Legislator Case Law & Legislation
1638/2018 AI generated

1638/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1638/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1638/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.

Keywords

AI generated
consequences of withdrawal justified insurer position right to a decision cessation of insurance benefits lapse due to peremption export refunds
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1638 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1638/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Οκτωβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Κ. Γ., το γένος Α. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Γιάννο.

Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΔΔ - ΟΤΑ με την επωνυμία "Δήμος Πωγωνίου Ιωαννίνων", που εδρεύει στο Καλπάκι Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ελευθέριο Βαλάκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-4-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πωγωνίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 253/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 18-5-2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ' αριθμ. 253/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, η οποία δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσία την από 7-3-2012 έφεση του αναιρεσιβαλλόμενου Δήμου Πωγωνίου Ιωαννίνων κατά της υπ' αριθμ. 21/2011 απόφασης του Ειρηνοδικείου Πωγωνίου, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η από 19-4-2011 αγωγή της αναιρεσείουσας. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, έχει δε στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο ένατο παρ. 2 του ως άνω ν. 4335/ 2015, εφόσον η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε μετά την 1.1.2016, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο, 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών κ.λπ., 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε, όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης, του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ` ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείστηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν...

και 6) αν η απόφαση δεν είχε νόμιμη βάση... Όπως προκύπτει από την σαφή διατύπωση των ως άνω διατάξεων, οι λόγοι αναίρεσης κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, απαριθμούνται περιοριστικά σ' αυτές (Ολ.ΑΠ 45/1987, ΑΠ 608/2015), οι οποίες είναι ειδικές, ως προς τους επιτρεπομένους λόγους αναίρεσης κατά των αναφερομένων εκεί αποφάσεων και αποκλείουν την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που αναφέρονται στους λόγους αναίρεσης των αποφάσεων των λοιπών δικαστηρίων (ΑΠ 313/2017, ΑΠ 608/2015).

Οι έξι λόγοι αντιστοιχούν προς τους λόγους των αριθ. 1, 2, 4, 5, 8 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προς τους οποίους όμως δεν ταυτίζονται πλήρως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική, τέτοια δε δικονομική ακυρότητα συνιστά και η άσκηση εκπρόθεσμης εφέσεως (ΑΠ 381/2011, ΑΠ 248/2010). Κατά το άρθρο 652 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο συζήτησης της έφεσης, η προθεσμία της έφεσης στις μισθωτικές διαφορές είναι δεκαπέντε ημέρες, αν εκείνος που δικαιούται ν` ασκήσει το ένδικο αυτό μέσο διαμένει στην Ελλάδα. Όμως για το Ελληνικό Δημόσιο η προθεσμία για την άσκηση έφεσης κατά οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά την ως άνω διαδικασία των άρθρων 648 - 661 ΚΠολΔ είναι τριάντα ημέρες κατά το άρθρο 10 του από 26-6/10-7-1944 Δ/τος που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, από την επομένη ημέρα που θα γίνει η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης. Η προθεσμία αυτή αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών, δηλαδή από 1η Ιουλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου (άρθρο 11 παρ. 2 του Ν. 1751/ 1988) σύμφωνα με την αληθινή έννοια του άρθρου 11 του άνω διατάγματος της 26-6/10-7-1944.

Τέλος, στη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 1 περ. β` του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων" ορίζεται ότι οι Δήμοι έχουν όλες ανεξαιρέτως τις ατέλειες και τα δικαστικά, διοικητικά και δικονομικά προνόμια που παρέχονται στο Δημόσιο. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η προθεσμία άσκησης έφεσης κατά οριστικής απόφασης που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των άρθρων 648 έως 661 ΚΠολΔ, για τους Δήμους και τις Κοινότητες είναι τριάντα (30) ημέρες, καθώς και ότι η προθεσμία αυτή αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια των δικαστικών διακοπών (1.7 έως 15.9. κάθε δικαστικού έτους). Ωστόσο, η ίδια προθεσμία των 30 ημερών, με βάση την αρχή της ισότητας των όπλων, που αποτελεί έκφανση του δικαιώματος για τη δίκαιη δίκη, ισχύει και για τον αντίδικο του Δημοσίου ή του Δήμου (ΑΠ 1015/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση του αναιρεσίβλητου Δήμου Πωγωνίου Ιωαννίνων, διότι αυτή ασκήθηκε εκπροθέσμως, ήτοι μετά την πάροδο 15 ημερών. Ο λόγος αυτός με τον οποίο, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, μη προβλεπόμενος, ως προεκτέθηκε, στους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους κατά αποφάσεων των Πρωτοδικείων που δικάζουν κατ' έφεση αποφάσεις των Ειρηνοδικείων, όπως εν προκειμένω.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 575, 576, 577, 578 και 306 του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται ως γενικές, μη αποκλειόμενες από ειδικές, και επί των εκμισθώσεων ακινήτων των δήμων και κοινοτήτων (άρθρο 253 του ΠΔ 410/1995 - Δημοτικός - Κοινοτικός Κώδικας), προκύπτει, ότι ο εκμισθωτής οφείλει να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, οφείλει, επίσης, να διατηρεί τούτο κατάλληλο καθ` όλη τη διάρκεια της μίσθωσης και, εν τέλει, οφείλει να προβαίνει στην άρση κάθε πραγματικού ελαττώματος και της έλλειψης κάθε ιδιότητας που συμφωνήθηκε.

Oι υποχρεώσεις αυτές του εκμισθωτή υπόκεινται στη γενική ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 288 του ΑΚ, σύμφωνα με την οποία κάθε παροχή εκπληρώνεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ο μισθωτής, εξάλλου, εάν το μίσθιο, κατά το χρόνο που παραδόθηκε σε αυτόν, έχει ελάττωμα, που παρακωλύει εν μέρει ή εντελώς τη συμφωνηθείσα χρήση, ή κατά το χρόνο αυτό, ελλείπει η συμφωνηθείσα ιδιότητα ή εάν, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, εξέλιπε τέτοια ιδιότητα ή εμφανίσθηκε τέτοιο ελάττωμα, δικαιούται να ζητήσει είτε τη μείωση του μισθώματος (αναλόγως της προηγηθείσας από το ελάττωμα ή την έλλειψη της ιδιότητας χρησιμότητας του μισθίου) ή τη μη καταβολή του μισθώματος, αν, συνεπεία των ανωτέρω, αποκλείεται εντελώς η συμφωνηθείσα χρήση του μισθίου.

Η άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν προαπαιτεί υπαιτιότητα ή γνώση του εκμισθωτή σχετικά με την ύπαρξη του ελαττώματος ή την έλλειψη της συμφωνηθείσας ιδιότητας του μισθίου. Περαιτέρω, αν η συμφωνημένη χρήση του μισθίου αφορά άσκηση σε αυτό επαγγελματικής δραστηριότητας από το μισθωτή, για την οποία απαιτείται άδεια της αρμόδιας αρχής, τότε ο εκμισθωτής βαρύνεται με την υποχρέωση να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων πράξεις, με τις οποίες πρόκειται να εξασφαλισθεί στο μισθωτή η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.

Ο ιδιοκτήτης - εκμισθωτής του μισθίου ακινήτου οφείλει να υποβάλει στην αρμόδια διοικητική αρχή σχετική αίτηση με τα απαιτούμενα αναγκαία δικαιολογητικά, που συνδέονται με το πρόσωπό του και τα οποία αυτός μόνο διαθέτει, προκειμένου η αρχή αυτή να παράσχει την έγκρισή της για την έκδοση της άδειας, που θα καταστήσει έτσι δυνατή τη συμφωνημένη χρήση του μισθίου.

Η άρνηση ή η αδράνεια του εκμισθωτή να συμπράξει προς την άνω κατεύθυνση αποτελεί λόγο, που θεμελιώνει την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος του μισθίου, με συνέπεια ο μισθωτής να μπορεί να ασκήσει κατ` αυτού τα παρεχόμενα σε αυτόν δικαιώματα από τις άνω διατάξεις των άρθρων 576 επ. του ΑΚ, δηλαδή μη καταβολή του μισθώματος ή καταγγελία της μίσθωσης (ΑΠ 580/2010, ΑΠ 923/2004, ΑΠ 1078/2001).

Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες διατάξεις, συνάγεται ότι, αν, κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, λείπει η συμφωνημένη ιδιότητα του μισθίου ή ο εκμισθωτής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει το πραγματικό ελάττωμα, που υπήρχε στο μίσθιο κατά τη συνομολόγηση της μίσθωσης, ή αν από υπαιτιότητα του εκμισθωτή έλειψε η συμφωνημένη ιδιότητα ή εμφανίσθηκε το ελάττωμα του μισθίου μετά τη συνομολόγηση της μίσθωσης ή αν ο εκμισθωτής κατέστη υπερήμερος ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, δικαιούται ο μισθωτής, αντί της μείωσης ή της μη καταβολής του μισθώματος, να απαιτήσει αποζημίωση για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 214/2012, ΑΠ 165/2012).

Στις περιπτώσεις αυτές, όπως προκύπτει από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 306 εδ. α` Α.Κ. ο μισθωτής έχει κατ` επιλογή αγωγή για μείωση ή μη καταβολή του μισθώματος ή αγωγή για αποζημίωση. Οι αξιώσεις αυτές συρρέουν διαζευκτικά, με την έννοια ότι η επιλογή της μιας αποκλείει την άσκηση των λοιπών, με οποιαδήποτε μορφή, είτε κυρίως, είτε επικουρικώς, εφ` όσον, βεβαίως αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, αφού από τη φύση της μίσθωσης ως διαρκούς σύμβασης και την υποχρέωση του μισθωτή όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά και να το διατηρεί κατάλληλο γι` αυτήν και απαλλαγμένο από ελαττώματα και ελλείψεις όσο διαρκεί η μίσθωση, προκύπτει ότι η ύπαρξη των διαζευκτικώς συρρεουσών αξιώσεων συνδέεται με το χρονικό διάστημα στο οποίο υπάρχουν τα ελαττώματα ή οι ελλείψεις, είναι δε ενδεχόμενο σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα να υπάρχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, όχι όμως και δικαίωμα αποζημίωσης, διότι δεν συντρέχουν και οι ειδικές προϋποθέσεις, υπό τις οποίες, σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, γεννάται το δικαίωμα αυτό, ενώ σε άλλο χρονικό διάστημα, όπως στην περίπτωση που σ` αυτό υφίσταται υπερημερία του εκμισθωτή ως προς την άρση του πραγματικού ελαττώματος ή της έλλειψης της ιδιότητας, να υπάρχει και αξίωση αποζημίωσης (Ολ.ΑΠ 50/2005).

Έτσι αποκαθίσταται η ζημία που υπέστη ο μισθωτής για τις δαπάνες του στο μίσθιο, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει κατά τα συμπεφωνημένα, καθώς και το διαφυγόν κέρδος του μισθωτή από τη μη χρησιμοποίηση του μισθίου, λόγω του ελαττώματος, μέχρι την άρση του ελαττώματος ή τη λύση ή λήξη της μίσθωσης. Δεν δικαιούται, συνεπώς, διαφυγόν κέρδος μετά τη λύση ή τη λήξη της μισθώσεως (ΑΠ 1292/2003, ΑΠ 83/2002).

Τέλος, κατά το άρθρο 584 Α.Κ. ο μισθωτής, με την επιφύλαξη των διατάξεων που ισχύουν για τα πραγματικά και τα νομικά ελαττώματα ή για την έλλειψη ιδιοτήτων, έχει δικαίωμα κατά τα λοιπά, αν δεν του παραδόθηκε ή του παρεμποδίστηκε η χρήση του μισθίου ολικά ή εν μέρει εκ μέρους τρίτων, ή εκ μέρους του εκμισθωτή, να απαιτήσει, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις, την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωση. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο μισθωτής "με την επιφύλαξη των διατάξεων για τα πραγματικά και νομικά ελαττώματα..." έχει το πιο πάνω δικαίωμα να απαιτήσει την εκτέλεση της σύμβασης ή αποζημίωσης κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336 και 343 Α.Κ., αν δεν του παραδόθηκε καθόλου η χρήση του μισθίου ή του παραδόθηκε μεν αλλά παρεμποδίστηκε μετά την παραδοχή της κατά την προαναφερθείσα έννοια χωρίς η παρακώλυση αυτή να συνδυάζεται με ελαττωματικότητα του μισθίου. Ετσι αν του παραδόθηκε η χρήση του μισθίου, αλλά αυτή είναι ελαττωματική, γιατί το μίσθιο έχει ελάττωμα πραγματικό ή νομικό, τότε θα εφαρμοστούν οι παραπάνω ειδικές διατάξεις των άρθρων 576 - 583 ΑΚ περί πραγματικών και νομικών ελαττωμάτων του μισθίου.

Παράλληλα, προς τα προαναφερόμενα δικαιώματα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος, παρέχεται στο μισθωτή το πρόσθετο δικαίωμα να καταγγείλει τη μίσθωση, υπό τους όρους του άρθρου 585 ΑΚ, εφόσον εξαιτίας του προβαλλόμενου από αυτόν πραγματικού ελαττώματος αναιρείται η δυνατότητα να κάνει ελεύθερη ή ανενόχλητη χρήση κατά τους όρους της σύμβασης, οπότε, σύμφωνα με το άρθρο 587 ΑΚ, αίρεται για το μέλλον η μισθωτική σχέση και δεν υποχρεούται πλέον ο μισθωτής σε καταβολή μισθωμάτων για το χρόνο μετά την καταγγελία. Το προς καταγγελία της μίσθωσης ως άνω δικαίωμα του μισθωτή θεμελιώνεται με μόνη την ύπαρξη, κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, του πραγματικού ελαττώματος τούτου, ανεξαρτήτως εάν ο εκμισθωτής βαρύνεται ή όχι με υπαιτιότητα ως προς αυτό.

Ο από το άρθρο 560 αριθμ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αντίστοιχος του από το άρθρο 559 αριθμ.1 εδ. α` ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013 ΑΠ 938/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της από 19-4-2011 (αριθ. κατ. 10/2011) επίδικης αγωγής, που παραδεκτώς ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα εκθέτει, ότι δυνάμει του από 1.2.2006 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης μίσθωσε από τον εναγόμενο Δήμο τον ευρισκόμενο στο δ.δ.

Χαραυγής του τέως Δήμου Δελβινακίου Ιωαννίνων, κοινοτικό ξενώνα, αποτελούμενο από ένα μονόκλινο, δυο δίκλινα, ένα τρίκλινο και δυο τετράκλινα δωμάτια, προκειμένου να χρησιμοποιήσει το οίκημα ως ξενώνα, ότι η διάρκεια της μίσθωσης καθορίστηκε σε έξι (6) έτη, από την 1.2.2006 έως την 31.12.2011, και το μηνιαίο μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 50,00 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τον τιμάριθμο επί του προηγουμένως καταβαλλόμενου μισθώματος, ότι, παρά τις διαβεβαιώσεις του εκμισθωτή Δήμου, κατά τη σύναψη της σύμβασης, ότι το μίσθιο ήταν πολεοδομικά νόμιμο και συνεπώς θα μπορούσε να λάβει την απαραίτητη για τη λειτουργία του άδεια του ΕΟΤ, στη συνέχεια διαπίστωσε ότι δεν είναι δυνατή η έκδοση αδείας λειτουργίας της επιχείρησης σ' αυτό και η χορήγηση του ειδικού σήματος, διότι είναι αυθαίρετο, γεγονός που ο εναγόμενος εκμισθωτής γνώριζε και δολίως απέκρυψε κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής ως άνω σύμβασης, με σκοπό να αποκομίσει παράνομο σε βάρος της περιουσιακό όφελος και ότι, συνεπεία της έλλειψης της συμφωνημένης ως άνω ιδιότητας του μισθίου, την οποία δεν φρόντισε να άρει, παρά τις συνεχείς προς αυτόν οχλήσεις της, παρεμποδίστηκε ολικά στη χρήση του και υπέστη ζημία, συνιστάμενη αφενός μεν στο ποσό των καταβληθέντων μισθωμάτων αφετέρου δε στην απώλεια κερδών από τη μη λειτουργία της επιχείρησής της στο μίσθιο, την οποία με βάσιμη πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα λειτουργούσε για έξι (6) μήνες, από 1.10 έως 31.1 και από 1.7.

έως 31.8 κάθε έτος. Ενόψει τούτων, επικαλούμενη μη εκπλήρωση της κύριας υποχρέωσης του εκμισθωτή εναγομένου για παραχώρηση χρήσης του μισθίου χωρίς ελαττώματα, κατήγγειλε με την αγωγή της την άνω μίσθωση και ζήτησε, όπως παραδεκτά περιόρισε εν μέρει το αίτημά της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αλλά και με τις έγγραφες νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, α) να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούταν σε καταβολή μισθώματος για το χρονικό διάστημα από την έναρξη έως τη λήξη της μίσθωσης, συνεπεία της ασκηθείσας με την κρινόμενη αγωγή καταγγελίας αυτής, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει αα) το ποσό των 2.751,01 ευρώ, για τα εκ μέρους της καταβληθέντα μισθώματα, για το χρονικό διάστημα από 1.2.2006 έως 19.4.2011 και ββ) το ποσό των 3.000,00 ευρώ, λόγω απολεσθέντων εισοδημάτων, το οποίο, αν δεν έλλειπε η συμφωνημένη ιδιότητα, θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη λειτουργία της επιχείρησής της, υπολογιζόμενης αυτής (της ζημίας) σύμφωνα με τους ειδικότερους στην αγωγή υπολογισμούς και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 32.568,00 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία (διαφυγόν κέρδος), καθώς και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης.

Ενόψει του εκτιθεμένου περιεχομένου της αγωγής γίνεται φανερό ότι με αυτή πέραν του αιτήματος της αναγνώρισης ότι δεν υποχρεούταν σε καταβολή μισθώματος για το χρονικό διάστημα από την έναρξη έως τη λήξη της μίσθωσης, καθόσον με την κρινόμενη αγωγή κατήγγειλε τη σύμβαση για έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας, ήτοι λόγω αδυναμίας χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτουμένης αδείας δημοσίας αρχής, ζητείται σωρευτικά β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει αα) το ποσό των 2.751,01 ευρώ, για τα εκ μέρους της καταβληθέντα μισθώματα, για το χρονικό διάστημα από 1.2.2006 έως 19.4.2011 και ββ) το ποσό των 3.000,00 ευρώ, λόγω απολεσθέντων εισοδημάτων, το οποίο, αν δεν έλλειπε η συμφωνημένη ιδιότητα, θα αποκόμιζε με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη λειτουργία της επιχείρησής της, υπολογιζόμενης αυτής (της ζημίας) σύμφωνα με τους ειδικότερους στην αγωγή υπολογισμούς και γ) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 32.568,00 ευρώ για την ίδια ως άνω αιτία (διαφυγόν κέρδος).

Επί αυτής της αγωγής που συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων στο Ειρηνοδικείο Πωγωνίου εκδόθηκε η με αριθμ 21/2011 απόφαση με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή. Κατά της αποφάσεως ασκήθηκε έφεση από τον εναγόμενο Δήμο Πωγωνίου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων. Το συγκεκριμένο δικαστήριο που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει δέχθηκε μεταξύ των άλλων ως προς το νόμιμο της αγωγής τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, ενόψει του εκτιθέμενου, όπως παραπάνω, περιεχομένου της αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, γίνεται φανερό ότι μ' αυτή επιδιώκονται δικαστικά δυο αξιώσεις που απορρέουν από τη ματαίωση της ένδικης μίσθωσης εξ αιτίας της έλλειψης της περιγραφόμενης στο αγωγικό δικόγραφο συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου, ήτοι εκείνη της αναγνώρισης περί μη υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων λόγω έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου και της αποζημίωσης, για την ίδια αιτία και χρονική περίοδο.

Οι παρεχόμενες, όμως, παραπάνω αξιώσεις συρρέουν διαζευκτικώς και συνεπώς, η επιλογή του δικαιώματος μη καταβολής του μισθώματος, που απορρέει από το άρθρο 576 ΑΚ, αποκλείει την αξίωση αποζημίωσης που απορρέει από τα άρθρα 577 και 578 ΑΚ, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην άνω νομική σκέψη, εφόσον αφορούν το ίδιο χρονικό διάστημα, και συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριό όφειλε να ερευνήσει την πρώτη και να απορρίψει τη δεύτερη ως νόμω αβάσιμη.

Ούτε στην προκειμένη υπόθεση μπορεί να τύχει εφαρμογής το άρθρο 584 ΑΚ, αφού οι αξιώσεις της ενάγουσας βρίσκουν νομικό έρεισμα στις ως άνω διατάξεις περί πραγματικών ελαττωμάτων του μισθίου, ήτοι στα άρθρα 574, 575, 576, 583, 585 σε συνδυασμό με άρθρο 306 ΑΚ, που, ως ειδικές, αποκλείουν τη γενική διάταξη του άρθρου 584 ΑΚ, η οποία ρυθμίζει την περίπτωση της μη παράδοσης ή παρεμπόδισης της χρήσης του μισθίου για λόγους που δεν ανάγονται σε πραγματικά ή νομικά ελαττώματα (π.χ.

λόγω εκμίσθωσης του ιδίου πράγματος με διαφορετικές συμβάσεις, λόγω αλλαγής κλειδαριάς του μισθίου από τον εκμισθωτή κλπ). Με το να κρίνει, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο νόμιμα και τα δυο αιτήματα της αγωγής της νυν εφεσίβλητης - ενάγουσας έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερομένων διατάξεων, απορρίπτοντας σιγή μεν, εσφαλμένα δε, τον προβληθέντα από τον εκκαλούντα - εναγόμενο ισχυρισμό, το οποίο και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου της εκκαλούσας όφειλε να εξετάσει και αυτεπάγγελτα το νόμιμο της αγωγής.

Μετά από αυτά, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά το μέρος αυτό και αφού κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, και ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, πρέπει αυτή να απορριφθεί, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες σκέψεις, ως μη νόμιμη, ως προς αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη από τη μη λειτουργία της επιχείρησης εξαιτίας έλλειψης της άνω συμφωνημένης ιδιότητας".

Με την κρίση του αυτή το Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ. και άρα είναι αβάσιμος και απορριπτέος ως εκ τούτου ο σχετικός δεύτερος λόγος αναιρέσεως, αφού στην προκειμένη περίπτωση το δικαίωμα μη καταβολής μισθωμάτων και η αξίωση για επιδίκαση διαφυγόντων κερδών είναι αξιώσεις που στηρίζονται στα άρθρα 576, 577 και 306 ΑΚ και που γεννήθηκαν στην κρινόμενη περίπτωση τον ίδιο χρόνο και από την ίδια αιτία, ήτοι με την καταγγελία της μίσθωσης, καθόσον δεν νοείται αξίωση αποζημίωσης στηριζόμενη στο άρθρο 577 ΑΚ όσο διαρκεί η μίσθωση και επομένως δεν μπορούν να ασκηθούν σωρευτικά αλλά διαζευκτικά, η δε επιλογή της μιας αποκλείει της αξίωση της άλλης.

Δεν μπορεί δε να εφαρμοσθεί εν προκειμένω η διάταξη του άρθρου 584 ΑΚ, η οποία τονίζει τη βασική υποχρέωση του εκμισθωτή για παραχώρηση της χρήσης του μισθίου και παραπέμπει σε περίπτωση παράβασής της στις γενικές διατάξεις για την εκτέλεση της σύμβασης ή την αποζημίωση με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της μίσθωσης για την ευθύνη εξαιτίας πραγματικών ή νομικών ελαττωμάτων, καθόσον παραδόθηκε σύμφωνα και με την αγωγή η χρήση του μισθίου ακινήτου στη μισθώτρια.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς το αίτημά της για καταβολή αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη από τη μη λειτουργία της επιχείρησης εξαιτίας έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας με το αιτιολογικό ότι η εν λόγω αξίωση συρρέει διαζευκτικά με εκείνη της αναγνώρισης περί μη υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων λόγω έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου χωρίς όμως αυτός ο ισχυρισμός να έχει προβληθεί προφορικά και με τις προτάσεις από το αναιρεσίβλητο κατ' ένσταση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και χωρίς να γίνεται επίκληση με την έφεσή του τυχόν συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός, εκτιμώμενος ως από το άρθρο 560 αρ. 5 και όχι από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., όπως αναφέρεται στο αναιρετήριο, είναι αβάσιμος, γιατί όπως προκύπτει από την επισκόπηση των οικείων διαδικαστικών εγγράφων και ειδικότερα από το κείμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης ο παραπάνω ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα - εναγόμενο Δήμο και απορρίφθηκε σιγή μεν, εσφαλμένα δε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.

Περαιτέρω ο λόγος αυτός, είναι αβάσιμος, διότι, λόγω του εκ του άρθρου 522 Κ.Πολ.Δ. μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έχει ως προς την αγωγή την ίδια εξουσία που έχει και το πρωτοβάθμιο και επί εφέσεως του εναγομένου, αν η αγωγή είναι μη νόμιμη ή απαράδεκτη και είχε γίνει πρωτοδίκως κατ` ουσίαν δεκτή, ή ένα από τα αιτήματά της είναι μη νόμιμο ή απαράδεκτο και είχε γίνει πρωτοδίκως κατ` ουσίαν δεκτό, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί και χωρίς την υποβολή ειδικού παραπόνου, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως τις εν λόγω ελλείψεις, αρκεί να ζητεί την απόρριψη της αγωγής ο εναγόμενος.

Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο αναιρεσίβλητος δήμος με την έφεσή του, όπως από αυτήν προκύπτει, ζητούσε την απόρριψη της αγωγής και κατά συνέπεια ορθώς το Εφετείο ερεύνησε αυτεπαγγέλτως το νόμιμο και παραδεκτό της ασκήσεώς της (ΑΠ 1508/2008).

Κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).

Δηλαδή αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 209/2018, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 711/2011).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αληθώς από το άρθρ. 560 αρ. 6, και μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ισχυριζόμενη ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι παραδοχές και η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αντιφάσκουν μεταξύ τους και δεν εκπληρώνουν, ούτε θεμελιώνουν τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Πρωτοδικείο, αναφορικά με τα πιο πάνω κρίσιμα ζητήματα, δέχθηκε τα εξής: "Κατά την κατάρτιση της μίσθωσης ο εκμισθωτής Δήμος διαβεβαίωσε την μισθώτρια ότι το μίσθιο δεν είχε πολεοδομικές παραβάσεις και θα μπορούσε συνεπώς να λάβει την, απαραίτητη για τη λειτουργία του ως τουριστικό κατάλυμα, άδεια από τον Εθνικό Οργανισμό Τουρισμού (ΕΟΤ), ιδιότητα που ευλόγως προσδοκούσε η ενάγουσα μισθώτρια, αφού σε διαφορετική περίπτωση θα αναιρείτο ο σκοπός για τον οποίο αυτό μισθώθηκε και συνεπώς η συμφωνημένη χρήση του.

Η τελευταία παρέλαβε το μίσθιο και προέβη ακολούθως στις αναγκαίες εργασίες ανακαίνισης και διαμόρφωσης των χώρων του, καθώς και σε αγορά του αναγκαίου εξοπλισμού (κρεβάτια, έπιπλα και κλινοσκεπάσματα), παράλληλα δε ξεκίνησε τις διαδικασίες για να της χορηγηθεί άδεια λειτουργίας της επιχείρησής της.

Απαραίτητη προϋπόθεση για να λάβει την απαιτούμενη άδεια από τον ΕΟΤ ήταν υποβολή πλήρους φακέλου στον ανωτέρω οργανισμό με όλα τα απαραίτητα δικαιολογητικά, μεταξύ των οποίων και την οικοδομική άδεια του κτίσματος που επρόκειτο να λειτουργήσει ως τουριστικό κατάλυμα. Για το λόγο αυτό, πριν ξεκινήσει τη λειτουργία του ξενώνα, ειδοποίησε τον εκμισθωτή Δήμο, όπως της παραδώσει αντίγραφο της οικοδομικής άδειας.

Τότε για πρώτη φορά ο Δήμαρχος της αποκάλυψε ότι το μίσθιο ήταν πολεοδομικά αυθαίρετο, διαβεβαιώνοντάς τη, όμως, ταυτόχρονα ότι ο Δήμος είχε ξεκινήσει τη διαδικασία νομιμοποίησής του και ότι σύντομα θα λάμβανε την απαιτούμενη προς τούτο άδεια. Η ενάγουσα, επέδειξε πίστη στις υποσχέσεις του Δημάρχου και γι' αυτό προέβη στη συνέχιση των εργασιών ανακαίνισης των χώρων του μισθίου, οι οποίες ολοκληρώθηκαν τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2006, θεωρώντας ότι η έκδοση της οικοδομικής αδείας και συνακόλουθα η άδεια λειτουργίας του ξενώνα από τον ΕΟΤ αποτελούσε ζήτημα χρόνου.

Ωστόσο, παρά τις συνεχείς προς τον Δήμο οχλήσεις της, μέχρι τον μήνα Μάιο του έτους 2008 δεν είχε εκδοθεί η σχετική πολεοδομική άδεια. Τότε η ενάγουσα με την από 15.5.2008 αίτησή της προς τον εκμισθωτή Δήμο αξίωσε την απαρέγκλιτη τήρηση των απορρεουσών από την ένδικη σύμβαση μίσθωσης υποχρεώσεών του και ειδικότερα τον κάλεσε να συμπράξει στην έκδοση της οικοδομικής άδειας προβαίνοντας στην τακτοποίηση των πολεοδομικών παραβάσεων που υπήρχαν στο μίσθιο, ώστε να καταστεί δυνατή από αυτή η συμφωνηθείσα χρήση του, κι ενώ στο μεταξύ, συνεπής στις υποχρεώσεις της, είχε καταβάλει στον εκμισθωτή τα μέχρι τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2007 μισθώματα, ενημέρωσε τον τελευταίο ότι εφεξής δεν θα του καταβάλει τα μισθώματα για τους επόμενους μήνες και μέχρι να αρθεί η έλλειψη της άνω συμφωνημένης ιδιότητας.

Σε απάντηση της αίτησής της, ο Δήμος Δελβινακίου απέστειλε στην ενάγουσα το υπ' αριθ. πρωτ. 1823/29.5.2008 έγγραφό του, με το οποίο τη διαβεβαίωνε ότι έχουν δρομολογηθεί οι διαδικασίες έκδοσης της άδειας του ξενώνα και της υπενθύμιζε ότι σύμφωνα με το άρθρο 19 της προαναφερομένης επαναληπτικής διακήρυξης, το οποίο η τελευταία αποδέχθηκε "πριν την έναρξη λειτουργίας του θα πρέπει με ευθύνη του αναδόχου να έχουν εκδοθεί όλες οι σχετικές άδειες υδροδότησης, ηλεκτροδότησης κλπ".

Παρά τις παραπάνω διαβεβαιώσεις, όμως ο εκμισθωτής Δήμος δεν προχώρησε στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, με συνέπεια σε σχετική αίτησή της, η ενάγουσα να λάβει από την Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Ηπείρου την υπ' αριθ. πρωτ. 2495/23.12.2010 απάντηση ότι δεν δύναται να χορηγήσει το ειδικό σήμα λειτουργίας τουριστικού καταλύματος στο μίσθιο, εφόσον δεν έχει εκδοθεί γι' αυτό οικοδομική άδεια.

Η έλλειψη δε αυτή της οικοδομικής άδειας και η εξ αυτού του λόγου μη χορήγηση ειδικού σήματος από τον ΕΟΤ για τη λειτουργία της επιχείρησης της ενάγουσας, συνιστά πραγματικό ελάττωμα του μισθίου και μάλιστα, εφόσον ο εκμισθωτής εγγυήθηκε την έλλειψη αυτού, έλλειψη συμφωνημένης ιδιότητας. Την έλλειψη της συμφωνημένης αυτής ιδιότητας, η οποία υφίστατο τόσο κατά την κατάρτιση της μίσθωσης όσο και κατά το χρόνο παράδοσης του μισθίου, ο εκμισθωτής γνώριζε και δολίως απέκρυψε κατά τη συνομολόγηση της μισθωτικής ως άνω σύμβασης, ενώ στη συνέχεια δεν φρόντισε να άρει, παρά την άσκηση εκ μέρους της ενάγουσας της, κατ' άρθρο 575 ΑΚ, αξίωσής της περί άρσης αυτής και προσήκουσας εκπλήρωσης, με αποτέλεσμα να περιέλθει σε υπερημερία ως προς την άρση του, παραβιάζοντας ούτω την κύρια συμβατική του υποχρέωση να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση και να το διατηρεί κατάλληλο σ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης.

Συνεπεία της έλλειψης της άνω συμφωνημένης ιδιότητας η ενάγουσα δεν μπόρεσε να λειτουργήσει την επιχείρησή της στο μίσθιο για χρονικό διάστημα πέντε (5) και πλέον ετών, γεγονός που είχε ως συνέπεια να μην διατηρεί πλέον συμφέρον στην εκπλήρωση της ένδικης σύμβασης μίσθωσης. Για το λόγο τούτο και διαπιστώνοντας επιπλέον την απροθυμία του εναγομένου να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, με την ένδικη αγωγή της που επιδόθηκε σ' αυτόν στις 28.4.2011, η ενάγουσα κατήγγειλε τη σύμβαση, η οποία έκτοτε λύθηκε, παρότι η ενάγουσα δεν έταξε εύλογη προθεσμία στον εναγόμενο προς αποκατάσταση της συμφωνημένης χρήσης, καθώς η εμμονή της στην εκτέλεση αυτής δεν τη συνέφερε πλέον.

Συνεπώς, η αδράνεια του εκμισθωτή Δήμου να συμπράξει στις αναγκαίες εκ των περιστάσεων ενέργειες, με τις οποίες επρόκειτο να εξασφαλισθεί στην ενάγουσα η συμφωνημένη χρήση του μισθίου, γεννά αντίστοιχο δικαίωμα της τελευταίας να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα ολικά, εφόσον η χρήση του μισθίου παρακωλύθηκε πλήρως εξαιτίας του ελαττώματος και να ζητήσει να αναγνωριστεί ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει το μίσθωμα να αναζητήσει αυτό που προκατέβαλε ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 ΑΚ.

Συνεπώς η εκκαλούμενη απόφαση που έτσι έκρινε, προέβη σε σύννομη και προσήκουσα εκτίμηση των αποδείξεων που προσκομίστηκαν, επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζονται με την κρινόμενη έφεση, τυγχάνουν ομοίως αβάσιμα και απορριπτέα". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο και ειδικότερα α) για την καταγγελία της μίσθωσης από την μισθώτρια λόγω έλλειψης συμφωνημένης ιδιότητας του μισθίου, β) για την γέννηση εξαιτίας της καταγγελίας της μίσθωσης του δικαιώματος της μισθώτριας να μην καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα και γ) για την αναζήτηση από αυτή του μισθώματος που προκατέβαλε ως αχρεώστητο κατά το άρθρο 904 ΑΚ, αιτήματα που κρίθηκαν νόμιμα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Το δικαστήριο της ουσίας διατύπωσε σαφές αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς των διαδίκων, οι όποιες δε ελλείψεις στην περαιτέρω ανάλυση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Εξάλλου, οι πλημμέλειες δεν πρέπει να αναφέρονται στη νομική σκέψη, αλλά στις παραδοχές, τέτοιες δε πλημμέλειες δεν διαπιστώθηκαν εν προκειμένω.

Επομένως, ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 αριθ. 6 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και εντεύθεν απορριπτέος. Κατόπιν πάντων των προαναφερομένων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα πρέπει: α) να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, β) να διαταχθεί η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 495 § 4 Κ.Πολ.Δ., όπως η §4 προστέθηκε με το άρθρο 12 § 2 του Ν. 4055/2012, που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού, από 2.4.2012) και γ) να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του έχοντος καταθέσει και προτάσεις αναιρεσιβλήτου Δήμου (άρθρα 106, 176, 183 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18-5-2017 αίτηση αναίρεσης της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών υπ` αριθμ. 253/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου, το οποίο κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Δήμου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ