Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility and abuse of right grounds regarding unpaid bills.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision, ordering the appellant to pay legal costs. The appellant argued that the respondent company abused its right by suing only the individual director despite having sufficient assets, and that the respondent failed to appear at the hearing. The court rejected these claims, ruling that the respondent's choice of defendant was not abusive given the company's solvency and that the appellant had previously failed to raise the relevant argument before lower courts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 para. 2 C.P.D.; Art. 281 C.C.; The exercise of a right is prohibited as abusive if it exceeds the limits of good faith or social purpose, and a plaintiff may sue the individual director of a company even if the company itself has sufficient assets to satisfy the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1639 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1639/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Γ.Λ., κατοίκου δημοτικού διαμερίσματος Οβρυάς του Δήμου Μεσσάτιδος Αχαΐας, που δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του .
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ Α.Ε" που εδρεύει στην Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κων/νο Σαντούση.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18 Φεβρουαρίου 2000 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείου Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2002 μη οριστική, 468/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 1318/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23 Απριλίου 2007 αίτησή του επί της οποίας εκδόθηκε η 1078/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Την υποθεση επαναφέρει η καλούσα με την από 23 Οκτωβρίου 2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 12 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Ιωάννη Τέντε, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 23-10-2009 κλήση της αναιρεσίβλητης εταιρείας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η από 23-4-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1318/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1078/2009 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της άνω αιτήσεως αναιρέσεως κατά τη δικάσιμο της 9-3-2009 που είχε προσδιορισθεί μετά από αναβολή από την αρχικώς προσδιορισθείσα δικάσιμο της 17-3-2008.
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 7144/26-1-2010 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Πηνελόπης Λάζαρη, αντίγραφο της από 23-10-2009 αιτήσεως (κλήσεως) της αναιρεσίβλητης με την υπ' αυτή πράξη ορισμού δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της από 23-4-2007 αιτήσεως για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1318/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στον αναιρεσείοντα, κατ' άρθρο 128 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στην ως άνω έκθεση επιδόσεως, από 26-1-2010 έκθεση εγχειρήσεως θυροκολληθέντος δικογράφου της ανωτέρω δικαστικής επιμελήτριας και από 27-1-2010 βεβαίωση της αρμόδιας υπαλλήλου των ΕΛΤΑ στο υποκατάσημα στην Πάτρα Β.Κ.
Συνεπώς, αφού ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και κατά τη σειρά της εγγραφής της σε αυτό, πρέπει να δικασθεί ερήμην αλλά να προχωρήσει η συζήτηση της αναιρέσεως και χωρίς την παρουσία αυτού.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, κατά την οποία όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως και ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του ζημιογόνου γεγονότος και της ζημίας.
Παράνομη είναι και η έκδοση ακάλυπτης επιταγής σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 1 του ν. 5960/1933, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 1325/1972, κατά το οποίο τιμωρείται με τις προβλεπόμενες σε αυτό ποινές εκείνος που εκδίδει επιταγή χωρίς να έχει τα αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο της έκδοσης ή της πληρωμής της επιταγής.
Από την ποινική αυτή διάταξη, που θεσπίσθηκε για την προστασία όχι μόνο του δημόσιου, αλλά και του ιδιωτικού συμφέροντος, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι εκείνος που εκδίδει ακάλυπτη επιταγή, ζημιώνοντας έτσι παράνομα και υπαίτια άλλον, υποχρεούται να τον αποζημιώσει.
Η αξίωση προς αποζημίωση από το άρθρο 914 επ. ΑΚ συρρέει με την αξίωση από την επιταγή από τα άρθρα 40-47 του ν. 5960/1933 και απόκειται στον δικαιούχο να ασκήσει αυτήν που προκρίνει (Ολ. ΑΠ 23/2007). Εξ άλλου, από το άρθρο 71 του ΑΚ προκύπτει ότι το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που κατά τα άρθρα 65, 67 και 68 ΑΚ το αντιπροσωπεύουν και εκφράζουν τη βούληση του, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έλαβε χώρα κατά την ενάσκηση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και παράγει υποχρέωση προς αποζημίωση.
Στην περίπτωση δε που η πράξη ή η παράλειψη του αρμόδιου οργάνου είναι υπαίτια και παράγει υποχρέωση αποζημιώσεως, ευθύνεται και αυτός εις ολόκληρον με το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 218/2003, ΑΠ 29/2006, ΑΠ 263/2010). Ειδικότερα, στην ανώνυμη εταιρία ή στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης οι διοικούντες αυτές δεν έχουν προσωπική υποχρέωση για τα χρέη της εταιρίας, είναι όμως δυνατή η ευθύνη τους προσωπικά από αδικοπραξία κατά το άρθρο 914 ΑΚ, αφού η αρχή της μη ευθύνης των διοικούντων την εταιρία κάμπτεται και δεν ισχύει όταν υπάρχει πταίσμα αυτών από αδικοπραξία, βάσει των γενικών αρχών (ΑΚ 914), οπότε υφίσταται ευθύνη τούτων.
Έτσι επί εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από το νόμιμο εκπρόσωπο της ΑΕ ή ΕΠΕ στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρίας, η υποχρέωση προς αποζημίωση του κομιστή της επιταγής βαρύνει τόσο το νόμιμο εκπρόσωπο που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής, όσο και το ίδιο το νομικό πρόσωπο (ΑΠ 29/ 2006, ΑΠ 263/2010).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτει πλήρως το διατακτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ. ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, βάσει των αποδεικτικών μέσων που συνεκτίμησε και αναφέρονται σ' αυτήν, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής: "Στις 14-10-1997 ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΠΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ-ΕΠΕ - ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ -ΕΜΠΟΡΙΟ - ΕΙΣΑΓΩΓΕΣ - ΕΞΑΓΩΓΕΣ", που εδρεύει στη Πάτρα, εξέδωσε, με την προαναφερόμενη ιδιότητα του, τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Εργασίας, με αριθμούς ...
και ημερομηνίες έκδοσης αντίστοιχα 30-1-1998, 28-2-1998 και 30-3-1998, ποσού 3.635.117 δραχμών η κάθε μία, πληρωτέες σε διαταγήν της ΕΠΕ "ΛΑΛΙΩΤΗΣ ΕΠΕ", με χρέωση του ... λογαριασμού της παραπάνω εταιρίας. Τις επιταγές αυτές μεταβίβασε στη συνέχεια με οπισθογράφηση στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσίβλητη), η οποία τις εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στις 6-2-1998, 6-3-1998 και 3-4-1998 αλλά δεν πληρώθηκαν, γιατί δεν υπήρχαν στην πληρώτρια τράπεζα καθόλου διαθέσιμα κεφάλαια για τις δύο πρώτες και μη επαρκές υπόλοιπο για την τρίτη...και έτσι η ενάγουσα εταιρία, νόμιμη τελευταία κομίστρια, ζημιώθηκε κατά το ποσό αυτών, συνολικού ύψους 10.905.351 δραχμών (3.635,117 Χ 3).
Με την 115/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών (τμήμα εκούσιας δικαιοδοσίας) η εταιρία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" κηρύχθηκε σε κατάσταση πτωχεύσεως και ορίστηκε ημέρα παύσεως πληρωμών η 11-2-1997. Κατά το χρόνο έκδοσης των πιο πάνω επιταγών ο εναγόμενος γνώριζε ότι η προαναφερόμενη εταιρία δεν είχε στο σχετικό λογαριασμό αντίστοιχα διαθέσιμα κεφάλαια και ότι έτσι αυτές δεν επρόκειτο να πληρωθούν.
Κι αυτό γιατί ο ίδιος γνώριζε ότι η εταιρία βρισκόταν από 11-2-1997 σε μόνιμη και γενική αδυναμία να εξοφλήσει τα ληξιπρόθεσμα εμπορικά χρέη της. Άλλωστε, σε βάρος της ίδιας εταιρίας υπήρχαν από το έτος 1996 δυσμενή στοιχεία συναλλακτικής συμπεριφοράς, που γνώριζε ο εναγόμενος διαχειριστής της και συγκεκριμένα δύο διαταγές πληρωμής του έτους 1996 για το ποσό των 13.540.000 δραχμών, τριάντα έξι ακάλυπτες επιταγές για το έτος 1997, συνολικού ύψους 66.566.000 δραχμών και πέντε διαταγές πληρωμής για το έτος 1997, συνολικού ποσού 37.048.000 δραχμών...Εξάλλου, από το έτος 1996 οι μηχανές του εργοστασίου της εταιρίας δεν λειτουργούσαν, γεγονός που γνώριζε ο εναγόμενος, με συνέπεια να μην υπάρχουν αντίστοιχα έσοδα...Έτσι, με την έκδοση των παραπάνω ακάλυπτων επιταγών ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτων επιταγών και ευθύνεται και ο ίδιος σε αποζημίωση της ενάγουσας, ποσού 10.906.351 δραχμών, λόγω αδικοπραξίας, έστω και αν αυτός τέλεσε την αδικοπραξία στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων του στη εταιρία.
Ενόψει δε του γεγονότος ότι ο εναγόμενος ενάγεται ατομικά, ως υπογραφέας των ένδικων τριών ακάλυπτων επιταγών, για δική του αδικοπρακτική συμπεριφορά, η προβαλλόμενη από τον ίδιο πτώχευση της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν εταιρίας, δεν ασκεί επιρροή στην παρούσα δίκη, αφού αυτός εκδίδοντας τις ένδικες επιταγές εν γνώσει της, παρά την ΕΠΕ που εκπροσωπούσε, έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων κατά τους χρόνους έκδοσης , όσον και πληρωμής τους, ενήργησε υπαίτια και παράνομα και τέλεσε ατομικά αδικοπραξία".
Με βάση τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος-εναγομένου επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο περιέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, και δεν στέρησε αυτή νόμιμης βάσης, με ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού προκύπτουν από το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή των άρθρων 914 ΑΚ και 79 Ν. 5960/1933, ιδία δε αναφορικά με το ότι ο αναιρεσείων προέβη στην έκδοση των παραπάνω επιταγών δόλια, ενώ δηλαδή γνώριζε ότι η εταιρία που εκπροσωπούσε δεν είχε αντίστοιχα με την αξία τους κεφάλαια στην πληρώτρια Τράπεζα κατά το χρόνο εκδόσεως και πληρωμής τους.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 281, 300, 288 και 924 του ΑΚ συνάγεται ότι, αυτός που δέχεται επιταγή εν γνώσει του ότι δεν έχει αντίκρισμα, ναι μεν με την συμπεριφορά του δεν απαλλάσσει τον εκδότη από την ποινική ευθύνη του άρθρου 79 του ν. 5960/1933, παρέχει, όμως το δικαίωμα στον εκδότη, είτε ενάγεται βάσει του νόμου περί επιταγών, είτε βάσει του αδικήματος, να αποκρούσει την αγωγή, επικαλούμενος ότι ο κομιστής εν γνώσει της έλλειψης αντικρίσματος έλαβε την επιταγή και ότι με την συμπεριφορά του αυτή, που τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο και προς την αξιούμενη ζημία και προς τη ζημιογόνο πράξη, βρίσκεται σε κακή πίστη, επιδιώκοντας την πληρωμή της επιταγής, αφού είχε αποδεχθεί τον κίνδυνο των επιζήμιων συνεπειών από την έκδοση της ακάλυπτης επιταγής (ΑΠ 29/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, "είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, πλην των ως άνω εξαιρέσεων, ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, μόνο αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο απ' όπου προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Έτσι, αν προσβάλλεται απόφαση του Εφετείου, εκτός από την παραδεκτή και νόμιμη προβολή του ισχυρισμού ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, πρέπει να επαναφέρεται αυτός νόμιμα και στον δεύτερο βαθμό (Ολ.
ΑΠ 43/1990, ΑΠ 928/1995). Το καθιερούμενο δε κατά τα άνω απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναιρέσεως του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 356/2010).
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, προσάπτει στο Εφετείο το σφάλμα, ότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό του, τον οποίο είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε νόμιμα και στο Εφετείο, ο οποίος (ισχυρισμός) συνίσταται στο ότι η ενάγουσα, διά του νομίμου εκπροσώπου της, ναι μεν δεν γνώριζε την μή ύπαρξη διαθεσίμων κεφαλαίων στην πληρώτρια τράπεζα της εκπροσωπούμενης απ' αυτόν ΕΠΕ, πλην όμως παρέλαβε τις προαναφερόμενες τρεις μεταχρονολογημένες επιταγές προκειμένου να τις εμφανίσει για πληρωμή μεταγενεστέρως κατά τους αναφερόμενους χρόνους έκδοσης τους, υπολογίζοντας ότι κατά τους χρόνους αυτούς θα είχε καταστεί δυνατή η συγκέντρωση και κατάθεση από την εκδότρια των επιταγών εταιρία στην πληρώτρια τράπεζα, των αντίστοιχων διαθεσίμων κεφαλαίων ώστε να πληρωθούν κατά την εμφάνισή τους, αποδεχθείσα έτσι τον κίνδυνο των συνεπειών αδυναμίας συγκέντρωσης των κεφαλαίων, δηλαδή τον κίνδυνο των συνεπειών οι τρεις επίδικες επιταγές να είναι ακάλυπτες.
Όπως όμως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως και των προτάσεων του αναιρεσείοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο αναιρεσείων, ως εναγόμενος, ούτε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προέβαλε τον παραπάνω ισχυρισμό περί ιδίου πταίσματος της ενάγουσας στην επέλευση της επιδιωκόμενης ζημίας της, ούτε ενώπιον του Εφετείου επανέφερε τέτοιο ισχυρισμό.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το δεύτερος μέρος του, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ που στηρίζεται στον παραπάνω ισχυρισμό, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, ως καταχρηστική, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Στην περίπτωση εκδόσεως ακάλυπτης επιταγής από νομικό πρόσωπο, κατά την οποία προς αποζημίωση του κομιστή ευθύνεται τόσο το νομικό πρόσωπο, όσο και ο νόμιμος εκπρόσωπος του που υπέγραψε την επιταγή εν γνώσει της μη υπάρξεως αντικρίσματος κατά το χρόνο της εκδόσεως ή της πληρωμής (ΑΠ 29/2006), η εκ μέρους του ζημιωθέντος άσκηση της αξιώσεως του κατά μόνο του νομίμου εκπροσώπου, παρά το ότι το συνυπόχρεο νομικό πρόσωπο διέθετε επαρκή περιουσία, δεν είναι καταχρηστική κατά την άνω έννοια.
Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματός του ένσταση του αναιρεσείοντος, στηριζόμενη στο γεγονός ότι η ενάγουσα αναιρεσίβλητη, κομίστρια επιταγών που εξέδωσε ο εναγόμενος αναιρεσείων ως νόμιμος εκπρόσωπος εταιρίας περιορισμένης ευθύνης απέφυγε να επιδιώξει την είσπραξη της επίδικης απαιτήσεώς της προς αποζημίωση στρεφόμενη κατά του νομικού προσώπου της εταιρίας και μάλιστα είτε πριν από την κήρυξη της τελευταίας σε κατάσταση πτωχεύσεως, παρόλο που αυτή διέθετε περιουσία πολύ μεγαλύτερη από την απαίτηση, είτε μετά ταύτα, συμμετέχουσα με αναγγελία της απαιτήσεώς της στην πτωχευτική διαδικασία, το ενεργητικό της οποίας επαρκούσε για την πλήρη ικανοποίησή της, δεν παραβίασε τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 281 ΑΚ, ο δε δεύτερος, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23-4-2007 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1318/2006 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ