Legislator Case Law & Legislation
1637/2012 AI generated

1637/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1637/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 και 904 ΑΚ. Αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ’ αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, δεν θα κατέβαλε και σ’ αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή. Ο Άρειος Πάγος κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την αγωγή.

Legislator headnote

AI generated

1637/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Keywords

AI generated
unemployment due to technical progress misuse of a computer electronic data processing termination of service abandonment of employment limited work availability
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1637 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 και 904 ΑΚ. Αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσιβλήτων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ’ αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, δεν θα κατέβαλε και σ’ αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή. Ο Άρειος Πάγος κρατεί την υπόθεση και απορρίπτει την αγωγή.

Αριθμός 1637/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 16 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Φραγκούλη. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Π., 2) Κ. Ξ., 3) Ε. Α., 4) Κ. - Μ. Π., 5) Β. Β., 6) Ζ. Ζ., 7) Μ. Χ., 8) Ο. Κ., 9) Μ. Κ., 10) Μ. - Ε. Κ., 11) Γ. Κ., 12) Γ. Κ., 13) Ά. Π., 14) Π. Ξ., 15) Γ. Κ., 16) Ι. Π., 17) Μ. Τ., 18) Ε. Ζ., 19) Ι. Δ., 20) Α. Τ., 21) Χ. Ρ., 22) Κ. Τ., 23) Ζ. Β., 24) Β. Κ. και 25) Α. Κ., όλων κατοίκων …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-12-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και της Μ. Μ., που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5744/2003 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-12-2003 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 551/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 5744/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 5112/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-11-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 18-10-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος διάδικος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Στην προκείμενη περίπτωση, μετά από αναβολή κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-11-2011, συζητήθηκε κατά τη σημερινή (16-10-2012), η από 11-1-2010 αίτηση του αναιρεσείοντος, για αναίρεση της 5112/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, ότι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, στην παραπάνω δικάσιμο, δεν εμφανίστηκαν οι αναιρεσίβλητοι, ούτε υπέβαλαν την, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, δήλωση μη παράστασης στο ακροατήριο.

Από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, με αριθμ. 11009β, 11010β, 11007β/9-7-2012, 10988β/5-7-2012, 11002β, 11011β, 11012β, 11008β, 11003β/9-7-2012, 10991β/5-7-2012, 11006β, 11013β, 11004β/9-7-2012, 10985β, 10986β/5-7-2012, 11005β/9-7-2012, 10991β, 10993β, 10989β, 10990β, 10987β/5-7-2012, 11014β, 11015β/9-7-2012, 10994/5-7-2012 του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ... και 83Β'/7-8-2012 της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Χίου ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της, από 26-6-2012, βεβαίωσης του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, περί αναβολής της εκδίκασης της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης για την παρούσα δικάσιμο και κλήσεως προς εμφάνιση κατ' αυτήν, επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομίμως και εμπροθέσμως, σε όλους τους αναιρεσίβλητους.

Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες εκθέσεις επιδόσεως, 10219β, 10220β, 10223β/25-5-2011, 10169β/9-5-2011, 10225β, 10221β, 10212β, 10122β, 10217β/25-5-2011, 10190β/18-5-2011, 10215β, 10224β, 10218β/25-5-2011, 10171β, 10172β/9-5-2011, 10216β/25-5-2011, 10174β, 10173β, 10168β, 10175β, 10170β/9-5-2011, 10183β/17-5-2011, 10300β/20-6-2011, 10176β/9-5-2011 του δικαστικού επιμελητή ... και 11472/26-7-2011 της δικαστικής επιμελήτριας ... προκύπτει ότι και αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επιδόθηκε, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, στους ίδιους αναιρεσίβλητους.

Επομένως, πρέπει, να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, κατά τον οποίο όποιος έγινε πλουσιότερος, χωρίς νόμιμη αιτία, από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου όπως και επί των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων κατ' αυτών από σχέση εργασίας και ειδικότερα στις περιπτώσεις άκυρης πρόσληψης υπαλλήλου ή ανάθεσης σε αυτόν καθηκόντων αλλότριων του κλάδου, στον οποίο έχει προσληφθεί.

Και αυτό διότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 6 του Συντάγματος, απαγορεύεται η πρόσληψη υπαλλήλου από αυτά σε μη νομοθετημένη θέση. Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, δηλαδή η πρόσληψη σε μη νομοθετημένη θέση, συνεπάγεται την ακυρότητα της πρόσληψης ή αντίστοιχα την ακυρότητα της ανάθεσης αλλότριων καθηκόντων (ως οιονεί σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου) και συνακόλουθα συνιστά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την εργασία, η οποία παρασχέθηκε σε αυτό και από την οποία αυτό κατέστη πλουσιότερο.

Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στο μισθό που θα κατέβαλε ο εργοδότης σε πρόσωπο το οποίο θα προσλάμβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση και θα είχε τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνο που παρέσχε την εργασία (ΟλΑΠ 218/1977).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την 551/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αναιρέσεως κατά της 5744/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κρινομένη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, κρίθηκε ότι από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 προκύπτει, ότι από την έναρξη της ισχύος αυτού (1-1-1997) καταργήθηκαν, μεταξύ άλλων, και οι υπ' αριθ. 88555/3293/4-10-1988, 2048842/6017/0022/6-5-1989 και 2006402/481/0022/30-1-1995 κοινές Υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες είχε προβλεφθεί η χορήγηση του επιδόματος πληροφορικής σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων και ότι το προβλεπόμενο από τις διατάξεις του νόμου αυτού επίδομα πληροφορικής καταβάλλεται έκτοτε υπό διαφορετικές και αυστηρότερες προϋποθέσεις, μόνο σε ειδικευμένους υπαλλήλους που ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, υπηρετούν κατά πλήρες ωράριο εργασίας σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής και κατέχουν τα προσόντα που ορίζονται στο Π.Δ. 194/1988 ενώ προβλέπεται ρητά ότι δεν καταβάλλεται τούτο σε απλές ειδικότητες, όπως σε χρήστες Η/Υ.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, δέχθηκε ότι 1) από την προσβληθείσα απόφαση προέκυπτε, ότι με βάση τα περιστατικά που δέχτηκε το Πρωτοδικείο, οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί, ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, διότι, πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι, που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής, και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλους σπουδών και 2) η ως άνω ουσιώδης διαφορά της κατηγορίας στην οποία ανήκουν οι αναιρεσίβλητοι και οι ειδικευμένοι, με τίτλους σπουδών, υπάλληλοι του άρθρου 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997, δικαιολογεί την χορήγηση του εν λόγω επιδόματος μόνο στους τελευταίους, και δεν καθιστά την ειδική αυτή ρύθμιση αντίθετη προς την συνταγματική αρχή και ισότητας.

Στη συνέχεια, με βάση τα παραπάνω, κατέληξε στην κρίση, ότι το Πρωτοδικείο, που κατέληξε σε αντίθετο συμπέρασμα, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 αρ. 11 του Ν. 2470/1997 και 4 παρ. 1, σε συνδυασμό με 22 παρ. 1β' του Συντάγματος και με την ίδια απόφασή του αναίρεσε την παραπάνω απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση προς, εκ νέου, έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δεσμευόμενο από την αναιρετική απόφαση, ως προς το νομικό ζήτημα που με αυτήν λύθηκε, (άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ), δέχθηκε ότι, εσφαλμένα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, είναι νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, δεχόμενο ότι οι εν λόγω ενάγοντες που απασχολήθηκαν ως χειριστές Η/Υ σε τμήματα, όπου δεν προβλέπονται οργανικές θέσεις χειριστών Η/Υ δικαιούνται το ένδικο επίδομα βάσει του άρθρου 8 του Ν. 2470/1997 και της συνταγματικής αρχής της ισότητας και αφού εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση του (πλην του κεφαλαίου αυτής που αφορά στην 23η ενάγουσα Μ.

Μ.), κράτησε την αγωγή, τη δίκασε και την απέρριψε, ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη. Στη συνέχεια, ερευνώντας την επικουρική βάση της, που δεν εξετάσθηκε πρωτοδίκως, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα εξής : Οι ενάγοντες (πλην της 23ης Μ. Μ.) προσελήφθησαν και εργάζονται από ετών στο εναγόμενο, ως διοικητικοί υπάλληλοι με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (μέχρι την 31-10-2000, οπότε μονιμοποιήθηκαν), προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό και ανήκοντες οι 1η, 2η, 3η, 5ος, 7η, 8η, 22η, 25η, και 26η στον κλάδο ΤΕ, οι 1η και 24η στον κλάδο ΠΕ και οι υπόλοιποι στον κλάδο ΔΕ.

Κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1999 μέχρι 31-10-2000, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους, χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων). Από την εργασία αυτή των εναγόντων, στους οποίους το εναγόμενο ανέθεσε αλλότρια καθήκοντα, ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997 να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Επομένως, το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία με ζημία των εναγόντων και υποχρεούται, κατ' άρθρο 904 ΑΚ, να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά. Με τις παραδοχές αυτές δέχθηκε την αγωγή και υποχρέωσε το αναιρεσείον να τους καταβάλει αυτά. Κρίνοντας, όμως, έτσι το Πρωτοδικείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 8 αριθμ. 11 του Ν. 2470/1997 και 904 ΑΚ .

Ειδικότερα : Σύμφωνα με τις παραδοχές της απόφασης 1) οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται με το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου και προσφέρουν τις υπηρεσίες τους σε αυτό ως διοικητικό προσωπικό κλάδων ΠΕ, ΤΕ και ΔΕ, 2) προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι λειτουργικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, σε όσα τμήματα και διευθύνσεις αυτού δεν προβλέπονταν οργανικές θέσεις προγραμματιστών και χειριστών ηλεκτρονικών υπολογιστών, ανατέθηκαν, κατόπιν εντολής του, στους αναιρεσίβλητους τα καθήκοντα αυτά, τα οποία άσκησαν οι τελευταίοι απασχολούμενοι κατά πλήρες ωράριο, κυρίως και αποκλειστικώς με την εισαγωγή και επεξεργασία στοιχείων και εγγράφων του αντικειμένου της εργασίας τους στον ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1999 μέχρι 31.10.2000, 3) από την παραπάνω εργασία των αναιρεσίβλητων το αναιρεσείον ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής, που θα όφειλε να καταβάλλει κάτω από άλλες περιστάσεις, αν δηλαδή είχε συστήσει οργανικές θέσεις της ειδικότητας του χειριστή ηλεκτρονικού υπολογιστή, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του και 4) οι αναιρεσίβλητοι μισθωτοί ανήκουν σε διαφορετική κατηγορία μισθωτών από εκείνη των μισθωτών στους οποίους χορηγήθηκε το επίδομα των άρθρων 8 αριθ. 11 του Ν. 2470/1997 και 8 αριθ. 8 του Ν. 3205/2003 (από 1.1.2004), καθόσον πέραν του ότι ασχολούνται αποκλειστικά με τη χρήση Η/Υ και έχουν παρακολουθήσει ειδικά προγράμματα και σεμινάρια για Η/Υ, δεν είναι ειδικευμένοι υπάλληλοι που να ανήκουν οργανικά σε κλάδους πληροφορικής και να υπηρετούν σε νομοθετημένες υπηρεσίες, διευθύνσεις, τμήματα ή κέντρα πληροφορικής, ούτε κατέχουν τους απαιτούμενους για την υπηρεσία σε τέτοιες διευθύνσεις τμήματα ή κέντρα τίτλων σπουδών.

Συνεπώς, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι. Ως εκ τούτου, από τις παραδοχές της απόφασης, που προαναφέρθηκαν, δεν θεμελιώνεται ο πλουτισμός του εναγομένου σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσίβλητων, συνιστάμενος, στην προκειμένη περίπτωση, όπως δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, στο μισθό (επίδομα πληροφορικής), που θα κατέβαλε το αναιρεσείον (εργοδότης) σε πρόσωπα τα οποία θα προσλάβανε με έγκυρη εργασιακή σύμβαση, θα ασκούσαν τα ίδια καθήκοντα και θα είχαν τις ίδιες ικανότητες και τα ίδια προσόντα με εκείνα, που παρέσχον την εργασία δηλαδή τους αναιρεσίβλητους. Επομένως είναι βάσιμος ο, από το άρθρο 560 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο το αναιρεσείον επικαλείται την παραπάνω πλημμέλεια και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος αυτό.

Σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ. α' ΚΠολΔ, όπως είχε ήδη αντικατασταθεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως με το άρθρο 12 παρ.4 του ν. 4055/2012 (ΦΕΚ Α' 51/12.3.2012,), "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αρ. 1,2,3,6 έως 17,19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για παραπέρα εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε. Αν όμως αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται δεύτερη παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης".

Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, με την από 19-12-2001 αγωγή τους, ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν και εργάζονται από ετών στο εναγόμενο ΝΠΔΔ, ως διοικητικοί υπάλληλοι, με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσφέροντας συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως διοικητικό προσωπικό και ανήκοντες οι 1η, 2η, 3η, 5ος, 7η, 8η, 22η, 25η, και 26η στον κλάδο ΤΕ, οι 1η και 24η στον κλάδο ΠΕ και οι υπόλοιποι στον κλάδο ΔΕ.

Ότι, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 1-1-1999 μέχρι 31-10-2000, κατ' εντολήν της υπηρεσίας τους, χειρίζονταν, σε όλη τη διάρκεια του ωραρίου τους, αποκλειστικά ηλεκτρονικό υπολογιστή για να καλύπτουν τις σχετικές ανάγκες σε χειριστές αυτών (ελλείψει πρόβλεψης σχετικών οργανικών θέσεων), από την εργασία τους δε αυτή ήτοι του χειριστή Η/Υ, το τελευταίο ωφελήθηκε το επίδομα πληροφορικής που θα όφειλε, με βάση το άρθρο 8 παρ. 11 του ν. 2470/1997, να καταβάλει, αν είχε συστήσει επιπλέον των υπαρχόντων βάσει του Οργανισμού του ισάριθμες με τους ενάγοντες οργανικές θέσεις του κλάδου Πληροφορικής, προκειμένου να καλύψει τις ανάγκες του.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, επικαλούμενοι δε ότι το εναγόμενο κατέστη πλουσιότερο χωρίς νόμιμη αιτία, με ζημία των, ζήτησαν, κυρίως με βάση την αρχή της ισότητας και επικουρικά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 904 ΑΚ, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους καταβάλει τα αιτούμενα ποσά, τα οποία, όπως ισχυρίζονται, θα κατέβαλε σε άλλους μισθωτούς που θα προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας και οι οποίοι θα είχαν τα ίδια προσόντα και ικανότητες με αυτούς και θα κατείχαν την προς τούτο απαιτούμενη οργανική θέση χειριστή Η/Υ.

Όπως προαναφέρθηκε, με την 551/2007 απόφαση του δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε επί αναιρέσεως κατά της 5744/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η κρινομένη αγωγή, κατά την κυρία βάση της, αναιρέθηκε η παραπάνω απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς, εκ νέου, έρευνα, στο ίδιο δικαστήριο.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξαφάνισε την εκκληθείσα απόφαση, δίκασε την αγωγή και την απέρριψε, ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, τη δέχθηκε όμως κατά την επικουρική του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Με το παραπάνω όμως περιεχόμενο, η αγωγή δεν είναι νόμιμη και κατά τη βάση της αυτή, διότι, αν το αναιρεσείον προσελάμβανε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, άλλους υπαλλήλους, με τα προσόντα των αναιρεσίβλητων και τις ικανότητες των, ανέθετε δε σ' αυτούς την άσκηση των ίδιων καθηκόντων και πάλι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, δεν θα κατέβαλε και σ' αυτούς το επίδομα πληροφορικής, διότι και αυτοί δεν θα κατείχαν τους απαιτούμενους σε τέτοιες διευθύνσεις και τμήματα τίτλους σπουδών, ούτε θα ήταν ειδικευμένοι υπάλληλοι.

Επομένως, και δοθέντος ότι, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν επιτρέπεται δεύτερη παραπομπή, πρέπει ο Άρειος Πάγος να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της. Στη συνέχεια να απορρίψει, ως μη νόμιμη, την αγωγή, κατά τη βάση του αδικαιολογήτου πλουτισμού, ως προς την οποία έγινε δεκτή η αγωγή από το εφετείο. Οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες πρέπει να καταδικαστούν σε μέρος από τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος-εναγομένου, διότι η ερμηνεία των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (αρθ. 176, 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5112/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 19-12-2001 αγωγή, ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους - ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος - εναγομένου, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ