Appeal dismissed because the substantive law claim was not properly pleaded in lower court proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a mutual aid fund against a labor court judgment. The appellant argued that the settlement agreement was void under substantive law, but failed to formally propose this specific claim in the lower courts' proceedings. The court ruled that such a claim must be explicitly raised and recorded in the trial minutes to be admissible on appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 560, 559 of the Code of Civil Procedure; A claim not properly pleaded in the first instance and not re-proposed in the second instance is inadmissible as a ground for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1639 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1639/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Αλληλοβοηθητικό Ταμείο Πρόνοιας Εργαζομένων Α.Τ.Ε." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νίκολας Φρώυντε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1933/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 4554/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 25-2-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας ανέγνωσε την από 19-11-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 560 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο ν. 4335/2015 (και έχει εν προκειμένω εφαρμογή διότι η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε με την κατάθεσή της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στις 26-2-2015, σύμφωνα δε με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου ως άνω νόμου, οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα εφαρμόζονται γι’ αυτά που κατατίθενται από την 1-1-2016): "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας".
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι η προσβαλλόμενη είναι απόφαση του πολυμελούς πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά απόφασης του ειρηνοδικείου και συνεπώς κατ’ αυτής δεν παρέχεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ούτε από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ.
προβλέπεται λόγος αντίστοιχος αυτού. Από τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του ισχύοντος Συντάγματος, που ορίζουν αντίστοιχα ότι: "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου" και "Το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει", προκύπτει δέσμευση του νομοθέτη, ο οποίος δεν δύναται, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς όμοιων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων, να μεταχειρίζεται τις περιπτώσεις αυτές κατά τρόπο ανόμοιο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, η συνδρομή του οποίου υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Η δέσμευση δε αυτή του νομοθέτη υφίσταται και κατά την εκδήλωση της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων και επιβάλλει τη συμμετοχή αυτών στο σύστημα παροχών και αντιπαροχών της κοινωνικής ασφάλισης, μεταξύ των οποίων και η παροχή εφάπαξ βοηθήματος αποζημίωσης στους εξ αυτών αποχωρούντες από την ενεργό υπηρεσία, με ίσους όρους.
Έτσι η συνταγματικώς επιτρεπτή εισαγωγή με νόμο ανώτατου ορίου στο παρεχόμενο από το φορέα εφάπαξ βοήθημα τελεί υπό την προϋπόθεση ότι αυτό δεν έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, δηλαδή ότι το ασφαλιστικό κεφάλαιο από το οποίο καταβάλλεται δεν σχηματίζεται αποκλειστικά, κατά τη νομοθεσία που το διέπει, με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων αλλά συμμετέχουν στο σχηματισμό του και άλλοι, ιδίως κοινωνικοί πόροι ή ουσιώδεις επιβαρύνσεις τρίτων.
Όταν όμως το κεφάλαιο αυτό σχηματίζεται αποκλειστικά με κρατήσεις από τις αποδοχές των ασφαλισμένων και έχει επομένως αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, η επιβολή νομοθετικά ανώτατου ορίου στην παροχή του εφάπαξ βοηθήματος παραβιάζει την κατά το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, αφού ενέχει αδικαιολόγητα δυσμενή διάκριση σε βάρος των υπαλλήλων οι οποίοι, ως εκ του μακρού χρόνου υπηρεσίας τους και των υψηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μεγαλύτερες κρατήσεις και παρά ταύτα θα λάβουν την ίδια εφάπαξ αποζημίωση με τους συναδέλφους τους οι οποίοι, ως εκ του μικρού χρόνου υπηρεσίας τους και των χαμηλών αποδοχών τους, υποβλήθηκαν σε μικρότερες κρατήσεις, παρά τον από τις ίδιες διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος κανόνα, ότι το μέγεθος της εφάπαξ αποζημίωσης, υπολογιζόμενο με βάση το χρόνο υπηρεσίας και τις αποδοχές του εργαζομένου είναι ανάλογο προς τις εισφορές που καταβλήθηκαν από αυτόν (Ολ.
Α.Π. 17/2005). Εξάλλου κατά το άρθρο 2 παρ. 2 του καταστατικού του "Ταμείου Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος" (καθολικός διάδοχος του οποίου είναι το ήδη αναιρεσείον), όπως το καταστατικό αυτό ανασυντάχθηκε, τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την .../23-2-1987 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 108), η ασφάλιση που ασκείται από το εν λόγω ταμείο ενεργείται από δύο κλάδους, τον κλάδο συντάξεων και τον κλάδο πρόνοιας, από τον οποίο χορηγούνται τα εφάπαξ βοηθήματα, ενώ κατά το άρθρο 9 παρ. 3 του ίδιου καταστατικού: "Για τον Κλάδο Πρόνοιας (εφάπαξ βοήθημα) πόροι είναι:
α) Εισφορά του ασφαλισμένου ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε. β) Εισφορά του εργοδότη ίση με 3% που υπολογίζεται στις πάσης φύσεως αποδοχές του ασφαλισμένου για κάθε πραγματική υπηρεσία στην Α.Τ.Ε. γ) Ποσοστό από τα έσοδα που προέρχονται από τις ασφαλιστικές εργασίες του εργοδότη ή θυγατρικών του εταιρειών.
Το πιο πάνω ποσοστό καθορίζεται μέσα στο πρώτο εξάμηνο κάθε χρόνου με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εργοδότη. δ) Ποσοστό προμήθειας από τις ασφαλιστικές εργασίες της Τράπεζας σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 13 του νόμου 1256/1982. Το ποσό αυτό καθορίζεται κάθε χρόνο με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της Τράπεζας.
ε) Οι τόκοι και γενικά οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του Κλάδου Προνοίας". Περαιτέρω κατά το άρθρο 34 του ίδιου καταστατικού: "1. Οι ασφαλισμένοι του Κλάδου (νοείται Πρόνοιας) δικαιούνται εφάπαξ βοηθήματος με τις εξής προϋποθέσεις: α)... β) Εφόσον αποχωρήσουν από την υπηρεσία της Τράπεζας λόγω συμπλήρωσης του ορίου ηλικίας που προβλέπεται από τον Οργανισμό της ή για οποιουσδήποτε άλλους λόγους, εφόσον έχουν χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στην Αγροτική Τράπεζα, ασφαλισμένη στον Κλάδο Πρόνοιας, όχι από αναγνώριση, πέντε τουλάχιστον ετών. 2.
Το εφάπαξ βοήθημα υπολογίζεται στον τελευταίο ετήσιο μισθό, όπως αυτός καθορίζεται στην επομένη παράγραφο, κατά την ακόλουθη κλίμακα: 4% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 1ου μέχρι και του 10ου, 8% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 11ου μέχρι και του 15ου, 10% για κάθε χρόνο ασφάλισης από του 16ου μέχρι και του 32ου. 3.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου ... ετήσιος μισθός λογίζεται το άθροισμα δεκατεσσάρων μισθών βάσης, με βάση το μήνα εξόδου του ασφαλισμένου από την υπηρεσία, προσαυξημένων με τα επιδόματα πολυετούς υπηρεσίας, βαθμού, θέσεως, επιστημονικής απόδοσης, γάμου, τέκνων και αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής (Α.Τ.Α.). 4.
Αν διακοπεί η χορήγηση των επιδομάτων γάμου, τέκνων και θέσεως πριν από τη συμπλήρωση πενταετίας, για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος λαμβάνονται ποσοστά των επιδομάτων αυτών ως εξής: Αν ο ασφαλισμένος αποχώρησε από την υπηρεσία μέσα στον πρώτο χρόνο από τη διακοπή, λαμβάνεται υπόψη το 90% του επιδόματος, μέσα στο δεύτερο χρόνο το 80%, μέσα στον τρίτο χρόνο το 70%, μέσα στον τέταρτο χρόνο το 60% και μέσα στον πέμπτο χρόνο το 50%.
Μετά τον πέμπτο χρόνο διακοπής του επιδόματος δεν υπολογίζονται τα επιδόματα γάμου, τέκνων και θέσεως για τον καθορισμό του εφάπαξ βοηθήματος". Περαιτέρω κατά το άρθρο 37 παρ. 1 ν. 2084/1992 (ΦΕΚ Α’ 165), το οποίο εντάσσεται στο Δ’ κεφάλαιο του έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλιζόμενους στους φορείς κοινωνικής ασφάλισης από 1-1-1993" τρίτου μέρους του εν λόγω νόμου: "Η συνολική εισφορά ασφάλισης για εφάπαξ βοήθημα σε φορείς ασφάλισης πρόνοιας ορίζεται σε ποσοστό 4% και βαρύνει αποκλειστικά τους ασφαλισμένους".
Εξάλλου κατά το άρθρο 57 του Δ’ Κεφαλαίου του τετάρτου μέρους του ίδιου ν. 2084/1992, έχοντος τον τίτλο "Ρυθμίσεις για τους ασφαλισμένους μέχρι 31-12-1992": "1. Η προβλεπομένη από τις οικείες διατάξεις των φορέων ασφαλίσεως πρόνοιας των υπαλλήλων των Τραπεζών: Εθνικής, Ελλάδος και Κτηματικής, Αγροτικής, Ε.Τ.Β.Α., Ιονικής-Λαϊκής και Εμπορικής, του Ο.Τ.Ε.
και του Κλάδου Πρόνοιας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Ασφαλιστικής Εταιρείας "Εθνική" που χορηγούν εφάπαξ βοηθήματα, εισφορά εργοδότη, μειώνεται προοδευτικά, αρχής γενομένης από 1-1-1993 κατά το 1/10 για κάθε έτος. Η κατά τα άνω μειούμενη εισφορά προστίθεται αντίστοιχα στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του φορέα κύριας σύνταξης, στον οποίο υπάγονται οι ασφαλισμένοι των φορέων ή κλάδων ασφάλισης πρόνοιας, πλην του Κλάδου Προνοίας του Ταμείου Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας, η οποία προστίθεται στην εργοδοτική εισφορά υπέρ του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος 2... 3.
Το ακαθάριστο ποσό του εφάπαξ βοηθήματος που χορηγούν οι φορείς ασφάλισης πρόνοιας της παρ. 1 του άρθρου αυτού για 35 έτη ασφάλισης, δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 10.000.000 δραχμών. Επιπλέον ποσό εφάπαξ βοηθήματος προβλεπόμενο από τις καταστατικές διατάξεις των φορέων χορηγείται μειωμένο κατά το 1/6 για κάθε έτος από 1-1-1993 και μετά.
Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο ή μεγαλύτερο των 35 ετών, το παραπάνω ποσό μειούται ή αυξάνεται αναλόγως των ετών ασφάλισης. 4. (όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, πριν δηλαδή αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 84 του ν. 2676/1999) Με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων αναπροσαρμόζεται κάθε φορά το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος της προηγούμενης παραγράφου μέχρι του εκάστοτε ποσοστού αύξησης των συντάξεων των δημοσίων υπαλλήλων".
Κατ’ εξουσιοδότηση της τελευταίας αυτής διάταξης της παρ. 4 εκδόθηκαν υπουργικές αποφάσεις και ειδικότερα η 7/οικ.1231/1-6-1993 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β’ 404), οι 7/οικ.1490/24-8-1994 (ΦΕΚ Β’ 653) και 7/οικ.1237/6-7-1995 (ΦΕΚ Β’ 646) αποφάσεις του Υφυπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και οι .../1-8-1996 (ΦΕΚ Β’ 702) και .../28-7-1997 (ΦΕΚ Β’ 680) αποφάσεις του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, με τις οποίες αναπροσαρμόστηκε το ανώτατο όριο του εφάπαξ βοηθήματος για τα έτη 1993, 1994, 1995, 1996 και 1997 αντιστοίχως.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι το παρεχόμενο από το αναιρεσείον εφάπαξ βοήθημα έχει αμιγώς ανταποδοτικό χαρακτήρα, αφού (καθ’ όλο τον κατωτέρω χρόνο ασφάλισης του αναιρεσιβλήτου) το ασφαλιστικό κεφάλαιό του σχηματιζόταν μόνο από ασφαλιστικές εισφορές και όχι από άλλους πόρους. Ειδικότερα το κεφάλαιο αυτό σχηματιζόταν αρχικώς μεν από ισόποσες ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και της εργοδότριας Τράπεζας, οι οποίες υπολογίζονταν επί των αυτών αποδοχών των ασφαλισμένων, από δε την 1-1-1993 και έως την έξοδο του αναιρεσιβλήτου από την ενεργό ασφάλιση και πάλι από εισφορές τόσο των ασφαλισμένων όσο και της εργοδότριας Τράπεζας, με τη διαφορά ότι οι εισφορές της Τράπεζας μειώνονταν συνεχώς.
Και ναι μεν στις περιπτώσεις γ έως και ε της παρ. 3 του άρθρου 9 του ανωτέρω καταστατικού προβλέπονται ως πόροι του κλάδου πρόνοιας, πλην των ασφαλιστικών εισφορών, και άλλα έσοδα (από τις ασφαλιστικές εργασίες της εργοδότριας Τράπεζας ή θυγατρικών της εταιρειών, τόκοι και γενικά πρόσοδοι των κεφαλαίων και κάθε άλλου περιουσιακού στοιχείου του κλάδου πρόνοιας του εν λόγω ταμείου), τα έσοδα όμως αυτά, εν πολλοίς αόριστα και υποθετικά, δεν μπορεί να αποτελέσουν ασφαλές κριτήριο για το χαρακτηρισμό του επίδικου εφάπαξ βοηθήματος ως ανταποδοτικού ή μη, διότι δεν προκύπτει ότι συνέβαλαν, κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο, στο σχηματισμό του ασφαλιστικού κεφαλαίου του ανωτέρω κλάδου πρόνοιας.
Συνεπώς οι διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 3 του ν. 2084/1992, κατά το μέρος που θεσπίζουν περιορισμό του ανωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος των ασφαλισμένων του αναιρεσείοντος, οι οποίοι εξέρχονται από την ενεργό ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1993 έως την πλήρη κατάργηση της καταβαλλόμενης στο αναιρεσείον εργοδοτικής εισφοράς, αντίκεινται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος.
Εξάλλου η ως άνω διάκριση, ενόψει του αμιγώς ανταποδοτικού χαρακτήρα της παροχής σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ήδη δεκτά, δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, λαμβανομένης υπόψη και της δίκαιης στάθμισης, η οποία πρέπει να υφίσταται μεταξύ του γενικού συμφέροντος και του συμφέροντος του ατόμου για καταβολή της ασφαλιστικής παροχής, όταν αυτή ως περιουσιακό δικαίωμα προέρχεται, όπως στην προκείμενη περίπτωση, από τις ασφαλιστικές εισφορές του ασφαλισμένου, έτσι ώστε βασίμως να προσδοκά αυτός (και στο πλαίσιο της κρατικής μέριμνας για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων) αποχή από κάθε επέμβαση και προστασία του εν λόγω δικαιώματός του (ΑΕΔ 3, 4, 5/2007, Ολ.
Α.Π. 17/2005). Στην προκείμενη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο... ενάγων [ήδη αναιρεσίβλητος] απασχολήθηκε ως υπάλληλος στην Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και από την 7-12-1995 είναι συνταξιούχος του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Ταμείο Συντάξεων και Πρόνοιας Προσωπικού Α.Τ.Ε.", του οποίου καθολικός διάδοχος είναι το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον]...
το οποίο έχει ως σκοπό μεταξύ άλλων τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους σε αυτό υπαλλήλους της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.". Το αρχικώς υπόχρεο ταμείο αποφάσισε τη χορήγηση εφάπαξ βοηθήματος στους ασφαλισμένους υπαλλήλους της Α.Τ.Ε. με τη... ......-12-1995 πράξη του και την καταβολή στον ενάγοντα κατά τη συνταξιοδότησή του ποσού 86.521,77 ευρώ, αντί του ποσού αυτού όμως του κατέβαλε το ποσό των 62.137,12 ευρώ, εφαρμόζοντας για τον υπολογισμό τις διατάξεις των παρ. 3 και 4 του άρθρου 57 ν. 2084/1992...
Ακολούθως με τη... ...-5-2005 πράξη του διευθυντή του εναγομένου ταμείου, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση της... ...11-2004 απόφασης του διοικητικού συμβουλίου αυτού, χορηγήθηκε στον ενάγοντα εφάπαξ ποσό 17.191,17 ευρώ... Ως εκ τούτου αποδεικνύεται ότι μολονότι ο ενάγων θα έπρεπε κανονικώς να λάβει ως εφάπαξ βοήθημα το συνολικό ποσό των 86.521,77 ευρώ, αυτός έλαβε συνολικά το ποσό των 79.328,29 ευρώ, το οποίο πράγματι του καταβλήθηκε από το...
εναγόμενο...". Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή και είχε υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.193,47 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που εφάρμοσε, αφού κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και με βάση την εφαρμοσθείσα διάταξη του ισχύοντος καταστατικού του αναιρεσείοντος, ο αναιρεσίβλητος δικαιούται το επιδικασθέν σ’ αυτόν ποσό, χωρίς να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό του ο προβλεπόμενος απο το άρθρο 57 παρ. 3 ν. 2084/1992 περιορισμός.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 (πράγματι 560) αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση και την αιτίαση ότι δεν γίνεται επίκληση αντίθεσης του καταστατικού του στο νόμο ή στο Σύνταγμα ούτε ότι παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης.
Η αιτίαση αυτή είναι αβάσιμη διότι, για τη μη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 ν. 2084/1992, ως προς τον καθορισμό του θεσπιζόμενου με αυτήν ανωτάτου ορίου εφάπαξ βοηθήματος, ως ανίσχυρης λόγω αντίθεσής της προς τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 και 22 παρ. 5 του Συντάγματος, δεν απαιτείται επίκληση αντίθεσης του καταστατικού του αναιρεσείοντος προς το νόμο ή το Σύνταγμα ούτε επίκληση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 (πράγματι 560) αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού ισχυρίζεται τα εξής: Ότι από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του σαφώς προκύπτει ότι οι ασφαλισμένοι που θα αποχωρήσουν στο διάστημα μιας πενταετίας από την έναρξη εφαρμογής του καταστατικού, ήτοι κατά το χρονικό διάστημα από 9-2-2004 μέχρι 9-2-2009 και έχουν τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 15 του ίδιου καταστατικού, δικαιούνται εφάπαξ βοήθημα το οποίο υπολογίζεται με τον τύπο του άρθρου 17 του καταστατικού αυτού και το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο από αυτό που θα ελάμβαναν αν ο υπολογισμός γινόταν με τον παλαιό τρόπο υπολογισμού (παλαιό καταστατικό και πλαφόν του ν. 2084/1992).
Ότι με την ανωτέρω μεταβατικής ισχύος διάταξη καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του εφάπαξ βοηθήματος των κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αποχωρούντων υπαλλήλων μόνο ως στοιχείο προσδιοριστικό του κατωτάτου ορίου του εφάπαξ βοηθήματος και όχι του ανωτάτου ορίου αυτού. Ότι ενόψει των ανωτέρω το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε αντιθέτως, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερθείσες διατάξεις του καταστατικού του.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι ο αναιρεσίβλητος καταλαμβάνεται από τη μεταβατικής ισχύος διάταξη του άρθρου 24 παρ. 5 του καταστατικού του αναιρεσείοντος, ενώ, με βάση τις προπαρατεθείσες αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης, αυτός αποχώρησε από την υπηρεσία του στις 7-12-1995, δηλαδή πριν από την έναρξη ισχύος του ως άνω καταστατικού (9-2-2004), με αποτέλεσμα να μην καταλαμβάνεται από τη διάταξη αυτή (σχετ.
Α.Π. 72/2016).
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ. Α.Π. 15/2000). Η ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 (πράγματι 560) αριθ. 1 εδ.
α K.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι ο συμβιβασμός μεταξύ των διαδίκων ήταν άκυρος, παραβιάζοντας τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 3 και 679 Α.Κ., 8 ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 α.ν. 547/1937, 8 παρ. 2 και 4 ν.δ. 4020/1959, 2 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, αν και πρόκειται για διαφορά που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, το αναιρεσείον δεν επικαλείται παραδεκτή προβολή του σχετικού ισχυρισμού του ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας με καταχώρησή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ούτε παραθέτει στο αναιρετήριο το περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι από τα πρακτικά της πρωτόδικης δίκης προκύπτει ότι τέτοιος ισχυρισμός δεν είχε προβληθεί ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, ενώ το αναιρεσείον δεν επικαλείται ούτε προκύπτει κάποιος λόγος παραδεκτής βραδείας προβολής του ισχυρισμού αυτού για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Συνεπώς, αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25-2-2015 αίτηση για αναίρεση της 4554/2014 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ