1637/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2006 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/4/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 9/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρόντος 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Legislator headnote
AI generated1637/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Full text
Απόφαση 1637 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1637/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Δημητρίου Λοβέρδου), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεοχάρη Μέγα.
Των αναιρεσίβλητων: Ψ1, Ψ2 και Ψ3, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ναούμ Τζίφρα, ενώ οι 2ος και 3ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/5/2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καστοριάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2006 οριστική του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23/4/2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 9/5/2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του παρόντος 1ου αναιρεσίβλητου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1, 2 και 3, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός τη συζήτηση ή όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους. Στην προκείμενη περίπτωση από τις 12291B/6.3.2008 και 12292Β/6.3.2008, εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Καστοριάς Τιμολέοντος Λιάκα τις οποίες προσκομίζει ο αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 23.4.2006 αιτήσεως αναιρέσεως της 247/2006 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με τη πράξη ορισμού δικασίμου και την κλήση προς συζήτηση κατά την ως άνω δικάσιμο (19.5.2008), επεδόθησαν, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, ο οποίος δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου επισπεύδει την συζήτηση, στον δεύτερο, και τον τρίτο εκ των αναιρεσιβλήτων. Πλην όμως αυτοί, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος Δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση, κατά την οποία, η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσαν σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573§1 και 242§2 ΚΠολΔ.. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους κατά το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ..
ΙΙ. Επειδή κατά το άρθρο 131 ΑΚ η δήλωση βουλήσεως είναι άκυρη αν κατά το χρόνο που αυτή γίνεται εκείνος που προβαίνει στη δήλωση δεν έχει συνείδηση των πράξεων του ή δεν είχε τη χρήση του λογικού επειδή έπασχε από πνευματική ασθένεια. Έλλειψη συνειδήσεως των πραττομένων υπάρχει όταν λείπει η δυνατότητα διαγνώσεως της ουσίας και του περιεχομένου της επιχειρουμένης πράξεως και συνιστά παροδική διατάραξη που δεν οφείλεται σε ασθένεια.
Στέρηση της χρήσεως του λογικού υπάρχει όταν αποκλείεται ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεως με λογικούς υπολογισμούς και μπορεί να είναι παροδική ή διαρκής. (ΑΠ 319/200). Κρίσιμος χρόνος για τη διανοητική κατάσταση του προσώπου είναι η στιγμή της δηλώσεως της βουλήσεως, γεγονότα δε προγενέστερα ή μεταγενέστερα από τα οποία εμμέσως μπορεί αυτή να συναχθεί, δεν είναι ουσιώδη. (ΑΠ 1493/1995).
Εξάλλου κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.
Και κατά την έννοια του εδαφίου 19 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 12-13/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, εδέχθη, ανελέγκτως, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Η Α, γεννήθηκε το έτος ..., στο ... και απεβίωσε, χωρίς να αφήσει διαθήκη, την ... στην Καστοριά, καταλείποντας μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της, τα τέκνα της Χ (ενάγοντα) και Ψ1 (πρώτο εναγόμενο).
Κατά τη διάρκεια της ζωής της και μέχρι λίγους μήνες πριν χα θάνατο της, η Α κατοικούσε στην ..., σε διαμέρισμα που βρίσκονταν σε οικοδομή ιδιοκτησίας της, κείμενη στην οδό ..., αρχικά μαζί με το σύζυγο της, Βκαι μετά το θάνατο αυτού, στις ..., μόνη της. Σε διαφορετικά διαμερίσματα της ίδιας οικοδομής κατοικούσαν οι διάδικοι.
Στις ..., συντάχθηκε στην οικία της από το συμβολαιογράφο Καστοριάς Στέργιο Τέζια του Γεωργίου (μάρτυρας ανταπόδειξης) το με αριθμ. .../...πληρεξούσιο έγγραφο, με το οποίο η Α παρείχε στον πρώτο εναγόμενο την εντολή και πληρεξουσιότητα να διαχειρίζεται όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία τρίτο και στον εαυτό του με αυτοσύμβαση, ακίνητα της, να προβαίνει σε γονικές παροχές κινητών ή ακινήτων στοιχείων της περιουσίας της και να κινεί τους τραπεζικούς της λογαριασμούς, αναλαμβάνοντας οιοδήποτε χρηματικό ποσό από αυτούς.
Στις ..., δυνάμει του ανωτέρω πληρεξουσίου, ο πρώτος εναγόμενος προέβη στις ακόλουθες ενέργειες: α) στην κατάρτιση του με αριθμ. .../...συμβολαίου σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας επί της ως άνω οικοδομής, β) στη μεταβίβαση στον εαυτό του (αυτοσύμβαση), λόγω γονικής παροχής, με το υπ' αριθμ. .../...συμβόλαιο, της ψιλής κυριότητας πέντε διηρημένων ιδιοκτησιών της ίδιας οικοδομής, γ) στη μεταβίβαση λόγω δωρεάς στον ανήλικο κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, γιο του, Ψ2 (δεύτερο εναγόμενο), όπως εκπροσωπούντος νόμιμα από τον ίδιο και τη σύζυγό του Γ (μη διάδικο), του δικαιώματος ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου της ίδιας οικοδομής, με το υπ' αριθμ. .../...συμβόλαιο και δ) στη μεταβίβαση λόγω δωρεάς στον ανήλικο, κατά το χρόνο κατάρτισης της δικαιοπραξίας, γιο του Ψ3 (τρίτο εναγόμενο), όπως αυτός εκπροσωπούνταν νόμιμα από τον ίδιο και την σύζυγο του, του δικαιώματος ψιλής κυριότητας ενός διαμερίσματος του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου της ίδιας οικοδομής, με το υπ' αριθμ. .../...συμβόλαιο.
Όλα τα παραπάνω συμβόλαια συντάχθηκαν από το συμβολαιογράφο Στέργιο Τέζια. Τα παραπάνω περιστατικά δεν αμφισβήτησαν ειδικά οι εναγόμενοι, από αυτό δε σε συνδυασμό με την γενική άρνηση τους και το σύνολο των ισχυρισμών τους, το Δικαστήριο συνάγει ότι ομολογούν (άρθρ. 261 εδ. τελευταίο ΚΠολΔ.). Επίσης, ο πρώτος εναγόμενος στις ..., δήλωσε στην "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε" απώλεια των βιβλιαρίων των με αριθ. ....., .....
και ..... λογαριασμών προθεσμιακών καταθέσεων σε συνάλλαγμα που η Ευαγγελία Παπαγιάννη τηρούσε σε αυτή, ποσού 2.733,11 CAD, 15.101,38 USD και 8.735,01 DΕΜ, αντίστοιχα και αφού έκλεισε τους παραπάνω λογαριασμούς, κατέθεσε το σύνολο των χρηματικών ποσών που υπήρχαν σε αυτούς στους με αριθμ. ..., ... και ... κοινούς λογαριασμούς που άνοιξε στην ίδια τράπεζα, με συνδικαιούχους τη μητέρα του και το δεύτερο εναγόμενο.
Το σύνολο σχεδόν των κατατεθειμένων στους τρεις νέους λογαριασμούς χρηματικών ποσών, εκταμίευσε ο δεύτερος εναγόμενος, στις ... . Ακόμη, ο πρώτος εναγόμενος, κατά το χρονικό διάστημα από 16-3-2000 έως 3-7-2000, με διαδοχικές αναλήψεις εκταμίευσε από το με αριθμ. ..... λογαριασμό που η μητέρα του τηρούσε στην "Εμπορική Τράπεζα", συνολικό ποσό των 9.930.000 δραχμών.
Ο ενάγων, ισχυρίζεται ότι η μητέρα από το έτος 1997 έπασχε από ανοϊκή συνδρομή τύπου Alzheimer, εξαιτίας της οποίας, κατά την κατάρτιση του με αριθμ. .../... πληρεξουσίου, δεν είχε συνείδηση των πραττομένων της υπό την έννοια ότι αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας που επιχείρησε και ότι εξαιτίας της διαταραχής στην οποία βρίσκονταν αποκλείονταν σε αυτήν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης, με λογικούς υπολογισμούς.
Από τα προσκομιζόμενα όμως αποδεικτικά στοιχεία ιδιαίτερα τις ιατρικές βεβαιώσεις, εφόσον το θέμα είναι κατ' εξοχήν ιατρικής φύσεως, δεν αποδεικνύεται ότι κατά το χρόνο καταρτίσεως των ανωτέρω δικαιοπραξιών η Α δεν είχε συνείδηση των πραττομένων. Ειδικώτερα προσκομίζεται η από 2-3-02 ιατρική γνωμάτευση του ψυχιάτρου Δ.
Σ' αυτήν αναφέρεται ότι αυτή παρουσιάζει ανοϊκή συνδρομή με πτώση των ανωτέρω ψυχικών λειτουργιών μνήμης κρίσεως προσανατολισμού και ότι οι πρώτες εκδηλώσεις διαταραχής εμφανίσθηκαν από το έτος 1995. Από το συνημμένο ίδιας ημερομηνίας έγγραφο του ιδίου ψυχιάτρου (εν έτει 2002 ) της δίδεται για πρώτη φορά φαρμακευτική RERUNQ το οποίο φάρμακο δεν αναφέρεται στις προσκομιζόμενες ιατρικές συνταγές, προγενεστέρων ετών.
Σύμφωνα με το από 10-12-2001 "παραπεμπτικό έγγραφο για παρακλινική εξέταση του ΙΚΑ" η ανωτέρω έχει ανάγκη θεραπείας για την προαναφερόμενη ασθένεια. Προσκομίζεται η από 3-10-02 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των ψυχιάτρων Ε και ΣΤ διορισθέντων δυνάμει της αρ. 90/565/90/2002 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς που έκρινε επί αιτήσεως θέσεως της ως άνω υπό δικαστική συμπαράσταση.
Σ' αυτήν αναφέρεται ότι σε ηλικία 70 ετών (προ πενταετίας της ημερομηνίας της εκθέσεως πραγματογνωσύνης) διενεργήθηκε αξονική τομογραφία εγκεφάλου και διεγνώσθη ατροφία εγκεφάλου. Επακολουθεί η αναφορά συμπτωμάτων και συμπερασματικούς αναφέρεται ότι "η εξετασθείσα παρουσιάζει ανοϊκή συνδρομή τύπου Alzheimer προχωρημένου σταδίου με πλήρη αδυναμία αυτοσυντηρήσεως και αυτοεξυπηρετήσεως, ως και δικαιοπρακτικής ικανότητας".
Προσκομίζονται οι σελίδες του Ασφαλιστικού της βιβλιαρίου. Στις 5-2-97 αναφέρεται σ' αυτές ατροφία εγκεφάλου αλλά τις δίδεται φαρμακευτική αγωγή προς αντιμετώπιση του κεντρικού ιλίγγου, αιτίας αναφερομένης στην ανωτέρω έκθεση πραγματογνωμοσύνης ως λόγο για τον οποίο έγινε η τομογραφία. Επίσης προσκομίζει και το από 24-11-02 έγγραφο του Γεν.
Νομαρ. Νοσοκομείου Καστοριάς όπου αναφέρεται ότι νοσηλεύθηκε από 18-11-02 έως 24-11-02 ως πάσχουσα από "Ανοϊκό σύνδρομο πιθανό". Περαιτέρω το επικαλούμενο τμήμα του συνταγολογίου μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο έχει ημερομηνίες του έτους 2002. Από τα ανωτέρα προσκομιζόμενα έγγραφα τα περισσότερα των οποίων έχουν συνταχθεί και αναφέρονται στην κατάσταση της υγείας της το έτος 2002, πλην του αναφερομένου ιστορικού στο ασφαλιστικό της βιβλιάριο δεν αποδεικνύεται ότι κατά τον ένδικο χρόνο, τέλος 1999 αρχές 2000 η ανωτέρω είχε προσβληθεί από την άνω ασθένεια και με περαιτέρω συνέπεια την έλλειψη συνείδησης των πραττομένων και τον αποφασιστικό περιορισμό της λειτουργίας της βούλησης της κατά τον κρίσιμο χρόνο εκδήλωσης της δικαιοπρακτικής της βούλησης.
Δεν προσκομίζονται αποδείξεις ιατρικής φύσεως από τις οποίες να φαίνεται ότι αυτή κατά τον ενδιάμεσα χρόνο παρακολουθούνταν από ιατρούς και ελάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Η εκ του ασφαλιστικού της βιβλιαρίου συναγόμενη ατροφία εγκεφάλου δεν συνοδεύεται από εξιστόρηση συμπτωμάτων, παρακολουθήσεις από ιατρούς, κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή ώστε να δικαιολογήσει μόνιμη διαταραχή του νού ή μείωση της ικανότητας αντικειμενικού ελέγχου της πραγματικότητας.
Ο πρώτος των ανωτέρω πραγματογνωμόνων ιατρών εξετάσας αυτήν στις 20-3-2000 βρήκε αυτήν ως αναφέρει στη σχετική του βεβαίωση "χωρίς παθογνωμικά, κλινικά, νευροψυχιατρικά, ευρήματα". Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τα εξής γεγονότα. - Το Δεκέμβριο του έτους 1999, η Α διέμενε μόνη της σε διαμέρισμα επί της οδού ...
γεγονός που μεταξύ άλλων υποδηλώνει ότι ήταν ικανή να αυτοεξυπηρετείται. Στις αρχές του ίδιου έτους και συγκεκριμένα στις ... μετέβη στο γραφείο του συμβολαιογράφου Καστοριάς, Κωνσταντίνου Γκολομπία του Χρήστου και κατέθεσε ιδιόγραφη διαθήκη της, συντάχθηκε δε η με αριθμ. ..... πράξη κατάθεσης ιδιόγραφης διαθήκης.
Την εν λόγω διαθήκη η Α ανέλαβε αργότερα. Στις ..., με το υπ' αριθμ. .../...πληρεξούσιο που συντάχθηκε στην οικία της από τον ίδιο ως άνω συμβολαιογράφο Καστοριάς, η Α, παρείχε την εντολή και πληρεξουσιότητα στο σύζυγο της Βνα διαχειρίζεται την ακίνητη περιουσίας της. Στις ..., μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Καστοριάς, Άννας Μπουζάλη - Νίκου και ανακάλεσε την πληρεξουσιότητα που είχε δώσει στο πρώτο εναγόμενο με το υπ' αριθμ. .....
πληρεξούσιο, με την υπ' αριθμ. ..... πράξη ανάκλησης, η οποία επιδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο. Ακολούθως, στις 18-9-2000, μετέβη στο γραφείο της συμβολαιογράφου Καστοριάς Αναστασίας Παπακώστα - Πλυτά προκειμένου να μεταβιβάσει στον ενάγοντα, με γονική παροχή, την κυριότητα τριών διηρημένων ιδιοκτησιών από την οικοδομή που βρίσκεται στην οδός ...
και συντάχθηκε η με αριθμ. ..... γονική παροχή ψιλής κυριότητας. Επίσης, στις ..., συνέταξε τη με αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Καστοριάς, Μαριάνθης Εμμανουηλίδου, σχολιασμός και αναφορά της οποίας υπέρ των απόψεων των εναγομένων δίνεται στην αρ. 24/24-10-01 διάταξη του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς.
Κανένα από τους ανωτέρω συμ/φους, δεν διαπίστωσε την ανικανότητα της να προβεί σε νομικές πράξεις. Επίσης, στις 7-6-2001, η Α άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς, σε βάρος των ιδίων εναγομένων, τη με αριθμ. κατάθεσης 603/89/2001 αγωγή, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του με αριθμ. ..... πληρεξουσίου για το λόγο ότι εξαπατήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο και προχώρησε στην υπογραφή του πιστεύοντας ότι πρόκειται για πληρεξούσιο που έδινε σε αυτόν περιορισμένη εξουσία για είσπραξη της σύνταξης της.
Το ίδιο περιεχόμενο έχει και η από 13-6-2001 έγκληση που η Α, υπέβαλλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Καστοριάς, η οποία απορρίφθηκε με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. 24/2001 διάταξη του ως αβάσιμη στην ουσία της. Ο ενάγων αντικρούοντας τα ανωτέρω ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω ενέργειες (άσκηση αγωγής, υποβολή έγκλησης), "επινοήθηκαν" από αυτόν και τα σχετικά δικόγραφα κατατέθηκαν "χωρίς αυτή (η μητέρα του) να γνωρίζει τι κάνει".
Λογικό ωστόσο θα ήταν, εφόσον ο ενάγων ισχυρίζεται ότι οι ανωτέρω διαδικασίες (ποινική και πολιτική) κινήθηκαν από αυτόν, να επικαλεστεί και τότε την επικαλούμενη σήμερα πνευματική διαταραχή της μητέρας του και όχι να επινοήσει περιστατικά που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, όπως ήδη ισχυρίζεται.
Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι στη με αριθμ. 24/2001 διάταξη του Εισαγγελέα αναφέρεται ότι στην υπ' αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση, η Α δήλωσε τον τρόπο με τον οποίο επιθυμούσε να μοιρασθεί η περιουσία της στα παιδιά της και ότι το περιεχόμενο της δήλωσης της αυτής, συμπίπτει κατά το μεγαλύτερο μέρος με τις μεταβιβάσεις που έγιναν με το προσβαλλόμενο πληρεξούσιο, διαφοροποιούμενη μόνο ως προς ένα διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου, ενώ περιλαμβάνει επιπλέον και χωράφια.
Το επιχείρημα του ενάγοντα ότι η έλλειψη συνείδησης των πραττομένων κατά τη σύνταξη του προσβαλλόμενου πληρεξουσίου αποδεικνύεται από το γεγονός ότι η μητέρα του μετά τη σύνταξη του και τη μεταβίβαση του συνόλου των διηρημένων ιδιοκτησιών από τον πρώτο εναγόμενο, στη συνέχεια μεταβίβασε η ίδια την ψιλή κυριότητα τριών από τις ιδιοκτησίες της ίδιας οικοδομής με γονική παροχή σε αυτόν, δεν είναι ικανό να οδηγήσει το Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, αναφορικά με τη διανοητική κατάσταση της μητέρας του στις 23-12-1999, καθώς μία τέτοια ενέργεια μπορεί να οφείλεται σε άγνοια των πράξεων μεταβίβασης, στις οποίες, όπως ήδη εκτέθηκε, είχε προβεί μόνος του ο πρώτος εναγόμενος, ως αντιπρόσωπος της, ή σε εσφαλμένη νομική εκτίμηση των συνεπειών της ανάκλησης του με αριθμ. .....
πληρεξουσίου, με την υπ' αριθμ. ..... ανάκληση. Μειωμένης αποδεικτικής αξίας είναι για το εξεταζόμενο ζήτημα η κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, Ζ, σύμφωνα με τον οποίο, κατά τα έτη 1997 έως τον Οκτώβριο του έτους 1999, μετέφερε με το επαγγελματικό του αυτοκίνητο (ΤΑΧΙ) πέντε ή έξι φορές την Α μαζί με το σύζυγο της στη Θεσσαλονίκη, προκειμένου να επισκεφθεί ιατρούς -νευρολόγους, διότι δεν συνοδεύεται από σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, ικανά να αποδείξουν τόσο τις επισκέψεις, όσο και, κυρίως το σκοπό αυτών.
Από τον ενάγοντα προσκομίζεται, επίσης η με αριθμ. ..... ένορκη βεβαίωση των Η, γουνεργάτη και Θ, αυτοκινητιστή, οι οποίοι καταθέτουν ότι η Α, από το έτος 1997 αντιμετώπιζε προβλήματα υγείας, δεν μπορούσε να επικοινωνήσει με το περιβάλλον και να διαχειρισθεί τις υποθέσεις της λόγω της κακής διανοητικής της κατάστασης.
Οι παραπάνω μαρτυρίες ουδόλως πειστικές κρίνονται, καθώς περιορίζονται σε γενικές διαπιστώσεις, χωρίς να περιγράφουν κάποιο πραγματικό περιστατικό από το οποίο να προκύπτει πως οι μάρτυρες κατέληξαν στα ανωτέρω συμπεράσματα, ενόψει μάλιστα και της προφανούς έλλειψης ειδικών προς τούτο γνώσεων, ενώ παράλληλα καμία μνεία δεν κάνουν για το είδος των σχέσεων που τους συνέδεαν με την Α, οι οποίες τους επέτρεψαν να αντιληφθούν τα όσα μαρτυρούν.
Τα αυτά δύνανται να λεχθούν και δια την ένορκη κατάθεση του δικηγόρου Καστοριάς Χρήστο Τσακλίδη ενόψει των ως άνω που αφορούν και άλλους συμ/φους.- Εξάλλου, όσον αφορά στον κρίσιμο χρόνο κατάρτισης του πληρεξουσίου, κατηγορηματική περί της καταστάσεως της ως άνω υπήρξε η κατάθεση του συντάξαντος αυτό, συμβολαιογράφου Στέργιου Τέξια, ο οποίος, εξεταζόμενος ανταποδεικτικά, κατέθεσε ότι καθ' όλη τη διάρκεια της επίσκεψης του στην οικία της Α, την οποία χαρακτήρισε "καλοστεκούμενη", δεν υπέπεσε στην αντίληψη του οιοδήποτε σύμπτωμα της ψυχοδιανοητικής κατάστασης που επικαλείται ο ενάγων".
Ακολούθως το Εφετείο, κατ' επικύρωση της εκκληθείσης αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου έκρινε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, δια της οποίας ζητήθηκε η ακύρωση των ανωτέρω εκποιητικών συμβάσεων δια τον στο άρθρο 131 ΑΚ αναφερόμενο λόγο. Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαλαμβανόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ούτε στέρησε την απόφαση νομίμου βάσεως λόγω, δήθεν, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε στην απόφασή του, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο οδηγήθηκε και τα πραγματικά γεγονότα που ήσαν αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες και εφήρμοσε.
Επομένως, ο πρώτος και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου δεν προβλέπεται λόγος εξαιρέσεως συμβολαιογράφου εξεταζομένου ως μάρτυρος σε δίκη προσβολής του υπ' αυτού συνταγέντος συμβολαίου, ούτε είναι εξαιρετέος ο συμβολαιογράφος κατ' άρθρο 400 παρ.3 ΚΠολΔ, εκ μόνης της ως άνω προσβολής του υπό αυτού συνταχθέντος συμβολαίου, αφού αυτός δεν προσδοκά εκ μόνο του γεγονότος ότι το συνέταξε άμεσο και βεβαία ωφέλεια ή βλάβη ως αναγκαία συνέπεια της εκβάσεως της δίκης. Επομένως το Εφετείο ορθώς απέρριψε την ένσταση εξαιρέσεως του μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων Στεργίου Τέζια συμβολαιογράφου που συνέταξε το προσβαλλόμενο συμβόλαιο και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 23.04.2006 αίτηση για αναίρεση της 247/2006 απόφασης του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ