1637/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1637/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι’ αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1637 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1637/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ.125/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου) Χρυσούλα Παρασκευά, Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου - Εισηγήτρια και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Κατσιρώδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Γ. Λ. του Π., κατοίκου ... και 2) Δ. Λ. του Π., κατοίκου ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ηλία Κατσερέλη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 198/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και oι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ.πρωτ..../28-4-2015 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 520/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 27-4-2015 (αριθμ. πρωτ. .../28-42015) κοινή αίτηση των Γ. Λ. του Π. και Δ. Λ. του Π. για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 198/2015 καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω. Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως ίσχυε υπό το καθεστώς του άρθρου 3 παρ. 1α του ν. 3943/11, που καταλαμβάνει τον χρόνο τέλεσης της ένδικης πράξης και πριν την αντικατάσταση του από το άρθρο 8 του v. 4337/2015, με το οποίο αναπροσαρμόστηκαν τα ποσά των περιπτώσεων α’ και β της παρ.1 του εν λόγω αρθ.25 η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παρ. 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α ‘ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ (ήδη διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 περ. α’ του ν. 1882/1990, "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω". Τέλος, κατά την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου "Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, κτλ.), η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ" του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ" αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ’ αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος), ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή εάν πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωση τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψη τους (ΟλΑΠ 2/2005). Ισχυρισμός, όμως, ο οποίος αποτελεί άρνηση αντικειμενικού και υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλό υπερασπιστικό επιχείρημα, δεν είναι αυτοτελής, με την πιο πάνω έννοια, γι’ αυτό το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψη του.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σΛ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ολ.ΑΠ 2/2011, 3/2008).
Τέλος, η εσφαλμένη ερμηνεία μπορεί να αναφέρεται και σε άλλη διάταξη νόμου, η οποία αποτελεί προϋπόθεση για την εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως (ολΑΠ 3/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι, από τα αποδεικτικά μέσα που κατ’ είδος λεπτομερώς αναφέρει, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι, υπό την παρακάτω αναφερομένη ιδιότητα, έχουν τελέσει την αποδιδόμενη σ’ αυτούς με το κατηγορητήριο και αναφερόμενη στο διατακτικό της παρούσας απόφασης, πράξη, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, όπως εκτίθενται σ’ αυτό η νομοτυπική της μορφή και τα κατ’ ιδίαν πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση της και πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι αυτής.
Ειδικότερα, στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 31-012011 έως 0106-2011, με περισσότερες πράξεις χους που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, οι κατηγορούμενοι με τις παρακάτω αναφερόμενες ιδιότητες παραβίασαν ηθελημένα, με πρόθεση και με γνώση τις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, προθεσμίες καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι Βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησαν την καταβολή χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, το ποσό δε των οποίων συνολικά υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ και ανέρχεται σε 3.538.901,13 ευρώ.
Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνους, ο τρίτος κατηγορούμενος, Ν. Λ. ως διευθύνων σύμβουλος, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Λ. ως πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου και ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Λ. ως εντεταλμένος σύμβουλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με πρόθεση και με γνώση παραβίασαν την προθεσμία καταβολής ληξιπρόθεσμου χρέους τους προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 3.538.901,13 ευρώ συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους επιβαρύνσεων, που έχουν βεβαιωθεί από τη Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Θεσσαλονίκης μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που είναι ενσωματωμένος ντο διατακτικό της παρούσας αποφάσεως και στον οποίο αναλυτικά αναφέρονται τα επιμέρους χρέη και δη κατά αριθμό, ημερομηνία βεβαίωσης, οικονομικό έτος, είδος φόρου, ανάλυση του ποσού και ύψος αυτού, τρόπο πληρωμής, αριθμό των ληξιπρόθεσμων δόσεων και ημερομηνίες λήξης της πρώτης και της τελευταίας δόσης και το οποίο συνολικά συμπεριλαμβανομένων των νομίμων κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων.
Πιο συγκεκριμένα και αναφορικά με την ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων, αποδείχθηκαν από την προσήκουσα αξιολογική εκτίμηση των ως άνω αποδεικτικών μέσων τα ακόλουθα " Στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", εδρεύουσα στη ... Θεσσαλονίκης και έχουσα αντικείμενο την εμπορία, επεξεργασία, τυποποίηση κάθε είδους νωπών και κατεψυγμένων προϊόντων (τροφίμων), μέχρι της κηρύξεως της στις 26.03.2010 σε πτώχευση με την υπ’ αριθμ. 10.779/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, διατέλεσε ως Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου ο δεύτερος κατηγορούμενος Γ.
Λ., ως Διευθύνων Σύμβουλος ο τρίτος κατηγορούμενος Ν. Λ., ο οποίος είχε ορισθεί από 26.01.2002 έως 01.07.2003 και από 03.04.2006 και μετέπειτα και ως Εντεταλμένος Σύμβουλος ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Λ., ο οποίος ορίσθηκε από 03.04.2006 και μετέπειτα. Άλλωστε οι άνω ιδιότητες των κατηγορούμενων κατά τα προαναφερόμενα χρονικά διαστήματα ουδόλως αμφισβητήθηκαν από τους τελευταίους.
Η ως άνω εταιρεία από το έτος 2004 υπήχθη στο Γ’ ΚΠΣ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την οικονομική ενίσχυση επενδυτικού σχεδίου με τίτλο "ΙΔΡΥΣΗ ΜΟΝΑΔΑΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΨΥΞΗΣ ΚΑΙ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ", στα πλαίσια του μέτρου 2.1 του Ε.Π.Α.Α & Α.Υ. 2000-2006, καταβλήθηκε σ’ αυτήν δημοσία δαπάνη επιχορήγηση συνολικού ποσού 3.325.000 € (βλ και τις υπ’ αρθμ.
πρωτ. .../09.08.2004 και .../08.11.2005 αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αφορούν αντιστοίχως την έγκριση καταβολής της 1ης δόσης Δημόσιας Δαπάνης και της 2ης και τελικής δόσης Δημόσιας Δαπάνης, αντιστοίχως.). Η είσπραξη δε της ως άνω επιχορήγησης, ρητώς και κατηγορηματικώς κατατέθηκε και από τον μάρτυρα υπερασπίσεως, λογιστή της ανώνυμης εταιρεία, και ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους.
Εντούτοις, παρόλο που λειτουργούσε η επιδοτούμενη μονάδα επεξεργασίας κατάψυξης και συσκευασίας λαχανικών, οι κατηγορούμενοι που εκπροσωπούσαν την άνω ανώνυμη εταιρεία δεν φρόντισαν για την έκδοση της κατά νόμο άδεια λειτουργίας. Ο μάρτυρας υπερασπίσεως απέδωσε την εν λόγω παράλειψη, στην ανακύψασα μεταξύ της άνω εταιρείας και την εργολάβο κοινοπραξία που ανέλαβε την κατασκευή της άνω μονάδας, διαφορά, που διήρκησε επί πέντε έτη και κατέθεσε ότι κατά τη μεταξύ των συμφωνία η έκδοση της άδειας λειτουργίας αναγόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της εργολάβου, τις οποίες αθέτησε.
Εξ αυτών προκύπτει και η πλήρης γνώση των κατηγορουμένων περί της λειτουργίας της επιχείρησης χωρίς την έκδοση της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας κατά παράβαση των όρων της εγκριτικής απόφασης επιχορήγησης και εντεύθεν της γένεσης της ευθύνης των προς επιστροφή στο Δημόσιο του ποσού της επιδότησης, δηλαδή της γενέσεως του αντίστοιχου χρέους προς το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο δε επανελέγχου στις εγκαταστάσεις της επιχειρήσεις της άνω ανώνυμης εταιρείας, που διενέργησε το αρμόδιο όργανο της Διεύθυνσης Αγροτικής Ανάπτυξης, διαπιστώθηκε ότι η επιδοτούμενη επιχείρηση λειτουργούσε χωρίς την κατά νόμο άδεια κατά παράβαση των όρων της εγκριτικής αποφάσεως επιχορήγησης και κατόπιν τούτου διατάχθηκε η επιστροφή στο Δημόσιο του ποσού της καταβληθείσας επιχορήγησης.
Πιο συγκεκριμένα στο υπ’ αρθμ. πρωτ. .../23.04.2010 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής της Γενικής Δ/ΝΣΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ & ΕΛΕΓΧΟΥ ΣΥΓΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΜΕΝΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΕ, με θέμα’ "Αποστολή Απόφασης Δημοσιονομικής Διόρθωσης", αναγράφεται ότι μετά την έκδοση της αρ. .../5-2-08 Απόφασης Δημοσιονομικής Διόρθωσης ποσού 153.228,82 € και κατόπιν ελέγχου που διενήργησε στην ως άνω εταιρεία ο φορέας επίβλεψης Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ν.Α Θεσσαλονίκης, αποφασίσθηκε κατά την .../14.12.2009 Συνεδρίαση της ΕΔΕΛ η αναζήτηση του υπολοίπου της καταβληθείσας επιχορήγησης συνολικού ποσού 3.325.000 €, λόγω μη έκδοσης της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης.
Επίσης στο ίδιο έγγραφο αναγράφεται όχι αποστέλλεται στην ανωτέρω εταιρεία η υπ’ αρθμ. .../22.4.2010 Απόφαση Δημοσιονομικής Διόρθωσης ποσού 3.171.771,18 € (συνολικό ποσό 3.325.000 € - 153.228,82 €) και ότι κλήθηκε η εταιρεία να καταθέσει το άνω ποσό σε οποιαδήποτε Λ.Ο.Υ στα έσοδα του Κρατικού Προϋπολογισμού, καθώς και οτι της γνωστοποιήθηκε ότι στην περίπτωση μη καταβολής θα γινόταν βεβαίωση του χρέους στην αρμόδια Δ.Ο.Υ και η είσπραξη του με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.
Στη συνέχεια το εν λόγω χρέος λόγω μη πληρωμής του καταλογίσθηκε, νομότυπα, σύμφωνα με τα προειρημενα στη μείζονα σκέψη, στους κατηγορούμενους που είχαν τις ως άνω ιδιότητες κατά το χρόνο γενέσεως του χρέους και Βεβαιώθηκε τούτο στην αρμόδια Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Θεσσαλονίκης, η οποία συνέταξε τον επισυναπτόμενο στο διατακτικό της παρούσας απόφασης πίνακα χρεών συμπεριλαμβάνοντας σ’ αυτόν και κάθε είδους τόκων και προσαυξήσεων μέχρι τη σύνταξη του.
Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, οι κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες, είναι αυτουργοί του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής προαναφερόμενων χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος τους και τα οποία γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που είχαν τις ιδιότητες αυτές, δηλαδή στον κρίσιμο χρόνο που συντελέσθηκε η ως άνω παράβαση και δεν έχει ουδεμία έννομη επιρροή το γεγονός ότι κατά το χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης της αναφερομένης στο κατηγορητήριο και στο διατακτικό της παρούσας οφειλής, είχαν αποβάλλει τις ως άνω ιδιότητες, λόγω της προηγηθείσας πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρείας.
Συνεπώς ο ισχυρισμός των κατηγορούμενων περί του ότι δεν υπέχουν ποινική ευθύνη, διότι κατά το χρόνο καταλογισμού και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής, η ως άνω ανώνυμη εταιρεία ήδη από 26.03.2010 βρισκόταν σε κατάσταση πτώχευσης και συνακόλουθα είχε παύσει να λειτουργεί το Δ.Σ. και απώλεσαν τις ως άνω ιδιότητες των, ενώ την εκπροσώπηση της εταιρείας ανέλαβε ο σύνδικος της πτώχευσης, πρέπει να απορριφθεί ως ερειδόμενος επί εσφαλμένης νομικής προϋπόθεσης, αφού, κατά τα προειρημενα στην νομική σκέψη, κρίσιμος χρόνος για τη γένεση της ευθύνης των, είναι αυτός κατά τον οποίο συντελέσθηκε η προαναφερόμενη παράβαση, της λειτουργίας της επιδοτούμενης επιχείρησης της ανώνυμης εταιρείας μέχρι την ημέρα πτωχεύσεως της χωρίς έκδοση της κατά νόμο άδειας λειτουργίας της, δηλαδή επί της θητείας των κατηγορουμένων υπό τις ως άνω ιδιότητες και όχι ο χρόνος ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής και κατά συνέπεια από την νομική τους αυτή θέση στην ανώνυμη εταιρία προκύπτει η υποχρέωση τους να καταβάλλουν το εταιρικό χρέος, για τη μη καταβολή του οποίου υπέχουν ποινική ευθύνη, όπως τούτο ρητά ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 2 εδ.α του Ν. 1882/1990, σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Επίσης και ο ισχυρισμός των κατηγορούμενων περί του ότι, η αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο, δεν οφείλεται σε δόλια προαίρεση αυτών, αλλά στην κήρυξη της ως άνω ανώνυμης εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 10779/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε την 26.03.2010, ορίζοντας ως χρόνο παύσης των πληρωμών της την 27.07.2009, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, και στην ένεκα αυτής αδυναμίας πληρωμής των εξαιτίας της εκ των οικείων πτωχευτικών διατάξεων απαγορεύσεως πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο χρεών της πτωχευσάσης ανωνύμου εταιρείας, ελέγχεται ως αβάσιμος και απορριπτέος.
Τούτο διότι, ναι μεν το σύνολο του οφειλόμενου στο Δημόσιο χρέους είναι προπτωχευτικό για την ως άνω ανώνυμη εταιρεία, όπως αναλυτικά προπεριγράφηκε στην παρούσα απόφαση, και όπως άλλωστε υποστηρίζουν και οι κατηγορούμενοι, διά των πληρεξουσίων τους Δικηγόρων, και από τον ίδιο πίνακα προκύπτει ότι η Βεβαίωση των χρεών είναι μεταγενέστερη της πτωχεύσεως, ωστόσο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, το γεγονός τούτο δεν ασκεί έννομη επιρροή, σε σχέση με τους κατηγορούμενους, οι οποίοι δεν συμπτώχευσαν με την ως άνω ανώνυμη εταιρεία και των οποίων η υποχρέωση καταβολής του οφειλόμενου ποσού είναι ατομική και αυτοτελής σε Βάρος της προσωπικής τους περιουσίας, δεδομένου ότι η πτώχευση της ανώνυμης εταιρείας δεν συνεπάγεται ως αυτόθροη συνέπεια τη συμπτώχευοη του νομίμου εκπροσώπου της, και οι κατηγορούμενοι νομίμως θα κατέβαλαν εάν ήθελαν το επίδικο χρέος, αφού αυτό καταλογίσθηκε ατομικά σε αυτούς, η δε εκ του νόμου απαγόρευση καταβολής από την κήρυξη της πτωχεύσεως και μετά, αφορά αποκλειστικά και μόνο τον σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνον εκπροσωπεί την εταιρεία.
Συνεπώς είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο εν λόγω ισχυρισμός ο οποίος δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε στη μείζονα σκέψη, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο του δόλου. Συνακόλουθα τούτων, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι υπό τις ως άνω ιδιότητες των, για την αξιόποινη πράξη, της μη καταβολής προς το Δημόσιο του αθροίσματος των χρεών του αναφερόμενου στο διατακτικό της παρούσας πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Θεσσαλονίκης, που συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα ύψους 3.538.901,13 Ευρώ, που τους αποδίδεται με το κατηγορητήριο και αναφέρεται και στο διατακτικό της απόφασης, στα οποία αναφέρεται μεν, ότι η εν λόγω πράξη τελέστηκε κατ" εξακολούθηση υπό την έννοια όμως ότι η συνολική αυτή οφειλή σύγκειται από περισσότερα χρέη που εμπίπτουν στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα και όχι στην έννοια της κατ’ εξακολούθηση τελέσεως περισσοτέρων πράξεων του άρθρου 98 του ΠΚ, αφού, η τέλεση του εγκλήματος τούτου υπό την ισχύ του ν. 3220/2004 και του ισχύοντος Ν 3943/2011 συνιστά μια πράξη και όχι έγκλημα κατ’ εξακολούθηση. (ΑΠ 933/2013, δημ.Νόμος)".
Ακολούθως, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο κήρυξε ενόχους τους κατηγορούμενους - αναιρεσείοντες για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση και τους καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) ετών τον καθένα, ανασταλείσα επί τριετία. Ειδικότερα, τους κήρυξε ενόχους του ότι:
Στη Θεσσαλονίκη κατά το χρονικό διάστημα από 31-01-2011 έως 01-06-2011, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος, παραβίασαν τις, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις προθεσμίες καταβολής των χρεών του προς το Δημόσιο, που είναι Βεβαιωμένα στις αρμόδιες υπηρεσίες, δηλαδή καθυστέρησαν την καταβολή χρεών για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών για χρέη που καταβάλλονται εφάπαξ ή σε μηνιαίες δόσεις, χο ποσό δε των οποίων συνολικά υπερβαίνει τα πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ.
Ειδικότερα, στον πιο πάνω τόπο και χρόνους, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Γ. Λ. ως πρόεδρος διοικητικού συμβουλίου και ο πρώτος κατηγορούμενος Δ. Λ. ως εντεταλμένος σύμβουλος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", παραβίασαν την προθεσμία καταβολής ληξιπρόθεσμου χρέους χους προς χο Δημόσιο, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους επιβαρύνσεων, συνολικού ποσού 3.538.901,13 ευρώ και τα οποία χρέη είναι Βεβαιωμένα στη Δ.Ο.Υ.
Φ.Α.Ε. Θεσσαλονίκης, όπως αναλυτικά εμφαίνεται στον συνημμένο και αποτελούντα αναπόσπαστο μέρος του παρόντος, παρακάτω πίνακα χρεών:
Με αυτά που δέχθηκε, κατά το συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, το Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ’ εξακολούθηση, για το οποίο καταδικάσθηκαν οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που αναφέρθηκαν παραπάνω, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.
Ειδικότερα, παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, τόσο στο σκεπτικό όσο και στο διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης αναφέρεται σαφώς ότι το επίδικο χρέος δεν είναι ατομικό, αλλά οφείλεται από τους αναιρεσείοντες με την ιδιότητα τους του μεν Γ. Λ. ως Προέδρου του ΔΣ του δε Δ. Λ. ως εντεταλμένου συμβούλου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...".
Περαιτέρω δε διευκρινίζεται ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) είχαν τις παραπάνω ιδιότητες κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγεται (γεννήθηκε) το επίδικο χρέος, όπως ο χρόνος αυτός διαλαμβάνεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως και προκύπτει σαφώς από τις παραδοχές αυτής ότι "...Η ως άνω εταιρεία από το έτος 2004 υπήχθη στο Γ’ ΚΠΣ του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων για την οικονομική ενίσχυση επενδυτικού σχεδίου με τίτλο "ΙΔΡΥΣΗ ΜΟΝΑΔΑΣ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ ΚΑΤΑΨΥΞΗΣ ΚΑΙ ΣΥΣΚΕΥΑΣΙΑΣ ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ" καταβλήθηκε σ’ αυτήν δημοσία δαπάνη επιχορήγηση συνολικού ποσού 3.325.000 ευρώ (βλ.
τις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../09.08.2004 και .../08.11.2005 αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, που αφορούν αντιστοίχως την έγκριση καταβολής της 1ης δόσης Δημόσιας Δαπάνης και της 2ης και τελικής δόσης Δημόσιας Δαπάνης αντιστοίχως). Η είσπραξη δε της ως άνω επιχορήγησης ουδόλως αμφισβητήθηκε από τους κατηγορουμένους.
Εντούτοις, παρόλο που λειτουργούσε η επιδοτούμενη μονάδα οι κατηγορούμενοι που εκπροσωπούσαν την άνω ανώνυμη εταιρεία δεν φρόντισαν για την έκδοση της κατά νόμο άδειας λειτουργίας. Ο μάρτυρας υπερασπίσεως
κατέθεσε ότι....η έκδοση της άδειας λειτουργίας αναγόταν στις συμβατικές υποχρεώσεις της εργολάβου, τις οποίες αθέτησε. Εξ αυτών προκύπτει και η πλήρης γνώση των κατηγορουμένων περί της λειτουργίας της επιχείρησης χωρίς την έκδοση της προβλεπόμενης από το νόμο άδειας κατά παράβαση των όρων της εγκριτικής απόφασης επιχορήγησης και εντεύθεν της γένεσης της ευθύνης των προς επιστροφή στο Δημόσιο του ποσού της επιδότησης, δηλαδή της γενέσεως του αντίστοιχου χρέους προς το Δημόσιο.
Στο πλαίσιο δε επανελέγχου στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης....διαπιστώθηκε ότι λειτουργούσε χωρίς την κατά νομό άδεια ....και κατόπιν τούτου διατάχθηκε η επιστροφή στο Δημόσιο του ποσού της καταβληθείσας επιχορήγησης....Συνακόλουθα τούτων και σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη (όπου, με παραπομπές και στη νομολογία, γίνεται αναφορά των διατάξεων, σύμφωνα με τις οποίες, σε περίπτωση ανακλήσεως της καταβληθείσας υπό του Δημοσίου επιχορηγήσεως σε ανώνυμη εταιρία, μετά τη διαπίστωση παραβάσεως εκ μέρους της όρου της εγκριτικής απόφασης, για την είσπραξη των οφειλών αυτών προς το Δημόσιο, ευθύνονται αλληλεγγύως με την υπόχρεη προς επιστροφή της επιχορήγησης ανώνυμη εταιρία και οι έχοντες τις παραπάνω ιδιότητες των αναιρεσειόντων κατά την αντίστοιχη διαχειριστική περίοδο κατά τη διάρκεια της οποίας έλαβε χώρα η παραβίαση όρου της εγκριτικής πράξεως), οι κατηγορούμενοι υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητες, είναι αυτουργοί του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής των προαναφερόμενων χρεών προς το Δημόσιο που έχουν βεβαιωθεί σε βάρος τους και τα οποία γεννήθηκαν και ανάγονται στο χρόνο που είχαν τις ιδιότητες αυτές, δηλαδή στον κρίσιμο χρόνο που συντελέστηκε η ως άνω παράβαση...".
Συνεπώς από την παραπάνω νομική τους θέση στην ως άνω ανώνυμη εταιρία προκύπτει η υποχρέωση τους να καταβάλουν το εταιρικό χρέος, για τη μη καταβολή του οποίου υπέχουν ποινική ευθύνη κατ’ άρθρο 25 παρ. 2 περ. α του ν. 1882/1990 σε συνδυασμό και με την παρ. 3 αυτού, διατάξεις τις οποίες ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε εν προκειμένω η προσβαλλομένη απόφαση (ΑΠ 1461/13, ΑΠ 1130/13, ΑΠ 291/12, ΑΠ 704/12), ουδεμία δε ασάφεια υφίσταται αναφορικά με το αν οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για εταιρικά ή ατομικά αυτών χρέη.
Περαιτέρω, η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι το Δικαστήριο της ουσίας, με το να απορρίψει τον ισχυρισμό τους ότι η πράξη που τους αποδίδεται, δεν οφείλεται σε δόλια προαίρεση αυτών, αλλά στην κήρυξη της ως άνω ανώνυμης εταιρίας σε κατάσταση πτωχεύσεως με την 10779/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύτηκε την 26/3/2010, ορίζοντας ως χρόνο παύσης των πληρωμών της την 27-7-09, δηλαδή πριν από την βεβαίωση των επίμαχων οφειλών, αφενός εσφαλμένα ερμήνευσε την ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 679 του Εμπ.
Ν. και 2 του Α. Ν. 635/1937 (προφανώς εννοούν τις διατάξεις των άρθρων 17 και 172 του Ν. 3588/16-9-2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", που ίσχυε κατά τον χρόνο εκείνο), και αφετέρου, δεν διέλαβε στην απόφαση του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν είναι βάσιμη. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός των αναιρεσειόντων περί μη δυνατότητας πληρωμής των οφειλομένων προς το Δημόσιο Χρεών λόγω πτώχευσης της εκπροσωπούμενης απ’ αυτούς ανωνύμου εταιρίας, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό με την έννοια που αναπτύχθηκε πιο πάνω, αλλά απλό αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, αφού ενεργεί ως στοιχείο του δόλου και τίποτε περισσότερο.
Δεν απαιτείται δε ειδική αιτιολογία του δόλου ούτε στην προκειμένη περίπτωση, κατά την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν για παράβαση του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 και η ανώνυμη εταιρία, της οποίας ήσαν Πρόεδρος του ΔΣ ο πρώτος και εντεταλμένος σύμβουλος ο δεύτερος, είχε κηρυχθεί σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού και στην περίπτωση αυτή η προβλεπόμενη αξιόποινη πράξη προϋποθέτει δόλο, ο οποίος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξης.
Συνεπώς το δικαστήριο δεν όφειλε να απαντήσει επ’ αυτού. Αυτό όμως ως εκ περισσού απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό με την πιο πάνω αναφερόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ενώ η απαγόρευση καταβολής από την κήρυξη της πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας και μετά, αφορά αποκλειστικά και μόνο το σύνδικο της πτωχεύσεως, που αυτός και μόνο εκπροσωπεί την εταιρία και επομένως οι αναιρεσείοντες είχαν ποινική ευθύνη για τα προπτωχευτικά χρέη της ανωτέρω ΑΕ, που οι ίδιοι εκ της διοικήσεως της με τις ανωτέρω ιδιότητες τους δημιούργησαν προς το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ και Ε’ ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση πλήττεται με την επίκληση των παραπάνω αιτιάσεων για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 358, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου που δεν αναγνώστηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ Α’ ΚΠΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 περίπτωση δ’ του ίδιου Κώδικα, λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό μέσο, εκτός αν αυτό αποτελεί στοιχείο του κατηγορητηρίου ή το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος ή είναι έγγραφο διαδικαστικό ή αναφέρεται απλώς διηγηματικά στην απόφαση ή το περιεχόμενο του προκύπτει από άλλα αποδεικτικά μέσα, λ.χ. από κατάθεση μάρτυρος ή από άλλα αναγνωσθέντα έγγραφα, διότι, στην περίπτωση αυτή, γνωρίζει ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορος του την κατηγορία, προκειμένου να αντιτάξει την υπεράσπιση του κατ’ αυτής και κατ’ ακολουθία μέσω των αναγνωσθέντων εγγράφων γνωρίζει και το περιεχόμενο των μη αναγνωσθέντων εγγράφων αυτών και μπορούσε αν το ήθελε να ασκήσει τα κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά δικαιώματα του.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του την, αφορώσα την ανωτέρω ... "εγκριτική απόφαση επιχορήγησης" χωρίς, όμως, το έγγραφο αυτό να αναγνωσθεί κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας και χωρίς το περιεχόμενο του να προκύπτει από άλλα νομίμως ληφθέντα υπόψη και αναφερόμενα στο σκεπτικό αποδεικτικά στοιχεία.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από την, επιτρεπτή για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης και των αναγνωσθέντων εγγράφων, προκύπτει ότι το παραπάνω έγγραφο μνημονεύεται επαρκώς κατά το περιεχόμενο του στο περιεχόμενο εγγράφων που αναγνώσθηκαν κατά την αποδεικτική διαδικασία και συγκεκριμένα στα προσκομισθέντα από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων και αναγνωσθέντα με αύξοντες αριθμούς 1 και 2 (σελ. 9) υπ’ αριθμ.
πρωτ. .../08.11.2005 και .../09.08.2004 έγγραφα-αποφάσεις του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Ωσαύτως, το περιεχόμενο του παραπάνω εγγράφου, αναφορικά με την άδεια λειτουργίας της προαναφερθείσας επιχείρησης, προκύπτει και από την κατάθεση του Γ. Μ. στο ακροατήριο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου αλλά και από το περιεχόμενο του προσκομισθέντος από τους συνηγόρους των αναιρεσειόντων και αναγνωσθέντος με αύξ.
αριθμ. 12 (σελ. 10) υπ’ αριθμ. πρωτ. .../23-4-10 εγγράφου με τίτλο "Αποστολή απόφασης Δημοσιονομικής Διόρθωσης". Τέλος, εφόσον, με βάση την προαναφερθείσα "εγκριτική απόφαση επιχορήγησης", η παραπάνω ανώνυμη εταιρία έλαβε την επίδικη επιχορήγηση, το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου ήταν γνωστό στους αναιρεσείοντες που την εκπροσωπούσαν και επομένως δια των συνηγόρων τους μπορούσαν να ασκήσουν τα κατ’ άρθρο 358 ΚΠΔ υπερασπιστικά δικαιώματα τους.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27-4-2015 (αριθμ. πρωτ. .../28-42015) κοινή αίτηση των Γ. Λ. του Π., κατοίκου ... και Δ. Λ. του Π., ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 198/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Νοεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 10 Νοεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ