Legislator Case Law & Legislation
1639/2012 AI generated

1639/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1639/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1639/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1639 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1639/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ζ. Κ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μύρτσο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Β., 2) Ε. Γ. του Δ. και 3) Κ. Τ. του Θ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2003/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 29355/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-11-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 1-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από τις 7333Γ, 7334Γ και 7335Γ/7-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ... (με τις στην συνέχεια αυτών από 7-2-2012 αποδείξεις παραλαβής δικογράφου του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και από 8-2-2012 βεβαιώσεις αποστολής συστημένης επιστολής), ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με πράξη προσδιορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, με την επιμέλεια της προσηκόντως παριστάμενης αναιρεσείουσας, σε κάθε έναν αναιρεσίβλητο που όμως δεν εμφανίσθηκαν, ούτε έλαβαν μέρος καθοιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο. Επομένως, παρά την απουσία τους το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576§2 ΚΠολΔ).

II. (Α) Σύμφωνα με την διάταξη του άρθ. 560 αριθ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, όμοια με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, εάν αυτός εφαρμοσθεί, αν και κατά τις σχετικές παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αντίθετα, όταν δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις παραδοχές αυτές, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλ.

με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, 4/2005). Εξάλλου, κατά το εδ. β' της ως άνω διάταξης ως παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την σαφή έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλ.

των γενικών αρχών που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις και που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ερμηνεία των κανόνων δικαίου και δη την εξειδίκευση των περιεχομένων σ' αυτούς αορίστων νομικών εννοιών, καθώς και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, ιδρύει λόγο αναίρεσης, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλ.

όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για την ανεύρεση της έννοιας κάποιου κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών της διαφοράς, και όχι όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, διότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αναιρετικά ανέλεγκτη κατ' άρθ. 561§1 ΚΠολΔ εκτίμηση πραγμάτων (ΑΠ 533/2007). (Β) Κατά το άρθρο 703 Α.Κ.

εκείνος που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιον (μεσίτη) για την μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μιας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης, από την διάταξη δε αυτή σαφώς προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για την μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη συμβάσεως και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη.

Επίσης, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή πρέπει, εκτός των ανωτέρω, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της μεσιτικής δραστηριότητας και της κατάρτισης της πράξης, για την οποία δόθηκε η εντολή. Οι έννοιες της μεσολάβησης και της υπόδειξης δεν ορίζονται στο νόμο και, εφόσον το περιεχόμενο αυτών δεν προκύπτει από τη σύμβαση, η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν, αλλά όχι και απαραίτητο, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από τον μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, την μεταφορά ή γνωστοποίηση των προτεινομένων από το ένα μέρος προς το άλλο όρων και την διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ υπόδειξη ευκαιρίας, που είναι κάτι λιγότερο από την μεσολάβηση, συνιστά η εκ μέρους του μεσίτη ενημέρωση απλώς του ενός ή και των δύο ενδιαφερόμενων για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σε αυτούς δυνατότητας σύναψης της σύμβασης, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες αυτού, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής, μάλιστα δε η σύναψη της σύμβασης δεν απαιτείται να είναι αποκλειστικά και κύρια το προϊόν των ενεργειών του μεσίτη.

Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί ν' αφορά μόνο την μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ή και αμφότερες (ΑΠ 90/2011). Περαιτέρω, η εφαρμογή της διάταξης του άρθ. 705§1 ΑΚ, που ορίζει ότι "αμοιβή λογίζεται ότι συμφωνήθηκε σιωπηρά, αν η μεσολάβηση ή η υπόδειξη κατά τις συνηθισμένες περιστάσεις γίνεται μόνο με αμοιβή ή ανατέθηκε σε επαγγελματία μεσίτη", προϋποθέτει κατάρτιση έγκυρης μεσιτικής σύμβασης ως προς όλα τα στοιχεία της εκτός από το στοιχείο της αμοιβής του μεσίτη.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ύστερ' από την άσκηση εφέσεων των ήδη αναιρεσιβλήτων επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατ' αυτών με αντικείμενο την καταβολή μεσιτικής αμοιβής, με την προσβαλλομένη 29355/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (άρθ. 561§1 ΚΠΟλΔ), ότι η ενάγουσα, και ήδη αναιρεσείουσα, ασκεί νόμιμα δραστηριότητα μεσίτριας αστικών συμβάσεων στην περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης, διατηρώντας προς τούτο γραφείο μεσιτικών συναλλαγών στην οδό ...

και έχοντας εγγραφεί στο Επαγγελματικό Επιμελητήριο Θεσσαλονίκης με αριθ. μητρώου ..., ότι ο 1ος εναγόμενος και αναιρεσίβλητος είχε στην αποκλειστική κυριότητα του ένα διαμέρισμα (μεζονέτα) κτισμένο σε οικόπεδο στην οδό ... του ΔΔ Περαίας του Δήμου Θερμαϊκού Θεσσαλονίκης, αποτελούμενο από υπόγειο όροφο εμβαδού 80,2 m2, πρώτο όροφο εμβαδού 83,56 m2 και δεύτερο όροφο εμβαδού 72,37 m2, αντιμετώπιζε δε οικονομικά προβλήματα με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του 2003 και τον Ιούνιο του 2004 το Ελληνικό Δημόσιο και συγκεκριμένα η ΔΟΥ Ιωνίας, η ΔΟΥ Κασσάνδρας και η ΔΟΥ Θεσσαλονίκης να επιβάλουν στο ανωτέρω ακίνητο αντίστοιχες κατασχέσεις, ότι για τον λόγο αυτόν, αν και χρησιμοποιούσε το προαναφερόμενο ακίνητο ως κύρια κατοικία του, το θέρος του 2005 αποφάσισε να προβεί στην πώλησή του, προκειμένου με το τίμημα που θα ελάμβανε να εξοφλήσει τις οικονομικές του εκκρεμότητες προς το Δημόσιο, προς τούτο δε ζήτησε την βοήθεια της ενάγουσας, με την οποία την εποχή εκείνη διατηρούσαν ερωτικό δεσμό και συγκατοικούσαν στο ως άνω ακίνητο, ότι η ενάγουσα, που λόγω της ιδιότητας της ως μεσίτριας είχε μεγάλη εμπειρία στις αγοραπωλησίες ακινήτων, αποφάσισε να τον βοηθήσει στην πώληση του ακινήτου του, όχι μόνο λόγω της ερωτικής τους σχέσης, αλλά και διότι ο 1ος εναγόμενος της υποσχέθηκε ότι με το τίμημα που θα ελάμβανε από την πώληση θα της επέστρεφε και το ποσό των 15.000 € που του είχε δανείσει στο παρελθόν, για το οποίο αυτός είχε υπογράψει προς τούτο σχετική συναλλαγματική, ότι κατόπιν των ανωτέρω η ενάγουσα δραστηριοποιήθηκε για την ανεύρεση αγοραστή του παραπάνω ακινήτου και προέβη για τον σκοπό αυτό σε δημοσίευση σχετικής αγγελίας στις εφημερίδες "Αγγελιοφόρος" και "MetroSport" πολλές φορές, η ανεύρεση, όμως, αγοραστή δεν ήταν ευχερής ενόψει του ότι το ακίνητο ήταν επιβαρημένο με τις προαναφερόμενες κατασχέσεις, γεγονός που λειτουργούσε αποτρεπτικά για τους υποψήφιους αγοραστές, ότι παράλληλα την εποχή εκείνη οι 2η και 3ος των εναγομένων, οι οποίοι επί πολλά έτη ήσαν κάτοικοι ..., έχοντας ήδη στην ιδιοκτησία τους ένα διαμέρισμα στην οδό ..., επιθυμούσαν ν' αγοράσουν ένα μεγαλύτερο διαμέρισμα στην περιοχή, και έτσι τον Σεπτέμβριο του 2005, όταν είδαν την σχετική αγγελία της ενάγουσας, επικοινώνησαν με αυτήν και ύστερ' από συνεννόηση συναντήθηκαν μαζί της και τον 1° εναγόμενο στο προς πώληση ακίνητο, ότι κατά την συνάντησή τους εκεί η ενάγουσα τους κατέστησε σαφές ότι, αν και ήταν μεσίτρια, στην προκείμενη αγοραπωλησία δεν ενεργεί υπό την ιδιότητά της αυτή, διότι η προς πώληση μεζονέτα είναι ιδιοκτησίας του συντρόφου της, πρώτου εναγομένου, ο οποίος προβαίνει στην πώλησή της προκειμένου να μπορέσει αφενός να τακτοποιήσει τις οικονομικές εκκρεμότητές του προς το Δημόσιο, που ήδη είχε επιβάλει κατάσχεση στο ακίνητο, και αφετέρου να καταβάλει και προς αυτήν κάποια χρήματα που του είχε δανείσει, ότι η ενάγουσα τους γνωστοποίησε επιπλέον ότι, αν ενδιαφερθούν για την αγορά του ακινήτου, η τιμή αγοράς, λόγω των ανωτέρω προβλημάτων, θα είναι ιδιαίτερα συμφέρουσα γι' αυτούς, παράλληλα, όμως, θα πρέπει να είναι υπομονετικοί και να δείξουν τόσο προς εκείνη όσο και προς τον 1° εναγόμενο εμπιστοσύνη, διότι η μεταβίβασή του, λόγω των προαναφερομένων βαρών θα είναι ιδιαίτερα δυσχερής και χρονοβόρα και επίσης ότι θα χρειασθεί να τους καταβάλουν, πριν από κάθε μεταβίβαση κάποιο σημαντικό χρηματικό ποσό, προκειμένου να καταστεί δυνατόν να αρθούν οι σχετικές κατασχέσεις και να λάβει ο 1ος εναγόμενος φορολογική ενημερότητα για την μεταβίβαση του ακινήτου, τέλος δε τους διαβεβαίωσε ότι, αν όλα εξελιχθούν ομαλά, λόγω της ιδιαιτερότητας των ανωτέρω περιστάσεων δεν θα της οφείλουν ούτε οι ίδιοι, σε περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου, μεσιτική αμοιβή, ότι οι 2η και 3ος των εναγομένων συμφώνησαν και στην συνέχεια, επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη στην ενάγουσα και στον 1ο εναγόμενο, κατέβαλαν, πριν την μεταβίβαση της μεζονέτας, από το συμφωνηθέν τίμημα των 225.000 € το ποσό των 35.000 € και ανέμεναν ώστε η ενάγουσα να τακτοποιήσει τα νομικά ζητήματα του ακινήτου και μετέπειτα να προχωρήσουν στην κατάρτιση του συμβολαίου πώλησης, ταυτόχρονα δε οι τελευταίοι τον Μάιο του 2006 προέβησαν στην μεταβίβαση του παλαιού τους διαμερίσματος και έτσι τον Ιούνιο του 2006 η ενάγουσα τους παρέδωσε τα κλειδιά της μεζονέτας και εγκαταστάθηκαν σ' αυτήν, ενώ παράλληλα τους ενημέρωσε ότι όλα τα οικονομικά και νομικά προβλήματα του ακινήτου τακτοποιήθηκαν και ότι το συμβόλαιο αγοραπωλησίας αυτού θα καταρτισθεί την 17-11- 2006, ότι τον Αύγουστο του 2006 η ενάγουσα διέκοψε τον ερωτικό δεσμό που είχε με τον 1° εναγόμενο και ενόψει του ότι αυτός δεν της είχε καταβάλει ακόμη τα χρήματα που του είχε δανείσει πέτυχε την έκδοση σε βάρος του της 31775/2006 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία και με βάση την προαναφερόμενη συναλλαγματική ο τελευταίος επιτασσόταν να καταβάλει σ' αυτήν το ποσό των 15.067,53 € νομιμότοκα κ.λπ., στην συνέχεια δε με βάση την ως άνω διαταγή πληρωμής η ενάγουσα κατέσχεσε, με την 545/21-9-2006 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης ..., το προς πώληση ακίνητο του 1ου εναγομένου ορίζοντας τον πλειστηριασμό αυτού για τον Νοέμβριο του 2006 και δη πριν την προσδιορισθείσα ημερομηνία κατάρτισης του συμβολαίου πώλησης, ότι μετά απ' αυτά και προ του κινδύνου ν' απωλέσουν το ακίνητο, για το οποίο ήδη είχαν καταβάλει το ποσό των 35.000 €, οι 2η και 3ος των εναγομένων κατέβαλαν στην ενάγουσα το οφειλόμενο από τον 1° ποσό των 16.261 € και έτσι με το .../2006 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμ/φου Θεσσαλονίκης Χρ.

Φαρδή - Πανταζή ήρθη η κατάσχεση και κατέστη τελικά δυνατό να υπογραφεί την 17-11-2006 το .../2006 συμβόλαιο της ιδίας ως άνω συμ/φου, με το οποίο οι 2η και 3ος των εναγομένων αγόρασαν από τον 1° το προαναφερόμενο ακίνητο αντί πραγματικού τιμήματος 225.000 €, ότι μετά την σύνταξη του ως άνω συμβολαίου η ενάγουσα επέδωσε την 11-12-2006 στον 1° εναγόμενο εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία ζητούσε να της καταβάλει, μέσα σε προθεσμία 10 ημερών, ποσό 4.500 € που -σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της- αντιστοιχούσε στην συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή για την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης με τους 2η και 3ος των εναγομένων ύστερ' από δική της υπόδειξη και μεσολάβηση, ο 1ος, όμως, εναγόμενος αρνήθηκε με σχετική εξώδικη δήλωσή του και έτσι η ενάγουσα την 9-2-2007 του επέδωσε νέα εξώδικη δήλωση, με την οποία του δήλωνε ότι για την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής της θα καταφύγει στα Δικαστήρια, όπως και έγινε, ότι εξ ουδενός στοιχείου αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίσθηκε σύμβαση μεσιτείας, με την οποία ειδικότερα ο μεν 1ος εναγόμενος έδωσε προφορικά στην ενάγουσα την εντολή να μεσολαβήσει για την σύναψη της πώλησης και να του υποδείξει τρίτους ενδιαφερόμενους υποψήφιους αγοραστές για το ως άνω ακίνητο και ότι της υποσχέθηκε ότι σε περίπτωση πώλησής της σε αγοραστή που θα του υποδείκνυε θα της κατέβαλε ως μεσιτική αμοιβή της ποσοστό 2% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, οι δε 2η και 3ος εναγόμενοι της έδωσαν προφορικά την εντολή να τους υποδείξει για αγορά ακίνητο στην περιοχή της Περαίας και της υποσχέθηκαν ότι σε περίπτωση αγοράς του ακινήτου που θα τους υποδείκνυε θα της κατέβαλαν ως μεσιτική αμοιβή της ποσοστό 2% επί του συμφωνηθέντος τιμήματος πώλησης, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ.

Με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε περαιτέρω ότι ούτε ρητά αλλά ούτε και σιωπηρά καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση μεσιτείας είτε με την υπόδειξη του ακινήτου του 1ου εναγομένου στους υποψήφιους αγοραστές, 2η και 3ος εναγομένους, ή τις με απλές μεσιτικές αγγελίες που δημοσίευσε στις εφημερίδες, διότι ήταν γνωστό σε όλους τους εναγομένους ότι η ενάγουσα στην προκειμένη περίπτωση δεν ενεργεί ως μεσίτρια αλλά ως σύντροφος του 1ου εναγομένου και ασχολείται με την πώληση του ακινήτου όχι επειδή είχε λάβει σχετικές εντολές από τους εναγομένους και είχε συμφωνήσει μ' αυτούς ότι θα λάβει μεσιτική αμοιβή, αλλά διότι λόγω της επαγγελματικής της ιδιότητας είχε την εμπειρία και ήταν ικανή ν' αντιμετωπίσει τα διάφορα περιπεπλεγμένα ζητήματα του ακινήτου σε σύντομο χρονικό διάστημα, ώστε να καταστεί δυνατή η μεταβίβασή του, ως εκ τούτου δε οι εναγόμενοι δεν οφείλουν μεσιτική αμοιβή κατ' άρθ. 703 ΑΚ, αλλά ούτε και κατ' άρθ. 705§1 ΑΚ, το οποίο προϋποθέτει και αυτό την κατάρτιση έγκυρης σύμβασης μεσιτείας, με την οποία απλώς δεν έχει ορισθεί ειδικότερα η μεσιτική αμοιβή.

Με την κρίση του αυτή το ως Εφετείο δίκασαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, εφόσον ρητά δέχθηκε, κατά τρόπο αναιρετικά ανέλεγκτο, διατυπώνοντας και σαφές σχετικό πόρισμα, ότι η αναιρεσείουσα ενάγουσα αναμίχθηκε στην πώληση του ακινήτου του 1ου αναιρεσιβλήτου εναγομένου όχι ως μεσίτρια, αλλά, κατά την ρητή δήλωση της ίδιας, ως σύντροφος αυτού και έχουσα πείρα στις σχετικές συναλλαγές, και χωρίς να διεκδικεί μεσιτική αμοιβή, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθ. 703 και 705 ΑΚ και ουδόλως παραβίασε αυτές, ούτε εξάλλου τα διδάγματα της κοινής πείρας ως προς την ερμηνεία των ως άνω διατάξεων και την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σ' αυτές και επομένως η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της, δηλ.

ως προς αμφότερους τους τ' αντίθετα υποστηρίζοντες λόγους της από τον αριθ. 1 του άρθ. 560 ΚΠολΔ, μη τεθεί, όμως, διάταξη περί δικαστικών εξόδων λόγω της απουσίας των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 8-11-2011 αίτηση της Ζ. Κ. για αναίρεση της 29355/2011 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ