Supreme Court allows appeal against default judgment due to failure to serve notice and orders restitution.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a default judgment rendered in absentia. The appellant argued that the lower court failed to consider an sworn affidavit proving proper service of the appeal request, which was legally sufficient to constitute a summons. The court held that the lower court erred by ignoring this evidence and ordered the case remitted for retrial with a new panel. Additionally, the court granted the request for restitution of things to their former state, mandating the return of funds paid under the voided decision.
Legislator headnote
AI generatedArticles 226(4)(c)-(d), 576(2), 579(2), 914, 580(3), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The court must consider all evidence proving proper service of summons, and failure to do so warrants remittal for retrial, while voluntary execution of a voided decision triggers restitution of things to their former state.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1639 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1639/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Συνεταιριστική Τράπεζα Χανίων Συνεταιρισμός Περιορισμένης Ευθύνης" που εδρεύει στα Χανιά και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Μήτση.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-4-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 298/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 168/2008 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 18-3-2011 αίτησή του, με την οποία συνυπέβαλε και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 25-1-2013 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του αιτήματος επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, καθώς και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την .../22-12-2011 έκθεση του δικαστικού επιμελητή Χανίων …, την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο επισπεύδων τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση από 18-3-2011 αιτήσεως για αναίρεση της 168/2008 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης με την πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου που υπάρχει κάτω από αυτήν και με κλήση για συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 28-1-2013, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή αυτής της αποφάσεως δικάσιμο (22-4-2013), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο.
Εξάλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά του δικαστηρίου τούτου προκύπτει ότι κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (22-4-2013), κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσίβλητος ούτε κατέθεσε δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Δεδομένου δε ότι η μετά την αναβολή αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ.4 εδ.γ και δ Κ.Πολ.Δ), πρέπει να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.). Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας είναι:
α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, γ) υπαιτιότητα, δ) ζημία και ε) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ζημιογόνου συμπεριφοράς και της ζημίας (Α.Π.41/2010). Εξάλλου κατά το άρθρο 922 Α.Κ. ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.
Πρόστηση είναι η τοποθέτηση, διορισμός ή χρησιμοποίηση από ένα πρόσωπο, τον προστήσαντα, ενός άλλου προσώπου, του προστηθέντος, σε θέση ή απασχόληση (διαρκή ή μεμονωμένη εργασία) που αποβλέπει στη διεκπεραίωση υποθέσεων και γενικότερα στην εξυπηρέτηση των επαγγελματικών οικονομικών ή άλλων συμφερόντων του πρώτου.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 15-4-2004 αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως το δικόγραφό της που παραδεκτά συμπληρώθηκε με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου εκτιμάται από το παρόν δικαστήριο, ο ήδη αναιρεσίβλητος εξέθεσε: Ότι ο αποβιώσας στις 26-6-2003 θείος του Κ.
Κ. και ο ίδιος τηρούσαν στον εναγόμενο και ήδη αναιρεσείοντα πιστωτικό συνεταιρισμό την αναφερόμενη κοινή προθεσμιακή κατάθεση ποσού 32.089,28 ευρώ με ημερομηνία αποδόσεως την 17-12-2003. Ότι κατά την ανωτέρω ημερομηνία αποδόσεως της προθεσμιακής καταθέσεως μετέβη στο κατάστημα του εναγομένου για να προβεί σε ανανέωσή της αλλά οι αρμόδιοι υπάλληλοι του τελευταίου τον πληροφόρησαν ότι στην κατάθεση είχε προστεθεί ως συνδικαιούχος η Ρ.
Σ., μετά από σχετική εξουσιοδότηση του θανόντος θείου του με ημερομηνία 29-5-2003, ότι η ανωτέρω συνδικαιούχος στις 27-11-2003, ήτοι προ της λήξεως της προθεσμίας, είχε προβεί σε ανάληψη του ποσού των 16.000 ευρώ και ότι είχε εκδοθεί νέα προθεσμιακή κατάθεση με υπόλοιπο ποσού 16.542,73 ευρώ. Ότι μετά από γραπτή αίτησή του για τη χορήγηση αντιγράφων των εγγράφων με βάση τα οποία επήλθαν οι πιο πάνω μεταβολές (ορισμός συνδικαιούχου και ανάληψη του ποσού των 16.000 ευρώ) ο εναγόμενος του χορήγησε αντίγραφα των εγγράφων αυτών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και έντυπη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 ν.1599/1986 με ημερομηνία 29-5-2003 και με το εξής περιεχόμενο: "επιθυμώ να μεταφέρετε τα υπόλοιπα των λογαριασμών μου, σε νέους συνδικαιούχους, τους εξής:
κον Κ. Α. του Ε. και την κα Σ. Ρ. του Μ.", η οποία φέρεται υπογεγραμμένη από τον πιο πάνω θείο του και θεωρημένη για το γνήσιο της υπογραφής του από τον ιατρό Σ. Τ., μαιευτήρα-γυναικολόγο. Ότι ο εναγόμενος δια των προστηθέντων υπαλλήλων του, οι οποίοι πραγματοποίησαν τις προαναφερόμενες συναλλαγές, από βαριά αμέλεια παραβίασε τους κοινώς παραδεκτούς κανόνες τραπεζικών συναλλαγών αλλά και τους τεθέντες από τον ίδιο (τον εναγόμενο) κανόνες για τις συναλλαγές αυτές και ειδικότερα:
α) για συναλλαγή και μάλιστα σημαντικού αντικειμένου και ενώ δεν παρίστατο ο δικαιούχος αυτοπροσώπως, δέχθηκε ως νομιμοποιητικό έγγραφο την πιο πάνω υπεύθυνη δήλωση, αν και το γνήσιο της υπογραφής του δικαιούχου δεν είχε θεωρηθεί από δημόσια αρχή, όπως απαιτεί ο νόμος, αλλά από ιδιώτη ιατρό και β) ενώ, σύμφωνα με τον πρώτο από τους ενσωματωμένους στον τίτλο της επίδικης προθεσμιακής καταθέσεως όρους, η πληρωμή του κεφαλαίου της καταθέσεως που έληξε ή των τόκων που οφείλονται γίνεται στην έδρα του καταστήματος του εναγομένου το οποίο εξέδωσε το αποδεικτικό με την παρουσίαση και παράδοσή του, ο εναγόμενος, δια των αρμοδίων υπαλλήλων του και κατά παράβαση του παραπάνω ρητού όρου, αφενός μεν δέχθηκε και πραγματοποίησε συναλλαγή πριν από τη λήξη της προθεσμιακής καταθέσεως, αφετέρου δε απέδωσε το ποσό των 16.000 ευρώ στην εκ των υστέρων κατά τρόπο παράτυπο και παράνομο ορισθείσα συνδικαιούχο Ρ.
Σ., χωρίς την προσκόμιση και παράδοση του πιο πάνω τίτλου της προθεσμιακής καταθέσεως, τον οποίο εξακολουθεί να κατέχει ο ίδιος (ο ενάγων). Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ως αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη συνεπεία της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των προστηθέντων υπαλλήλων του, το ποσό των 16.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Με βάση τ' ανωτέρω η αγωγή ήταν νόμιμη και ορισμένη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 346, 914 και 922 Α.Κ. και συνακόλουθα το εφετείο που δέχθηκε τα ίδια δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες: α) της παρά το νόμο λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν ή της μη λήψεως υπόψη πραγμάτων που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ούτε της παρά το νόμο μη κηρύξεως απαραδέκτου και β) της παραβιάσεως των ανωτέρω διατάξεων που ήταν εφαρμοστέες εν προκειμένω ούτε εκείνης του άρθρου 830 Α.Κ.
σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 2 ν.5638/1932 και 411, 489, 490, 491 Α.Κ. που δεν ήταν εφαρμοστέες. Επομένως οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 και το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ.α) αντίστοιχα, υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως παρέχεται αν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ιδιαίτερο δε αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες και τα έγγραφα, αποτελούν και οι ένορκες βεβαιώσεις τρίτων προσώπων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση και, αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή (άρθρο 270 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 ν.2915/2001 και πριν από την εκ νέου αντικατάστασή του με το άρθρο 28 ν.3994/2011 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή διότι η πρώτη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου έλαβε χώρα στις 26-5-2005).
Συνεπώς - εφόσον κατά τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ. το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τη βασιμότητα πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι - πρέπει να γίνεται μνεία στην απόφαση ότι ελήφθη υπόψη και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο της ένορκης βεβαιώσεως, διαφορετικά θεμελιώνεται ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως (Α.Π.24/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την .../25-5-2003 (το ορθό 2005) ένορκη βεβαίωση των Σ. Σ., Χ.
Σ. και Μ. Μ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Χανίων Ειρήνης Βρετουδάκη, η οποία είχε ληφθεί μετά νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και την οποία αυτός (ο αναιρεσείων) επικαλέσθηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιον του εφετείου για την απόδειξη των αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών του ότι για την πραγματοποιηθείσα συναλλαγή υπήρχε εξουσιοδότηση του αποβιώσαντος συνδικαιούχου του κοινού λογαριασμού και ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο της υπαιτιότητας των προστηθέντων υπαλλήλων του, άλλως ότι δεν συνέτρεχε το στοιχείο του δόλου ή της βαριάς αμέλειας αυτών.
Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού από την επισκόπηση των από 12-2-2007 εγγράφων προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι αυτός επικαλέσθηκε νόμιμα την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση και την .../20-5-2005 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Χανίων …, από την οποία προέκυπτε η νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοση της σχετικής κλήσεως στον αναιρεσίβλητο, παρά ταύτα όμως το εφετείο στην προσβαλλόμενη απόφασή του δεν αναφέρει ότι ελήφθη υπόψη και η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση ούτε ότι συνέτρεχε κάποιος λόγος να μη ληφθεί αυτή υπόψη.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση (παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναιρέσεως), να παραπεμφθεί δε η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά το άρθρο 579 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου ως την παραμονή της συζητήσεως, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο παραδεκτά προέβαλε αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση και συγκεκριμένα ζήτησε, αν αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητος σε απόδοση του καταβληθέντος σ' αυτόν σε εκούσια εκτέλεση της πιο πάνω αποφάσεως ποσού των 24.137,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως. Από δε τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τον αναιρεσείοντα εξοφλητικές αποδείξεις προκύπτει ότι αυτός, σε εκούσια εκτέλεση της αναιρούμενης αποφάσεως, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το πιο πάνω ποσό, το οποίο πρέπει να υποχρεωθεί ο τελευταίος να του αποδώσει νομιμοτόκως κατά τ' ανωτέρω, κατά παραδοχή του αιτήματος επαναφοράς ως βάσιμου κατ' ουσίαν.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 168/2008 απόφαση του Εφετείου Κρήτης.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Δέχεται το αίτημα του αναιρεσείοντος για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.
Υποχρεώνει τον αναιρεσίβλητο να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εκατόν τριάντα επτά ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (24.137,86) με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στις 29 Ιουλίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ