγησης, δεν είναι δυνατόν να καταλογισθεί σε βάρος του.
Εξάλλου, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι το εν λόγω πτυχίο είναι πλαστό ή παραποιημένο, ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητα των υπογραφών και των σφραγίδων που υπάρχουν σε αυτό. Αντιθέτως, η εναγόμενη αρκέσθηκε στην βεβαίωση του 3ου Τ. Π. ότι ο ενάγων ουδέποτε φοίτησε σε αυτό, προκειμένου να συνάγει ότι το προσκομιζόμενο πτυχίο είναι πλαστό, κάτι που δεν αποδεικνύεται από κανένα αποδεικτικό στοιχείο.
Συμπερασματικά, ο ενάγων ούτε προέβη σε ψευδή δήλωση, ούτε προσκόμισε πλαστά ή παραποιημένα έγγραφα, σε κάθε δε περίπτωση το εν λόγω πτυχίο δεν αποδεικνύεται ότι έπαιξε ρόλο στην πρόσληψή του και στον αποκλεισμό άλλου υποψήφιου, καθώς η πρόσληψη επετεύχθη με την προσκόμιση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος.
Κατ' ακολουθίαν δεν συνέτρεχε κανένας σπουδαίος λόγος για την απόλυσή του, όπως απαιτεί ο Γενικός Κανονισμός του Προσωπικού της εναγόμενης. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, κρίνοντας ότι ο ενάγων προέβη σε ψευδή δήλωση και προσκόμισε παραποιημένο τίτλο σπουδών και μη λαμβάνοντας υπόψη ότι το εν λόγω πτυχίο δεν επηρέασε υπέρ της πρόσληψης του ενάγοντος, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων...." .
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, αφού δεν συνέτρεχε ο σπουδαίος λόγος που επικαλέστηκε η εναγόμενη προκειμένου να τον απολύσει και μάλιστα χωρίς αποζημίωση και αφού δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 5.3.2018 και με αριθ.
κατ. …/2018 έφεση του ενάγοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και υποχρέωσε την εναγόμενη να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, καθώς επίσης να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθώς εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, που κυρώθηκε με το άρθρο 9 του ν. 2669/1998, έχοντος ως εκ τούτου ισχύ νόμου, και στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, διαλαμβάνοντας σ` αυτή ασαφείς, ελλιπείς και αντιφατικές παραδοχές ως προς περιστατικά αναγκαία για την αξιολόγηση και την κρίση αν συντρέχουν ή όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ως άνω διάταξης, ήτοι της υπάρξεως ή όχι σοβαρών παραπτωμάτων εκ μέρους του ενάγοντος κατά την πρόσληψή του, για τα οποία δικαιολογείται ή όχι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, οποτεδήποτε και αν διαπιστωθούν, χωρίς καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, και έτσι κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή όχι εφαρμογής του.
Ειδικότερα το Εφετείο ενώ κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του δέχεται ότι η γνησιότητα του από 22.6.1992 απολυτηρίου του 3ου Τεχνικού Ε. Λ. Π., που ανέγραφε γενικό μέσο όρο 16 και 9/11 και υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος για την πρόσληψή του ως εργαζόμενος στην αναιρεσείουσα δεν επαληθεύεται, καθόσον ο ενάγων ουδέποτε φοίτησε στο ανωτέρω σχολείο, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνεται στο μητρώο των αποφοίτων του ανωτέρω Λυκείου, όπως ενημέρωσε εγγράφως την εναγόμενη η αρμόδια Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Ε.
Π. και ότι αυτός στην υπεύθυνη δήλωση στο τέλος της από 7.6.2002 αίτησής του για τη συμμετοχή του στο διαγωνισμό, στην οποίαν επικαλέστηκε τον ανωτέρω τίτλο σπουδών και την βαθμολογία του, ρητά αναφέρει ότι τα στοιχεία αυτής είναι αληθή και δη ότι αποφοίτησε στις 22.6.1992 από το 3ο Τ. Ε. Λ. Π. με γενικό βαθμό 16 και 9/11 και στην έγγραφη σύμβαση εργασίας που καταρτίστηκε σχετικώς ως μισθωτός έλαβε γνώση του ισχύοντος Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εργοδότριάς του εταιρείας, αποδεχόμενος αυτόν ανεπιφύλακτα και προσχωρώντας στις διατάξεις τους, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε το άρθρο 7 παρ. 3 του ΓΚΠ με την παραδοχή ότι δεν είναι πλαστό ή παραποιημένο το από 22.6.1992 απολυτήριο του 3ου Τ.
Π., με γενικό μέσο όρο 16 και 9/11, καθώς έχει προκύψει κατόπιν διαδικασίας αναβαθμολόγησης το έτος 1996, χωρίς ωστόσο να αιτιολογεί γιατί ο ως άνω τίτλος (απολυτήριο Τ. Π.) φέρει ημερομηνία έκδοσης 22.6.1992, ήτοι πολύ πριν από την αναφερόμενη χρονολογία αναβαθμολόγησης (1996), για ποιο λόγο δεν αναγράφεται επί του τίτλου ότι εκδόθηκε μετά από διαδικασία αναβαθμολόγησης, γιατί τόσο ο τίτλος του Τ.
Π. όσο και αυτός του ΤΕΛ Α… φέρουν την ίδια ημερομηνία έκδοσης (22.6.1992), αφορούν παρακολούθηση μαθημάτων του ίδιου σχολικού έτους (1991- 1992) και εξέταση από τον Σύλλογο καθηγητών με την ίδια πράξη (53/18.6.1992), σε κάθε δε περίπτωση για ποιο λόγο και πως εξέδωσε απολυτήριο τίτλο το 3ο Τ. Π., με δεδομένο ότι η Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, κατά τη διαδικασία ελέγχου της γνησιότητας των τίτλων σπουδών των εργαζομένων της εναγόμενης, κατά τα προεκτεθέντα, ενημέρωσε την εναγόμενη εγγράφως ότι δεν επαληθεύεται η γνησιότητα του εν λόγω τίτλου σπουδών του ενάγοντος και τέλος για ποιο λόγο ο ενάγων δεν ανέφερε στην υπεύθυνη δήλωσή του ότι ο προσκομιζόμενος τίτλος και ο αναφερόμενος σε αυτόν βαθμός είναι προϊόν αναβαθμολόγησης, όπως επίσης γιατί δεν είναι δυνατόν να καταλογιστεί η συμπεριφορά αυτή της ψευδούς δήλωσης και της απόκρυψης ότι ο βαθμός (16 και 9/11) είναι προϊόν αναβαθμολόγησης στον ενάγοντα, ενώ μια τέτοια ενέργεια κατά το άρθρο 7 παρ. 3 του έχοντος ισχύ νόμου ΓΚΠ συνιστά από μόνη της σοβαρό παράπτωμα, που διαπράχθηκε κατά την πρόσληψή του και λόγο καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, ως γεγονός ικανό, κατ' αντικειμενική κρίση, να επιφέρει διατάραξη της ομαλής λειτουργίας της εργασιακής σχέσης και απώλεια της εμπιστοσύνης της εργοδότριας αναιρεσείουσας στο πρόσωπο του αναιρεσίβλητου εργαζόμενου, καθόσον συνιστά πράξη, που ενέχει ηθική και ποινική απαξία και αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη.
Οι παραδοχές του Εφετείου, προκειμένου να δικαιολογήσει το πόρισμά του ότι δεν συνέτρεχε κανένας σπουδαίος λόγος για την απόλυση του ενάγοντος, καθότι με την προκήρυξη το απλό απολυτήριο Λυκείου κατατασσόταν στα επικουρικά προσόντα και λαμβανόταν υπ' όψη μόνο για την περίπτωση που δεν θα καθίστατο δυνατή η πλήρωση θέσεων, από υποψήφιους με δίπλωμα επαγγελματικής κατάρτισης, ενώ η κατάταξη του ενάγοντος στον κύριο πίνακα κατάταξης και η πρόσληψή του έγινε βάσει του διπλώματος επαγγελματικής κατάρτισης της 1ης ΤΕΣ Ν.
Φ. και ότι το εν λόγω πτυχίο του Τ. Π. δεν αποδεικνύεται ότι έπαιξε ρόλο στην πρόσληψή του και στον αποκλεισμό άλλου υποψήφιου δεν αίρουν τη σοβαρότητα παραποίησης τίτλου σπουδών και ψευδούς δήλωσης ή απόκρυψης στοιχείων, οποτεδήποτε διαπιστούμενης και η βαθμολογία του οποίου (τίτλου) και κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούσε κριτήριο για τον διορισμό και αντικειμενικά δικαιολογεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας.
Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή των ως άνω λόγων της αίτησης, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, πρέπει να αναιρεθεί εν όλω η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, του οποίου είναι εφικτή η συγκρότηση από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ) Τέλος, ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθ. 3783/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ