1639/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1639/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1639 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1639/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά - Εισηγήτρια, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Α. Μ. του Θ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Εμμανουήλ Παπαδάκη, για αναίρεση της υπ’ αριθ.45027/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημ/κείου Αθηνών. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία "...", που εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία δεν παρέστη.
Το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορούμενη ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18 Ιανουαρίου 2016 αίτησή της αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 111/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 79 παρ.1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, εκείνος που εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από τον πληρωτή, γιατί δεν είχε σ’ αυτόν αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο της έκδοσης της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 10.000 δραχμών.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται, αντικειμενικά μεν 1) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, 2) υπογραφή του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου ή εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, 3) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή, και 4) έλλειψη αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στον πληρωτή, οπωσδήποτε κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε γνώση και θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της έκδοσης επιταγής που είναι ακάλυπτη.
Ειδικότερα αναφορικά με την υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος, μετά την αντικατάσταση της διατάξεως της παρ. 1 του άνω άρθρου 79 με το άρθρο 1 του ν. του 1325/1972, εξέλιπε από αυτό η παλαιότερη πρόβλεψη, η οποία, ενόψει του ότι έκανε λόγο για έκδοση ακάλυπτης επιταγής "εν γνώσει" του δράστη, άφηνε έξω από την περιγραφή της αναγκαίας για την κατάφαση του εγκλήματος υπαιτιότητας του εκδότη τον ενδεχόμενο δόλο.
Έτσι, για την πλήρωση της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος αυτού δεν απαιτείται ο εκδότης να τελεί "εν γνώσει" της ανυπαρξίας διαθεσίμων κεφαλαίων, αλλά αρκεί προς τούτο ότι αυτός θεωρεί την έλλειψη πιθανή και την αποδέχεται.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η γνώση ορισμένου περιστατικού ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ" αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στη προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Τριμελές Πλημ/κείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχη την αναιρεσείουσα εκδόσεως ακάλυπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση και την καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως επτά (7) μηνών και χρηματική ποινή 500 ευρώ, ανασταλείσα.
Στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατ’ είδος τους, αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, ανελέγκτως, κατά λέξη τα εξής: "Κατά τη διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", όπως η διάταξη αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 1325/1972 ορίστηκε ότι, "εκείνος που εκδίδει επιταγή μη πληρωθείσα επί πληρωτή παρά τω οποίω δεν έχει αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια, κατά τον χρόνο της έκδοσης] της επιταγής ή της πληρωμής αυτής, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών".
Κατά το ίδιο άρθρο 79 παρ. 1 του άνω ν. 5960/1933, μετά και την προσθήκη παραγράφου 5 σε αυτό με το άρθρο 4 παρ.1 περ. α του Ν. 2408/1996, ορίζεται πλέον ότι "εκείνος ο οποίος εκδίδει επιταγή που δεν πληρώθηκε από πληρωτή γιατί δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια κατά το χρόνο εκδόσεως της επιταγής ή της πληρωμής της, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών".
Από τη διάταξη αυτή, από την οποία απαλείφθηκε το "εν γνώσει" της προηγούμενης ρυθμίσεως, προκύπτει ότι, το έγκλημα της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής είναι τυπικό και για τη στοιχειοθέτηση του απαιτείται αντικειμενικά μεν, α) έκδοση τυπικά έγκυρης επιταγής, δηλαδή συμπλήρωση επί του εντύπου της επιταγής των στοιχείων που προβλέπονται στο νόμο, β) υπογραφή του εκδότη, στη θέση υπογραφής του εκδότη, αδιάφορα αν η επιταγή εκδίδεται για ατομικό του χρέος και σύρεται επί προσωπικού του λογαριασμού ή για χρέος άλλου και εταιρίας που εκπροσωπείται από αυτόν και σύρεται επί λογαριασμού του άλλου ή της εταιρίας, γ) εμπρόθεσμη εμφάνιση της επιταγής προς πληρωμή και δ) έλλειψη αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων στον πληρωτή, τόσο κατά το χρόνο έκδοσης, όσο και κατά το χρόνο εμφάνισης της επιταγής προς πληρωμή, υποκειμενικά δε, δόλος, η ύπαρξη του οποίου δεν απαιτείται να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, για δε την ύπαρξη του αρκεί η γνώση του εκδότη για την έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων.
Με την νέα δηλαδή ρύθμιση, αρκεί ο απλός (ή ενδεχόμενος) δόλος και δεν απαιτείται άμεσος δόλος, με την έννοια της εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεσης της πράξεως (ΑΠ 296/2015 ΝΟΜΟΣ). Συγκεκριμένα, η κατηγορουμένη ενεργώντας με πρόθεση στην Αθήνα, στις 31-12-2009 και στις 31-1-2010, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ως νόμιμη εκπρόσωπος της εταιρείας με την επωνυμία "...",, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. ...
επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 31-12-2009 και την υπ’ αρ. ... επιταγή με ημερομηνία έκδοσης 31-1-2010, πληρωτέες αμφότερες από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., ποσού 25.000 ευρώ εκάστη, οι οποίες εκδόθηκαν σε διαταγή της εγκαλούσας εταιρείας με την επωνυμία: "...", οι οποίες εμφανίστηκαν προς πληρωμή νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 31-12-2009 και-1 -2-2010 και δεν πληρώθηκαν διότι η κατηγορούμενη με δήλωση της προς την πληρώτρια είχε ανακαλέσει τις ανωτέρω επιταγές, γεγονός το οποίο αποδεικνύεται από τη σχετική σημείωση επί του σώματος των επιταγών των αρμοδίων υπαλλήλων της πληρώτριας τράπεζας.
Επομένως, εφόσον επακολούθησε εμπρόθεσμη εμφάνιση των επιταγών προς πληρωμή, η ανάκληση αποβαίνει ανίσχυρη και ισοδυναμεί με έκδοση ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 33/2015 ΝΟΜΟΣ). Ο ισχυρισμός της υπεράσπισης της κατηγορουμένης ότι οι ανωτέρω επιταγές ενσωμάτωναν τίμημα συμβάσεων πωλήσεως μεταξύ των ανωτέρω εταιρειών και ότι η εταιρία που εκπροσωπούσε η κατηγορουμένη είχε προβεί σε δήλωση υπαναχωρήσεως από τις ως άνω συμβάσεις πωλήσεως δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή καθώς, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, δεν ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής αφού στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης αυτής.
Επομένως με βάση όλα τα ανωτέρω πρέπει η κατηγορούμενη να κηρυχθεί ένοχη της πράξης της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής κατ’ εξακολούθηση που της αποδίδεται με το κατηγορητήριο, σύμφωνα με το διατακτικό απορριπτόμενου του αιτήματος αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2β ΠΚ πρωτίστως ως αορίστου καθώς δεν εκτέθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η κατηγορούμενη ωθήθηκε στην πράξη της από μη ταπεινά αίτια, σε κάθε δε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμος αφού τα αναφερόμενα από το μάρτυρα υπεράσπισης δεν αρκούν για να θεμελιωθεί αυτός.
Σημειώνεται ότι το αίτημα περί αναβολής της δίκης μέχρι εκδόσεως τελεσίδικης απόφασης επί της με ορ. κατ. 4607/2010 αγωγής της ενάγουσας "..." κατά της εγκαλούσας εταιρείας περί αναγνώρισης της υπαναχώρησης από την πώληση, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, και δεν κρίνετε αναγκαία η αναβολή της δίκης, διότι όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή για την εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως, καθόσον στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοσης αυτής." Με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκδόσεως ακαλύπτων επιταγών κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκε η αναιρεσείουσα, εις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 79 παρ.1 του ν.5960/1933, όπως ισχύει, και 98 του Π.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, η αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, παρατίθεται στην απόφαση ότι η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη εξέδωσε, ως νόμιμος εκπρόσωπος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "..." τυπικά έγκυρες τραπεζικές επιταγές, ότι οι επιταγές αυτές εμφανίστηκαν εμπρόθεσμα στην πληρώτρια Τράπεζα και δεν πληρώθηκαν λόγω ανακλήσεώς τους, πράγμα που ισοδυναμεί με έλλειψη αντικρίσματος, και ότι αυτή ενήργησε με πρόθεση.
Οι μερικότερες αντίθετες της αναιρεσείουσας είναι αβάσιμες, αφού: α)το αξιόποινο του εγκλήματος της εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής δεν επηρεάζεται από το υποστατό και το κύρος της αιτίας ή την ελαττωματικότητα εκδόσεώς της, γιατί το έγκλημα αυτό, ενόψει της φύσεως της επιταγής, ως χρηματικού μέσου πληρωμής και της ανάγκης προστασίας των συναλλαγών πραγματώνεται με μόνη την έκδοση ή μη πληρωμή της ακάλυπτης επιταγής, χωρίς να ασκεί επιρροή η εσωτερική σχέση μεταξύ εκδότη και λήπτη της επιταγής, δεδομένου ότι στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία εκδόσεως, ούτε αίρεται το άδικο της πράξεως αν η ενσωματωμένη στην επιταγή απαίτηση δεν είναι αγώγιμη ή δεν μπορεί να αντιταχθεί κατά του εκδότη, λόγω του ανύπαρκτου του παράνομου της αιτίας.
Ο σχετικός λοιπόν ισχυρισμός που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της, περί καταστάσεως ανάγκης ως προς την πληρωμή, λόγω ανακλήσεως των επιταγών δεν ήταν νόμιμος σύμφωνα με τα παραπάνω εκτεθέντα και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, ως εκ περισσού δε τον απέρριψε αιτιολογημένα, χωρίς να υποπέσει σε καμιά αντίφαση β)Το Δικαστήριο αιτιολογημένα απέρριψε τον ισχυρισμό της περι εξοφλήσεως των επίδικων, επιταγών αφού δέχθηκε ότι οι επιταγές αυτές δεν πληρώθηκαν κατά την εμφάνισή τους προς πληρωμή, λόγω ανακλήσεως, ούτε πολύ περισσότερο προσκομίστηκαν από αυτή τα σώματα των επιταγών.
Τέλος οι αναφερόμενες στην έκθεση αναιρέσεως λοιπές αιτιάσεις της αναιρεσείουσας πρέπει να απορριφθούν επειδή αναφέρονται στην ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ και Ε του ΚΠΔ λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για έλλειψη νόμιμης βάσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατά το άρθρο 61 του ΚΠοινΔ όταν στα πολιτικά δικαστήρια εκκρεμεί δίκη για ζήτημα που ανήκει στην αρμοδιότητα των πολιτικών δικαστηρίων, που έχει όμως σχέση με την ποινική δίκη, μπορεί το ποινικό δικαστήριο κατά την κρίση του να αναβάλει την ποινική δίκη έως το τέλος της πολιτικής. Εξάλλου κατά το άρθρο 139 του ίδιου κώδικα αιτιολογία απαιτείται σε όλες τις αποφάσεις ανεξάρτητα αν είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστή που τις εξέδωσε". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είχε δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για το λόγο ότι εκκρεμεί στο πολιτικό Δικαστήριο προδικαστικό ζήτημα αστικής φύσεως, δηλ. ζήτημα που ανάγεται σε στοιχείο της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος που ανήκει στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και ότι η παραδοχή ή όχι του σχετικού αιτήματος απόκειται στη κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, όμως οφείλει να απαιτήσει αιτιολογημένα στο υποβαλλόμενο αίτημα και σε περίπτωση απορρίψεώς του να αιτιολογήσει ειδικά την απόφασή του. Διαφορετικά, αν δηλ. απορρίψει το εν λόγω αίτημα, χωρίς την απαιτούμενη αιτιολογία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ του Κ.Π.Δ.
Στη προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, πριν την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η αναιρεσείουσα κατηγορουμένη υπέβαλε δια του συνηγόρου της αίτημα αναβολής της δίκης κατ’ άρθρο 61 του ΚΠΔ, γιατί για την ίδια υπόθεση εκκρεμεί δίκη ενώπιον των πολιτικών Δικαστηρίων (έχει εκδοθεί η με αριθμό 3464/2016 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δεν έχει καταστεί τελεσίδικη) κατά τα εκτιθέμενα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το αίτημα της αναιρεσείουσας με την ακόλουθη αιτιολογία "...ότι το αίτημα περί αναβολής της δίκης μέχρις εκδόσεως τελεσίδικης αποφάσεως επί της με αριθμό 4607/2010 αγωγής της ενάγουσας "..." κατά της εγκαλούσας εταιρίας περί αναγνώρισης της υπαναχώρησης από την πώληση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο, και δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της δίκης, διότι όπως προαναφέρθηκε, δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή για την εκδίκαση της κρινόμενης υποθέσεως καθόσον στο πεδίο του ποινικού δικαίου δεν ερευνάται η αιτία έκδοση αυτής".
Η αιτιολογία αυτή που διέλαβε το Τριμελές Πλημ/κείο στην απορριπτική του απόφαση σχετικά με το αίτημα αναβολής, είναι η απαιτούμενη από το Σύνταγμα ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού εκτίθενται σ’ αυτό οι λόγοι με τους οποίους κατέληξε και απέρριψε το σχετικό αίτημα. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ σχετικός λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Επίσης, η επιβαλλόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που προαναφέρθηκε, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του ελαφρυντικής περιστάσεως από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή της οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιοι, Κώδικα, ποινής.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών, συνεπώς δε ούτε και να αιτιολογήσει ειδικώς την απόρριψη τους. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις θεωρούνται, μεταξύ άλλων, οι προβλεπόμενες από την παρ. 2 του άρθρου 84 του ΠΚ, με στοιχεία β, ήτοι το ότι "ο υπαίτιος στην πράξη του ωθήθηκε από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης".
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της δίκης κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο αναιρεσείων με αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσε ο συνήγορός του εγγράφως και ανέπτυξε και προφορικά στο ακροατήριο, ζήτησε "να αναγνωρισθούν στο πρόσωπό του οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ.
β’ του ΠΚ". Στον αυτοτελή αυτό ισχυρισμό, ο οποίος προβλήθηκε κατά τρόπο εντελώς ασαφή και αόριστο, με επίκληση μόνο της νομικές διάταξης, χωρίς επίκληση ουδενός συγκεκριμένου πραγματικού περιστατικού και χωρίς να αναφέρεται για ποία από τις άνω αναφερόμενες περιπτώσεις ζητεί το ελαφρυντικό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει και να αιτιολογήσει την απόρριψη, παρά ταύτα εκ περισσού διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία απόρριψης με αναφορά ότι "....απορριπτομένου του αιτήματος αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 842 β ΠΚ .....ως αορίστου καθώς δεν εκτέθηκαν πραγματικά περιστατικά από τα οποία να προκύπτει ότι η κατηγορουμένη ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια σε κάθε δε περίπτωση ως ουσιαστικά αβάσιμο, αφού τα αναφερόμενα από το μάρτυρα υπεράσπισης δεν αρκούν για να θεμελιωθεί αυτός".
Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τον κύριο συναφή λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 οτοιχ. Δ’ του ΚΠΔ, ότι η απόφαση στερείται της κατά νόμο ειδικής και εμπεριστατωμένης απολογίας, όσον αφορά την απόρριψη του υποβληθέντος ως παραπάνω αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.
Μετά ταύτα και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (αρ.583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2016 αίτηση της Α. Μ. του Θ. για αναίρεση της με αριθμό 45027/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ