Legislator Case Law & Legislation
1637/2017 AI generated

1637/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1637/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1637/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 1-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Keywords

AI generated
substance addiction armed narcotics trafficking psychiatric confinement inpatient addiction treatment detoxification clinic mental illness
AI generated
720/2021
Supreme Court allows appeal against lower court for violating civil code on damages and child representation rules.
1880/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
1429/2007
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σαραντινό, Αντιπρόεδρο, Μιχαήλ Δέτση - Εισηγητή, Αιμιλία Λίτινα, Βασίλειο Λυκούδη και Γεώργιο Γιαννούλη, Αρεοπαγίτες.
1656/2006
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως (κωλυομένων του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ανδρέα Μοσχανδρέου και του αρχαιοτέρου αυτού Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), Φώτιο Καϋμενάκη, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα – Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
485/2025
Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment regarding tax evasion and undeclared taxi work claims.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1637 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1637/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κ. Π. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Κλειώση και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Σπυρίδωνα Μαυρογιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1014/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2298/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 7-1-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 1-2-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσίβλητου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.

θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης για παραβίαση από το δικαστήριο της ουσίας κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου (Ολ.

Α.Π. 20/2005). Εξ άλλου κατά το άρθρο 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που κυρώθηκε με το ν. 2462/1997: "Κάθε πρόσωπο, θύμα παράνομης σύλληψης ή κράτησης, έχει δικαίωμα αποζημίωσης". Περαιτέρω κατά το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος: "Νόμος ορίζει με ποιους όρους το Κράτος παρέχει, ύστερα από δικαστική απόφαση, αποζημίωση σε όσους καταδικάστηκαν, προφυλακίστηκαν ή με άλλο τρόπο στερήθηκαν άδικα ή παράνομα την προσωπική τους ελευθερία".

Κατά την έννοια της συνταγματικής αυτής διάταξης η παροχή αποζημίωσης με δικαστική απόφαση σε αδίκως προφυλακισθέντες ή καταδικασθέντες ή στερηθέντες την ελευθερία τους προϋποθέτει τη διάγνωση από δικαστήριο του αδίκου ή παρανόμου χαρακτήρα της στέρησης της ελευθερίας του κατηγορηθέντος, ο οποίος στην συνέχεια κηρύχθηκε αθώος ή απηλλάγη από τις κατηγορίες, για τις οποίες ασκήθηκε σε βάρος του ποινική δίωξη, κατόπιν πράξεων, παραλείψεων ή εκτιμήσεων ποινικού δικαστηρίου ή συμβουλίου ή άλλου οργάνου (εισαγγελέα, ανακριτή), εντεταγμένου στη διαδικασία της απονομής της ποινικής δικαιοσύνης, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που καθορίζονται από τον κοινό νομοθέτη.

Στα άρθρα 533-545 Κ.Π.Δ. περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινά κρατηθέντων και τελικά αθωωθέντων, όπως απαιτείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 9 παρ. 5 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα και 7 παρ. 4 του Συντάγματος, ειδικότερα δε ορίζονται τα εξής: "1.

Εχουν το δικαίωμα να ζητήσουν από το δημόσιο αποζημίωση: α) οι προσωρινά κρατηθέντες, που αθωώθηκαν αμετάκλητα με βούλευμα ή απόφαση δικαστηρίου, β) οι κρατηθέντες με καταδικαστική απόφαση, η οποία μετέπειτα εξαφανίσθηκε αμετάκλητα συνεπεία ένδικου μέσου και γ) οι καταδικασθέντες και κρατηθέντες, που αθωώθηκαν με δικαστική απόφαση ύστερα από επανάληψη της διαδικασίας... 2.

Οσοι κρατήθηκαν λόγω καταδίκης ή κρατήθηκαν προσωρινά κατά την παράγραφο 1 έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν αποζημίωση, και αν ακόμη έχουν απαλλαγεί επειδή, μολονότι τέλεσαν την πράξη, δεν τους επιβλήθηκε ποινή για οποιονδήποτε λόγο" (άρθρο 533). "Το δημόσιο δεν έχει υποχρέωση για αποζημίωση, αν εκείνος που καταδικάσθηκε ή κρατήθηκε προσωρινά έγινε από πρόθεση παραίτιος της καταδίκης ή της προσωρινής κράτησης" (άρθρο 535). "1.

Σχετικά με την υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση αποφαίνεται το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση για την υπόθεση, με ιδιαίτερη ταυτόχρονη απόφαση, ύστερα από προφορική ή γραπτή αίτηση εκείνου που αθωώθηκε και αφού προηγουμένως ο αιτών και ο εισαγγελέας ακουσθούν. 2. Σε περίπτωση που γίνει δεκτή η αίτηση εκείνου που αθωώθηκε, του επιδικάζεται κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση συνολικά για τεκμαρτή περιουσιακή ζημία και για ηθική βλάβη, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 8,80 ευρώ ούτε ανώτερη των 29 ευρώ την ημέρα και της οποίας το ύψος προσδιορίζεται αφού ληφθεί υπόψη και η οικονομική και οικογενειακή κατάσταση του δικαιούχου.

Το κατώτερο και το ανώτερο όριο της αποζημίωσης μπορεί να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης" (άρθρο 536). "1. Εκείνος που ζημιώθηκε μπορεί να υποβάλει και αργότερα την αίτησή του για αποζημίωση στο ίδιο δικαστήριο. 2. Στην περίπτωση αυτή η αίτηση παραδίδεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου αυτού μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από την απαγγελία της απόφασης στο ακροατήριο ή από την κοινοποίηση στον προσωρινό κρατούμενο του απαλλακτικού βουλεύματος ή της απαλλακτικής απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του.

Η παραπάνω προθεσμία δεν παρεκτείνεται λόγω αποστάσεως. Η αίτηση εισάγεται στο δικαστήριο ή στο συμβούλιο, που συγκαλείται ειδικώς και εκτάκτως για την εκδίκασή της κατά το δυνατό σε μία από τις πρώτες εργάσιμες ημέρες μετά την παράδοση της αίτησης. 3. Το δικαστήριο αποτελείται κατά προτίμηση από τους ίδιους δικαστές που αποφάνθηκαν για την ποινική υπόθεση" (άρθρο 537). "Απόφαση που αναγνωρίζει υποχρέωση του δημοσίου για αποζημίωση, αν εκδόθηκε κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 536 και 537, είναι άκυρη" (άρθρο 538). "Αν αναγνωρισθεί από το ποινικό δικαστήριο μόνο η υποχρέωση για αποζημίωση από το δημόσιο, χωρίς να επιδικασθεί αποζημίωση, ή αν η επιδικασθείσα αποζημίωση κρίνεται από τον δικαιούχο ανεπαρκής για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του ή από το δημόσιο υπερβολική, οι διάδικοι μπορούν να εγείρουν αγωγή στα πολιτικά δικαστήρια, κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 επ.

του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, που δεν μπορούν να εξετάσουν πάλι την ύπαρξη αυτής της υποχρέωσης, για τον ακριβή προσδιορισμό του ποσού της αποζημίωσης. Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορεί το δικαστήριο να υπερβεί το ανώτατο όριο της παραγράφου 2 του άρθρου 536" (άρθρο 539 παρ. 1). "Αντικείμενο της αξίωσης για αποζημίωση στα πολιτικά δικαστήρια είναι κάθε ζημία που προκλήθηκε από την ολική ή μερική εκτέλεση της ποινής ή της προσωρινής κράτησης στην περιουσιακή κατάσταση εκείνου που κρατήθηκε προσωρινά ή καταδικάσθηκε, κρατήθηκε και μετέπειτα αθωώθηκε και η ηθική βλάβη που αυτός υπέστη" (άρθρο 540 παρ. 1 εδ.

α). "Στις διατάξεις των άρθρων 533-542, ως δικαστήριο και απόφαση νοούνται και τα δικαστικά συμβούλια και τα βουλεύματά τους" (άρθρο 544). Στις προπαρατεθείσες διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας περιέχεται πλήρης ρύθμιση για την αποζημίωση των αδίκως καταδικασθέντων ή προσωρινώς κρατηθέντων που τελικώς αθωώθηκαν, όπως απαιτείται από το άρθρο 7 παρ. 4 του Συντάγματος.

Ειδικότερα, σε αρμονία προς τις συνταγματικές διατάξεις περί χωριστών δικαιοδοσιών (άρθρα 94, 95, 96), προβλέπεται ότι αρμόδιο δικαστήριο για τη διάγνωση του άδικου ή παράνομου της προσωρινής κράτησης ή φυλάκισης είναι αποκλειστικώς το ποινικό δικαστήριο (ή δικαστικό συμβούλιο) που αθώωσε ή απήλλαξε ή τιμώρησε με ελαφρότερη ποινή τον κατηγορούμενο.

Τα δε πολιτικά δικαστήρια είναι αρμόδια μόνο για τον προσδιορισμό του ύψους της ζημίας και την επιδίκαση της ανάλογης αποζημίωσης ή χρηματικής ικανοποίησης, στις περιπτώσεις που το ποινικό δικαστήριο έχει μεν αναγνωρίσει τη σχετική υποχρέωση του Δημοσίου, αλλά δεν έχει προσδιορίσει το ύψος της αποζημίωσης ή προσδιόρισε αυτή και το ύψος της δεν βρίσκει σύμφωνο το δικαιούχο ή το υπόχρεο Δημόσιο.

Εξ άλλου από τις προπαρατεθείσες διατάξεις και ιδίως από εκείνες των άρθρων 536 παρ. 2, 539 παρ. 1 εδ. β και 540 παρ. 1 εδ. α Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από την πρώτη από αυτές "κατ’ αποκοπή ημερήσια αποζημίωση", αφενός μεν συμπεριλαμβάνει την αποζημίωση και τη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφετέρου δε δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 29 ευρώ ημερησίως συνολικά, εκτός αν το δικαστήριο δεχθεί αιτιολογημένα ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση προς τούτο (Α.Π. 444/2015), το βάρος της επίκλησης και απόδειξης της οποίας έχει ο ενάγων.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 5-1-2011 αγωγή του ο ήδη αναιρεσείων εξέθεσε ότι με την αναφερόμενη απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών έγινε δεκτή αίτησή του να αποζημιωθεί για την παράνομη στέρηση της ελευθερίας του εξαιτίας της παράνομης φυλάκισης και μετέπειτα αθώωσής του, αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικό Δημόσιο για αποζημίωσή του κατά το άρθρο 536 Κ.Π.Δ.

και υποχρεώθηκε το τελευταίο να του καταβάλει αποζημίωση ποσού 19.350 ευρώ, η οποία δεν είναι επαρκής. Ζήτησε δε, κατά το μέρος που αφορά τους προβαλλόμενους αναιρετικούς λόγους, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να του καταβάλει: Α) ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη την οποία υπέστη από την παράνομη κράτησή του:

α) λόγω της προσβολής της υγείας του, αφού συνεπεία της κράτησής του υπέστη καταθλιπτική συνδρομή με ψυχωσικά συμπτώματα και νοσηλεύθηκε στο ψυχιατρικό κατάστημα των φυλακών Κορυδαλλού κατά τα χρονικά διαστήματα από 7-4-2006 έως 12-2-2007, από 16-2-2007 έως 13-3-2007 και από 20-3-2007, η δε υγεία του δεν αποκαταστάθηκε και μετά την απόλυσή του από τις φυλακές, το ποσό των 2.500.000 ευρώ, β) λόγω της αφαίρεσης της ελευθερίας του κατά το χρονικό διάστημα από 7-3-2002 έως 23-5-2008 εξαιτίας εσφαλμένων νομικών κρίσεων, το ποσό του 1.000.000 ευρώ, γ) λόγω της προσβολής της τιμής και της υπόληψής του διότι ο κοινωνικός στιγματισμός και ο χαρακτηρισμός του ως "εμπόρου ναρκωτικών" είχε δυσβάστακτες συνέπειες για τον ίδιο για την οικογένειά του, το ποσό των 2.000.000 ευρώ και δ) λόγω της οικονομικής καταστροφής της επιχείρησής του και της οικονομικής αφερεγγυότητας στην οποία τον καταδίκασε, το ποσό των 300.000 ευρώ.

Β) ως αποζημίωση το ποσό των 429.000 ευρώ διότι κατά το χρόνο της σύλληψής του διατηρούσε επιχείρηση πώλησης ποτών (κάβα) υπό τη μορφή ομόρρυθμης εταιρείας με τη σύζυγό του και από αυτήν προσδοκούσε να έχει ως προσωπικό εισόδημα, δεδομένης της προσωπικής προσπάθειας που είχε καταβάλει για την ανάπτυξη της επιχείρησης, τουλάχιστον το διπλάσιο των αποδοχών ενός μισθωτού πωλητή που θα εργαζόταν στη θέση του από τη σύσταση της εταιρείας, το οποίο θα ανερχόταν για το χρονικό διάστημα από την έναρξη της περιπέτειάς του με τη δικαιοσύνη (7-3-2002) μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του (22-5-2012) στα αναφερόμενα ποσά και συνολικά στο προαναφερθέν ποσό των 429.000 ευρώ.

Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι, αν και με την αγωγή του είχε ζητήσει την επιδίκαση σ’ αυτόν χωριστής χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της υγείας του, λόγω παράνομης αφαίρεσης της ελευθερίας του, λόγω προσβολής της τιμής και της υπόληψής του και λόγω οικονομικής καταστροφής της επιχείρησής του, που οφείλονται στην παρά το νόμο κράτησή του, το εφετείο θεώρησε ότι η ηθική του βλάβη είναι μία και αδιαίρετη, απορρίπτοντας τους σχετικούς ισχυρισμούς του, και του επιδίκασε ένα χρηματικό ποσό για όλες τις πιο πάνω αιτίες, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να διαπιστωθεί το ποσό με το οποίο αποκαθίσταται το κάθε έννομο αγαθό που έχει προσβληθεί.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος προεχόντως λόγω αοριστίας αφού για τη θεμελίωσή του δεν καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε ούτε το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι το εφετείο, μη επιδικάζοντας στον αναιρεσείοντα χωριστή χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της υγείας του, λόγω παράνομης αφαίρεσης της ελευθερίας του, λόγω προσβολής της τιμής και της υπόληψής του και λόγω οικονομικής καταστροφής της επιχείρησής του, δεν υπέπεσε σε σφάλμα, αφού από τη ρητή διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 Κ.Π.Δ.

προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 533-545 Κ.Π.Δ. αποζημίωση επιδικάζεται "κατ’ αποκοπήν" για κάθε ημέρα κράτησης και μάλιστα ενιαίως για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.

Περαιτέρω με την προσβαλλόμενη απόφασή του το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: ""Κατά του ενάγοντος είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για μεσολάβηση σε πώληση ναρκωτικών ουσιών, μετά δε την απολογία του ενώπιον του Ανακριτού Λασιθίου, διατάχθηκε η προσωρινή του κράτηση και ακολούθως, με την... 64/24-3-2005 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κρήτης, εκδοθείσα κατ’ έφεση της... 243/2003 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, καταδικάσθηκε σε ποινή καθείρξεως δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή 7.000 ευρώ.

Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ο ενάγων προσέφυγε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, με την από 21-1-2008 απόφαση του οποίου κρίθηκε ότι κατά τη διαδικασία αποκαλύψεως του εγκλήματος από τις αστυνομικές αρχές παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (δίκαιος χαρακτήρας της διαδικασίας).

Στη συνέχεια με την... 1381/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου διατάχθηκε η επανάληψη της ποινικής διαδικασίας και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο με την... 47/2010 αμετάκλητη απόφασή του κήρυξε αθώο τον ενάγοντα για την αξιόποινη πράξη που του αποδόθηκε. Τέλος μετά από αίτηση του ενάγοντος εκδόθηκε η... 1688/2010 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, που αναγνώρισε το δικαίωμα του ενάγοντος σε αποζημίωση κατά του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου και υποχρέωσε το τελευταίο να του καταβάλει κατ’ αποκοπή αποζημίωση για περιουσιακή του ζημία και χρηματική του ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, συνολικού ποσού 19.350 ευρώ.

Μέχρι την έκδοση της ως άνω αμετάκλητης απόφασης του πενταμελούς εφετείου περί απαλλαγής του ενάγοντος, ο τελευταίος είχε κρατηθεί στις φυλακές συνολικά τρία έτη, εννέα μήνες και είκοσι πέντε ημέρες, και συγκεκριμένα (όπως προκύπτει από το... .../29-5-2008 πιστοποιητικό κρατήσεως του Καταστήματος Κράτησης Κορυδαλλού) κρατήθηκε από 7-3-2002 έως 11-4-2002, ήτοι επί ένα μήνα και τέσσερις ημέρες, από 1-10-2002 έως 22-12-2002, ήτοι επί δύο μήνες και 21 ημέρες, από 26-5-2003 έως 26-9-2003, ήτοι επί τέσσερις μήνες και από 24-3-2005 έως και 23-5-2008, ήτοι επί τρία έτη και δύο μήνες.

Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία αποφυλακίσθηκε τυπικά και εφεξής κρατήθηκε με την... 553/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Κρήτης για άλλη αιτία. Κατά το χρόνο κρατήσεως του ενάγοντος στα σωφρονιστικά καταστήματα, ο τελευταίος παρουσίασε καταθλιπτική συνδρομή με ψυχωτικά συμπτώματα, νοσηλευθείς κατά τα διαστήματα από 7-4-2006 έως 12-2-2007, από 16-2-2007 έως 13-3-2007 και από 20-3-2007 έως 2-4-2007 στο Ψυχιατρείο Κρατουμένων Κορυδαλλού, έλαβε δε φαρμακευτική αγωγή.

Η ως άνω προσβολή της ψυχικής υγείας του ενάγοντος δημιουργήθηκε από την εκτέλεση της στερητικής της ελευθερίας ποινής του, καθόσον μέχρι το χρόνο εγκλείσεώς του στη φυλακή ουδέποτε είχε παρουσιάσει παρόμοια προβλήματα υγείας. Η τοιαύτη κατάσταση της υγείας του, καίτοι βελτιώθηκε μεταγενέστερα, ήταν μη αναστρέψιμη, καθόσον διατηρήθηκε και μετά το χρόνο αποφυλακίσεώς του.

Έτσι ο ενάγων με την... 1107/5-8-2008 απόφαση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λασιθίου, κρίθηκε ανίκανος προς εργασία με ποσοστό αναπηρίας άνω του 67% για μία τριετία. Προ της ποινικής εμπλοκής του ο ενάγων διατηρούσε μαζί με τη σύζυγό του δύο ομόρρυθμες εταιρείες εμπορίας ποτών με τις επωνυμίες "... Ο.Ε." και "....", στις οποίες αμφότεροι συμμετείχαν ως ομόρρυθμοι εταίροι.

Οι επιχειρήσεις αυτές διατηρήθηκαν μέχρι την 31-12-2003, οπότε διέκοψαν νόμιμα τη δραστηριότητά τους. Η ως άνω δραστηριότητα της πρώτης εκ των ανωτέρω εταιρειών ήταν ζημιογόνα από πολλών ετών και δη από το έτος 1994 μέχρι και το έτος 2000 - με εξαίρεση το 1997, που παρουσίασε κέρδη - ενώ κατά τα έτη 2001 και 2002 είχε μηδενική δραστηριότητα, ενώ σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της δεύτερης εξ αυτών δεν προσκομίστηκε από τον ενάγοντα οποιοδήποτε στοιχείο.

Κατά συνέπεια ουδόλως αποδείχθηκε ότι η διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας του ενάγοντος συνδέεται αιτιωδώς με την κράτησή του και την συνεπεία ταύτης προσβολή της ψυχικής του υγείας και συνακόλουθα δεν αποδείχθηκε ούτε ότι ο ενάγων μετά την αποφυλάκισή του θα αποκέρδαινε από την ως άνω δραστηριότητά του κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων τα ποσά που διαλαμβάνει στην αγωγή του, ισούμενα με το διπλάσιο των αποδοχών ενός μισθωτού πωλητή που θα εργαζόταν στη θέση του στην επιχείρησή του.

Συνεπώς το σχετικό κονδύλιο περί διαφυγόντων κερδών είναι αβάσιμο κατ’ ουσίαν και απορριπτέο. Περαιτέρω ο ενάγων ισχυρίζεται ότι λόγω της κράτησής του επιβαρύνθηκε με πρόστιμα και προσαυξήσεις που επιβλήθηκαν από τον Ο.Α.Ε.Ε., στον οποίο ήταν ασφαλισμένος μέχρι 31-12-2003 και τα οποία δεν θα του είχαν επιβληθεί αν δεν είχε κρατηθεί, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση θα κατέβαλλε εμπροθέσμως τις ασφαλιστικές του εισφορές.

Όμως το σχετικό κονδύλιο είναι ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον η επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών στις οποίες συμμετείχε ο ενάγων ως ομόρρυθμο μέλος συνεχίστηκε μέχρι το χρόνο εκείνο (31-12-2003) από τη σύζυγό του, η οποία ηδύνατο να επιμεληθεί την τακτοποίηση των βαρυνουσών τον ενάγοντα ασφαλιστικών εισφορών - όπως επιμελείτο και την πληρωμή των εισφορών που βάρυναν την ίδια - και συνεπώς η επιβολή των προστίμων και προσαυξήσεων στον ενάγοντα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κράτησή τού.

Ομοίως σε σχέση με τις φερόμενες ως παραγραφείσες αξιώσεις του ενάγοντος από οφειλές πελατών του και αξιόγραφα, τις οποίες ισχυρίζεται ότι εμποδίστηκε να ασκήσει λόγω της κράτησής του , και αληθούς υποτιθέμενης της παραγραφής τούτων, η εντεύθεν ζημία του δεν συνάπτεται αιτιωδώς με την κράτησή του, καθόσον αφενός η δικαστική διεκδίκηση των απαιτήσεών του ηδύνατο να επιτευχθεί κατ’ εντολή της ασκούσας την επιχειρηματική δραστηριότητα των εταιρειών του συζύγου του, αφετέρου και ο ίδιος ο ενάγων κατά τη διάρκεια της κράτησής του ουδέποτε στερήθηκε της επικοινωνίας μετά των πληρεξουσίων του δικηγόρων, προς τους οποίους ηδύνατο να παράσχει τη σχετική εντολή, ενώ σε κάθε περίπτωση η κράτησή του θα μπορούσε να θεμελιώσει κατ’ αντένσταση λόγο αναστολής της παραγραφής κατ’ άρθρο 255 του Α.Κ.

Συνεπώς και το ανωτέρω κονδύλιο είναι αβάσιμο κατ’ ουσίαν. Εξάλλου ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι δαπάνησε για τη μετάφραση των εγγράφων που χρησιμοποίησε στο Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το ποσό των 780 ευρώ, ποσό το οποίο αποτελεί ζημία του. Όμως εξ οικείου πταίσματος ο ενάγων δεν προσκόμισε τα οικεία παραστατικά στο ως άνω δικαστήριο, προκειμένου να υπολογιστεί από αυτό το ποσό των δικαστικών του εξόδων, όπως βάσιμα επικαλέστηκε το εναγόμενο με τη σχετική ένστασή του κατ’ άρθρο 300 παρ. 1 α του Α.Κ. Σε σχέση περαιτέρω με το δικαίωμα σύνταξης γήρατος του ενάγοντος από τον Ο.Α.Ε.Ε., το οποίο ισχυρίζεται ότι απώλεσε λόγω της κράτησής του, άλλως ότι απώλεσε εν μέρει λόγω διαφοράς μεταξύ δικαιουμένης και καταβαλλομένης συντάξεως, λεκτέα τα ακόλουθα: Η γενομένη διαγραφή του ενάγοντος από τα μητρώα ασφαλισμένων του Ο.Α.Ε.Ε., την 31-12-2003, εχώρησε ταυτόχρονα με τη διακοπή της εμπορικής του δραστηριότητας (ήτοι την κατά την ίδια ημεροχρονολογία λύση των εταιρειών στις οποίες μετείχε), η οποία διακοπή όπως ήδη αναφέρθηκε δεν συνάπτεται αιτιωδώς με την κράτησή του. Ουδόλως δε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μετά το χρόνο εκείνο θα συνέχιζε κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων την εμπορική του δραστηριότητα στον ίδιο ή σε κάποιον άλλο τομέα, είτε ατομικά είτε με τη συμμετοχή του σε εταιρεία και με την εντεύθεν υποχρέωσή του να είναι ασφαλισμένος στον Ο.Α.Ε.Ε.

Συνεπώς η απώλεια, ολική ή μερική, του δικαιώματος σύνταξης από τον ασφαλιστικό αυτό φορέα δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κράτησή του. Περαιτέρω ο ενάγων αιτείται την καταβολή αποζημίωσης για τα ποσά που δαπάνησε εντός των καταστημάτων κράτησής του για δαπάνες διατροφής, ένδυσης και εν γένει διαβίωσής του.

Δεν αποδείχθηκε όμως ότι τα ποσά αυτά υπερέβαιναν τα αντίστοιχα ποσά που ο ίδιος θα δαπανούσε κατά τον ίδιο χρόνο υπό καθεστώς ελευθερίας για τις ίδιες αιτίες, πολλώ δε μάλλον, όταν κατά την κοινή πείρα οι σχετικές ανάγκες οιουδήποτε προσώπου υπό καθεστώς κρατήσεως είναι σαφώς χαμηλότερου κόστους εκείνου που θα απαιτείτο να δαπανηθεί για την κάλυψή τους εκτός των καταστημάτων κράτησης.

Εξάλλου ο ενάγων, για τη διεκπεραίωση της συγκεκριμένης ποινικής υποθέσεως, δαπάνησε για έξοδα και αμοιβή των συνηγόρων του Ι. Λ. και Κ. Κ. το συνολικό ποσό των 11.760 ευρώ, ενώ τα υπόλοιπα αιτούμενα ποσά για την ίδια αιτία είναι απορριπτέα ως αβάσιμα, αφού δεν αφορούν την υπόθεση αυτή αλλά άλλες ποινικές υποθέσεις του ενάγοντος.

Τέλος ο ενάγων από την ως άνω κράτησή του υπέστη παράνομη προσβολή της ψυχικής υγείας του, στέρηση της προσωπικής του ελευθερίας επί μεγάλο χρονικό διάστημα αλλά και τρώση της τιμής και της υπόληψής του, αφού εμφανίστηκε στον κοινωνικό του περίγυρο αδίκως ως υπαίτιος εγκληματικής πράξης που ενείχε ιδιαίτερη απαξία.

Προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από την αιτία αυτή, θα πρέπει να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 40.000 ευρώ, το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμον στοιχείων κρίνεται ως εύλογο. Λεκτέον ότι το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης επιδικάζεται ενιαίως, καθόσον, ανεξαρτήτως των διαφορετικών αιτιών από τις οποίες επήλθε η ηθική βλάβη του ενάγοντος, αυτή είναι μία και αδιαίρετη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω κρίνεται ότι η επιδικασθείσα στον ενάγοντα με την... 1688/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών κατ’ αποκοπή αποζημίωση ύψους 19.350 ευρώ δεν επαρκεί για να καλύψει το σύνολο της ζημίας του από τη φυλάκισή του, η οποία προσδιορίζεται στο συνολικό ποσό των (40.000 + 11.760 =) 51.760 ευρώ, συντρέχουσας κατά συνέπεια εξαιρετικής περιπτώσεως για την επιδίκαση του υπολοίπου, ύψους (51.760 - 19.350 =) 32.410 ευρώ, όπως βάσιμα εν μέρει αιτείται ο ενάγων με την αγωγή του".

Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο απέρριψε την έφεση του ενάγοντος και τους πρόσθετους λόγους αυτής, δέχθηκε δε την έφεση του εναγομένου και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε μερικώς την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, πέραν του ήδη επιδικασθέντος με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ποσού των 19.350 ευρώ, το ποσό των 32.410 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Έτσι που έκρινε το εφετείο και ειδικότερα: Α) Μη επιδικάζοντας υπέρ του ενάγοντος ποσό χρηματικής ικανοποίησης υπέρτερο του κατά τ’ ανωτέρω επιδικασθέντος δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 932 Α.Κ. και την αρχή της αναλογικότητας ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας για την επιδίκαση ποσού που είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση πολύ χαμηλότερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα, αλλά αντίθετα επιδίκασε ποσό αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης υπέρτερο του προβλεπόμενου από τις προπαρατεθείσες διατάξεις ορίου των 29 ευρώ ημερησίως, αφού για χρονικό διάστημα κράτησης (κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του) τριών ετών, εννέα μηνών και εικοσιπέντε ημερών, ήτοι 1.390 ημερών, για το οποίο η αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση δεν έπρεπε να υπερβαίνει τα (1.390 Χ 29 =) 40.310 ευρώ, επιδίκασε για τις αιτίες αυτές ποσό 32.410 ευρώ πλέον του ήδη επιδικασθέντος με την απόφαση του ποινικού δικαστηρίου ποσού των 19.350 ευρώ και συνολικά 51.760 ευρώ και μάλιστα χωρίς ο ενάγων να έχει επικαλεσθεί εξαιρετική περίπτωση που να δικαιολογεί την υπέρβαση του ορίου αυτού και Β) Μη διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη απόφασή του διακριτή αιτιολογία για το ποσό που επιδίκασε στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την παράνομη κράτησή του:

α) λόγω προσβολής της υγείας του, β) λόγω παράνομης αφαίρεσης της ελευθερίας του, γ) λόγω προσβολής της τιμής και της υπόληψής του και δ) λόγω οικονομικής καταστροφής της επιχείρησής του, δεν στέρησε την απόφαση αυτή νόμιμης βάσης, αφού κατά τα προεκτεθέντα το δικαστήριο δεν υποχρεούται να επιδικάσει χωριστή χρηματική ικανοποίηση για την προσβολή καθενός από τα ανωτέρω έννομα αγαθά και συνακόλουθα να διαλάβει στην απόφασή του διακριτή αιτιολογία για καθένα από αυτά αλλά αντίθετα από τη ρητή διάταξη του άρθρου 536 παρ. 2 Κ.Π.Δ.

προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 533-545 Κ.Π.Δ. αποζημίωση επιδικάζεται "κατ’ αποκοπήν" για κάθε ημέρα κράτησης και μάλιστα ενιαίως για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση.

Συνεπώς ο δεύτερος κατά τα πρώτο και τέταρτο σκέλη του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό του ότι απότοκος της κράτησής του και της εντεύθεν ανηκέστου προσβολής της ψυχικής του υγείας ήταν η στέρηση της δυνατότητας συμμετοχής του στην οικονομική και επαγγελματική ζωή και της οικονομικής του ελευθερίας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό και τον απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξ άλλου από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 295/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο κατά το τρίτο σκέλος του λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη τα αναλυτικά αναφερόμενα έγγραφα που αυτός επικαλέσθηκε και προσκόμισε για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού του ότι απότοκος της κράτησής του και της εντεύθεν ανηκέστου προσβολής της ψυχικής του υγείας ήταν η στέρηση της δυνατότητας συμμετοχής του στην οικονομική και επαγγελματική ζωή και της οικονομικής του ελευθερίας, ήτοι:

ιατρικές γνωματεύσεις και βεβαιώσεις, ιατρικές συνταγές και δελτίο παροχής φαρμάκων, γνωμάτευση της πρωτοβάθμιας υγειονομικής επιτροπής του νομού Λασιθίου, γνωστοποίηση απόφασης έγκρισης επιδότησης από τη Διεύθυνση Υγείας και Πρόνοιας του νομού Λασιθίου, το βιβλιάριο οικονομικής ενίσχυσής του, βεβαίωση εγγραφής του στα μητρώα του τμήματος κοινωνικής αρωγής της Διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας του νομού Λασιθίου, απόσπασμα του βιβλιαρίου υγείας του, δελτίο υγείας του που συντάχθηκε από τον ιατρό της δικαστικής φυλακής Χανίων, ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της ομόρρυθμης εταιρείας "...

Ο.Ε.", ευρετήριο πελατών της ίδιας εταιρείας, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος της ίδιας εταιρείας, υπεύθυνη δήλωση του αποβιώσαντος Ι. Τ., αντίγραφο τοπογραφικού διαγράμματος που κατατέθηκε στη Διεύθυνση Δασών Λασιθίου, βεβαιώσεις διακοπής εργασιών των εταιρειών "... Ο.Ε." και "... Ο.Ε.", βεβαίωση του χρόνου έναρξης της ασφάλισής του στο Ταμείο Εμπόρων, απόφαση της προϊσταμένης του Ο.Α.Ε.Ε.

Ιεράπετρας και βεβαιώσεις του Ο.Α.Ε.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τη γενική μνεία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι το εφετείο σχημάτισε την κρίση του "και από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται" σε συνδυασμό με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες της, προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη και τα έγγραφα αυτά, των οποίων δεν ήταν αναγκαίο να γίνει ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση.

Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης με την οποία διατάσσονται αποδείξεις.

Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 14 παρ. 1 ν. 2915/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς έκτοτε η έννοια του υποκειμενικού βάρους της απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο δε αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 Κ.Πολ.Δ. περιορίζεται μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος της απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών (Α.Π. 485/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο, απορρίπτοντας το αγωγικό κονδύλιο διαφυγόντων κερδών με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα αυτού, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι οι αποδιδόμενες με αυτόν αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνιστούν παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με το βάρος της απόδειξης, αφού το βάρος της απόδειξης του αγωγικού ισχυρισμού του αναιρεσείοντος περί διαφυγόντων κερδών έφερε ο ίδιος και όχι το αντίδικό του αναιρεσίβλητο.

Τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι το κονδύλιο απώλειας εισοδήματος, κατά την απόρριψη του οποίου ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι το εφετείο υπέπεσε στην ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, ήταν απορριπτέο ως μη νόμιμο, αφού με αυτό ο ενάγων, αν και ισχυρίσθηκε ότι ήταν επιχειρηματίας και μέλος ομόρρυθμων εταιρειών και όχι μισθωτός, ζήτησε να του επιδικασθεί "το διπλάσιο των ετήσιων απολαβών ενός μισθωτού" και όχι τα κέρδη που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από τις ομόρρυθμες εταιρείες των οποίων ήταν μέλος.

Επομένως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ. 1 και 3 ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 περ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και 2 της 134423/1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 2298/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ