Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to non-appearance of a co-defendant company.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the Third Instance Court's decision. The appellant argued that the lower court erred in interpreting a specific power of attorney, but the court found this argument inadmissible. Consequently, the appeal was rejected, the costs were imposed on the appellant, and the case was declared inadmissible due to the non-appearance of one of the co-defendants.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 559, 495, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court examines the case ex officio if a co-defendant fails to appear; if the opposing party accelerates the hearing, the court verifies if the absent party was legally summoned, and if so, proceeds with the discussion despite their absence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1638 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1638/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Γεώργιο Χριστοδούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Μ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μαλεβίτη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ά. Ε. Χ. του Σ., 2) Ι. συζύγου Σ. Χ., το γένος Π. Ε., 3) Σ. Χ. του Γ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μάριο Παπουλίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Η. Π. του Π., κατοίκου ..., εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ματθαίο Καϊσίδη και κατέθεσε προτάσεις, 4) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ζ. Μ.... - Π. Π.... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 62/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1362/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18/7/2018 αίτησή της και τους από 13/9/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος στο ακροατήριο αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης, προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η πέμπτη αναιρεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία " Ζ. Μ...-Π. Π... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ" δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από την υπ' αριθ. 6903β/22-1-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, Σ. Ν., που προσκομίζουν και επικαλούνται οι τρείς πρώτοι αναιρεσίβλητοι, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την από 3-12-2018 πράξη του Προέδρου του Α1 Τμήματος περί ορισμού δικασίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (21-10-2019) καθώς και κλήση των άνω αναιρεσίβλητων προς την πέμπτη αναιρεσίβλητη για να παραστεί κατά την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως προς αυτήν.
Η αναιρεσίβλητη αυτή, όμως, δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά της από το πινάκιο, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ δήλωση μη παράστασης κατά τη δικάσιμο αυτή. Επομένως, η συζήτηση της ένδικης υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει νόμιμα παρά την απουσία της τέταρτης αναιρεσίβλητης.
Υπόκειται προς κρίση η από 18-7-2018 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 1362/2018 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την απόφαση αυτή έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 29-12-2015 έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 62/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 30-3-2012 αγωγή της κατά των αναιρεσίβλητων.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 13-9-2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που επιδόθηκε νόμιμα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ.2 ΚΠολΔ.
Πρέπει, επομένως, η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι να εξεταστούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση της επικαλούμενη παράβαση, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία επιλεκτικά αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ή το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ειδικότερα, αιτιάται, ότι κατ' εσφαλμένη εκτίμηση του πραγματικού και αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης απέρριψε την αγωγή της περί κήρυξης άκυρου, όπως εκτιμάται, όχι του υπ' αριθ. ... συμβολαίου πώλησης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσέλια-Παπαϊωάννου, που από παραδρομή αναφέρει, αλλά του υπ' αριθ ...
ειδικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου, λόγω ουσιώδους πλάνης που της προκάλεσε με απάτη ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, (δεδομένου ότι και στην αγωγή της ζητεί για τον παραπάνω λόγο την ακύρωση του πληρεξουσίου αυτού), λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και απόσβεσης του ασκούμενου δι' αυτής δικαιώματος.
Και τούτο, διότι, μολονότι εξέλαβε τον νομίμως υποβληθέντα από αυτή ισχυρισμό, ότι η ουσιώδης πλάνη της συνεχίστηκε και μετά τη σύναψη του ως άνω πωλητηρίου συμβολαίου, έκρινε εσφαλμένα, ότι η κατάσταση αυτή διήρκεσε μέχρι τις 11-5-2009, οπότε συντάχθηκε η εξώδική της, που κοινοποίησε στους πρώτη, δεύτερη και τρίτο εναγομένους και ήδη αναιρεσίβλητους, άλλως και σε κάθε περίπτωση μέχρι την 24-9-2009, οπότε κήρυξε έκπτωτη την τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, όπως όμως αποδείχθηκε από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως έγγραφα, η πεπλανημένη κατάστασή της υφίστατο και μετά το έτος 2009 και υφίσταται και μέχρι σήμερα, κατά τα αναφερόμενα στην αίτηση, ενόψει και ότι δεν γνωρίζει και μέχρι σήμερα το μέγεθος της βλάβης, που έχει υποστεί, με συνέπεια να μη μπορεί, κατ' άρθρο 157 ΑΚ, να θεωρηθεί ότι έχει παρέλθει η κατάσταση της πλάνης.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι αόριστος και συνακόλουθα απαράδεκτος. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως, ότι δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί του άνω ουσιώδους ζητήματος, παρά μόνο το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτού, (δηλαδή δεν διαλαμβάνονται τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη της έφεσης της αναιρεσείουσας, μετά από επικύρωση της ομοίως αποφανθείσας οριστικής απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που είχε απορρίψει την αγωγή της, κατά την παραπάνω βάση της ως εκπροθέσμως ασκηθείσα), δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, κατά τρόπο σαφή και ούτε αναφέρεται και το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα αυτού.
Οι αιτιάσεις δε που προβάλλονται με τον λόγο αυτό, σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το τελικό αποδεικτικό πόρισμα περί απόρριψης της άνω βάσης της αγωγής, που βρίσκεται σε αντίθεση με τις απόψεις της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι η αναιρεσείουσα, μέσω των αιτιάσεων αυτών, πλήττει πλέον την ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως, δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 1720/2013, ΑΠ 232/2009).
Περαιτέρω, "πράγματα" με την παραπάνω έννοια δεν αποτελούν και τα οριζόμενα, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, η λήψη ή μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από την άνω διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).
Για το ορισμένο, εξάλλου, του άνω λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του, ενώ δεν προτάθηκαν, ή εκείνα που δεν έλαβε υπόψη του, ενώ είχαν προταθεί από τον αναιρεσείοντα, καθώς και τα στοιχεία εκείνα από τα οποία θα κρινόταν, αν τα πράγματα ήταν ουσιώδη και να μνημονεύεται το σφάλμα από τη μη λήψη υπόψη των πραγμάτων (ΑΠ 748/2013, ΑΠ 256/2012).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 701/2008).
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό (ΑΠ 1020/2019). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθμούς 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώμενη, ότι το Εφετείο, παρά το νόμο εξέλαβε στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού της, ότι και κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της, την 11-5-2009, όταν εξέφρασε για τους ίδιους λόγους την αντίθεσή της στην ένδικη εκποιητική δικαιοπραξία, άλλως και σε κάθε περίπτωση στις 24-9-2009, οπότε υπαναχώρησε από το εργολαβικό συμβόλαιο, είχε ανακαλύψει την σε βάρος της διενεργηθείσα απάτη, με αποτέλεσμα να αχθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι το δικαίωμά της ακύρωσης του ειδικού πληρεξουσίου, λόγω απάτης είχε αποσβεσθεί με την άπρακτη συμπλήρωση της διετίας, κατ' άρθρο 157 παρ. 2 ΚΠολΔ, το αργότερο στις 24-9-2009 και να απορρίψει τον πρώτο λόγο της έφεσής της και κατ' επέκταση τη σωρευόμενη αγωγή της περί κήρυξης ακύρου του υπ' αριθ. ...
Ειδικού Πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Κλαπάκη-Πετίδου, λόγω ουσιώδους πλάνης της, που της προκάλεσε ο τέταρτος αναιρεσίβλητος με απάτη, ενώ όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής της και τα προσκομιζόμενα σχετικά με τις προτάσεις της έγγραφα, ουδόλως απέκρουσε την ένδικη εκποιητική πράξη μεταβίβασης ακινήτου με την από 11-5-2009 εξώδική της, ούτε κήρυξε έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρεία με την από 24-9-2009 εξώδική της, λόγω της ανακάλυψης της διενεργηθείσας σε βάρος της απάτης, αλλά για το λόγο ότι δεν είχε προβεί η εργολήπτρια εταιρεία και ήδη πέμπτη αναιρεσίβλητη στην εκτέλεση του ενδίκου έργου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην εργολαβική σύμβαση και εντεύθεν, λόγω της υπαναχώρησής της από την εργολαβική σύμβαση, ανακάλεσε και την πληρεξουσιότητα που είχε χορηγήσει στον τέταρτο αναιρεσίβλητο και συνεπώς το Εφετείο, έτσι που έκρινε και μάλιστα χωρίς απόδειξη, ότι δηλαδή η σε βάρος της απάτη αποκαλύφθηκε κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς της την 11-9-2009, άλλως την 24-9-2009 υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 και 10 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης με το παραπάνω περιεχόμενο, ως προς την αιτίασή του από τον αριθ. 8, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι κατά τα ιστορούμενα δεν συντρέχουν οι παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του, αφού δεν προσδιορίζονται τα στοιχεία που πρέπει να περιέχει και ιδίως ποιόν συγκεκριμένο ισχυρισμό έλαβε υπόψη το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να έχει προταθεί.
Ως προς δε την αιτίασή του από τον αριθ. 10, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός, τον οποίον έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς απόδειξη. Υπό την επίκληση δε των άνω πλημμελειών στην ουσία η αναιρεσείουσα πλήττει την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων.
Κατά το άρθρο 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983 "επέκταση των πολεοδομικών σχεδίων κλπ", τα αυθαίρετα κτίσματα ή κατασκευές εν γένει, που ανεγείρονται μετά την 31η Ιανουαρίου 1983 εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών που υπάρχουν πριν από το έτος 1923, καθώς και όσα δεν εξαιρούνται, σύμφωνα με το άρθρο 15 του νόμου αυτού, κατεδαφίζονται υποχρεωτικά από τους κυρίους ή συγκυρίους τους, έστω και αν έχει αποπερατωθεί η κατασκευή ή αν το κτίσμα κατοικείται ή χρησιμοποιείται με οποιονδήποτε τρόπο (παρ. 1).
Πριν από την κατεδάφιση των κατεδαφιστέων αυθαιρέτων του άρθρου αυτού δεν επιτρέπεται (α) η μεταβίβασή τους ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων σ' αυτά ή στο οικόπεδο, πάνω στο οποίο κατασκευάσθηκαν. Κάθε μεταβίβαση, που γίνεται κατά παράβαση των ανωτέρω θεωρείται αυτοδίκαια και εξαρχής άκυρη. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του π.δ/τος 5/1983 "περί χαρακτηρισμού και κατεδάφισης νέων αυθαιρέτων κατασκευών κλπ", που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 17 παρ. 7 του Ν. 1337/1983 "Η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυθαιρέτου, όταν δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 3 του παρόντος (κτίσματα που εντοπίζονται κατά την ώρα που κατασκευάζονται - επ' αυτοφώρω -) γίνεται ύστερα από αυτοψία υπαλλήλου της κατά τόπο αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας, που συντάσσει επί τούτου σχετική έκθεση, η οποία αφορά το αυθαίρετο και μόνο και όχι τον εκάστοτε ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του.
Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης σημείωση ότι κάθε ενδιαφερόμενος έχει δικαίωμα μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα ημερών από την ημερομηνία τοιχοκόλλησης της έκθεσης να υποβάλει ένσταση. Αναφέρεται επίσης η ημερομηνία της αυτοψίας και η ειδοποίηση ότι αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτό το αυθαίρετο θα κατεδαφιστεί".
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, που απαγορεύουν τη μεταβίβαση πριν από την κατεδάφισή τους, των αυθαιρέτων κτισμάτων ή κατασκευών εν γένει ή σύστασης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτών ή επί του οικοπέδου επί του οποίου έχουν κατασκευασθεί και προβλέπουν ως κύρωση, για την παράβαση της απαγόρευσης αυτής, την αυτοδίκαιη και εξαρχής ακυρότητα της οικείας δικαιοπραξίας, προκύπτει, ότι στην έννοια του αυθαιρέτου εμπίπτουν, προδήλως, κτίσματα ή εν γένει κατασκευές, που έχουν ανεγερθεί κατά παράβαση των οικείων πολεοδομικών διατάξεων και ιδίως χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, έχουν αυτοτελή ύπαρξη και είναι δεκτικά μεταβίβασης σε τρίτους ή σύστασης εμπράγματων επ' αυτών δικαιωμάτων, κατά τις οικείες διατάξεις του ΑΚ ή το ν. 3741/1929 "περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" (ΑΠ 533/2007, ΑΠ 304/88).
Επομένως, η απαγόρευση της διάθεσης ή σύστασης εμπραγμάτου δικαιώματος, δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί μετά έκδοση της απαιτούμενης άδειας της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής, αλλά στη συνέχεια για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους, για τον οποίον προορίζονταν από κατασκευής τους, έγινε αλλαγή χρήσης τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες εντός αυτών, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη την χωρίς άδεια αλλαγή της χρήσης, διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνον υπόκειται σε αυτοτελή κατεδάφιση, αν δεν ήθελε νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποίησής της ( ΑΠ 533/2007, ΑΠ 304/1988, Γνωμ.
Εισ. ΑΠ 9/2010). Εξάλλου, από τις ίδιες παραπάνω απαγορευτικές διατάξεις προκύπτει, ότι η κατασκευή κτίσματος χωρίς την απαιτούμενη άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, εμπίπτει στην έννοια του αυθαίρετου, εφόσον όμως προηγηθεί η διαπίστωση και ο χαρακτηρισμός αυτού ως αυθαιρέτου, κατόπιν αυτοψίας υπαλλήλου της κατά τόπου αρμοδίας πολεοδομικής υπηρεσίας, ο οποίος συντάσσει επί τόπου σχετική έκθεση και η οποία υπόκειται σε ένσταση εκ μέρους του θιγομένου, εντός της οριζόμενης από τις προαναφερόμενες διατάξεις προθεσμίας, οπότε και επέρχονται οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα ενός κτίσματος, μεταξύ των οποίων και οι οριζόμενες από τη διάταξη του άρθρου 17 παρ.10 του Ν. 1337/1983 απαγορεύσεις μεταβίβασης (ΑΠ 183/2017, ΑΠ 1022/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του και το δεύτερο πρόσθετο λόγο αυτής, όπως εκτιμάται, ότι με εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983, και παρόλον ότι η παρούσα μεταβίβαση έγινε στο στάδιο της ανέγερσης του συγκροτήματος, το οποίο ουδέποτε θεωρήθηκε νόμιμο, με εργολάβο στο έργο, το οποίο είχε ήδη σήμα διακοπής εργασιών μετά από αυτοψία από το αρμόδιο πολεοδομικό γραφείο, που διαπίστωσε, ότι δεν ακολουθείτο η εγκεκριμένη μελέτη σε χρόνο που δεν είχε επιτραπεί η ανέγερση του συγκεκριμένου κτιρίου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, έκρινε, πως η απαγόρευση της άνω διάταξης δεν εκτείνεται σε οικοδομήματα, που έχουν ανεγερθεί νομίμως, αλλά μεταγενεστέρως έγιναν εντός αυτών και για την καλύτερη εξυπηρέτηση του εκ κατασκευής προορισμού τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες, χωρίς την απαιτούμενη οικοδομική άδεια, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη τη χωρίς άδεια διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνον υπόκειται σε κατεδάφιση, αν δεν νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποίησής του και ότι για το επίδικο ακίνητο έχει εκδοθεί η υπ' αριθ. ...
οικοδομική άδεια, ότι οι αυθαίρετες κατασκευές έγιναν μεταγενέστερα και ότι μπορούν να τακτοποιηθούν σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 3873/2010, 4014/2011 και 4178/2013 και εντεύθεν απέρριψε το δεύτερο λόγο της έφεσής της και επικύρωσε την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή της για αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ.
με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, κατ' άρθρο 17 παρ.1 και 10 του Ν. 1337/1983, λόγω αυθαίρετων κατασκευών. Οι λόγοι αυτοί από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση του ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983, με το προαναφερόμενο περιεχόμενο, ανεξαρτήτως, ότι δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί του άνω ουσιώδους ζητήματος, παρά μόνο το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτού, είναι αβάσιμοι.
Και τούτο διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, η απαγόρευση διάθεσης ή σύστασης εμπραγμάτου δικαιώματος, που προβλέπουν οι άνω διατάξεις, δεν εκτείνεται και στα οικοδομήματα εκείνα, τα οποία έχουν ανεγερθεί μετά έκδοση της απαιτούμενης άδειας της αρμοδίας πολεοδομικής αρχής, αλλά στη συνέχεια για την καλύτερη εξυπηρέτηση του σκοπού τους, για τον οποίον προορίζονταν από κατασκευής τους, έγιναν αλλαγή χρήσης τους, διαρρυθμίσεις ή προσθήκες εντός αυτών, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, το αυθαίρετο περιορίζεται σε μόνη την χωρίς άδεια αλλαγή της χρήσης, διαρρύθμιση ή προσθήκη, η οποία και μόνον υπόκειται σε αυτοτελή κατεδάφιση, αν δεν ήθελε νομιμοποιηθεί ή δεν συντρέχει περίπτωση νομιμοποίησής της και στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με την αγωγή ζητείται η αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβίβασης της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983 και ότι πρόκειται για τέτοια οικοδομήματα, αφού έχουν ανεγερθεί βάσει της εκδοθείσας υπ' αριθ. ... οικοδομικής άδειας, αλλά στη συνέχεια έγιναν στο Α κτίριο, όπου κείται το επίδικο ακίνητο, αλλαγή χρήσης, διαρρυθμίσεις και προσθήκες, χωρίς την απαιτούμενη προς τούτο οικοδομική άδεια και συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές της απόφασης, έγινε κλείσιμο ημιυπαίθριων χώρων, κατασκευή εξωστών στο ισόγειο και όροφο και υπέρβαση ύψους στέγης, που διαπιστώθηκαν με την από 27-10-2003 έκθεση αυτοψίας του Πολεοδομικού Γραφείου Ν.
Μουδανιών. Επομένως, το Εφετείο, δεχόμενο τα παραπάνω, δεν παραβίασε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 17 παρ. 1 και 10 του Ν. 1337/1983, με βάση τις οποίες ζητείτο η αναγνώριση της ακυρότητας της μεταβιβαστικής της κυριότητας δικαιοπραξίας και οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο " σφάλει η αναιρεσιβαλλόμενη, όταν θεωρεί ότι με την έκθεση αυτοψίας της 27-10-2003 που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι, επέρχονται οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα του κτίσματος, αγνοώντας την προγενέστερη αυτοψία με αριθ. 152/3453/14-7-2003", καθώς και οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους παραπάνω λόγους, καθώς και στον τέταρτο πρόσθετο λόγο σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι μέσω των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος δε δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, διατυπούμενος ως ακολούθως, "σφάλει η αναιρεσιβαλλόμενη, όταν θεωρεί ότι οι υπό κρίση αυθαίρετες κατασκευές μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, διότι η ευθύνη αποκατάστασης ή νομιμοποίησης βαρύνει τον κατασκευαστή των αυθαιρέτων, την οποία δεν έχει δικαίωμα να μεταφέρει στο νέο αγοραστή", είναι αόριστος.
Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, σύμφωνα με τον οποίο " σφάλει η αναιρεσιβαλλόμενη, όταν θεωρεί ότι με την έκθεση αυτοψίας της 27-10-2003 που διενήργησαν αρμόδιοι υπάλληλοι, επέρχονται οι έννομες συνέπειες του αυθαίρετου χαρακτήρα του κτίσματος, αγνοώντας την προγενέστερη αυτοψία με αριθ. 152/3453/14-7-2003", καθώς και οι λοιπές αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στους παραπάνω λόγους σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και απαραδέκτως προβάλλονται, διότι μέσω των αιτιάσεων αυτών, πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος δε δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, διατυπούμενος ως ακολούθως, "σφάλει η αναιρεσιβαλλόμενη, όταν θεωρεί ότι οι υπό κρίση αυθαίρετες κατασκευές μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του Ν. 4178/2013, διότι η ευθύνη αποκατάστασης ή νομιμοποίησης βαρύνει τον κατασκευαστή των αυθαιρέτων, την οποία δεν έχει δικαίωμα να μεταφέρει στο νέο αγοραστή", είναι αόριστος.
Κατά τον αριθ. 4 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έχει υπερβεί την δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 ΚΠολΔ, το οποίο ορίζει ότι στην δικαιοδοσία πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, β) οι υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας, γ) οι υποθέσεις δημοσίου δικαίου που ο νόμος υπήγαγε σ' αυτά.
Κατά δε το άρθρο 2 του ίδιου κώδικα κάθε επέμβαση των πολιτικών δικαστηρίων σε διοικητικές διαφορές που υπάγονται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές... απαγορεύεται και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που προκύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι υπέρβαση δικαιοδοσίας υπάρχει και επομένως ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος, όταν η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο δεν υπάγεται σε καμία από τις παραπάνω αναφερόμενες περιπτώσεις του άρθρου 1 ΚΠΔ, καθώς και όταν το δικαστήριο δεν είχε διεθνή δικαιοδοσία κατά το άρθρο 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 36/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπερέβη τη δικαιοδοσία του, διότι έκρινε επί θεμάτων της Διοίκησης, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και μάλιστα αντίθετα σε υφιστάμενη απόφαση της Διοίκησης, χωρίς καμία απολύτως απόδειξη, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 4, 10, 11 και 19 ΚΠολΔ, αφού δέχθηκε, ότι οι αυθαιρεσίες του ενδίκου ακινήτου δύνανται να τακτοποιηθούν ακόμη και σήμερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των Ν. 3873/2010, Ν. 4014/2011 και Ν. 4178/2013 και η ακύρωση της υπαγωγής των αιτήσεων νομιμοποίησης των αυθαιρεσιών που υφίστανται στο ένδικο ακίνητο της πρώτης των αναιρεσίβλητων με την απόφαση της 2ης συνεδρίασης της 19-2-2015 του ΣΥΠΟΘΑ, αποτελεί ισχυρισμό που δεν αναιρεί τις παραδοχές της, καθόσον ομολογείται από αυτή ότι αυτοί επιχειρούν να καταστήσουν νόμιμες τις αυθαίρετες κατασκευές και αφετέρου δε ότι αυτές δεν φέρεται ότι εκτελέστηκαν εντός τμήματος του οικοπέδου για το οποίο διέθεταν αποκλειστική χρήση, αλλά εντός κοινοχρήστων και κοινοκτήτων μερών, περίπτωση στην οποία και μόνον απαιτείται συναίνεση των συνιδιοκτητών.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η υπόθεση που κρίθηκε από το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγεται σε καμία από τις ανωτέρω αναφερόμενες κατηγορίες για τις οποίες υφίσταται δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, ούτε καθορίζεται σε ποια συγκεκριμένη διαφορά υπαγόμενη στα διοικητικά δικαστήρια και αρχές, επενέβη το Εφετείο, ούτε αναφέρεται στο λόγο αυτό η σχετική κρίση του Εφετείου, παρά μόνο οι παραδοχές της κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας, για να ερευνηθεί, εάν είχε ή όχι δικαιοδοσία να εξετάσει τα ζητήματα της νομιμοποίησης των αυθαιρεσιών, έστω και παρεμπιπτόντως.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με το λόγο αυτό από τους αριθμούς 10,11 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αόριστοι, διότι ουδόλως αναφέρονται τα απαιτούμενα στοιχεία για τις αναιρετικές αυτές παραβάσεις. Οι διατάξεις της φορολογικής νομοθεσίας εξυπηρετούν τους οικείους ειδικούς σκοπούς, γι' αυτό και η παράβασή τους επισύρει μόνον τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις αυτές κυρώσεις και όχι την ακυρότητα οπωσδήποτε των συμβολαίων μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου, όταν η μεταβίβαση συνάπτεται με τήρηση φορολογικών υποχρεώσεων, εκτός αν ρητά η παράβασή τους ορίζεται ότι έχει τη συνέπεια αυτή.
Με το άρθρο 31 του Ν. 2515/1997 ορίζεται, ότι χορηγείται υποχρεωτικά
Αριθμός Φορολογικού Μητρώου (Α.Φ.Μ.) σε όλα τα φυσικά και νομικά πρόσωπα, καθώς και στις ενώσεις προσώπων που έχουν την κατοικία τους ή την επαγγελματική τους εγκατάσταση ή διενεργούν πράξεις φορολογικού ενδιαφέροντος εντός της Ελληνικής Επικρατείας και ότι με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζεται και ανακαθορίζεται ο χρόνος, ο τρόπος, η διαδικασία χορήγησης του Α.Φ.Μ., ο αριθμός των ψηφίων του, η αρμόδια Δ.Ο.Υ.
για τη χορήγησή του, οι πράξεις, οι συναλλαγές και δραστηριότητες φορολογικού ενδιαφέροντος, οι εξαιρέσεις, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία χορήγησης του Α.Φ.Μ. Κατ' εξουσιοδότηση δε αυτών των διατάξεων εκδόθηκε, μεταξύ άλλων, η υπ' αριθ. 1027411/842/ΔΜ/ 1998 απόφαση του Υφυπουργού Οικονομικών στο άρθρο 3 περ. 4 της οποίας ορίσθηκε ότι στα συμβόλαια αναγράφεται υποχρεωτικά ο Α.Φ.Μ.
και ότι οι συμβολαιογράφοι υποχρεούνται να αναγράφουν τον Α.Φ.Μ. των συμβαλλομένων σε συμβόλαια που συντάσσουν και αφορούν μεταβίβαση με οποιαδήποτε αιτία (δωρεά, γονική παροχή, κληρονομιά, αγορά, διανομή, ανταλλαγή κλπ) ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος. Από τις παραπάνω διατάξεις, που αποσκοπούν στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, δεν προκύπτει ότι η μη αναγραφή Α.Φ.Μ.
στην κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης των συμβαλλομένων και στο συμβόλαιο, που καταρτίζεται και αφορά μεταβίβαση ακινήτου, έχει ως κύρωση την ακυρότητα του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, διότι έκρινε, ότι ισχύουν μόνο έναντι της φορολογικής αρχής και δεν επιφέρουν ακυρότητα της σύμβασης, οι διατάξεις όμως αυτές είναι δημόσιας τάξης και επιφέρουν την ακυρότητα του συμβολαίου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, ειδικά, όταν ένας των συμβαλλομένων και στην προκείμενη περίπτωση η 5η αναιρεσίβλητη εταιρεία με επαγγελματική δραστηριότητα στερείται Α.Φ.Μ.
Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν διαλαμβάνεται η επίδραση που είχε το νομικό σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση, είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, όπως ορθά έκρινε και το Εφετείο, αφού πρόκειται για ισχυρισμό που αφορά παραβάσεις της φορολογικής νομοθεσίας, οι οποίες, κατά τα προεκτεθέντα, δεν έχουν ως κύρωση την ακυρότητα του αγοραπωλητήριου συμβολαίου.
Με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1587/1950 ( και όχι του Ν. 1987/1950, που από παραδρομή αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης) ορίζεται, ότι πριν από κάθε μεταβίβαση με επαχθή αιτία οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να υποβάλουν κοινή δήλωση φόρου μεταβίβασης στη Φορολογική Διοίκηση, ότι στις περιπτώσεις κατά τις οποίες συντάσσεται συμβολαιογραφικό έγγραφο, η δήλωση συμπληρώνεται από τον συμβολαιογράφο που θα καταρτίσει τη συμβολαιογραφική πράξη και ότι οι συμβαλλόμενοι υποχρεούνται να προσκομίσουν στο συμβολαιογράφο όλα τα αναγκαία στοιχεία που απαιτούνται για την ορθή σύνταξη της δήλωσης από αυτόν και στην αρμόδια υπηρεσία της Φορολογικής Διοίκησης τα νόμιμα δικαιολογητικά, ενώ με το άρθρο 15 παρ. 2 του ίδιου νόμου ορίζεται, ότι απαγορεύεται η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης αφορώσας στην εξ επαχθούς αιτίας μεταβίβαση ακινήτου ή εμπραγμάτου επί ακινήτου δικαιώματος, εάν δεν προσαχθή αντίγραφον δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων.
Κατά την έννοια των άνω διατάξεων, αρκεί για το κύρος του μεταβιβαστικού συμβολαίου η προσκόμιση αντιγράφου δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων και δεν ελέγχεται από το συμβολαιογράφο η ακρίβεια του περιεχομένου της, ούτε συνεπάγεται την ακυρότητα του συμβολαίου η τυχόν ανακρίβειά της. Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή, τις παραπάνω διατάξεις, διότι έκρινε, ότι ισχύουν μόνο έναντι της φορολογικής αρχής και δεν επιφέρουν ακυρότητα της σύμβασης, οι διατάξεις όμως αυτές είναι δημόσιας τάξης και επιφέρουν την ακυρότητα του συμβολαίου, σύμφωνα με το άρθρο 174 ΑΚ, ειδικά, όταν η 5η αναιρεσίβλητη εταιρεία, προκειμένου να συνάψει το επίδικο συμβόλαιο και να μεταγράψει τούτο χρησιμοποίησε αναγκαστικά Α.Φ.Μ.
τρίτης εταιρείας. Ο λόγος αυτός, πέραν του ότι δεν διαλαμβάνεται η επίδραση που είχε το νομικό σφάλμα στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, καθόσον, κατά τα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, προβάλλεται ως ακυρότητα η χρήση από την πέμπτη αναιρεσίβλητη Α.Φ.Μ.
τρίτης εταιρείας και όχι η μη προσαγωγή αντιγράφου δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων από την ίδια, που προβλέπουν οι άνω διατάξεις που φέρονται ως παραβιασθείσες. Σε κάθε περίπτωση, εάν ήθελε εκτιμηθεί, ότι παραπονείται διότι το προσαγόμενο αντίγραφο της δήλωσης φόρου μεταβίβασης δεν αφορούσε την ίδια, διότι δεν είχε Α.Φ.Μ., είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, αβάσιμος, αφού αρκεί για το κύρος του μεταβιβαστικού συμβολαίου η προσκόμιση αντιγράφου δήλωσης φόρου μεταβίβασης ακινήτων και δεν ελέγχεται από το συμβολαιογράφο η ακρίβεια του περιεχομένου της, ούτε συνεπάγεται την ακυρότητα του συμβολαίου η τυχόν ανακρίβειά της και συνεπώς το Εφετείο, που απέρριψε το λόγο έφεσης, με τον οποίο παραπονείτο η αναιρεσείουσα για την απόρριψη της αγωγής της για την ακυρότητα του μεταβιβαστικού της κυριότητας του ενδίκου ακινήτου συμβολαιογραφικού εγγράφου, δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα.
Η εκτίμηση του περιεχομένου και της έννοιας της δικαιοπραξίας είναι ζήτημα πραγματικό και συνεπώς δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Αν όμως από τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων, κατά τη διαπίστωση της έννοιας της δικαιοπραξίας και του περιεχομένου της, τότε ιδρύεται ο λόγος από τον αριθ. 1, διότι πρόκειται πλέον για παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 574/2010).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 79/2007).
Πρέπει, δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύτηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύτηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σε αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 1098/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά τα πρώτα δύο μέρη του, και τους πέμπτο και δέκατο πρόσθετους λόγους η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση της παραβίασης του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία των όρων του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου και συγκεκριμένα των 7ου, 12ου, 16ου , 17ου, 21ου και 25ου , δέχθηκε, ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος, αντιπρόσωπός της, ενήργησε κατά τη σύναψη του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσέλια-Παπαϊωάννου εντός των ορίων της χορηγηθείσας από αυτή εντολής και πληρεξουσιότητας. Ειδικότερα, ισχυρίζεται, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ενήργησε εντός των ορίων της χορηγηθείσας από αυτή εντολής και πληρεξουσιότητας, με την εσφαλμένη παραδοχή, α) με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου, ότι οι 17ος και 21ος όροι του εργολαβικού συμβολαίου, που προβλέπουν σταδιακή μεταβίβαση των ποσοστών του οικοπέδου με το δικαίωμα ανοικοδόμησης των αντίστοιχων διαιρετών χώρων, την ακυρότητα των συμβολαίων που θα συνάπτονται καθ' υπέρβαση των προβλεπομένων σταδίων και τη χορήγηση σχετικής βεβαίωσης του επιβλέποντος μηχανικού για την τήρηση των διατάξεων του εργολαβικού περί σταδιακής μεταβίβασης, ισχύουν μόνον για την περίπτωση που αυτή, ως οικοπεδούχος, δεν θα προσερχόταν ενώπιον συμβολαιογράφου μετά από νόμιμη πρόσκληση της 5ης αναιρεσίβλητης, προκειμένου να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο, οπότε η τελευταία θα προέβαινε σύμφωνα με σχετική εντολή και πληρεξουσιότητα που της είχε χορηγηθεί με το ως άνω εργολαβικό σε αυτοσύμβαση, ενώ κάτι τέτοιο δεν συνάγεται από τη γραμματική διατύπωση της εργολαβικής σύμβασης, η οποία στον 17ο όρο ρητά αναφέρει "την τήρηση των διατάξεων περί σταδιακής μεταβίβασης του παρόντος θα βεβαιώνει ο επιβλέπων μηχανικός και εν αδυναμία αυτού ή αρνήσει του θα χορηγείται βεβαίωση από το Τ.Ε.Ε." και για την περίπτωση της μη προσέλευσης αυτής για την υπογραφή του οριστικού πωλητηρίου συμβολαίου ή την περίπτωση άρνησής της να υπογράψει το πωλητήριο συμβόλαιο, το εργολαβικό προβλέπει ρητά στον 16ο όρο, ότι η εργολήπτρια εταιρεία θα έχει το δικαίωμα να υπογράφει το πωλητήριο συμβόλαιο με εντολή και πληρεξουσιότητα που της παρέχεται με το εργολαβικό, αφού προηγουμένως κοινοποιήσει σ' αυτή την οικοπεδούχο "εξώδικη πρόσκληση συνοδευόμενη από τη βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού για την πρόοδο των εργασιών", β) με το δεύτερο μέρος του έκτου λόγου και το δέκατο πρόσθετο λόγο, ότι δεν προβλέπεται στον 25ο όρο του εργολαβικού συμβολαίου νόμιμη συνέπεια για την περίπτωση της παράλειψης προηγούμενης σύστασης Κανονισμού Διοίκησης Διαχείρησης του ένδικου οικοδομικού συγκροτήματος, ενώ στον 12ο όρο του εργολαβικού συμβολαίου προβλέπεται ρητά, ότι " ...
εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι του παρόντος (εργολαβικού) και οι όροι της συγγραφής υποχρεώσεων μέχρι το ανάλογο στάδιο, ο εργολάβος θα δικαιούται να καλεί οποτεδήποτε τους οικοπεδούχους με εξώδικη πρόσκληση κοινοποιούμενη προ δέκα ημερών εγγράφως...", γ) με τον πέμπτο πρόσθετο λόγο, ότι τα ένδικα πραγματικά ελαττώματα και οι παρεκλίσεις του ενδίκου έργου από τις διατάξεις του ΓΟΚ (αυθαιρεσίες) δεν παρείχαν σ' αυτή το δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής, με αποτέλεσμα να αχθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι η υπογραφή του ενδίκου μεταβιβαστικού συμβολαίου από τον εντολοδόχο της, τέταρτο αναιρεσίβλητο, δεν αποτελεί λόγο υπέρβασης της πληρεξουσιότητας, που του χορήγησε, ενώ στον 12ο όρο του εργολαβικού ορίζεται ρητά, ότι "...προς τούτο προκειμένης κάθε τμηματικής μεταβίβασης των ανωτέρω ποσοστών εξ αδιαιρέτου προς τρίτους και εφόσον έχουν τηρηθεί όλοι οι όροι του παρόντος (εργολαβικού) και οι όροι της συγγραφής υποχρεώσεων μέχρι το ανάλογο στάδιο, ο εργολάβος θα δικαιούται να καλεί οποτεδήποτε τους οικοπεδούχους με εξώδικη πρόσκληση κοινοποιούμενη προ δέκα ημερών εγγράφως...
και οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται να εμφανίζονται και υπογράφουν τις σχετικές συμβάσεις πωλήσεως ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου...", στο 16ο όρο αυτού, ότι "...οι οικοπεδούχοι υποχρεούνται εφόσον καλούνται από τον εργολάβο εγγράφως, ο οποίος (εργολάβος) θα πρέπει να έχει πρώτα εκπληρώσει τις εκ του παρόντος υποχρεώσεις του καθ' ολοκληρίαν μέχρι του σταδίου εκείνου κατά την ημέρα της υπογραφής, να προσέρχονται ενώπιον του από τον εργολάβο υποδειχθησόμενο συμβολαιογράφο και υπογράφουν τα σχετικά της αγοραπωλησίας συμβόλαια...", και στον 7ο όρο, ότι η εργολήπτρια έχει υποχρέωση πλήρους αποκατάστασης της νομιμότητας για κατασκευές καθ' υπέρβαση της άδειας στους χώρους της εργολάβου εταιρείας για την οποία αποκλειστικά υπεύθυνη είναι η τελευταία, απ' όπου σαφώς προκύπτει, ότι η εργολήπτρια είχε ρητά με την ένδικη εργολαβική σύμβαση αναλάβει την υποχρέωση προεκπλήρωσης κάθε τμηματικής παροχής του έργου, προκειμένου να υποχρεωθεί αυτή στην καταβολή της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής, η προσβαλλόμενη τελικά έκρινε, αν και το έργο τελούσε σε απαγόρευση εκτέλεσης οικοδομικών εργασιών με υπαιτιότητα της εργολήπτριας, ότι αυτή ως οικοπεδούχος ήταν υποχρεωμένη να παραλάβει και να καταβάλει στην εργολήπτρια την αναλογούσα εργολαβική αμοιβή, με το εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ενήργησε σε εκπλήρωση νομίμου υποχρέωσής της από το άνω εργολαβικό.
Οι προαναφερόμενοι λόγοι, τους οποίους τυποποιεί η αναιρεσείουσα στην παραβίαση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τους προαναφερόμενους όρους της εργολαβικής σύμβασης είναι απαράδεκτοι προεχόντως, διότι η εκτίμηση του περιεχομένου και της έννοιας της δικαιοπραξίας είναι ζήτημα πραγματικό και δεν ελέγχεται αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ότι προβάλλει, ότι παραβιάσθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενόψει ότι η αναιρεσείουσα, αναφέρει, ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τους προαναφερόμενους όρους της εργολαβικής σύμβασης και πάλι οι λόγοι είναι απαράδεκτοι, λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίζεται, όπως, κατά τα προεκτεθέντα, θα έπρεπε, στο αναιρετήριο το πλήρες περιεχόμενο των όρων του εργολαβικού συμβολαίου, που κατά την άποψή της εσφαλμένα ερμηνεύθηκαν, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βούλησης, αμέσως ή εμμέσως και στην τελευταία περίπτωση από πού συνάγεται η έμμεση διαπίστωση, καθώς και το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ' αυτούς με σωστή ερμηνεία η απόφαση.
Στην πραγματικότητα υπό τις προαναφερόμενες αιτιάσεις των άνω λόγων της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων αυτής λόγων η αναιρεσείουσα πλήττει και πάλι την αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ουσιαστική κρίση του Εφετείου, περί την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) τα αποδεικτικά μέσα, έτσι ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, β) το περιεχόμενό τους, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί, αν είναι κρίσιμα για την απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμού, γ) ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν από αυτά, δ) η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης και ε) στην περίπτωση λήψης υπόψη μη επιτρεπόμενου αποδεικτικού μέσου ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη (ΑΠ 901/2019, ΑΠ 1505/2018, ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 881/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με το τρίτο σκέλος του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 11 του άρθρου ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη (αγνόησε) νομίμως προταθέν με τις προτάσεις της ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη πριν την έναρξη του έργου είχε προσυμφωνήσει την αύξηση της επιφάνειας δόμησης της υπό κατασκευή κατοικίας της, κατά παράβαση όρου του εργολαβικού και γενεσιουργό πράξη αυθαιρέτων.
Ο λόγος αυτός, διατυπούμενος κατά τα παραπάνω, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι υπό τα εκτιθέμενα δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος από τον αριθ. 11 λόγος της αίτησης αναίρεσης. Εξάλλου, ούτε μπορεί να εκτιμηθεί ότι πρόκειται για λόγο από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ήτοι δεν αποτελεί πραγματικό ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και στηρίζει το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος πρότασης και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διάταξης του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναίρεσης, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (ΟλΑΠ 3/1997).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι, ενώ αναφέρει ότι με το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη Πετίδου έδωσε το δικαίωμα προς τον πληρεξούσιό της, 4ο εναγόμενο, "να παρέχει προς την εργολάβο εταιρεία το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να υπογράφει με αυτοσύμβαση κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ όλες τις προβλεπόμενες συμβάσεις και πράξεις για λογαριασμό της" τελικά καταλήγει ότι " Ο τέταρτος εναγόμενος συμβλήθηκε στον εν λόγω συμβόλαιο και ως αντιπρόσωπος της Ε.
Χ., εκπροσώπου και διαχειρίστριας της πέμπτης εναγομένης, δυνάμει του υπ' αριθ. 7058/2003 πληρεξουσίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, δικαίωμα που του παρείχε το άνω με αριθμό ... πληρεξούσιο, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως, ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι δεν είχε επιτρέψει την αυτοσύμβαση, κατ' άρθρο 235 ΑΚ, και ως εκ τούτου, η άνω σύμβαση πώλησης τυγχάνει άκυρη, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμος τυγχάνει και ο συναφής με αυτόν πέμπτος λόγος έφεσης".
Περαιτέρω και με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, αιτιάται, ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία του υπ' αριθ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου και εσφαλμένη εκτίμηση του πραγματικού και αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης με την εσφαλμένη παραδοχή, ότι οι ελλείψεις και τα ελαττώματα της ένδικης οικοδομής, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και οι πολεοδομικές παραβάσεις και αυθαιρεσίες, δεν ήταν τόσο σημαντικά, που να καθιστούν το ένδικο έργο εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος, έκρινε, ότι ο εντολοδόχος και αντιπρόσωπός της τέταρτος αναιρεσίβλητος ενήργησε σε εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης και συνήψε το ένδικο πωλητήριο συμβόλαιο, αν και, σύμφωνα με τον 12ο όρο του εργολαβικού συμβολαίου, εφόσον δεν είχαν τηρηθεί όλοι οι όροι του, ουδεμία σχετική υποχρέωσή της υφίστατο και αποδείχθηκε επιπλέον, ότι στο επίδικο ακίνητο δεν είχε εφαρμοσθεί η στατική μελέτη και είχαν καταστρατηγηθεί όλες οι βασικές πολεοδομικές διατάξεις, όπως υπέρβαση δόμησης, κάλυψης, ύψους οικοδομής και στέγης, παραβίαση απόστασης μεταξύ των κτιρίων και με τα όρια του οικοπέδου, οικοδόμηση σε όμορες ιδιοκτησίες, οικοδόμηση στην πρασιά, που καθιστούν το έργο παντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος και παντελώς άχρηστο και καθιδρύουν υποχρέωση της τέταρτης αναιρεσίβλητης, εργολήπτριας εταιρείας, που είναι αποκλειστικά υπεύθυνη γι' αυτές, (αυθαιρεσίες), να προβεί στην αποκατάσταση της νομιμότητάς τους.
Οι λόγοι αυτοί της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το προαναφερόμενο περιεχόμενο είναι αόριστοι και συνακόλουθα απαράδεκτοι. Ειδικότερα, στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, ανεξαρτήτως, ότι δεν διαλαμβάνονται, έστω και συνοπτικά, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί του άνω ουσιώδους ζητήματος, παρά μόνο αποσπασματικά και το κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας πραγματικό μέρος αυτού, δεν διαλαμβάνεται ο κανόνας του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, το νομικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του κανόνα αυτού, καθώς και η επίδραση που είχαν στο διατακτικό της απόφασης οι άνω πλημμέλειες, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση τις επικαλούμενες παραβάσεις.
Οι αιτιάσεις δε που προβάλλονται με τους λόγους αυτούς, σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλονται, διότι η αναιρεσείουσα, μέσω των αιτιάσεων αυτών, πλήττει πλέον την ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρου ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο διατύπωσε εσφαλμένα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του, ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681,688 έως 690 και 694 ΑΚ, εάν το έργο που εκτελείται από τον εργολάβο εμφανίζει ελαττώματα και ελλείψεις ακόμη και τέτοιες που το καθιστούν άχρηστο, δεν παρέχεται στον εργοδότη η από το άρθρο 374 επ.
ΑΚ ένσταση της μη εκπλήρωσης ή μη προσήκουσας εκπλήρωσης της σύμβασης, καθόσον των γενικών αυτών διατάξεων υπερισχύουν οι διατάξεις των άρθρων 687 επ. ΑΚ, οι οποίες συνιστούν ειδικότερη ρύθμιση και παρέχουν διάφορη προστασία, εκτός αν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις του έργου είναι τόσο σημαντικά, ώστε να καθιστούν την παροχή όλως διάφορη, οπότε εφαρμόζονται οι ως άνω γενικές διατάξεις των άρθρων 374 επ.
ΑΚ, ενώ οι άνω διατάξεις κατά παγιωμένη νομολογία είναι ενδοτικού δικαίου και μπορεί με την εργολαβική σύμβαση να τύχει διαφορετικής ρύθμισης η υποχρέωση προεκπλήρωσης του εργολάβου. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναίρεσης μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, χωρίς να προβάλλεται επιπλέον, ότι οι άνω κρίσεις του Εφετείου, ως προς την έννοια των άνω διατάξεων, συνέχονται με ουσιαστική κρίση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, καθώς και η επίδραση που είχε στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε με βάση της επικαλούμενη παράβαση, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία επιλεκτικά αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, ή το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Η κατά τα άνω αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996). Εξάλλου, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 1/1999, 26/2004, ΑΠ 2267/2013).
Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε ( ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 2053/2014). Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).
Για να είναι δε ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 19 λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο α) ότι η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, στην περίπτωση δε της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση (ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 130/2009, ΑΠ 1438/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης και με τον όγδοο λόγο της αίτησης αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 19 (όπως εκτιμάται και όχι 1) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντιστοίχως, προβάλλεται ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ. Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα μέμφεται αντιστοίχως το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και κατ' εσφαλμένη κρίση του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης και με μόνη αιτιολογία ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος ενήργησε εντός των ορίων της χορηγηθείσας πληρεξουσιότητας έκρινε, ότι δεν ενήργησε καταχρηστικά και αντίθετα με την καλή πίστη, απέρριψε τη σωρευόμενη αγωγή του περί αναγνώρισης της ακυρότητας του υπ' αριθ. ...
συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσέλια-Παπαϊωάννου, λόγω καταχρηστικής άσκησης της χορηγηθείσας από αυτή σε εκείνον πληρεξουσιότητας και προς το συμφέρον της πέμπτης αναιρεσίβλητης, παρόλον, ότι αυτός προέβη στη σύνταξη του άνω συμβολαίου, παρά την απαγόρευση εκτέλεσης των οικοδομικών εργασιών με υπαιτιότητα της εργολήπτριας εταιρείας, λόγω του ότι υφίσταντο πολεοδομικές παραβάσεις, αφού δεν ακολουθείτο η εγκεκριμένη μελέτη, οι οποίες ήταν σε γνώση του, ενόψει ήταν αφανής εταίρος της, και χωρίς την προηγούμενη σύνταξη Κανονισμού Διοίκησης του ενδίκου οικοδομικού συγκροτήματος.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε σε σχέση με το παραπάνω ζήτημα τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα ήταν αποκλειστική κυρία του με αριθμό … κληροτεμαχίου, εμβαδού 598 τ. μ., που βρίσκεται στην περιοχή "..." στην κτηματική περιφέρεια της ..., καθώς και συγκύρια κατά ποσοστό 67,66% εξ αδιαιρέτου των, με αριθμούς 145 και 146 κληροτεμαχίων, εμβαδού 641 τ.
μ. και 634 τ. μ. αντίστοιχα, που βρίσκονται στην ίδια περιοχή και δη σε όμορη θέση με το με αριθμό 147 κληροτεμάχιο, ενώ συγκύρια κατά το υπόλοιπο ποσοστό των 33, 33% εξ αδιαιρέτου των με αριθμούς 145 και 146 κληροτεμαχίων ήταν η μητέρα της Π. Μ.. Η πέμπτη εναγομένη τυγχάνει ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Ζ. Μ...-Π.
Π... ΚΑΙ ΣΙΑ Ο.Ε", που ιδρύθηκε στις 29-11- 1997, η οποία εκπροσωπείται νόμιμα από τους συνδιαχειριστές αυτής Ζ. Μ. και Ε. Χ., ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος είναι αφανής εταίρος αυτής. Με το με αριθμό 15198/17-12-1997 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου, που καταρτίστηκε αφενός μεταξύ της ενάγουσας και ·της μητέρας της Π.
Μ. και αφετέρου της πέμπτης εναγομένης, η οποία εκπροσωπούνταν από τους : 1) Α. Μ., ειδικό πληρεξούσιο του Ζ. Μ., και 2) Η. Π. (τέταρτο εναγόμενο), ειδικό πληρεξούσιο της Ε. Χ., η ενάγουσα και η μητέρα της ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στη συνένωση των τριών (3) ανωτέρω όμορων κληροτεμαχίων, ώστε να δημιουργηθεί ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 1.801,2,5 τ.
μ., ενώ η πέμπτη εναγομένη ανέλαβε να κατασκευάσει στο ενιαίο οικόπεδο, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, τρία (3) οικοδομικά συγκροτήματα, τα οποία Θ' αποτελούνταν από δέκα (10) ανεξάρτητες κατοικίες. Ειδικότερα , η πέμπτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει το οικοδομικό συγκρότημα με δικές της δαπάνες, στις οποίες περιλαμβάνονται, ενδεικτικά η τεχνική και αρχιτεκτονική μελέτη, η έκδοση της οικοδομικής άδειας, η αγορά των υλικών, η πληρωμή του εργατικού προσωπικού, οι ασφαλιστικές εισφορές κλπ. , η δε αμοιβή της (εργολαβικό αντάλλαγμα) ,κατά τους όρους του προσυμφώνου, συνίστατο στην υποχρέωση της ενάγουσας και της μητέρας της να μεταβιβάσουν κατά κυριότητα σ' αυτή ή σε οποιονδήποτε τρίτο που η τελευταία θα υποδείκνυε συνολικό ποσοστό 53% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου μετά των οριζόντιων ιδιοκτησιών που αντιστοιχούν σ' αυτό.
Το εργολαβικό συμβόλαιο προέβλεπε ότι η πέμπτη εναγομένη, από: το υπό ανέγερση οικοδομικό συγκρότημα, θα καθίστατο αποκλειστική κυρία, μεταξύ άλλων και της με αριθμό δύο (2) κατοικίας του Α' συγκροτήματος (επίδικο ακίνητο). Με τον 21° όρο του εργολαβικού συμβολαίου συμφωνήθηκε ότι η μεταβίβαση προς την πέμπτη εναγομένη του παραπάνω ποσοστού (53%) εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί στις οριζόντιες ιδιοκτησίες του εργολαβικού ανταλλάγματος της τελευταίας, θα γίνεται σταδιακά με την αποπεράτωση τμημάτων του οικοδομικού συγκροτήματος, η δε ενάγουσα και η μητέρα της θα έχουν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν σ' αυτήν ή σε υποδεικνυόμενους απ' αυτή τρίτους το ανωτέρω ποσοστό ως εξής :
α) ποσοστό 10,35% εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωσή του σκελετού από οπλισμένο σκυρόδεμα όλων των κατοικιών, β) ποσοστό 10,06% εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση των τοιχοποιιών, των ηλεκτρικών και υδραυλικών δικτύων και των αποχετευτικών εγκαταστάσεων όλων των κατοικιών, γ) ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση των μονώσεων? και επιχρισμάτων, δ) ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση των δαπέδων, των επενδύσεων των χώρων υγιεινής και με την πλήρη κατασκευή των στεγών, ε) ποσοστό 6% εξ αδιαιρέτου με την τοποθέτηση ειδών υγιεινής και πάγκων κουζίνας και στ) ποσοστό 6,59% εξ αδιαιρέτου με την πλήρη αποπεράτωση των κατοικιών και του περιβάλλοντος χώρου.
Με τους 12° και 16° όρους του εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα και η μητέρα της υποχρεούνται, προκειμένου να τηρήσουν την ανωτέρω υποχρέωσή τους περί σταδιακής μεταβίβασης των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που ορίστηκαν ως εργολαβικό αντάλλαγμα, να προσέρχονται σε συμβολαιογράφο και να μεταβιβάζουν τα ποσοστά αντιπαροχής της πέμπτης εναγομένης ανάλογα με την ανωτέρω πρόοδο των οικοδομικών εργασιών, ενώ σε περίπτωση μη προσέλευσής τους η εν λόγω εναγομένη δικαιούται, δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που παρέχεται με το εργολαβικό, να καταρτίζει τα σχετικά συμβόλαια με αυτοσύμβαση.
Με τον 17° όρο του εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι οι πωλήσεις που θα γίνονται από την πέμπτη εναγόμενη καθ' υπέρβαση του άρθρου περί σταδιακής μεταβίβασης (ο ανωτέρω 21ος όρος) θα θεωρούνται αυτοδίκαια άκυρες και μηδέποτε γινόμενες, τη δε τήρηση του όρου περί σταδιακής μεταβίβασης θα βεβαιώνει ο επιβλέπων μηχανικός της οικοδομής και σε περίπτωση αδυναμίας ή άρνησης του τελευταίου προς χορήγηση σχετικής βεβαίωσης θα χορηγείται βεβαίωση από το Τεχνικό Επιμελητήριο.
Τέλος, με τον 25° όρο του εργολαβικού συμφωνήθηκε ότι σε κάθε συμβόλαιο που θα συνταχθεί πρέπει να περιλαμβάνονται οι εξής όροι : α) ... και β) ότι ο αγοραστής θα προσχωρήσει στον Κανονισμό Διοίκησης και Διαχείρισης του συγκροτήματος, ο οποίος θα συνταχθεί, με δαπάνες της πέμπτης εναγομένης, πριν από την υπογραφή του πρώτου οριστικού συμβολαίου, ενώ σε περίπτωση μη προσέλευσης των οικοπεδούχων προς κατάρτιση του Κανονισμού η πέμπτη εναγομένη δικαιούται, δυνάμει εντολής και πληρεξουσιότητας που παρέχεται με το εργολαβικό, να καταρτίσει αυτόν με αυτοσύμβαση.
Στη συνέχεια, με το με αριθμό 15809/1998 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα και η μητέρα της συνένωσαν τ' ανωτέρω τρία (3) όμορα κληροτεμάχια και
δημιούργησαν ενιαίο οικόπεδο, εμβαδού 1.801,25 τ. μ., στο οποίο η ενάγουσα κατέστη συγκύρια κατά ποσοστό 77,585 % εξ αδιαιρέτου και η μητέρα της, κατά ποσοστό 22,415% εξ αδιαιρέτου. Εν τέλει, η ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία του ενιαίου οικοπέδου και ως εκ τούτου και του ανεγειρόμενου συγκροτήματος, αποδεχόμενη με την υπ.
αριθμ. ... πράξη της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Μικρού που νόμιμα μεταγράφηκε, την εκ διαθήκης κληρονομιά της μητέρας της Π. Μ., που απεβίωσε στις 10-01-2000. Στις 04-06-1999 η πέμπτη εναγόμενη εξέδωσε τη με αριθμό ... οικοδομική άδεια ανέγερσης του ανωτέρω οικοδομικού συγκροτήματος, η οποία ήταν σύμφωνη με το εργολαβικό προσύμφωνο και τα συνημμένα σ' αυτό τοπογραφικά διαγράμματα και 'κατόψεις και άρχισε την ανέγερση του οικοδομικού συγκροτήματος.
Μελετητής-επιβλέπων μηχανικός του έργου μέχρι το έτος 2008 ανέλαβε ο Β. Μ., αδελφός της ενάγουσας, η οποία είναι αρχιτέκτονας, υπάλληλος πολεοδόμος της κεντρικής υπηρεσίας του ΥΠΕΧΩΔΕ. Η άνω άδεια ισχύος τεσσάρων ετών αναθεωρήθηκε στις 25.7.2003 για μεν το κτίριο Α' επ' αόριστον και για τα κτίρια Β' και Γ' για τέσσερα χρόνια, μετά δε την τροποποίηση τής μελέτης (αρχιτεκτονικής, θερμομόνωσης και πυροπροστασίας ) αναθεωρήθηκε στις 13.7.2005 .Στις 23.7.2003 εκδόθηκε από το Πολεοδομικό Γραφείο Ν.
Μουδανιών το με αριθμ. 15.2./3453/14.7.2003 σήμα διακοπής εργασιών λόγω λήξης της οικοδομικής άδειας και μη εφαρμογής της εγκεκριμένης μελέτης. Μετά πάροδο μόλις δύο ημερών, δηλαδή στις 25.7.2003 το άνω Πολεοδομικό Γραφείο με την υπ. αριθμ. 15.2/3526/25.7.2003 απόφασή του επέτρεψε τη μερική συνέχιση των εργασιών που είχαν διακοπεί και δόθηκε προθεσμία δύο μηνών, δηλαδή έως 25.9.2003 για την αποκατάσταση των αυθαίρετων κατασκευών στην άνω οικοδομή.
Στις 4.10.2003 η ενάγουσα με το υπ. αριθμό ... ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, έδωσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητά στον τέταρτο εναγόμενο Ηλία Παντελιάδη να ενεργεί αντ' αυτής και για λογαριασμό της, κατά τους όρους και συμφωνίες του εργολαβικού, καθετί που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι της πέμπτης εναγομένης και ειδικότερα να μεταβιβάσει προς την τελευταία ή σε προτεινόμενο απ' αυτή τρίτο πρόσωπο την κυριότητα ποσοστού 20,41% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, το οποίο συμφωνήθηκε ως μέρος της εργολαβικής αμοιβής (53%), ενώ επιπλέον του έδωσε και το δικαίωμα να παρέχει προς την εργολάβο εταιρία το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να υπογράφει με αυτοσύμβαση κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ όλες τις προβλεπόμενες συμβάσεις και πράξεις για λογαριασμό της.
Ο τέταρτος εναγόμενος, κάνοντας χρήση του ανωτέρω πληρεξουσίου και ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, με το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης της Ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στους Σ. Μ. και Κ. σύζυγο Σ. Μ. (κατά ποσοστό 1/2 % εξ αδιαιρέτου στον καθένα) την κυριότητα ποσοστού 9,35% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχεί στην ανεξάρτητη ιδιοκτησία με αριθμό πέντε (5) του Β' συγκροτήματος.
Στη συνέχεια, ο τέταρτος εναγόμενος, κάνοντας, χρήση του ίδιου πληρεξουσίου και ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της ενάγουσας, με το με αριθμό ... συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη Ά.- Ε. Χ. την κυριότητα ποσοστού 10% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, που αντιστοιχεί στην ανεξάρτητη ιδιοκτησία με αριθμό δύο (2) του Α' συγκροτήματος (επίδικη εκποιητική δικαιοπραξία, της οποίας ζητείται η ακύρωση), αντί τιμήματος 76.964,84 ευρώ , το οποίο και εξοφλήθηκε όπως προκύπτει από τη με αριθμ. ...
πράξη εξόφλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελένης Αδάμου που νόμιμα μεταγράφηκε. Με το ίδιο συμβόλαιο η πρώτη εναγομένη συνέστησε στο άνω ακίνητο δικαίωμα οίκησης υπέρ των δευτέρου και τρίτης εναγομένης (γονείς αυτής) αντί 30 ευρώ, οι οποίοι και αποδέχθηκαν το δικαίωμα αυτό, μεταγράφηκε δε το συμβόλαιο ως πώληση, ως σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας και ως δικαίωμα σύστασης οικήσεως.
Ο τέταρτος εναγόμενος συμβλήθηκε στο εν λόγω συμβόλαιο και ως αντιπρόσωπος της Ε. Χ., εκπροσώπου και διαχειρίστριας της πέμπτης εναγόμενης, δυνάμει του με αριθμ. 7058/2003 πληρεξουσίου της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, δικαίωμα που του παρείχε το άνω με αριθμό ... πληρεξούσιο, όπως προαναφέρθηκε. Επομένως ο αγωγικός ισχυρισμός της ενάγουσας ότι δεν είχε επιτρέψει την αυτοσύμβαση κατ' άρθρο 235 ΑΚ κι ως εκ τούτου η άνω σύμβαση πώλησης τυγχάνει άκυρη είναι ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος, όπως αβάσιμος τυγχάνει και ο συναφής με αυτόν πέμπτος λόγος έφεσης.
Η ολοκλήρωση των εργασιών στο άνω συγκρότημα καθυστέρησε εξαιτίας των υφισταμένων πολεοδομικών παραβάσεων και στο μεν Α'συγκρότημα οι εργασίες περατώθηκαν στις 15-07-2005, για δε τα συγκροτήματα Β' και Γ επιτράπηκε η συνέχιση των εργασιών στις 12-08-2005, ενώ στις 05- 10-2006, λόγω μη εφαρμογής της αναθεωρημένης οικοδομικής άδειας, εκδόθηκε νέο σήμα διακοπής εργασιών.
Στις 15-07-2009 το Πολεοδομικό Γραφείο Νέων Μουδανιών διαπίστωσε ότι δεν εφαρμόστηκε η στατική μελέτη σε όλο το έργο, ενώ στις 04-06-2010 ανακάλεσε την ανωτέρω από 13-07-2005 αναθεώρηση της οικοδομικής άδειας. Εν τω μεταξύ επήλθε ρήξη των σχέσεων της ενάγουσας με την πέμπτη εναγομένη, με αποκορύφωμα η ενάγουσα να υπαναχωρήσει από τη μεταξύ τους σύμβαση με την από 24-09- 2009 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία και κήρυξε έκπτωτη την εργολήπτρια εταιρία.
Τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά που έγιναν από την έκδοση της άνω οικοδομικής άδειας μέχρι την υπογραφή του παραπάνω συμβολαίου πώλησης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι τα γνώριζαν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι, από δε την ημέρα υπογραφής, του συμβολαίου (17.12.2003) και μετά οι εν λόγω εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για πρώτη φορά στις 12.5.2009 με την από 11.5.2009 εξώδικη επιστολή της ενάγουσας το ιστορικό των σχέσεων αυτής με την εργολάβο εταιρία (πέμπτη εναγομένη), καθώς και ότι υπήρχαν πολεοδομικές παραβάσεις κατά τον χρόνο που καταρτίσθηκε η επίδικη αγοραπωλησία, γεγονός όμως που δεν επηρεάζει της εγκυρότητα αυτής, όπως προαναφέρθηκε.
Μετά την άνω εξώδικο και αφού μεσολάβησε ένα διάστημα τριών περίπου ετών, η ενάγουσα άσκησε σε βάρος των εναγόμενων την από 30.3.2012 κρινόμενη αγωγή της, με την οποία ισχυρίζεται ότι η επίδικη σύμβαση πώλησης είναι άκυρη, επειδή ο τέταρτος εναγόμενος υπερέβη τα όρια της παρασχεθείσας απ' αυτή πληρεξουσιότητας, διότι, αν και με το άνω με αριθμ. ...
εργολαβικό είχε συμφωνηθεί ότι : α) η μεταβίβαση της κυριότητας των ανεξάρτητων ιδιοκτησιών προς την εργολάβο ή σε τρίτα απ' αυτή προτεινόμενα πρόσωπα θα λάμβανε χώρα σύμφωνα με τη σταδιακή αποπεράτωση της οικοδομής κατά τ' ανωτέρω αναφερόμενα, η οποία θα διαπιστωνόταν με σχετική βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού του έργου (21ος όρος), ότι η παράβαση του όρου αυτού επιφέρει την ακυρότητα του σχετικού συμβολαίου πώλησης (17ος όρος), και β) ότι θα προηγείτο η σύσταση Κανονισμού Διοίκησης και Διαχείρισης που οικοδομικού συγκροτήματος (25ος όρος), αυτός προέβη στην επίδικη μεταβίβαση ποσοστού 10% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, χωρίς να έχει πληρωθεί ο 21ος όρος του εργολαβικού και χωρίς να έχει συνταχθεί ο σχετικός Κανονισμός.
Όμως ο όψιμος αυτός, ισχυρισμός της ενάγουσας, τυγχάνει ουσία αβάσιμος, διότι ο τέταρτος εναγόμενος ενήργησε στα όρια της χορηγηθείσας από την ενάγουσα εντολής και πληρεξουσιότητας, μεταβιβάζοντας για λογαριασμό της στην πρώτη των εναγομένων, ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου από το ποσοστό 20,41% εξ αδιαιρέτου που είχε δυνατότητα σύμφωνα με το 21028/4.10.2003 προαναφερόμενο ειδικό πληρεξούσιο να μεταβιβάσει.
Οι επικαλούμενοι από την ενάγουσα ανωτέρω 17ος και 21ος όροι του εργολαβικού (σταδιακή μεταβίβαση και σχετική βεβαίωση από τον επιβλέποντα μηχανικό) προβλέπουν την περίπτωση, κατά την οποία η ενάγουσα δεν Θα προσερχόταν ενώπιον συμβολαιογράφου, μετά από νόμιμη πρόσκληση, προκειμένου να υπογράψει, όπως είχε υποχρέωση, την ανάλογη με την πορεία των οικοδομικών εργασιών εκποιητική μεταβίβαση, οπότε στην περίπτωση αυτή η πέμπτη εναγομένη είχε την εντολή και την πληρεξουσιότητα να προβεί σε αυτοσύμβαση (12ος και 16ος όροι του εργολαβικού).
Εν προκειμένω όμως η μεταβίβαση της κυριότητας του επίδικου ακινήτου δεν έγινε με βάση την πληρεξουσιότητα που πηγάζει από το εργολαβικό προσύμφωνο, αλλά με βάση το παραπάνω ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο δεν περιείχε κανένα όρο και καμία αναφορά σε οποιαδήποτε προδικασία που όφειλε να τηρήσει ο πληρεξούσιος, τέταρτος εναγόμενος για να μεταβιβάσει την κυριότητα του άνω ακινήτου.
Επιπλέον η μη σύσταση Κανονισμού Διοίκησης και Διαχείρισης, δεν προβλέφθηκε από το εργολαβικό συμβόλαιο ότι θα έχει κάποια κύρωση, άλλωστε στο άνω συμβόλαιο αγοραπωλησίας, ρητά αναγράφεται ότι η αγοράστρια (πρώτη εναγομένη ) θα προσχωρήσει στον Κανονισμό Διοίκησης και Διαχείρισης του όλου συγκροτήματος κατοικιών και διορίζει με αυτό πληρεξούσια την εργολάβο εταιρία, όπως αντ' αυτών υπογράψει τον εν λόγω Κανονισμό.
Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι ο τέταρτος εναγόμενος υπερέβη τα όρια της πληρεξουσιότητας, διότι προέβη στην επίδικη μεταβίβαση, αν και γνώριζε ότι δεν είχε τηρηθεί η σύμφωνη με την οικοδομική άδεια εγκεκριμένη μελέτη και ότι στην πωληθείσα ιδιοκτησία υφίσταντο αυθαίρετες κατασκευές, τούτος είναι ουσία αβάσιμος, καθόσον, πέραν του ότι το επίδικο πληρεξούσιο δόθηκε, όπως προεκτέθηκε, χωρίς όρο, σύμφωνα με όσα στη μείζονα σκέψη της παρούσας εκτέθηκαν, οι οποιεσδήποτε ελλείψεις ή ελαττώματα του έργου, όπως είναι, οι πολεοδομικές παραβάσεις, εφόσον δεν είναι τόσο σημαντικές, ώστε να καθιστούν την παροχή εντελώς διαφορετική από εκείνη που συμφωνήθηκε, δεν παρέχουν στον εργοδότη το δικαίωμα ν' αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής του εργολάβου, στη δε προκειμένη περίπτωση οι επικαλούμενες από την ενάγουσα αυθαίρετες κατασκευές δεν συνιστούν ελαττώματα, που ν' αναιρούν τη μορφή του συμφωνηθέντος έργου και να καθιστούν το τελευταίο εντελώς διάφορο του συμφωνηθέντος.
Η ύπαρξη των αυθαίρετων κατασκευών στο έργο αποτελεί λόγο υπαναχώρησης της ενάγουσας από την εργολαβική σύμβαση, πλην όμως το δικαίωμά της αυτό η τελευταία το άσκησε μόλις στις 24-09-2009, παρότι οι πολεοδομικές παραβάσεις είχαν προηγηθεί προ πολλού και το γνώριζε, μάλιστα δε το επίδικο πληρεξούσιο το χορήγησε στον τέταρτο εναγόμενο μεσούσης της διαδικασίας του σήματος περί αναστολής των εργασιών, γεγονός από το οποίο συνάγεται ότι δεν είχε αντιρρήσεις για την επικείμενη μεταβίβαση.
Επομένως, κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, ο τέταρτος εναγόμενος ενήργησε, δυνάμει του με αριθμό 21028/04-10-2003 ειδικού πληρεξουσίου, ως άμεσος αντιπρόσωπος της ενάγουσας και μέσα στα όρια της αντιπροσώπευσης αυτής, για το λόγο δε αυτό τ' αποτελέσματα της δικαιοπραξίας αυτής επήλθαν ευθέως και αμέσως στο πρόσωπο της αντιπροσωπευόμενης ενάγουσας.
Περαιτέρω η άνω άσκηση του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας εκ μέρους του τετάρτου εναγομένου, σε καμμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αντίκειται στην καλή πίστη και είναι καταχρηστική, καθόσον με βάση τα προαναφερόμενα όχι μόνο, δεν ήταν αντίθετη με τα συμφέροντα της ενάγουσας, απεναντίας εξυπηρετούσε αυτά, αφού ασκήθηκε προκειμένου να εκτελεστεί η συμφωνία της ενάγουσας με την πέμπτη εναγομένη και δη στα πλαίσια καταβολής στην τελευταία της αμοιβής της με τη μεταβίβαση των άνω ιδανικών μεριδίων επί του οικοπέδου στην πρώτη των εναγομένων, η οποία ούτε γνώριζε, ούτε όφειλε να γνωρίζει την όλη πορεία της εργολαβικής συμφωνίας.
Την εν λόγω αμοιβή την όφειλε η ενάγουσα στην πέμπτη εναγόμενη, αφού κατά το χρόνο σύναψης του άνω συμβολαίου δεν είχε λάβει χώρα η έκπτωση της τελευταίας, ούτε είχε δικαίωμα να αρνηθεί την καταβολή της αμοιβής αυτής, όπως προαναφέρθηκε, γεγονός που και η ίδια αναγνώριζε ενόψει του ότι το επίδικο πληρεξούσιο το υπέγραψε λίγο καιρό πριν την κατάρτιση του επίδικου συμβολαίου πώλησης και ενώ όντας η ίδια αρχιτέκτονας με εξειδικευμένες μάλιστα γνώσεις και έχοντας ορίσει επιβλέποντα μηχανικό στο έργο τον αδελφό της, γνώριζε πολύ καλά την υφιστάμενη κατάσταση της οικοδομής και τις υφιστάμενες παραβάσεις της πολεοδομικής νομοθεσίας.
Αν δε ληφθεί υπόψη ότι η ενάγουσα προκειμένου να υπογράφει το επίδικο συμβόλαιο αγοραπωλησίας, προσέτρεξε η ίδια ώστε να προσκομισθούν τα απαραίτητα πιστοποιητικά που την αφορούσαν, όπως η με αριθμ. 830068/1/8.10.2003 βεβαίωση φορολογικής ενημερότητας του Υπουργείου Οικονομικών , η με αριθμ. ... βεβαίωση του Δήμου Κασσάνδρας περί μη οφειλής τέλους ακίνητης περιουσίας, τότε όχι μόνο δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ενάγουσα δεν θα επιχειρούσε την επίδικη μεταβίβαση του ακινήτου την οποία επιχείρησε ο πληρεξούσιός της τέταρτος εναγόμενος, αλλά ότι γνώριζε πως το στάδιο των εργασιών είχε φτάσει κατά το χρόνο του πληρεξουσίου τουλάχιστον στο επίπεδο του 20,41% και συναινούσε στην μεταβίβαση αυτή...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι ο τέταρτος εναγόμενος και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος δεν άσκησε καταχρηστικά το δικαίωμα της πληρεξουσιότητάς του κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και απέρριψε τους αντίθετους λόγους της έφεσης της αναιρεσείουσας, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα ίδια και είχε απορρίψει την επικουρική βάση της αγωγής της αναιρεσείουσας περί αναγνώρισης της ακυρότητας της αγοραπωλησίας του ενδίκου ακινήτου στην πρώτη αναιρεσίβλητη με το υπ' αριθ. ...
συμβόλαιο πώλησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ευδοκίας Παρσελιά-Παπαϊωάννου, λόγω παράβασης της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Έτσι που έκρινε και μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού αφενός μεν δεν προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης αυτής, αφετέρου δε διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της μη καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της πληρεξουσιότητας του τρίτου αναιρεσίβλητου και είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή εφαρμογή ή μη της άνω διάταξης.
Επομένως, οι άνω ένατος πρόσθετος λόγος της αίτησης αναίρεσης και ο όγδοος λόγος της αίτησης αναίρεσης με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμοι. Σύμφωνα με τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αδίκαστη αίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τη σωρευόμενη αγωγή της περί αναγνώρισης του δικαιώματός της κυριότητας και περί απόδοσης της νομής και κατοχής του επιδίκου ακινήτου, χωρίς καμία αιτιολογία και χωρίς περαιτέρω έρευνα της ευδοκίμησής της.
Ο λόγος αυτός από τον αριθ. 9 ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, διότι κατά τα ιστορούμενα δεν συντρέχουν οι παραπάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις του. Εάν δε ήθελε εκτιμηθεί ως λόγος από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, ότι το Εφετείο έκρινε, ότι "...
μετά την κρίση ότι όλοι οι λόγοι ακυρότητας που η ενάγουσα προσάπτει στο επίδικο συμβόλαιο αγοραπωλησίας είναι ουσιαστικά αβάσιμοι, παρέλκει η εξέταση της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής για απόδοση της νομής και κατοχής του επιδίκου ακινήτου, αφού αυτή προϋποθέτει την ευδοκίμηση της β σωρευόμενης αγωγής ..." και συνεπώς δεν απαιτείτο άλλη αιτιολογία για την αγωγή αυτή, δεδομένου, ότι η παραδοχή της αγωγής για την ακυρότητα της ενδίκου αγοραπωλησίας ήταν νομικώς αναγκαία για την οριστική κρίση επί της σωρευόμενης διεκδικητικής αγωγής.
Περαιτέρω, με τον έκτο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, ότι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι στο αιτιολογικό της περιέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον ενώ αποδέχεται, ότι αυτή με το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου χορήγησε στον τέταρτο αναιρεσίβλητο την πληρεξουσιότητα να ενεργεί αντ' αυτής και για λογαριασμό της, κατά τους όρους και συμφωνίες του εργολαβικού, καθετί που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της έναντι της πέμπτης αναιρεσίβλητης, στη συνέχεια με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σε πλήρη αντίφαση προς τα ανωτέρω αναφέρει, ότι η εντολή που δόθηκε ήταν ειδικό και δεν περιείχε κανένα όρο και καμία αναφορά σε οποιαδήποτε προδικασία, που όφειλε να τηρήσει ο πληρεξούσιος τέταρτος αναιρεσίβλητος, για να μεταβιβάσει την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, καθώς και ότι ο ισχυρισμός της ότι ο τέταρτος αναιρεσίβλητος υπερέβη τα όρια της πληρεξουσιότητας είναι ουσία αβάσιμος, καθόσον το επίδικο πληρεξούσιο δόθηκε χωρίς όρο.
Ο λόγος αυτός, ανεξαρτήτως ότι δεν αναφέρονται οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατά την εκδοχή της αναιρεσείουσας υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση, είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα.
Κατά τη διάταξη του αριθ. 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με τη παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει κατά το άρθρο 561 παρ 1 του ιδίου Κώδικα του αναιρετικού ελέγχου. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο που φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Πρέπει ακόμη κατά τη συζήτηση να προσκομίζεται από τον αναιρεσείοντα στον Άρειο Πάγο το έγγραφο, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς του φέρεται ότι παραμορφώθηκε, προκειμένου να εκτιμηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.2 του ΚΠολΔ, το περιεχόμενο του ως προς τη διαπίστωση του σφάλματος ανάγνωσης από το δικαστήριο της ουσίας.
Διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως αναπόδεικτος (ΑΠ 1414/2010, ΑΠ 533/2009). Για να είναι δε ορισμένος και συνεπώς παραδεκτός ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης πρέπει να αναγράφονται στο αναιρετήριο α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο), γ) το διαφορετικό περιεχόμενο που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι έχει το έγγραφο αυτό, ούτως ώστε από τη σύγκριση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου με εκείνο που φέρεται να δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση να υπάρχει η δυνατότητα κρίσης από τον Άρειο Πάγο περί της ύπαρξης διαγνωστικού σφάλματος κατά την ανάγνωση του εγγράφου, δ) ο ουσιώδης ισχυρισμός, για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο, ε) η επιρροή που είχε η λανθασμένη ανάγνωση του εγγράφου στο διατακτικό της απόφασης, δηλαδή το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 333/2011, ΑΠ 113/2010, ΑΠ 1573/2006) και στ) να εκτίθενται ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ (ΑΠ 1573/2006) και ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση (ΑΠ 1875/2006) δηλαδή ότι προσκομίστηκε κατά νόμιμο τρόπο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 333/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τους έβδομο και ενδέκατο πρόσθετους λόγους της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλομένη απόφασή του προέβη σε παραμόρφωση του περιεχομένου του υπ' αριθ. ... ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου, δεχόμενο αντιστοίχως α) ότι αυτό δόθηκε χωρίς όρο, αν και ρητά σ' αυτό αναφέρεται ότι αυτή παρείχε "την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως ενεργεί στο όνομά της και για λογαριασμό της τις εξής πράξεις σχετικά με το συγκρότημα κατοικιών που χτίζεται επί οικοπέδου...
του οποίου συγκροτήματος την ανέγερση ανέλαβε η εργολάβος εταιρεία με την επωνυμία...δυνάμει του υπ' αριθ. 15198/1998 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, ως αυτό τροποποιήθηκε, κατά τους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτά και δη να ενεργήσει καθετί που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσής μου από το πιο πάνω εργολαβικό συμβόλαιο ως οικοπεδούχος και ειδικότερα να πωλήσει, παραχωρήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει...Να υπογράφει...πράξεις τροποποιητικές της σύστασης οριζοντίων ιδιοκτησιών...καθώς και τυχόν τροποποιήσεις του εργολαβικού συμβολαίου" και β) ότι με το παραπάνω πληρεξούσιο δόθηκε στον εντολοδόχο της τέταρτο εναγόμενο το δικαίωμα να υπογράφει με αυτοσύμβαση όλες τις προβλεπόμενες συμβάσεις και πράξεις για λογαριασμό της, αν και ρητά στο άνω ειδικό πληρεξούσιο αναφέρεται ως ειδική εντολή προς τον εντολοδόχο της "...να παρέχει προς την εργολάβο εταιρεία το δικαίωμα και την πληρεξουσιότητα να υπογράφει με αυτοσύμβαση κατά τις διατάξεις του άρθρου 235 ΑΚ όλες τις ως άνω συμβάσεις και πράξεις για λογαριασμό της εντολέως...", με αποτέλεσμα να αχθεί στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι ο εντολοδόχος της, Ηλίας Παντελιάδης, τέταρτος εναγόμενος, ενήργησε εντός του πλαισίου της χορηγηθείσας σ' αυτόν πληρεξουσιότητας και ότι είχε δικαίωμα να συμβληθεί ο ίδιος για λογαριασμό τόσο της ίδιας, όσο και της αντιδίκου εργοληπτικής εταιρείας στην ένδικη μεταβιβαστική πράξη.
Ο λόγος αυτός, είναι προεχόντως αόριστος, διότι δεν διαλαμβάνεται σ' αυτόν ότι πρόκειται για έγγραφο από τα προβλεπόμενα στα άρθρα 339 ή 342 ΚΠολΔ, ότι αυτό προσκομίστηκε με επίκληση, δηλαδή ότι προσκομίστηκε από την αναιρεσείουσα ή από τους αντιδίκους της στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά νόμιμο τρόπο, ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο αυτό, καθώς και το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε στο διατακτικό το Εφετείο σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό.
Με τον όγδοο πρόσθετο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο, ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Ειδικότερα, αιτιάται, ότι με το να δεχθεί ότι η πληρεξουσιότητα που χορηγήθηκε στον εντολοδόχο με το υπ' αριθ. ... ειδικό πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ελισάβετ Καλπάκη-Πετίδου δόθηκε χωρίς όρο, αν και σύμφωνα με τα 12ο και 16ο άρθρα του προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικής σύμβασης της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου η εργολήπτρια εταιρεία είχε υποχρέωση να εκπληρώσει πρώτη την κατασκευή κάθε τμήματος του ενδίκου έργου σύμφωνα με όλους τους όρους του ενδίκου εργολαβικού, προκειμένου να υποχρεωθεί στην μεταβίβαση των ποσοστών εξ αδιαιρέτου και την καταβολή της εργολαβικής αμοιβής και μολονότι ρητά στο άνω ειδικό πληρεξούσιο αναφέρεται, ότι παρέχει "την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα όπως ενεργεί στο όνομά μου και για λογαριασμό μου τις εξής πράξεις σχετικά με το συγκρότημα κατοικιών που χτίζεται επί οικοπέδου...
του οποίου συγκροτήματος την ανέγερση ανέλαβε η εργολάβος εταιρεία με την επωνυμία...δυνάμει του υπ' αριθ. 15198/1998 προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, ως αυτό τροποποιήθηκε, κατά τους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται σ' αυτά και δη να ενεργήσει καθετί που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση κάθε υποχρέωσής μου από το πιο πάνω εργολαβικό συμβόλαιο ως οικοπεδούχος...", εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τους όρους του υπ' αριθ. ...
ειδικού πληρεξουσίου. Ο λόγος αυτός, τον οποίο τυποποιεί η αναιρεσείουσα στην παραβίαση του αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλοντας ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε τους προαναφερόμενους όρους του άνω ειδικού πληρεξουσίου, είναι απαράδεκτος για τους ίδιους λόγους, που αναφέρονται στην εξέταση του έκτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά τα πρώτα τρία μέρη του, και του πέμπτου και δέκατου προσθέτων λόγων και προς οικονομία δεν επαναλαμβάνονται.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με το άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η τελευταία, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσίβλητων κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών, που πρέπει να προσδιοριστούν σε κοινό ποσό για τους εκπροσωπηθέντες από τον ίδιο δικηγόρο και καταθέσαντες κοινές προτάσεις πρώτη, δεύτερη και τρίτο τούτων, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό ( άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-7-2018 αίτηση της Ά. θυγ. Μ. και Π. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 1362/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τους από 13-9-2019 προσθέτους αυτής λόγους.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης παραβόλου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρασταθέντων στη δίκη αναιρεσίβλητων, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ, από κοινού για τους πρώτη, δεύτερη και τρίτο των αναιρεσίβλητων και το ίδιο ποσό και για τον τέταρτο τούτων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Ιουνίου 2020.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου και ταύτης αποχωρησάσης καθώς και των αρχαιοτέρων Αρεοπαγιτών από την Υπηρεσία, κωλυομένου και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη και ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου ο νεότερος αυτής Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ