Legislator Case Law & Legislation
1638/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to prove facts without evidence and procedural inadmissibility.

Case Number 1638/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider notarized witness statements and incorrectly accepted facts without evidence. The court ruled that these witness statements were inadmissible because they were presented before a notary during a preliminary fact-finding phase, and the lower court's acceptance of the property's extent and identity was based on valid evidence and judicial evaluation.

Legislator headnote

AI generated

Art. 341 KPolD; Art. 559 no. 10 KPolD: Witness statements obtained before a notary during a preliminary fact-finding phase are inadmissible as evidence, and a court's acceptance of a fact is not an appealable error if based on valid evidence and judicial evaluation.

Keywords

AI generated
inadmissible evidence notarized witness statements preliminary fact-finding appeal grounds property ownership dispute judicial evaluation procedural inadmissibility

Cited Legislation

AI generated
Art. 341 KPolD
Art. 559 no. 10 KPolD
Art. 216 no. 1 KPolD
Art. 176 KPolD
Art. 183 KPolD

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1638 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1638/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ψ1 και 2. Ψ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Καρτερολιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-8-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της αρχικής διαδίκου ΑΑ, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ζακύνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 79/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-10-2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνηφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου και όχι αόριστου.

Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη και επιδεκτική εκτέλεσης. Προκειμένου, ειδικότερα, περί διεκδικητικής ή αναγνωριστικής περί κυριότητας ακινήτου αγωγής απαιτείται, για το ορισμένο αυτής, εκτός από τα απαιτούμενα κατά το άρθρο 1094 ΑΚ στοιχεία, και ακριβής περιγραφή του εν λόγω ακινήτου, δηλαδή ο προσδιορισμός του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια και μάλιστα τόσο λεπτομερής, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Δεν απαιτείται όμως για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων (ΑΠ 493/2007). Εξάλλου, η αοριστία της αγωγής η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσεώς του σχετικά με τη νομική επάρκεια της αγωγής αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος για την θεμελίωση του δικαιώματος, ή αν αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα.

Η ποσοτική όμως ή ποιοτική αοριστία της αγωγής ελέγχεται κατά τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, οι δε δικονομικές της ελλείψεις που καθιστούν άκυρο ή απαράδεκτο το δικόγραφό της ελέγχονται κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίστηκαν με την ένδικη αγωγή ότι είναι συγκύριοι ενός ακαλλιέργητου αγροτεμαχίου, συνολικής έκτασης 1.500 τ.μ.

περίπου, που βρίσκεται στη κτηματική περιφέρεια της κοινότητας ... στη θέση "..." και συνορεύει γύρωθεν ανατολικά με ιδιοκτησία ΒΒ, δυτικά με μικρό χείμαρρο, βόρεια με θάλασσα και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ΓΓ. Ότι το ακίνητο αυτό απέκτησαν με παράγωγο τρόπο από τον πατέρα τους ΔΔ, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτού, ο οποίος αποβίωσε το 1979, δυνάμει της ...

δηλώσεως αποδοχής κληρονομίας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κωνσταντοπούλου-Δεμερούτη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και ότι επίσης κατέστησαν συγκύριοι του ακινήτου και με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση και του χρόνου νομής του δικαιοπαρόχου τους, από το έτος 1925 έως το έτος 1990, όταν οι εναγόμενοι κατέλαβαν παράνομα το επίδικο, αποβάλλοντάς τους από τη νομή τους σε αυτό.

Ζητούσαν δε να αναγνωριστούν συγκύριοι του επιδίκου κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να τους το αποδώσουν. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη, ειδικότερα δε το εν λόγω ακίνητο, όπως περιγράφεται στην αγωγή, κατά είδος, θέση, έκταση, όρια και πλευρές ορίων, εξατομικεύεται επαρκώς, ώστε καμιά αμφιβολία να μην υπάρχει ως προς την ταυτότητά του, μη απαιτούμενων άλλων επιπλέον στοιχείων, αφού μάλιστα αρκεί ως προς την έκτασή του η αναφορά "1.500 τ.μ.

περίπου". Το Εφετείο, επομένως, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την κρινόμενη αγωγή ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, ειδικότερα ως προς την έκτασή του ως 1.500 τ.μ. περίπου και ως προς τις πλευρικές του διαστάσεις, και απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ήδη αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο, γι' αυτό και ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου, δηλαδή, της μη απόρριψης της ένδικης αγωγής ως απαράδεκτης λόγω αοριστίας της ως προς την περιγραφή του επιδίκου ακινήτου, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως, αναφορικά με τη διεκδικητική αγωγή των εναγόντων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο (αγροτεμάχιο) εμβαδού 1500 τ. μ, βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής Περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ...

και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με ιδιοκτησία ΒΒ, δυτικά με χείμαρρο που σχηματίζει ρέμα και πέραν αυτού με ιδιοκτησία κληρονόμων ΓΓ και νότια επίσης με ιδιοκτησία κληρονόμων ΓΓ. Το έτος 1925 έγινε άτυπη διανομή της περιουσίας του ΕΕ μεταξύ των τέκνων του ΣΤ, ΔΔ και Χ και το επίδικο ακίνητο περιήλθε στον ΔΔ, δικαιοπάροχο των εφεσίβλητων εναγόντων, ως τμήμα εκτάσεως 8.000 τ.μ περίπου, που έλαβε ο τελευταίος από τη διανομή.

Ο προαναφερθείς ΔΔ από την ως άνω έκταση των 8.000 τ.μ., πώλησε ατύπως το έτος 1950, πριν δηλαδή το σεισμό του 1953 και ενόψει της εγκατάστασης του στην ..., τμήμα 3.000 τ.μ περίπου στον πρώτο εξάδελφό του ΓΓ (δικαιοπάροχο των εκκαλούντων - εναγομένων) και μετά το σεισμό του 1953 πώλησε επίσης στον ίδιο (ΓΓ) και άλλα 3.000 τ.μ., ήτοι συνολικά 6 στρέμματα.

Οι εκκαλούντες - εναγόμενοι συνομολογούν το γεγονός της πωλήσεως της άνω έκτασης του ΔΔ στον ΓΓ, όμως ισχυρίζονται ότι η πωληθείσα έκταση ήταν 8 στρέμματα και σ' αυτή (έκταση) περιλαμβάνεται και το επίδικο και όχι 6 στρέμματα που ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Από τον τρόπο με τον οποίο μοιράσθηκε η πατρική περιουσία μεταξύ των ανωτέρω (αδελφών) το έτος 1925, σε συνδυασμό με τη σημερινή κατάσταση των περιουσιών γύρω από το επίδικο προκύπτει ότι κατά τη διανομή όλοι έλαβαν λωρίδες κτημάτων με τη βόρεια πλευρά τους προς τη θάλασσα.

Ο τρόπος αυτός διανομής επιλέχθηκε για να αποφευχθεί άνιση κατανομή, αφού τα τμήματα της περιουσίας που ήταν κοντά στη θάλασσα ήταν με τα δεδομένα της εποχής μη προνομιούχα και λόγω της θέσης τους και του προσανατολισμού τους ήταν άγονα και σχεδόν χωρίς καλλιεργητική αξία. Το επίδικο ακίνητο ιδιαίτερα, λόγω της θέσης του, εξαιρέθηκε από τη μεταβίβαση προς τον δικαιοπάροχο των εναγομένων ΓΓ, διότι ήταν το τμήμα που είχε υψομετρική διαφορά από τα υπόλοιπα (από τα τρία μερίδια), ήταν πιο κοντά στη θάλασσα και ως εκ τούτου άγονο.

Κανένα ιδιαίτερο συμφέρον επομένως από την αγορά του δεν μπορούσε να έχει ο ΓΓ, ενόψει και του ότι αυτό δεν συνδεόταν υψομετρικά και μορφολογικά με το υπόλοιπο τμήμα των 6.000 τ.μ. που του μεταβιβάσθηκε για να θεωρηθεί ότι αποτελούσε ενιαίο ακίνητο με αυτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το έτος 1950 μέχρι το θάνατό του, που έλαβε χώρα την 1.11.1979, ο ΔΔ ασκούσε διακατοχικές πράξεις στο επίδικο.

Συγκεκριμένα, κατά τα πρώτα χρόνια που έφυγε από τη ... για την ... νεμόταν το επίδικο μέσω τρίτων, όπως του ..., στον οποίο είχε παραχωρήσει την εποχική του εκμετάλλευση. Στη συνέχεια, και για αρκετά χρόνια, το επίδικο ακίνητο παρέμενε ακαλλιέργητο, πλην όμως ο ΔΔ, όταν ερχόταν στη ... από την ..., στην οποία κατοικούσε από το έτος 1953, το επισκεπτόταν και το επόπτευε, ενώ ήδη πριν το θάνατό του, σχεδίαζε να τοποθετήσει σε αυτό λυόμενη οικία, είχε προβεί δε και σε σχετικές επαφές με γνωστό του μηχανικό στην ... .

Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί ότι τόσο ο ΓΓ όσο και ο ΔΔ είχαν άριστες σχέσεις, μέχρι το χρόνο θανάτου του πρώτου (7.2.1978) και ως γείτονες δεν είχαν ποτέ κάποια διένεξη μεταξύ τους σχετικά με την ιδιοκτησία τους. Ο ΓΓ, εξάλλου, παρόλο που ήταν κύριος γειτονικής με το επίδικο εκτάσεως και παρά το ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα αυτό παρέμενε ακαλλιέργητο, ουδέποτε διεκδίκησε το επίδικο ή το επίσης ακαλλιέργητο γειτονικό κομμάτι του ΣΤ.

Μετά το θάνατο του ΔΔ (1.11.1979) οι ενάγοντες αποδέχθηκαν την κληρονομιά του σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, δυνάμει της ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Κωνσταντοπούλου, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Ζακύνθου (τόμος ..., αριθ. ...) και ενέμοντο το επίδικο, ασκούντες σ' αυτό με διάνοια κυρίου πράξεις εποπτείας, από το καλοκαίρι του 1980 έως το έτος 1990, κατά το χρονικό διάστημα που επισκέπτονταν τη ... .

Η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων, κατά την οποία ο δικαιοπάροχος αυτών ΓΓ ασκούσε πράξεις νομής στο επίδικο κατά το χρονικό διάστημα από το 1950 και εφεξής μέχρι του θανάτου του (7-2-1978) δεν κρίνεται πειστική, αφού από τη μια καταθέτει ότι λόγω της θέσης του το επίδικο θεωρούνταν μειονεκτικό και οι καλλιέργειες καίγονταν από το αλμυρό νερό της θάλασσας, ενώ από την άλλη λέγει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγομένων καλλιεργούσε σ' αυτό από το έτος 1958 μέχρι το θάνατό του (7-2-1978) φιστικιές Αιγίνης, όσπρια και κριθάρι και έβοσκε και τα ζώα του.

Σημειώνεται ότι και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, είναι εμφανές ότι το επίδικο από πολλά έτη ήταν ακαλλιέργητο και έτσι παρέμενε μέχρι το 1990, που ο τέταρτος εναγόμενος για πρώτη φορά επιχείρησε να το καλλιεργήσει. Επί πλέον επισημαίνεται και αντίφαση του μάρτυρα των εναγομένων και ως προς την θέση και το είδος του επιδίκου, καθόσον αυτός στην αρχή της κατάθεσής του εμφανίζει αυτό (επίδικο) ως τμήμα μεγαλύτερου αγρού, ο οποίος μεταβιβάσθηκε ενιαία, στη συνέχεια όμως αναφέρει ότι το μερίδιο του ΔΔ (όπου το επίδικο) δεν ήταν συνεχόμενος αγρός.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου τόσο με παράγωγο όσο και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε όμοια και απέρριψε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα της ακριβούς περιγραφής του επίδικου ακινήτου, της έκτασής του και της απόκτησης της κυριότητάς του από τους αναιρεσιβλήτους και με έκτακτη χρησικτησία, αναφέροντας σαφώς τις εμφανείς υλικές πράξεις των ήδη αναιρεσιβλήτων και του δικαιοπαρόχου τους επί του επιδίκου ακινήτου, οι οποίες αιτιολογίες επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1094, 1045, 974 και 1051 ΑΚ, που εφάρμοσε.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.ΑΠ 11.1996). Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και δη ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 1.500 τ.μ., ενώ στην αγωγή αναφέρεται "περίπου 1.500 τ.μ.", και ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι στο προσαχθέν ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Τσίτσα η περιλαμβανόμενη πράξη αποδοχής κληρονομίας των εναγόντων δεν συγκαταλέγει το επίδικο ακίνητο στην κληρονομιαία περιουσία του δικαιοπαρόχου τους ΔΔ. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφορικά μεν με την πρώτη αιτίαση, είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι το επίδικο ακίνητο έχει έκταση 1500 τ.μ., ενώ στην αγωγή αναφέρεται "περίπου 1500 τ.μ.", δεν έλαβε υπόψη πράγμα ουσιωδώς διάφορο του προταθέντος, αναφορικά δε με τη δεύτερη αιτίαση, ως απαράδεκτος, διότι ο αντίστοιχος ισχυρισμός συνιστά άρνηση της αγωγής και όχι "πράγμα" κατά την προαναφερθείσα έννοια.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Επίσης, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ δεν ιδρύεται, όταν με αυτόν προβάλλεται μη λήψη υπόψη εξώδικης ομολογίας, την οποία το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα (άρθρο 352 παρ. 2 ΚΠολΔ) και από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη το έγγραφο, από το οποίο συνάγεται κατά το λόγο αναιρέσεως εξώδικη ομολογία (ΑΠ 545/1993).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, όπως εκτιμάται, και δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη την εξώδικη ομολογία των εναγόντων, που περιέχεται στο ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Τσίτσα, κατά την οποία η περιλαμβανόμενη σ' αυτό πράξη αποδοχής κληρονομίας αυτών δεν συγκαταλέγει το επίδικο στην κληρονομιαία περιουσία του δικαιοπαρόχου τους, αφετέρου δε δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισε και επικαλέστηκε προς απόδειξη της προβληθείσας ένστασής του περί ιδίας κυριότητας, ήτοι α) το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Τσίτσα, στο οποίο περιέχεται εξώδικη ομολογία των εναγόντων ότι το επίδικο δεν περιλαμβάνεται στην κληρονομία του ΔΔ, β) το συμβόλαιο ... του συμβολαιογράφου Αθηνών Ν. Στασινοπούλου, γ) το ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαπάντη, δ) την από 20-12-1980 δήλωση φόρου κληρονομίας των κληρονόμων του δικαιοπαρόχου πατέρα του ΓΓ και τη συναφή προς αυτή έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. ..., ε) την ...

πράξη αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ιωάννη Ζαπάντη με το πιστοποιητικό μεταγραφής της και το ... συμβόλαιο του ιδίου συμβολαιογράφου με το πιστοποιητικό μεταγραφής του και στ) τα προσκομισθέντα τοπογραφικά διαγράμματα. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "όλα τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα έγγραφα", καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, μεταξύ των οποίων και το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Τσίτσα, στο οποίο περιέχεται η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα εξώδικη ομολογία, και γενικά όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν. Επομένως, οι εξεταζόμενοι λόγοι αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Επειδή, από το συνδυασµό των διατάξεων των άρθρων 226 παρ.2, 270 παρ.6 και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτές ίσχυαν πριν την τροποποίησή τους µε τα άρθρα 5, 12 και 16 του Ν. 2915/2001, προκύπτει ότι στην τακτική διαδικασία ενώπιον του Πολυµελούς Πρωτοδικείου και του Εφετείου, εφόσον εκδίδεται προδικαστική απόφαση και η απόδειξη διεξάγεται σύµφωνα µε το άρθρο 341 ΚΠολΔ, δεν είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά µέσα ένορκες βεβαιώσεις µαρτύρων ενώπιον Ειρηνοδίκη ή συµβολαιογράφου (ΑΠ 625/1999, ΑΠ 1470/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το σχετικό μέρος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη της ως αποδεικτικό μέσο τις ..., ... και ... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Ζακύνθου Ανδριανής-Κλάδη Κοκκίνου, τις οποίες προσκόμισε και επικαλέστηκε νόμιμα στο δεύτερο βαθμό.

Από τα διαδικαστικά, όμως, έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο Πολυμελές Πρωτοδικείο για την απόδειξη των ισχυρισμών των διαδίκων η 8/1991 προδικαστική απόφαση και η απόδειξη έγινε σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος είναι απαράδεκτος.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 1085/1999).

Με τον πέμπτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ως πλημμέλεια η παραδοχή ως αληθινού του ουσιώδους πραγματικού γεγονότος της ακριβούς έκτασης του επιδίκου ακινήτου σε 1.500 τ.μ. και της ταυτότητας αυτού σε σχέση με το ακίνητο που αναφέρεται στην επικαλούμενη πράξη αποδοχής κληρονομίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο στην παραδοχή του για την έκταση και την ταυτότητα του επίδικου ακινήτου και τελικά την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης διεκδικητικής αγωγής των αναιρεσιβλήτων κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνει, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, καθώς επίσης και των εγγράφων, τα οποία με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι και τα δικαστικά τεκμήρια που συνάγονται από αυτά.

Έτσι, στην εν λόγω παραδοχή του το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι' αυτό ο αμέσως πιο πάνω από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 23-10-2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της 755/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ