Legislator Case Law & Legislation
1639/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance dispute, upholding lower court's evidence evaluation.

Case Number 1639/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four siblings against a final judgment regarding inheritance rights. The appellants argued the lower court accepted unproven facts about land sales and usage without sufficient evidence. The court ruled that the disputed facts were merely denials of the appellees' counterclaims rather than independent matters requiring proof, and that the lower court's assessment of witness testimony was legally unreviewable.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(10) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; Matters accepted as true without proof are those tending to establish a claim, not denials thereof, and judicial evaluation of evidence is unreviewable on appeal.

Keywords

AI generated
appeal dismissal inheritance dispute unproven facts evidence evaluation denial of claim judicial review legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 559(10) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1639 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1639/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, κατοίκου ..., δι' εαυτόν και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς αποβιωσάσης μητέρας του ΑΑ, 2. Χ2, κατοίκου ..., δι' εαυτόν και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου της αρχικώς αποβιωσάσης μητέρας του ΑΑ, 3. Χ3, κατοίκου ..., 4. Χ4, κατοίκου ..., και 5. Χ5, κατοίκου ... και οι τρεις ως άνω υπό στοιχεία 3,4,5 αδελφές το γένος Δημητρίου Ξύδη, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αρχικώς αποβιωσάσης μητέρας των ΑΑ. Ο 1ος και ο 2ος (Χ1 και Χ2) παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ξενοφώντα Κουτουμάνο και η 3η, 4η και 5η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1, κατοίκου ..., 2. Ψ2, κατοίκου ... και 3. Ψ3, κατοίκου ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικού διαδίκου ΒΒ. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Τσούτσικο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-6-1991 αγωγή του αρχικού διαδίκου αποβιώσαντος ΒΒ που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 253/1995, 10/1999 μη οριστικές, 19/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 58/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-11-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-2-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 8 ή 14 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ., η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.

Από αυτά, ενόψει και των ορισμών των άρθρων 1094 ΑΚ και 216 παρ. Ι Κ.Πολ.Δ., παρέπεται ότι, επί διεκδικητικής αγωγής που στηρίζεται, καθόσον αφορά τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του διεκδικουμένου ακινήτου από τον ενάγοντα, επί κληρονομικής διαδοχής, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της:

α) η κυριότητα του κληρονομουμένου επί του επιδίκου ακινήτου, η αποδοχή της κληρονομίας από τον ενάγοντα και η μεταγραφή της περί αποδοχής αυτής δηλώσεώς του, β) η αφαίρεση ή κατακράτηση της νομής ή κατοχής του επιδίκου ακινήτου από τον εναγόμενο και γ) η ακριβής περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός αυτού κατ' έκταση, θέση, ιδιότητα και όρια τόσο λεπτομερώς ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του.

Ο τρόπος όμως κτήσεως της κυριότητας επί του επιδίκου από τον κληρονομούμενο δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής. Μόνο δε όταν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει, με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως, την κυριότητα του κληρονομουμένου και των πριν από αυτόν κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, κατ' επιτρεπτή συμπλήρωση της αγωγής (άρθρο 224 Κ.Πολ.Δ.), να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζητήσεως και τον τρόπο κτήσεως από τα πρόσωπα αυτά της κυριότητας επί του επιδίκου μέχρις εκείνου που απέκτησε το δικαίωμα κατά τρόπο πρωτότυπο.

Σε καμιά όμως περίπτωση δεν οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Στην προκείμενη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του ισχυρίστηκε ότι αυτός και ο πρώτος αρχικός εναγόμενος αδελφός του από κληρονομία εκ διαθήκης της μητέρας τους ΓΓ, που απεβίωσε στις 20-2-1950, την οποία κληρονομία αποδέχτηκαν και την περί τούτου δήλωσή τους μετέγραψαν, απέκτησαν κατά συγκυριότητα και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας τους το λεπτομερώς περιγραφόμενο στην αγωγή κατά έκταση, θέση και όρια ακίνητο, που βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού της κοινότητας ... .

Ότι ο άνω αρχικός εναγόμενος με δύο συμβόλαια, που μεταγράφηκαν νόμιμα, μεταβίβασε αιτία γονικής παροχής στους εναγόμενους υιούς του και ήδη αναιρεσείοντες Χ2 και Χ1 το εν λόγω ακίνητο και συγκεκριμένα μεταβίβασε τα 1991 τ.μ. αυτού στον πρώτο και τα 500,80 τ.μ. στον δεύτερο, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα κυριότητας εφ' όρου ζωής στην υπάρχουσα στο τμήμα των 500,80 τ.μ.

οικία και συνομολογώντας ότι η ήδη αποβιώσασα τρίτη εναγόμενη θα έχει σ' αυτήν εφ' όρου ζωής της δικαίωμα συνοίκησης. Ότι οι μεταβιβάσεις αυτές είναι άκυρες, γιατί ο μεταβιβάσας δεν ήταν κύριος όλου του ακινήτου, αλλά μόνον του 1/2 εξ αδιαιρέτου ως συγκληρονόμος και ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν τη συγκυριότητά του στο εν λόγω ακίνητο και αρνούνται την απόδοσή του κατά το ποσοστό που ανήκει σ' αυτόν.

Με βάση αυτά ζήτησε να αναγνωριστεί συγκύριος του ακινήτου αυτού κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του το αποδώσουν κατά το ποσοστό αυτό και να διαρρηχθούν τα συμβόλαια, με τα οποία έγιναν οι μεταβιβάσεις των τμημάτων του ακινήτου από τον πρώτο αρχικό εναγόμενο στους λοιπούς εναγόμενους.

Ενόψει των προεκτεθέντων, η ένδικη αγωγή, που φέρει, κατά το κύριο αίτημά της, τον χαρακτήρα της διεκδικητικής αγωγής, η οποία στηρίζεται, ως προς τον τρόπο κτήσεως της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, στην κληρονομική διαδοχή, είναι ορισμένη, ως περιέχουσα με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, κατά τις προδιαληφθείσες διατάξεις, για το ορισμένο αυτής.

Δεν καθίσταται δε αυτή (αγωγή) αόριστη εκ του ότι, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες- εναγόμενοι ο ενάγων δεν αναφέρει στην ένδικη αγωγή ότι η κληρονομούμενη από τον ενάγοντα μητέρα του ΓΓ είχε το επίδικο ακίνητο "στην διανοία κυρίου κυριότητα, νομή και κατοχή μέχρι του θανάτου της στις 21-10-1950". Δεν καθίσταται επίσης αόριστη η αγωγή εκ του ότι, όπως επίσης ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, δεν αναφέρεται στο δικόγραφό της, ότι αυτοί κατακρατούν το επίδικο ακίνητο, αντιποιούμενοι κληρονομικό δικαίωμα επ' αυτού, αφού πρόκειται για διεκδικητική και όχι για περί κλήρου αγωγή.

Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1788 ΑΚ και δεν κήρυξε παραγεγραμμένη την ένδικη αγωγή, αφού παρήλθε χρόνος άνω της διετίας από τις 16-1-1992, ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύτηκε η ιδιόγραφη διαθήκη του δικαιοπαρόχου πατέρα τους ΔΔ, είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον με την ένδικη αγωγή δεν ζητείται ακύρωση διαθήκης.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχτηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίσθηκε ως ανύπαρκτη. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 693, 695, 698, 733 και 734 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η περί ασφαλιστικών μέτρων νομής απόφαση του ειρηνοδικείου ή του κατ' έφεση πρωτοδικείου παράγουν μόνο προσωρινό δεδικασμένο, το οποίο προβάλλεται προς απόκρουση νέας αιτήσεως μεταξύ των ιδίων διαδίκων με βάση τον ίδιο πραγματικό και νομικό λόγο και δεν δεσμεύει την κυρία μεταξύ αυτών δίκη για τη νομή ή την κυριότητα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς τη νομή του επιδίκου ακινήτου, η οποία προέκυπτε από την 218/1992 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, κατά τα αναφερόμενα στο αναιρετήριο, η επικαλούμενη απόφαση του Πρωτοδικείου εκδόθηκε επί εφέσεως κατά ειρηνοδικειακής αποφάσεως περί ασφαλιστικών μέτρων νομής και συνεπώς δεν παράγει δεδικασμένο στην κύρια δίκη για τη νομή ή την κυριότητα.

Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 983, 994, 1041, 1045 και 1846 ΑΚ, αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κληρονομιαίο ακίνητο, θεωρείται ότι κατέχει αυτό στο όνομα και των άλλων συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή, πριν να καταστήσει γνωστό σ' αυτούς ότι νέμεται περισσότερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο τούτο, αποκλειστικά ως κύριος, γενικότερα δε η απώλεια της νομής δεν επέρχεται για τον νομέα, πριν πληροφορηθεί τη μεταστροφή της βουλήσεως του αντιπροσώπου του. (Ολ.

ΑΠ 485/1982, Α.Π. 1468/2006, Α.Π 1526/2006). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με την διεκδικητική αγωγή του ενάγοντος και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Επίδικο είναι ένα ακίνητο, αγρός και μετέπειτα οικόπεδο, κείμενο στη θέση "..." εντός των ορίων του οικισμού της κοινότητας ..., εκτάσεως 2.491,85 τ.μ, μετά των επ' αυτού παλαιών κτισμάτων.

Το εν λόγω ακίνητο μαζί με άλλα, κατέλιπε η αποβιώσασα, στις 21.2.1950, ΓΓ στα τέκνα της ΒΒ (ενάγοντα) και ΔΔ (αρχικό εναγόμενο), ηλικίας τότε 33 και 31 ετών αντιστοίχως το καθένα, κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει της ... δημόσιας διαθήκης της, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Την επαχθείσα με την διαθήκη αυτή κληρονομιά, οι ανωτέρω αποδέχθηκαν με την ...

πράξη του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Σπυρίδωνος Παν. Περράκη που μεταγράφηκε νόμιμα. Την χρονική περίοδο από 16.10.1956 έως 2.6.1957 έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των αδελφών για την αγορά εκ μέρους του εναγομένου του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ενάγοντος όχι μόνο στο επίδικο, αλλά σε όλα τα κληρονομικά μερίδια του τελευταίου, ο οποίος εργαζόταν στο ...

ως δημοτικός υπάλληλος, όπου και διέμενε, σε αντίθεση με τον αδελφό του, ο οποίος έμενε στην πατρική οικία με την οικογένεια του, ασχολούμενος με αγροτικές εργασίες. Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν κατέληξαν σε οριστική συμφωνία, επειδή δεν υπήρξε σύμπτωση απόψεων ως προς την αξία των κληρονομικών μεριδίων του ενάγοντος και κατ' επέκταση ως προς το τίμημα πώλησης αυτών.

Ως εκ τούτου, ο συναφής ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι κατά μήνα Νοέμβριο 1956 ή 1957 ο ενάγων με προφορική πώληση και αντί τιμήματος 65.000 δραχμών παρέδωσε το επίδικο ακίνητο στον αδελφό του ΔΔ, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Η κρίση αυτή ενισχύεται και από το περιεχόμενο της τελευταίας από 2-6-1957 επιστολής, που ο εναγόμενος ΔΔ έστειλε στον ενάγοντα, όπου μεταξύ άλλων αναφέρει "ότι το ζήτημα του μεριδίου πρέπει να το κανονίσει με τον δικηγόρο του και εάν αυτός (ενάγων) βιάζεται, να λάβει την δικαστική οδό", πράγμα που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας σημαίνει ότι προς κατοχύρωση των εκατέρωθεν δικαιωμάτων εν όψει και του όχι ευκαταφρόνητου για την εποχή εκείνη ποσού των 65.000 δραχμών, που φέρεται ως τίμημα, έπρεπε να είχε συνταχθεί συμβολαιογραφικό έγγραφο, εάν είχε γίνει η πώληση του μεριδίου του ενάγοντος επί του επιδίκου.

Την οδό αυτή άλλωστε (της σύνταξης συμβολαιογραφικού έγγραφου) είχε επιλέξει ο εναγόμενος ΔΔ και για την αγορά κατά τα έτη 1939 και 1951 των κληρονομικών μεριδίων των αδελφών του ΕΕ και ΣΤ (σχετικά τα ... και ... συμβόλαια του συμβολαιογράφου Ναυπλίου Περράκη, που μεταγράφηκαν νόμιμα). Έτσι, το επίδικο ακίνητο χρησιμοποιούσε ο εναγόμενος ΔΔ με την οικογένεια του, ασκώντας όμως καλλιεργητικές πράξεις και για λογαριασμό του ενάγοντος αδελφού του, ως εκ του ότι διέθετε λόγω του επαγγέλματος του ως αγρότης τα απαιτούμενα μηχανήματα και δη φυτεύοντας αυτό με κηπευτικά και δημητριακά με διάνοια κυρίου μόνο κατά το ανήκον σ' αυτόν ποσοστό εξ αδιαιρέτου, δίνοντας ετησίως στον ενάγοντα, ανάλογα με τη σοδιά, το μερίδιο που του αναλογούσε σε χρήματα ή σε είδος, ενώ ο τελευταίος, όταν πήγαινε στο χωριό του (...),έμενε στο πατρικό του σπίτι, είτε μόνος είτε με την οικογένειά του τα καλοκαίρια.

Οι μετέπειτα γενόμενες συζητήσεις περί διανομής του εν λόγω ακινήτου επίσης δεν τελεσφόρησαν, οπότε ο ενάγων, το έτος 1990, επειδή ο αδελφός του ΔΔ είχε αρρωστήσει, αποφάσισε να τακτοποιήσει την εκκρεμότητα διανομής του ακινήτου και τον προσκάλεσε με την από 20.9.1990 νομίμως προς αυτόν επιδοθείσα εξώδικη πρόσκλησή του να συναινέσει εξωδίκως προς τούτο, διαφορετικά θα ήγειρε εναντίον του αγωγή διανομής.

Στην πρόσκληση αυτή, μολονότι αρχικά ανταποκρίθηκε η σύζυγος του ως άνω εναγομένου, ΑΑ, επισκεφθείσα την οικία του ενάγοντος και συμφωνώντας μαζί του για την εξώδικη διανομή, μετέπειτα υπαναχώρησε. Ακολούθως, κατά την συλλογή στοιχείων μέσω του δικηγόρου του ενάγοντος προς στήριξη της αγωγής διανομής, διαπιστώθηκε ότι με τα ...

και ... νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια του συμβολαιογράφου Άργους Δ. Κωτσόγιαννη, ο εν λόγω εναγόμενος είχε μεταβιβάσει αιτία γονικής παροχής το επίδικο στους υιούς του Χ2 και Χ1. Ειδικότερα μεταβίβασε τούτο κατά μεν το τμήμα των 1991 τ.μ. στον συνεναγόμενο (αρχικά) υιό του Χ2, κατά δε το υπόλοιπο τμήμα των 500,80 τ.μ.

στον επίσης εναγόμενο υιό του Χ1, συνομολογηθείσας και της εφόρου ζωής συνοίκησης της τρίτης εναγομένης - συζύγου του στην υπάρχουσα στο δεύτερο των τμημάτων αυτών ισόγεια πατρική οικία, επιφάνειας 87,50 τ.μ., εμφανιζόμενος ως κύριος του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, ήτοι ως κατέχον τούτο με διάνοια κυρίου επέκεινα της τεσσαρακονταετίας.

Μετά ταύτα οι ανωτέρω εναγόμενοι απέβαλαν, επικαλούμενοι ίδιο δικαίωμα, τον ενάγοντα από την νομή του ακινήτου. Πλην όμως δεν αποδείχθηκε, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο εναγόμενος ΔΔ ή τρίτος νεμόμενος για λογαριασμό του, είχε καταστήσει γνωστό στον ενάγοντα αδελφό του καθ' οιονδήποτε τρόπο, ήτοι ρητώς ή με πράξεις που φανέρωναν μια τέτοια βούλησή του, ότι νέμεται το όλο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, ενώ εκούσια αποξένωση του ενάγοντος από την πατρική του οικία δεν προέκυψε.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι ο αρχικός εναγόμενος και κατ' επέκταση οι συνεναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες υιοί του δεν απέκτησαν την κυριότητα του όλου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά το ανήκον στον ενάγοντα ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, κατά το οποίο ο τελευταίος είναι συγκύριος ως συγκληρονόμος, και κατόπιν τούτου δέχτηκε την αγωγή, επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια, και απέρριψε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος ΔΔ, αδελφός του ενάγοντος και συγκληρονόμος κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου, ασκούσε σ' αυτό πράξεις νομής και δη καλλιεργητικές πράξεις και για λογαριασμό του συννομέως ενάγοντος και ότι αυτός ή τρίτος νεμόμενος για λογαριασμό του δεν είχε καταστήσει γνωστό στον ενάγοντα κατά οποιοδήποτε τρόπο ότι νέμεται το όλο ακίνητο αποκλειστικά για τον εαυτό του, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 980, 981, 982, 983, 994, 1041, 1045 και 1846 ΑΚ, που εφάρμοσε.

Επομένως, ο έβδομος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Το έθιμο είναι δίκαιο που έχει δημιουργηθεί με τη μακρά άσκηση που γίνεται με την κοινή συνείδηση ότι το ασκούμενο επικρατεί ως δίκαιο.

Τα συναλλακτικά ήθη διαφέρουν από τα έθιμα, διότι δεν απαιτείται να υπάρχουν τα ανωτέρω στοιχεία του εθίμου. Ως συναλλακτικά ήθη θεωρούνται οι συνηθισμένοι τρόποι ενέργειας στις συναλλαγές, δηλαδή οι συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και εφαρμόζονται είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο είτε σε ορισμένη τοπική περιοχή.

Τα συναλλακτικά ήθη δεν είναι κανόνες δικαίου και η παράβασή τους δεν δημιουργεί λόγο αναιρέσεως, όταν όμως ο νόμος παραπέμπει στα συναλλακτικά ήθη, παραπέμπει σ' αυτά σαν σε πηγή δικαίου, δηλαδή νομικό κανόνα, με την έννοια ότι με αυτά καθορίζονται στοιχεία της καλής πίστεως. Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πλημμέλειες ότι το Εφετείο παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και δη το έθιμο και τα συναλλακτικά ήθη που ίσχυαν στην περιοχή του Ναυπλίου κατά τα έτη 1956 και 1957, με βάση τα οποία συνηθιζόταν μεταξύ αδελφών η άτυπη μεταβίβαση με πώληση ιδανικών μεριδίων σε πατρομητρικές κληρονομίες.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δέχτηκε, όπως οι σχετικές παραδοχές του αναλυτικά ανωτέρω εκτέθηκαν, ότι ουδέποτε καταρτίστηκε άτυπη πώληση μεταξύ του πρώτου αρχικού εναγόμενου και του αρχικού ενάγοντος αδελφού του και δεν υφίσταται παραδοχή του, για το αν υπάρχει ή όχι το επικαλούμενο έθιμο, απορρίπτοντας ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί προφορικής συμφωνίας πωλήσεως μεταξύ των ανωτέρω.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, οι οποίοι, όμως, εφαρμόζονται τότε μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά, ως προς αυτό, κρίση του διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων.

Επομένως, τότε μόνο ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από το ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, όταν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων και παρόλα αυτά δεν τις εφάρμοσε (Ολ.ΑΠ 26/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, οι παραδοχές της οποίας έχουν ήδη εκτενώς ανωτέρω αναπτυχθεί, δεν διαπίστωσε κενό ή αμφιβολία ως προς τη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλομένων στην επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες άτυπη συμφωνία μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους ΔΔ και του αναιρεσιβλήτου, με την οποία ο τελευταίος πώλησε και μεταβίβασε ατύπως στον πρώτο το κληρονομικό μερίδιό του επί του επίδικου ακινήτου αντί τιμήματος 65.000 δραχμών, με βάση τα συναλλακτικά ήθη που επικρατούσαν στην περιοχή του ...

κατά τα έτη 1956, 1957 και επέτρεπαν μεταξύ αδελφών την άτυπη μεταβίβαση με πώληση ιδανικών μεριδίων σε πατρομητρικές κληρονομίες. Αντίθετα, το Εφετείο, με βάση τις ως άνω παραδοχές του και χωρίς να διαπιστώσει κενό ή αμφιβολία, απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί προφορικής συμφωνίας πωλήσεως μεταξύ των ανωτέρω.

Επομένως ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζεται, με αναφορά στο άρθρο 559 περ. 1 ΚΠολΔ, παραβίαση των άρθρων 173, 200 ΑΚ, συνισταμένη στην παράλειψη εφαρμογή τους, παρά την ύπαρξη κενού και ασάφειας ως προς την έννοια και το αμέσως παραπάνω ιστορούμενο περιεχόμενο της επικαλούμενης προφορικής συμφωνίας πωλήσεως, με βάση τα επικαλούμενα τοπικά συναλλακτικά ήθη, ελέγχεται κατά τούτο ως ερειδόμενος επί αναληθούς από ουσιαστική άποψη προϋποθέσεως και συνεπώς είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/1997, ΑΠ 22/2005). Επίσης, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό. Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, ότι στην ευρύτερη περιοχή του Ναυπλίου είναι "γνωστό τοις πάσι" ότι οι περισσότερες αγοραπωλησίες ακινήτων ή δικαιωμάτων επί ακινήτων την εποχή εκείνη μεταξύ αδελφών γίνονταν άτυπα, τον οποίο προέβαλαν προς απόδειξη της ενστάσεώς τους περί ιδίας κυριότητας επί του επίδικου ακινήτου, και δη ότι κατόπιν αδελφικής ατύπου συμφωνίας μεταξύ του δικαιοπαρόχου τους και του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, που έλαβε χώρα κατά τα έτη 1956 με 1957, ο τελευταίος πώλησε στον δικαιοπάροχό τους αντί τιμήματος 65.000 δραχμών και μεταβίβασε σ' αυτόν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή το ιδανικό του μερίδιο επί του κληρονομηθέντος επίδικου ακινήτου.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση όμως προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι ουσιώδεις ισχυρισμοί για την έκβαση της δίκης, δηλαδή ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι πραγματικοί ισχυρισμοί που αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον έκτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο τμήμα του, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δέχθηκε ως αληθινό χωρίς απόδειξη ότι "την χρονική περίοδο από 16-10-1956 έως 2-6-1957 έγιναν κάποιες διαπραγματεύσεις μεταξύ των αδελφών για την αγορά εκ μέρους του εναγομένου του εξ αδιαιρέτου ποσοστού του ενάγοντος ... .

Οι διαπραγματεύσεις αυτές δεν κατέληξαν σε οριστική συμφωνία, επειδή δεν υπήρξε σύμπτωση απόψεων ως προς την αξία των κληρονομικών μεριδίων του ενάγοντος και κατ' επέκταση ως προς το τίμημα πώλησης αυτών", και ότι μετά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο χωρίς απόδειξη απέρριψε τον ισχυρισμό των ήδη αναιρεσειόντων ότι ο δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά μήνα Νοέμβριο 1956 ή 1957 με προφορική πώληση και αντί τιμήματος 65.000 δραχμών παρέδωσε το επίδικο ακίνητο στον αδελφό του.

Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του αυτό πόρισμα ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων (καταθέσεων μαρτύρων και εγγράφων), που είχαν ταχθεί με τις 253/1995 και 10/1999 προδικαστικές αποφάσεις του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Επομένως, ο έκτος και τελευταίος εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης κατά το πιο πάνω τμήμα του, είναι αβάσιμος.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το Εφετείο επί πλέον δέχτηκε ως αληθινό ότι το επίδικο καλλιεργούσε ο πρώτος αρχικός εναγόμενος και για λογαριασμό του ενάγοντος, αποδίδοντας σ' αυτόν ετησίως, βάσει συμφωνίας τους, το μερίδιο που του αναλογούσε και ότι ο τελευταίος όταν πήγαινε στο χωριό του έμενε στο πατρικό του σπίτι, χωρίς όμως να διατάξει απόδειξη για τα περιστατικά αυτά, είναι απαράδεκτος, διότι τα περιστατικά αυτά δεν αποτελούν πράγματα κατά την προαναφερόμενη έννοια, αλλά άρνηση των ήδη εναγόντων της προβληθείσας από τους εναγόμενους ένστασης ιδίας κυριότητας.

Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι επίσης απαράδεκτος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-11-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3, 4) Χ4 και 5) Χ5 για αναίρεση της 58/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 209. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ