Legislator Case Law & Legislation
1639/2018 AI generated

1639/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1639/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1639/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28-11-1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Π.Δ, καθορίζουν την διαδικασία, η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1639 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1639/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη, Παρασκευή Καλαϊτζή-Εισηγήτρια και Γεώργιο Παπανδρέου Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 19η Σεπτεμβρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Μ. Τ. του Ι., κατοίκου ..., 2.Ι. Μ. του Κ. κατοίκου ..., 3.Π. Μ. του Κ., κατοίκου .... Η 1η αναιρεσείουσα παραστάθηκε και διόρισε ως πληρεξούσιο δικηγόρο της τον Αλέξανδρο Κανδαράκη και για λογαριασμό του 2ου και 3ου αναιρεσείοντος, σύμφωνα με το υπ' αριθμ …86/15-6-2016 πληρεξούσιο της συμβ/φου Ι. Β. Κ..

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Τ. του Β., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 198/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-12-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως προκύπτει απ' την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τους επισπεύδοντες την συζήτηση αναιρεσείοντες …2β/7-6-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Άρτας Δ. Π., στον απολειπόμενο αναιρεσίβλητο έχει επιδοθεί νομίμως και εμπροθέσμως ακριβές αντίγραφο της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο. Επομένως, κατ' άρθρ. 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ η συζήτηση προχωρεί παρά την απουσία του αναιρεσιβλήτου.

ΙΙ.Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369,966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 παρ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, συμφώνως προς το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει ότι μεταξύ των κοινοχρήστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, κοινόχρηστα δε πράγματα είναι τα προοριζόμενα για εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος τα οποία χρησιμοποιεί ευρύτερος, αόριστος, αλλά όχι κατ' ανάγκη απεριόριστος αριθμός προσώπων.

Οι οδοί, με βάση το άρθρο 1 του ΠΔ της 25/28-11-1929 "περί κωδικοποιήσεως των κειμένων διατάξεων για την κατασκευή και συντήρηση οδών" διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές και κοινοτικές. Οι διατάξεις των άρθρων 2 και 3 του ίδιου Π.Δ, καθορίζουν την διαδικασία, η οποία απαιτείται να τηρηθεί, για να χαρακτηρισθεί μία οδός ως εθνική ή επαρχιακή.

Η απόκτηση όμως του ιδιαιτέρου γνωρίσματος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής συνιστά, συμφώνως προς το άρθρο 4 του αυτού ΠΔ, ζήτημα πραγματικό, γιατί ο νόμος δεν προβλέπει ειδική διαδικασία, η οποία να προσδίδει στην οδό την ανωτέρω ιδιότητα. Έτσι, η οδός χαρακτηρίζεται ως δημοτική ή κοινοτική, εφόσον συμφώνως προς το άρθρο 4 του ν. 3155/1955 "περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών", εξυπηρετεί τις ανάγκες ενός δήμου ή μιας κοινότητος, που δημιουργούνται μέσα στα διοικητικά όρια αυτών.

Επί του ζητήματος του χαρακτήρος μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής, αποφαίνονται τα πολιτικά δικαστήρια, αφού, από καμμιά διάταξη της κειμένης νομοθεσίας και ιδιαίτερα του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, δεν καθορίζεται ειδική διοικητική διαδικασία για τον χαρακτηρισμό οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών και δεν παρέχεται στα όργανα των Δήμων και Κοινοτήτων αρμοδιότητα για τον χαρακτηρισμό τέτοιων οδών, η δε τυχόν εκδιδόμενη από το δημοτικό ή κοινοτικό συμβούλιο πράξη χαρακτηρισμού μιας οδού ως δημοτικής ή κοινοτικής δεν έχει καμμιά νομική συνέπεια, γιατί δεν αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη.

Περαιτέρω, οι δημοτικές ή κοινοτικές οδοί και οι πλατείες αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου πράγματος, α) από τον νόμο, ήτοι με τον χαρακτηρισμό τους ως οδών ή πλατειών από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό διάγραμμα του Σχεδίου Πόλεως, β) από την βούληση των ιδιοκτητών, η οποία πρέπει να γίνει με νομότυπη διαδικασία ( διαθήκη ή δωρεά) ή και με παραίτηση από τη κυριότητα, για την οποία όμως (παραίτηση) απαιτείται ο συμβολαιογραφικός τύπος και η μεταγραφή και γ) με την αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα (VETUSTAS), την οποία προέβλεπε το προϊσχύσαν του ΑΚ BP δίκαιο, που δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, αλλά διατηρήθηκε, κατ' αρθρ. 51 Εισ ΝΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσεως, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων, η κάθε μία των οποίων εκτείνεται σε σαράντα χρόνια, δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.

Ακόμη, κατ' άρθρο 2 παρ. 2 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) κοινόχρηστοι χώροι είναι οι κάθε είδους δρόμοι πλατείες, άλση και γενικώς οι προοριζόμενοι για κοινή χρήση ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο του οικισμού ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιοδήποτε άλλο νόμιμο τρόπο.

Εξάλλου, το άρθρο 20 παρ. 1 του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 περί σχεδίων πόλεων απαγορεύει τη δημιουργία κοινοχρήστων χώρων (ιδιωτικών οδών, πλατειών κλπ) με ιδιωτική βούληση. Από τον κανόνα αυτόν εισάγεται εξαίρεση στην παρ. 3 του ιδίου άρθρου, όσον αφορά στους κοινοχρήστους χώρους που σχηματίσθηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την ισχύ του άρθρου αυτού, που ορίζεται από την ισχύ του ΒΔ της 4/16-1-1924 (ήτοι από 1-3-1924).

Έτσι, οι σχηματισθείσες με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν από την έναρξη της ισχύος του άρθρου αυτού ιδιωτικές οδοί, διατηρούνται και μετά την ισχύ του ν.δ. της 17-7/16-8-1923 και θεωρούνται κοινόχρηστοι χώροι, για την εφαρμογή της πολεοδομικής εν γένει νομοθεσίας, υπό την προϋπόθεση ότι είχαν διανοιχθεί και σχηματισθεί από τότε.

Εξετέρου, με την καθιέρωση του πράγματος ως κοινοχρήστου αποκτάται η εξουσία του κοινού να το χρησιμοποιεί. Με την χρήση αυτήν δεν αποκτάται η νομή και κατοχή του πράγματος, γιατί δεν προσπορίζεται άμεση εξουσία επί του κοινοχρήστου, αλλά ένα ιδιόρρυθμο δικαίωμα που απορρέει από την προσωπικότητα του χρήστη, το οποίο προσβάλλεται σε περίπτωση παρεμποδίσεως της εν λόγω χρήσεως και είναι προστατευτέο από της διάταξη του άρθρου 57 εδ.α ΑΚ, κατά την οποία "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του, έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον".

Προϋπόθεση, δηλαδή, της παρεχόμενης με την διάταξη αυτήν προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξεως, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητος σε κάποια έκφανσή της, τοιαύτη δε προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση δημοτικής ή κοινοτικής οδού.

ΙΙΙ. Ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου, ως και κατ' αποφάσεως Πρωτοδικείου που έχει δικάσει ως Εφετείο κατά Ειρηνοδικειακής αποφάσεως, για ευθεία παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνος δικαίου για την επέλευση της αναγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνησή της. Ήτοι, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

ΙV. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον (μοναδικό) λόγο αναιρέσεως ισχυρίζονται, ότι το (ως εφετείο δικάσαν) Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας υπέπεσε στην κατ' άρθρ. 560 αρ. 1 Κ.Πολ. πλημμέλεια, τούτου δοθέντος υπό την έννοια ότι η ενώπιον του Ειρηνοδικείου Άρτας ασκηθείσα αγωγή τους στηρίζεται στις διατάξεις των αρθρ. 57,59, 281 ΑΚ, σε συν.

με 966,967 και 968 ιδίου κώδικος, 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 8 της ΕΣΔΑ (ΝΔ 53/1974), του ΔΣΑΠΔ(Ν2462/1997, αρθρ. 17 και 22) περί προσβολής της προσωπικότητος ως εκ της παρεμποδίσεως χρήσεως κοινόχρηστης οδού. Ότι το δικαστήριο με την αναιρεσιβαλλομένη, 198/2017, απόφαση κατα διαφοροποίηση του περιεχομένου της αγωγής δέχθηκε ότι δεν αποτελεί προσβολή προσωπικότητος διότι δεν συνδέεται με τα πραγματικά περιστατικά και ότι η περιγραφή του επιδίκου εδαφικού τμήματος είναι αόριστη και ασαφής, ενώ (κατά τους αναιρεσείοντες) είναι απολύτως ορισμένη και σαφής κατά θέση, έκταση όρια, προσανατολισμό και πλευρικές διαστάσεις.

Περαιτέρω, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, ότι στην αγωγή τους αυτήν αναλυτικώς περιγράφεται το τμήμα του όλου ακινήτου που αφέθηκε στον κάθε κληρονόμο από τον κληρονομούμενο με την ….41/20-11-70 δημόσια διαθήκη και η οδός επικοινωνίας του κάθε τμήματος. Ότι κατά ορθή ερμηνεία των παραπάνω διατάξεων το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί την προσβολή της προσωπικότητός τους και τη βάσει αυτής αγωγή τους και ότι, επομένως, παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

V. Κατ' επιτρεπτή επισκόπηση, στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνονται οι εξής παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει ότι οι ενάγοντες επικαλούμενοι το δικαίωμα να χρησιμοποιούν την οδό, όπως την περιγράφουν, ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αφαιρέσει το συρματόπλεγμα και τα κλαδιά των δέντρων που εμποδίζουν την είσοδό τους στις ιδιοκτησίες τους.

Από το περιεχόμενο της αγωγής αλλά και από το αιτητικό της, σαφώς προκύπτει ότι η αγωγή δεν αποτελεί αγωγή προσβολής προσωπικότητας η οποία εδράζεται στα άρθρα 57,59 και 281 ΑΚ καθώς και στη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, όπως εσφαλμένα διατείνονται οι εκκαλούντες. Η επικαλούμενη νομική βάση δεν συνδέεται με τα επικαλούμενα πραγματικά γεγονότα, το Δικαστήριο δε, είναι το μόνο αρμόδιο να προβεί στο νομικό χαρακτηρισμό των γεγονότων που περιγράφονται είτε ως θεμελιωτικών της εκτιμητικής κρίσης, είτε ως παραγωγικών των (προδικαστικών) έννομων συνεπειών, που προϋποθέτει ο νόμος για να γεννηθεί το επίδικο δικαίωμα.

Πέραν όμως τούτων από όλο το δικόγραφο σαφέστατα προκύπτει ότι η περιγραφή του επίδικου εδαφικού τμήματος τυγχάνει παντελώς αόριστη και ασαφής. Ειδικότερα δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή οι πλευρικές διαστάσεις του επίδικου τμήματος δρόμου, το εμβαδόν του και το σχήμα του, παρά αναφέρεται απλώς ότι έχει μήκος 30 μ.

Ενόψει της φύσης της διαφοράς, η περιγραφή αυτή θα προέκυπτε ασφαλώς εφόσον είχαν ενσωματώσει στην κρινόμενη αγωγή το αναφερόμενο στις προτάσεις τους με ημερομηνία Σεπτέμβριο 2012 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Ν. Κ.. Επίσης δεν αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής, ο χρόνος και ο τρόπος με τον οποίο δημιουργήθηκε ο επίδικος δρόμος, ούτε συνάγεται αυτό από το γεγονός ότι η αναφερόμενη διαθήκη, δημοσιεύτηκε το 1971.

Τέλος δεν αναφέρεται στην αγωγή, πότε συγκεκριμένα έλαβαν χώρα οι περιγραφόμενες πράξεις διαταράξεως που οι ενάγοντες καταλογίζουν στον εναγόμενο, ενόψει της προβλέψεως του άρθρου 992 ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο οι αξιώσεις από παράνομη προσβολή της νομής παραγράφονται ένα έτος μετά την αποβολή ή τη διατάραξη, έτσι δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να αχθεί σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητά της ένδικης αγωγής. "Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ήχθη στις ίδιες ως άνω παραδοχές και απέρριψε ως αόριστη την αγωγή,, παρά τα όσα αντίθετα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, δεν έσφαλε.

Έτσι περαιτέρω το περιεχόμενο της ανωτέρω κρισιολογηθείσας αγωγής, επιτρεπτώς επισκοπούμενο, συνίσταται στο ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) επικαλούνται την προσβολή της προσωπικότητός τους, υπό την έννοια, ότι ο εναγόμενος (νυν αναιρεσίβλητος), στον οποίον έχει μεταβιβαστεί από την Ά. θυγ. Ι. Τ.

μέρος ακινήτου στον Δήμο ..., (περιελθόν σε αυτή δυνάμει νομίμως δημοσιευθείσης δημοσίας από το 1970 διαθήκης του πατέρα της), έχει αποκόψει στην είσοδό της μια ιδιωτική οδό. Ότι αυτή επικοινωνεί με άλλη ιδιωτική οδό και η τελευταία έχει πρόσβαση στην δημοσία οδό ..., από την οποία δεν μπορούν πλέον να εξυπηρετούνται τα ακίνητά τους, εξαιτίας της προσβλητικής, κατά τα ως άνω, για την προσωπικότητά τους συμπεριφοράς του εναγομένου.

VI. Η προηγηθείσα επισκόπηση, (τόσο των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσο και της αγωγής των αναιρεσειόντων), καταδεικνύει, ότι στην αγωγή αυτήν δεν εκτίθενται και δη με πληρότητα τα απαραίτητα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, (αληθή υποτιθέμενα), να μπορούν να υπαχθούν στην πρόβλεψη της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως, ώστε να είναι δυνατόν να γίνει λόγος περί της φερομένης (ως επικαλουμένης) προσβολής προσωπικότητος και εντεύθεν εφαρμογής του άρθρου αυτού επί της επίδικης περιπτώσεως. 'Ητοι, εδώ το κομβικό σημείο είναι, ότι, (κατά το περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής), δεν ιστορείται ότι ο εναγόμενος απέκλεισε τους ενάγοντες από την απορρέουσα εκ της προσωπικότητός τους δυνατότητά τους να χρησιμοποιούν κοινόχρηστο δρόμο, όπως η αντίστοιχη έννοια αναλύεται στην μείζονα σκέψη.

VII. Κατά συνέπεια, το (ως εφετείο) δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφασή του απέδωσε στην αγωγή των αναιρεσειόντων την προμνησθείσα (νομική) αοριστία, με την εκπεφρασμένη αυτήν (απορριπτική της αγωγής) δικανική του κρίση, δεν υπέπεσε στην παραβίαση (μη εφαρμογής) της άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεως περί προσβολής προσωπικότητος (57 ΑΚ σε συνδυασμό με τις λοιπές προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις). Γι αυτό και ο (μοναδικός) λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες επιρρίπτουν στο δικαστήριο της ουσίας την αντίστοιχή (κατ' άρθρ. 560 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ) πλημμέλεια, είναι αβάσιμος, παρά τα αντίθετα υπό των αναιρεσειόντων υποστηριζόμενα, αδοκίμως όμως κατά τα άνω εκτιθέμενα.

VIII. Κατ' ακολουθίαν, μη υπάρχοντος ετέρου προς διερεύνηση λόγου, η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ), συμφώνως προς το διατακτικό. Τέλος, σημειώνεται εδώ, ότι εν κατακλείδι του αναιρετηρίου απαραδέκτως μνημονεύεται, ότι ο Άρειος Πάγος, αυτεπαγγέλτως εξετάζει λόγο αναιρέσεως από τον αρ. 14, αφού στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση εκδόθηκε επί εφέσεως κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου και η εν λόγω πλημμέλεια (του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, που αφορά στην κήρυξη ή μη κήρυξη απαραδέκτου ή ακυρότητος ή εκπτώσεως από δικαίωμα) δεν συμπεριλαμβάνεται στους κατ' αρθρ.. 560 Κ.Πολ.Δ. επιτρεπομένους λόγους αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-12-2017 αίτηση των: Μ. Τ., Ι. Μ. και Π. Μ. περί αναιρέσεως της 198/2017 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας. Και Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του καταβληθέντος παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ