1638/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1638/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1638 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1638/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου και Μαρία Παπασωτηρίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πολυζόπουλο, για αναίρεση της υπ’ αριθ.925/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Με πολιτικώς ενάγοντα τον Α. Σ. του Λ., κάτοικο ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Σφακιανάκη.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 17 Απριλίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 23 Σεπτεμβρίου 2016 προσθέτους λόγους, τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 8/2016.
Αφού άκουσε
Τους πληρεξούσιους δικηγόρους των διαδίκων, που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 17-4-2015 (αριθ....2015) αίτηση του Γ. Κ. του Ι., για αναίρεση της 925/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει, αφού συνεκδικαστεί με τους παραδεκτώς ασκηθέντες από 23-9-2016 πρόσθετους λόγους να ερευνηθούν περαιτέρω.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 375 παρ. 1 του ΠΚ, όποιος ιδιοποιείται ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας απαιτείται:
α) η ύπαρξη ξένου ολικά ή εν μέρει κινητού πράγματος κατά την έννοια του αστικού δικαίου αναφορικά με την κυριότητα. Ως ξένο θεωρείται το πράγμα, όπως είναι και τα χρήματα, όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, και δεν περιήλθαν στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη, παραμένουν δε ξένα, όταν δίδονται δυνάμει συμβάσεως εντολής στον εντολοδόχο, και τα οποία υποχρεούται να αποδώσει ο εντολοδόχος σε περίπτωση που δε χρησιμοποιηθούν για την εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, β) περιέλευση του κινητού τούτου πράγματος στην κατοχή του δράστη με οποιοδήποτε τρόπο, δηλαδή είτε με τη θέληση του ιδιοκτήτη, που γίνεται είτε με σύμβαση (εντολής, μίσθωσης παρακαταθήκης, κ.λ.π.) είτε χωρίς τη θέληση ή εν αγνοία αυτού, γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον δράστη με την έννοια της ενσωμάτωσης αυτού στην περιουσία του χωρίς τη συναίνεση του κυρίου ή άλλη νόμιμη δικαιολογητική αιτία.
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη που περιλαμβάνει τη συνείδηση ότι το κινητό πράγμα είναι ξένο και τη θέληση να το ιδιοποιηθεί παράνομα που εκδηλώνεται και με την κατακράτηση ή άρνηση απόδοσης αυτού στον ιδιοκτήμονα. Εξάλλου, κατά την παρ. 2 εδ. α’ του ιδίου άρθρου 375 ΠΚ, όπως αντικ. με την παρ. α’ του άρθρου 1 ν. 2408/1996, η υπεξαίρεση τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος με κάθειρξη μέχρι 10 ετών, αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο, μεταξύ των άλλων, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή ξένης περιουσίας.
Ως διαχειριστής ξένης περιουσίας νοείται αυτός που ενεργεί διαχείριση αυτής, δηλαδή να ενεργεί όχι μόνο απλώς υλικές αλλά νομικές πράξεις, με εξουσία αντιπροσώπευσης του εντολέα, την οποία αντλεί είτε από τον νόμο είτε από σύμβαση. Διαχειριστής μπορεί να είναι και ο εντολοδόχος αν έχει διακριτική ευχέρεια κατά την εκτέλεση της εντολής.
Από τη διάταξη του άρθρου 719 ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει -στον εντολέα κάθε τι που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής. Ο εντολοδόχος δεν έχει κυριότητα επί των χρημάτων τα οποία αποκτά από την εκτέλεση της εντολής, είτε αυτά αποκτώνται με μετρητά, είτε με επιταγές ή συναλλαγματικές, είτε με κατάθεση σε προσωπικό τραπεζικό λογαριασμό του.
Γι’ αυτό σε περίπτωση μη απόδοσης στον εντολέα και παράνομης ιδιοποίησης όσων απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης του αρ. 375 ΠΚ. Περαιτέρω, έλλειψη της από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του ίδιου Κώδικα, συντρέχει όταν στην καταδικαστική απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφάρμοσε.
Δεν αποτελούν όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Επίσης, τον κατ άρθρο 510 παρ. 1 Ε’ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως ιδρύουν η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφήρμοσε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη 925/2015 απόφασή του, το δίκασαν Πενταμελές Εφετείο Αθηνών κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, για κακουργηματική υπεξαίρεση από εντολοδόχο αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και δη συνολικού χρηματικού ποσού 11.329.938 δραχμών, ίσου προς 33.250 ευρώ και του επέβαλε ποινή καθείρξεως έξι ετών.
Ως αιτιολογία της αποφάσεως του, το δικαστήριο διέλαβε κατά λέξη τα εξής: "Από την ανωμοτί κατάθεση του πολιτικώς ενάγοντος και τις ένορκες καταθέσεις των λοιπών μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, την πρωτόδικη απόφαση με τα πρακτικά της που ανεγνώσθη στο ακροατήριο, τα έγγραφα που ανεγνώσθησαν στο ακροατήριο και μνημονεύονται ανωτέρω και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Δυνάμει προφορικής σύμβασης, που καταρτίσθηκε τον Μάρτιο του 2000 μεταξύ του μηνυτή Α. Σ. και του κατηγορουμένου Γ. Κ., συστήθηκε μεταξύ αυτών αφανής εταιρία με την επωνυμία "...", με εμφανή εταίρο τον μηνυτή και αφανή εταίρο τον κατηγορούμενο, για αόριστο χρόνο διάρκειας και με αντικείμενο δραστηριότητας την εκμετάλλευση επιχείρησης παρασκευής και διανομής ειδών εστίασης (πίτσας, ζυμαρικών κλπ).
Το κεφάλαιο της εταιρίας συμφωνήθηκε να ανέλθει στο ποσό των 20.000.000 δραχμών, το οποίο θα κατέβαλαν οι εταίροι κατά ποσοστό 50% ο καθένας. Επειδή, όμως, δεν διέθεταν τα αναγκαία χρήματα για την εισφορά του κεφαλαίου της εταιρίας, συμφώνησαν να εξασφαλισθούν αυτά με τραπεζικά δάνεια, τα οποία θα ελάμβανε ο μηνυτής στο όνομα του, διότι ο κατηγορούμενος, λόγω οφειλών από προηγούμενες συναλλαγές με Τράπεζες, δεν είχε τη δυνατότητα να λάβει δάνειο.
Μετά ταύτα ο μηνυτής Α. Σ. συνήψε τις πιο κάτω δανειακές συμβάσεις και έλαβε τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: α) την από 23-5-2000 σύμβαση προσωπικού τοκοχρεωλυτικού δανείου με την "...", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 1.000.000 δραχμών, β) την από 15-6-2000 σύμβαση χορήγησης καταναλωτικού προσωπικού δανείου με την Τράπεζα "...", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 1.000.000 δραχμών, γ) την από 23-5-2000 σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου με την Τράπεζα "...", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 1.000.000 δραχμών, δ) την από 28-6-2000 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας με τη "...", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε πιστωτική κάρτα, από την οποία ανέλαβε το ποσό των 400.000 δραχμών, ε) την από 12-7-2000 σύμβαση χορήγησης έντοκου δανείου με την "....", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 5.800.000 δραχμών, στ) την από 30-8-2000 σύμβαση προσωπικού δανείου με την "....", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 1.000.000 δραχμών και ζ) την από 11-7-2000 σύμβαση χορήγησης προσωπικού καταναλωτικού δανείου με την "...", δυνάμει της οποίας του χορηγήθηκε το ποσό των 5.800.000 δραχμών.
Έτσι, συνολικά από τις πιο πάνω Τράπεζες ο μηνυτής έλαβε το ποσό των 16.000.000 δραχμών και, μετά την αφαίρεση των εξόδων των δανείων συνολικού ύψους 350.000 δραχμών, απέμεινε το συνολικό ποσό 15.650.000 δραχμών, το οποίο ο μηνυτής παρέδωσε εξ ολοκλήρου στον κατηγορούμενο, με την εντολή να το χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση του σκοπού της πιο πάνω επιχείρησης με την επωνυμία "...".
Από το ποσό αυτό των 15.650.000 δραχμών ο κατηγορούμενος απέδωσε στο μηνυτή τμηματικά, κατά το χρονικό διάστημα από 30-6-2000 έως 1-9-2000, το συνολικό ποσό των 2.620.000 δραχμών με καταθέσεις στην "...", ενώ κατέβαλε σε διάφορους προμηθευτές για τους σκοπούς της εταιρίας το συνολικό ποσό των 1.700.062 δραχμών. Μετά τις παραπάνω καταβολές απέμενε υπόλοιπο ύψους 11.329.938 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 33.250 ευρώ, το οποίο έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την εκπλήρωση του σκοπού της πιο πάνω επιχείρησης.
Πλην όμως ο κατηγορούμενος δεν προέβη στην εκτέλεση της παραπάνω εντολής, αφού ούτε χρησιμοποίησε το παραπάνω ποσό που έλαβε για τον προαναφερόμενο σκοπό ούτε το απέδωσε στο μηνυτή, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και που το εμπιστεύθηκε σε αυτόν ο μηνυτής, λόγω της ιδιότητας του ως εντολοδόχου και διαχειριστή της προαναφερόμενης επιχείρησης.
Από τα εκτεθέντα αποδεικτικά στοιχεία ουδόλως αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα άλλες καταβολές σε μετρητά εκ μέρους του κατηγορουμένου, ως ταμία και διαχειριστή, προς τους προμήθευες της επιχείρησης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι καθ’ όλη τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης από τον Αύγουστο του 2000 έως το Μάρτιο του 2001 ο κατηγορούμενος λάμβανε αποκλειστικά όλες τις εισπράξεις αυτής, η οποία είχε αρκετή πελατεία και ικανοποιητική οικονομική πορεία.
Ακόμη, πρέπει να τονιστεί και το ότι ο μηνυτής μετά την κατά τα ως άνω παύση της λειτουργίας της πιο πάνω επιχείρησης κατέβαλε για την εξόφληση επιταγών εκδόσεως του, που είχαν δοθεί από τον κατηγορούμενο σε τρίτους προμηθευτές για τις ανάγκες λειτουργίας αυτής, ικανού ύψους χρηματικό ποσό. Κατ’ ακολουθία αυτών, αποδεικνύεται η βασιμότητα της κατηγορίας και πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της αποδιδόμενης σε αυτόν ως άνω αξιόποινης πράξης της υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως εντολοδόχο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, και συγκεκριμένα του ότι: "Στην Αθήνα, στο τέλος Αυγούστου του έτους 2000, ιδιοποιήθηκε παράνομα ξένο ολικά κινητό πράγμα ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, το οποίο του είχαν εμπιστευθεί λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου του παθόντος.
Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω τόπο και χρόνο, ενώ είχε λάβει από τον μηνυτή Α. Σ. του Λ., εμφανή εταίρο στην επιχείρηση με την επωνυμία "...", στην οποία συμμετείχαν ο μηνυτής και ο κατηγορούμενος ως αφανής εταίρος, το συνολικό ποσό των 11.329.938 δραχμών, που αντιστοιχεί σε 33.250 €, με την εντολή να το χρησιμοποιήσει για την εκπλήρωση του σκοπού της πιο πάνω επιχείρησης, της οποίας ο κατηγορούμενος ήταν κατ’ ουσία διαχειριστής και ταμίας και της οποίας ο σκοπός όταν η εκμετάλλευση επιχείρησης παρασκευής και διανομής ειδών εδεσμάτων (πίτσας, ζυμαρικών κλπ), δεν προέβη στην εκτέλεση της παραπάνω εντολής, ούτε απέδωσε το πιο πάνω χρηματικό ποσό στο μηνυτή, το οποίο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, αλλά το ιδιοποιήθηκε παράνομα, ενσωματώνοντας το στην περιουσία του".
Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω αξιόποινης πράξης του άρθρου 375 παρ.1β, 2 του Π.Κ, της κακουργηματικής υπεξαίρεσης αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, που το είχαν εμπιστευθεί στον υπαίτιο ως εντολοδόχο, για την οποία καταδικάστηκε, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ.1α, 27 παρ.1 και 375 παρ.2α, 1β , ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβίασε, δηλαδή με ασαφείς ή ελλείπεις ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, αναφέρεται αιτιολογημένα α) η σύμβαση με βάση την οποία ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, έλαβε από τον παθόντα στην κατοχή του το ιδιαίτερα μεγάλης αξίας χρηματικό ποσό των 33.250 ευρώ , β) την εντολή του παθόντος προς αυτόν ,ο οποίος επελέγη ειδικά λόγω των σχετικών γνώσεων του, να διαθέσει το χρηματικό αυτό ποσό για τις ανάγκες και μόνο της επιχείρησης εστίασης του παθόντος, γ) την ιδιότητα του εντολοδόχου που απέκτησε με τον τρόπο αυτό δ) την μη διάθεση του χρηματικού ποσού που έλαβε για την ολοκλήρωση της εντολής, και ε) τη ενσωμάτωση του χρηματικού ποσού αυτού χωρίς νόμιμο δικαίωμα στην ατομική του περιουσία, το οποίο στο σύνολο του είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, και την μη απόδοση του παρά τις σχετικές οχλήσεις του παθόντα.
Επομένως, ο, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ του ΚΠοινΔ πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου της αίτησης και ,οι, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ Δ και Ε του ιδίου Κώδικα πρώτος και δεύτερος λόγοι του δικογράφου των παραδεκτώς ασκηθέντων (ενόψει ότι η ένδικη αίτηση αναιρέσεως περιέχει παραδεκτούς λόγους αναιρέσεως) προσθέτων λόγων, που κατατέθηκαν εμπρόθεσμα (την 23-9-2016) και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρο 509 παρ.2 ΚΠΔ), με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 375 του ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Οι αναφερόμενες στην έκθεση των προσθέτων λόγων αναιρέσεως λοιπές αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττουν την, αναιρετικώς ενέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, η από τα άρθρα 93 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως, πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 179 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ, και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση της ικανότητας για καταλογισμό ή την εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού, όπως είναι και ο ισχυρισμός για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 του Π.Κ, πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν όμως, ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται καθόλου ή παραδεκτά και κατά τρόπο πλήρη και ορισμένο, το Δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε μη υποβληθέντα ή απαράδεκτο προβληθέντα ισχυρισμό.
Έτσι, αυτοτελής ισχυρισμός του κατηγορουμένου, ο οποίος περιλαμβάνεται σε έγγραφο υπόμνημα που δόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και καταχωρήθηκε στα πρακτικά, θεωρείται ότι έχει προβληθεί παραδεκτώς, εφόσον από τα ίδια τα πρακτικά προκύπτει, ότι έγινε και προφορική ανάπτυξη του κατά τα ουσιώδη στοιχεία της νομικής και πραγματικής θεμελίωσης του.
Διαφορετικά ο ισχυρισμός αυτός θεωρείται ότι δεν έχει προβληθεί παραδεκτώς και το Δικαστήριο, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σ’ αυτόν.(Ολ. ΑΠ 2/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των ενσωματωμένων σε αυτήν πρακτικών, ο κατηγορούμενος - αναιρεσείων, ο οποίος καταδικάστηκε για την πράξη που προαναφέρθηκε στην πιο πάνω ποινή, δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου του, ζήτησε να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2ε του Π.Κ".
Ειδικότερα, προς θεμελίωση της συνδρομής στο πρόσωπο του, της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως, ισχυρίσθηκε τα εξής: "Με τους παρόντες προβάλλω ενώπιον του ακροατηρίου σας τον αυτοτελή ισχυρισμό του ελαφρυντικού του άρθρου 84 ε’ ΠΚ, καθότι καθ’ όλο το επόμενο διάστημα από την τέλεση της αποδιδόμενης σε εμένα παράνομης πράξης, ήτοι από τα τέλη του 2000 έως και σήμερα, διάγω απόλυτα έντιμο βίο εργαζόμενος σκληρά για να υποβοηθήσω και τη μόρφωση και διατροφή των τέκνων μου Ι.
και Π., ήδη σήμερα 22 και 16 ετών αντίστοιχα, διαμένω μόνιμα από το 2007 σε μισθωμένη οικία επί της οδού ..., μαζί σήμερα και με τον ενήλικα πλέον υιό μου Ι., ο οποίος σπουδάζει και παράλληλα εργάζεται, υποβάλλω κανονικά τις φορολογικές δηλώσεις και είμαι ενήμερος στις φορολογικές μου υποχρεώσεις, τέλος δε το τελευταίο χρονικό διάστημα έχω προσληφθεί ως υπάλληλος γραφείου στην εταιρία ..., στην πραγματικότητα υπεύθυνος για το μεγαλύτερο μέρος των καθημερινών δραστηριοτήτων της ανωτέρω ανώνυμης εταιρίας.
Αθήνα 1 Απριλίου 2015. Οι υποβάλλοντες τους αυτοτελείς ισχυρισμούς, Χ. Π. και Γ. Φ.".
Στην προκειμένη περίπτωση η προσβαλλομένη απόφαση τον ως άνω προβληθέντα αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 ε’ ΠΚ απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία : "Κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, μεταξύ των ελαφρυντικών περιστάσεων, οι οποίες, όταν γίνουν δεκτές από το δικαστήριο, οδηγούν στη μείωση της ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 ΠΚ, είναι και η καλή συμπεριφορά του υπαιτίου για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του (περ. ε’ ). Τέτοια όμως ελαφρυντική περίσταση, κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, συντρέχει στο πρόσωπο εκείνου του δράστη, ο οποίος πράγματι μεταστράφηκε ηθικά και ψυχικά, έχοντας αντιληφθεί τις συνέπειες της αξιόποινης πράξης και μετά ταύτα απέχει για σχετικά μεγάλο διάστημα από οποιασδήποτε φύσης επιλήψιμη ενέργεια και συμπεριφορά (ΑΠ 401/2011, δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τα εκτεθέντα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψαν καθόλου θετικά στοιχεία καλής συμπεριφοράς κατά το μετά την τέλεση της πράξης χρονικό διάστημα, ικανά να θεμελιώσουν την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε’ ΠΚ, τα δε επικαλούμενα περιστατικά ότι ο κατηγορούμενος διάγει έντιμο βίο εργαζόμενος σκληρά για να συνδράμει στη μόρφωση και διατροφή των δύο τέκνων του, ότι είναι ενήμερος στις φορολογικές υποχρεώσεις του και ότι το τελευταίο χρονικό διάστημα προσλήφθηκε ως υπάλληλος στην κατονομαζόμενη εταιρία, δεν είναι επαρκή για την κατάφαση της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης. Τουναντίον αποδείχθηκε ότι, κατά τη διαδρομή του χρόνου, ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε καλή συμπεριφορά, καθόσον δεν επέστρεψε στον πολιτικώς ενάγοντα έστω και μέρος του χρηματικού ποσού, το οποίο υπεξαίρεσε, ούτε καν επέδειξε σοβαρή διάθεση να τον αποζημιώσει εκουσίως για τη ζημία που υπέστη συνεπεία του σε βάρος του ως άνω αδικήματος. Επομένως, ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος".
Η αιτιολογία αυτή είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, αφού αναφέρει με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν στην απορριπτική του Δικαστηρίου κρίση χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, προς δε ορθώς ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε η σχετική με τη μη αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης ως άνω ουσιαστική ποινική διάταξη.
Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως με τον οποίον διατυπώνεται αιτίαση για αναιτιολόγητη απόρριψη του ανωτέρω αυτοτελούς ισχυρισμού περί συνδρομής της ελαφρυντικής περιστάσεως της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη (άρθρο 84 παρ.2εΠΚ) είναι αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση μετά των προσθέτων λόγων και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ) καθώς και στη δικαστική δαπάνη του πολιτικώς ενάγοντος (άρθρο 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-4-2015 αίτηση του Γ. Κ., μετά των από 23-9-2016 προσθέτων λόγων για αναίρεση της 925/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ και στη δικαστική δαπάνη του παραστάντος πολιτικώς ενάγοντος από πεντακόσια (500) ευρώ..
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Οκτωβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ