Legislator Case Law & Legislation
1636/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on burden of proof error, upholding lower court's rejection of public domain claim.

Case Number 1636/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against the Aegean Court of Appeal's decision rejecting the plaintiff's claim to public domain land. The State argued the lower court erred in not accepting public documents as full proof of ownership, but the court found the appeal based on a false premise. Consequently, the appeal was rejected, and the State was ordered to pay reduced legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559 no. 13 and 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on alleged error in applying burden of proof rules is inadmissible if the lower court's decision rests on a false premise rather than a legal misapplication.

Keywords

AI generated
burden of proof error public domain claim appeal admissibility false premise appeal legal costs allocation property ownership dispute Aegean Sea land

Cited Legislation

AI generated
Article 559 no. 13 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 no. 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 no. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 no. 1 of Law 3693/1957
Common Decision 134423/1992 of the Ministers of Finance and Justice

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1636 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1636/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γ. Καλαμαρίδη-Εισηγητή, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... (...) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Κοντοθανάση, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-12-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: …2018 μη οριστική, …2021 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και …2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από ...2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από ...2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η ...2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της ...2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σύρου. Με την τελευταία αυτή απόφαση και αφού είχε προηγηθεί η έκδοση της ...2018 μη οριστικής απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έγινε δεκτή η από 5-12-2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή είχε ζητήσει, μετά από νόμιμο περιορισμό του αιτήματός της, να αναγνωρισθεί η κυριότητά της σε ένα ακίνητο εμβαδού 85.738,34 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." του Δήμου Πάρου νομού Κυκλάδων, το οποίο απέκτησε με το αναφερόμενο συμβόλαιο αγοραπωλησίας από τον αληθή κύριο αυτού. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 5..., 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι κατά συνέπεια παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 του ίδιου Κώδικα βάρος της απόδειξης, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος αυτό διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφαση θα επιβάλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων, το δε πεδίο εφαρμογής του έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης.

Το αντικειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας. Η εσφαλμένη κατανομή τούτου, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης.

Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στην νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (ΑΠ 284/2021, ΑΠ 385/2021, ΑΠ 1182/2018). Στην προκείμενη περίπτωση, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, περί ιδίας κυριότητας αυτού επί του επιδίκου, για τους οποίους θα γίνει λόγος στη συνέχεια, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 1747/2022).

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), πρέπει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών του και εντεύθεν της απόρριψής τους τις φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι ο ενάγων (ΑΠ 419/2020).

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τη διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, ως προς τους προταθέντες από το αναιρεσείον-εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμούς ιδίας κυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου:

α) δικαιώματι πολέμου, ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους στην ιδιοκτησία του οποίου ανήκε και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης β) άλλως, ως χορτολιβαδική έκταση, γ) άλλως δυνάμει τακτικής και δ) άλλως δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, εκτιμώντας ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί συνιστούν ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και απορρίπτοντας αυτούς ως αναπόδεικτους, για τους λεπτομερώς εκτιθέμενους στην απόφασή του λόγους, δεν υπέπεσε στην νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της απόδειξης, καθ' όσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο-αναιρεσείον και όχι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα.

Οι υπόλοιπες δε αιτιάσεις που περιλαμβάνονται στο εξεταζόμενο λόγο είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες, δεδομένου ότι το αναιρεσείον, υπό το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, βάλλει κατά των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, που είναι ανέλεγκτες αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα, όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, κατ' άρθρο 1051 ΑΚ (ΑΠ 887/2021).

Δεν απαιτείται, δηλαδή, ειδική διαδοχή στο δικαίωμα κυριότητας επί του πράγματος, αλλά αρκεί απλώς η διαδοχή στη νομή, η οποία επέρχεται με την ειδική παράδοση της νομής, η οποία γίνεται ατύπως με τη βούληση του τέως νομέα. Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.

Τέτοιες δε πράξεις είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η οριοθέτηση, η περιμάνδρωση, η περιτοίχιση και η καταμέτρηση των διαστάσεών του κτλ. χωρίς παράλληλα να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επιμέρους πράξεων μέσα στον χρόνο της χρησικτησίας. (ΑΠ 292/2014, ΑΠ 852/2013).

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, προκύπτει ότι για να είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), πρέπει το πράγμα να είναι δεκτικό χρησικτησίας και να μην εξαιρείται αυτής. Η επιδεκτικότητα όμως του πράγματος ως αντικειμένου χρησικτησίας, καθώς και η μη εξαίρεσή του από αυτήν, δεν αποτελούν στοιχείο της βάσης της αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, στηριζόμενης σε χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αλλά εναπόκειται στον εναγόμενο να επικαλεστεί, κατ' ένσταση και, αν αμφισβητηθεί, να αποδείξει (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ) ότι το πράγμα είναι ανεπίδεκτο χρησικτησίας ή ότι εξαιρείται αυτής, δεδομένου ότι, τόσο οι διατάξεις των άρθρων 1054 - 1055 ΑΚ, όσο και οι διατάξεις ειδικών νόμων που προβλέπουν ότι ορισμένα πράγματα δεν είναι δεκτικά χρησικτησίας (τακτικής ή έκτακτης) ή ότι εξαιρούνται αυτής, θεσπίζουν εξαιρέσεις του κανόνα για την κτήση κυριότητας με τον πρωτότυπο αυτό τρόπο.

Το ίδιο ισχύει και όταν αντίδικος του χρησιδεσπόζοντος είναι το Δημόσιο, τα ακίνητα του οποίου μετά την 11-9-1915 εξαιρούνται της χρησικτησίας. Επομένως, αν ο ενάγων (ιδιώτης) επικαλείται παράγωγο τρόπο (π.χ. αγορά) κτήσης κυριότητας του ακινήτου και το Δημόσιο αμφισβητεί την κυριότητα των δικαιοπαρόχων του, τότε θα πρέπει ο ενάγων να αποδείξει και την κυριότητα αυτών, μέχρι να αναχθεί σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, που κατά κανόνα θα είναι η χρησικτησία και δη η έκτακτη.

Στις περιπτώσεις δε αυτές φέρει το βάρος να αποδείξει μόνο τις θετικές προϋποθέσεις της χρησικτησίας και όχι τις αρνητικές, όπως ότι το ακίνητο δεν είναι αντικείμενο επιδεκτικό χρησικτησίας ή ότι δεν εξαιρείται αυτής, επειδή δεν είναι δημόσιο. Ο ισχυρισμός ότι το ακίνητο εξαιρείται του θεσμού της χρησικτησίας, επειδή είναι δημόσιο, αποτελεί ένσταση και πρέπει, ως τέτοια, να προταθεί στη δίκη από το εναγόμενο Δημόσιο, με αναγωγή σε κάποιο νόμιμο τρόπο κτήσης κυριότητας.

Πέραν τούτων, όμως, το Δημόσιο, το οποίο δεν έχει εξοπλιστεί από το νομοθέτη με ένα γενικό τεκμήριο κυριότητας, το οποίο θα το απαλλάσσει από το βάρος απόδειξης των παραγωγικών του δικαιώματός του γεγονότων, σε κάθε περίπτωση που ισχυρίζεται ότι έχει την κυριότητα ενός ακινήτου, θα πρέπει παράλληλα να επικαλείται το συγκεκριμένο τίτλο κτήσης του, αποδεικνύοντας τα παραγωγικά του γεγονότα (άρθρο 338 παρ.1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, θα πρέπει να ισχυριστεί, μεταξύ άλλων, ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα και περιήλθε στην κυριότητά του, διότι: α) κατά τις διατάξεις του από 10-7-1837 βδ "περί διακρίσεως κτημάτων", ήταν αδέσποτο κατά το χρόνο εκείνο, β) κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του από 17-29.11.1836 βδ "περί ιδιωτικών δασών", ήταν δάσος, και δεν προσκομίσθηκαν στην οριζόμενη ετήσια προθεσμία οι τυχόν υφιστάμενοι τίτλοι ιδιοκτησίας προς την επί των Οικονομικών Γραμματεία, γ) κατά τις διατάξεις του από 3-15.12.1833 βδ ήταν λιβάδι ή βοσκότοπος, δ) είναι δημόσια γαία, που περιήλθε σ' αυτό κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, σύμφωνα με την από 27.6/9.7.1832 συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και τα από 21.1/3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1.7.1830 πρωτόκολλα του Λονδίνου ή κατά το άρθρο 60 παρ. 1 της συνθήκης της Λωζάνης, που κυρώθηκε με το από 25/25-08-1923 ΝΔ., ε) κατά τις διατάξεις των άρθρων 62 παρ. 1 του ν. 998/1979, 2 παρ. 2 του ν.δ. 86/1969 και 46 του ν. 4173/1929, είχε ανέκαθεν δασικό χαρακτήρα και στ) περιήλθε στην κυριότητά του με τακτική άλλως με έκτακτη χρησικτησία, αφού μετά την απελευθέρωση της χώρας από τους Τούρκους το νεμόταν, καθώς και τη μεγαλύτερη έκταση που το περιβάλλει, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ασκώντας όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του διακατοχικές πράξεις, όπως φύλαξη, αναδασώσεις, πράξεις χαρακτηρισμού, εκδόσεις πρωτοκόλλων διοικητικής αποβολής κλπ.

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Δημοσίου συνιστούν ενστάσεις (ΑΠ 1747/2022, ΑΠ 117/2020). Στην περίπτωση αυτή ο ενάγων ιδιώτης μπορεί να επικαλεστεί κατ' αντένσταση, καθ' υποφορά με την αγωγή του ή με τις προτάσεις του (κύριο σώμα αυτών ή με την προσθήκη), ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του νέμονταν το ακίνητο με καλή πίστη για χρονικό διάστημα τουλάχιστον τριάντα ετών πριν τις ...1915, οι οποίοι έτσι κατέστησαν κύριοι του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία χωρεί με τις ανωτέρω προϋποθέσεις και σε δημόσια κτήματα, σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν. 2 παρ. 20 Πανδ. (....4), ν. 6 πρ.

Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3.) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", και μάλιστα ανεξάρτητα της φύσης αυτών, αν δηλαδή πρόκειται για δάσος ή βοσκότοπο ή άλλης μορφής ακίνητο (Ολ ΑΠ 75/1987, ΑΠ 246/2023).

Θα πρέπει, βέβαια, να σημειωθεί εδώ, ότι εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις ...1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 385/2021, ΑΠ 850/2019). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 2 Εισ. (2-19), 3 Εισ. (3-1), 14 Πανδ. (38.16) του βρδ, οι οικείοι (sui), δηλαδή τα ανήλικα τέκνα του κληρονομουμένου, που τελούσαν υπό την άμεση πατρική εξουσία του τελευταίου, κατά το χρόνο του θανάτου του, αποκτούσαν αυτοδικαίως την κληρονομία του εξουσιαστή πατέρα τους, χωρίς τη γνώση ή βούλησή τους, είτε επρόκειτο για κληρονομική διαδοχή από το νόμο (εξ αδιαθέτου), είτε από διαθήκη.

Επί κληρονομικής, επομένως, διαδοχής, που έλαβε χώρα υπό την ισχύ του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, πρέπει, για την πληρότητα, κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, της διεκδικητικής ή αναγνωριστικής κυριότητας αγωγής, να αναφέρονται σ' αυτή τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία για την επαγωγή της κληρονομιάς στον κληρονόμο, δηλαδή είτε το ότι ο τελευταίος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, ανήλικος και τελούσε υπό την άμεση πατρική εξουσία αυτού, οπότε η κληρονομία επάγεται αυτοδικαίως σ' αυτόν, είτε ότι ο ίδιος υπεισήλθε στην κληρονομιά με ρητή ή σιωπηρή δήλωσή του και αναμείχθηκε σ' αυτή με πρόθεση κληρονόμου.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαιτείται η επίκληση στην αγωγή συγκεκριμένων υλικών πράξεων, από τις οποίες εμφαίνεται η βούληση του κληρονόμου να αποκτήσει την κληρονομιά, ενώ μόνη η επίκληση του γεγονότος ότι το κληρονομιαίο ακίνητο περιήλθε στον κληρονόμο από κληρονομική διαδοχή δεν αρκεί για το ορισμένο της αγωγής (ΑΠ 289/2016, ΑΠ 217/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παράβαση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, διατείνεται ότι με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και με την έφεσή του ισχυρίστηκε ότι η αγωγή της αναιρεσίβλητης είναι αόριστη, καθώς δεν αναφέρονται σ' αυτήν συγκεκριμένες πράξεις νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων της στο επίδικο ακίνητο, μέχρι την αναγωγή σε πρωτότυπο τρόπο κτήσης και μάλιστα συμπληρωμένες μέχρι την 11-9-1915, δεδομένου ότι προέβαλε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό ότι το επίδικο είναι δημόσιο κτήμα και μάλιστα χορτολιβαδικής μορφής.

Ότι, επίσης, η αγωγή είναι αόριστη, καθώς δεν αναφέρονται σε αυτήν με ποιες συγκεκριμένα πράξεις νομής οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης νεμήθηκαν το επίδικο επί τριάντα χρόνια μέχρι τις 11-9-1915 και κατέστησαν έτσι κύριοι του επιδίκου ακινήτου. Ότι, επίσης, ενώ αναφέρεται στην αγωγή ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Μ.

Σ. απέκτησε το επίδικο ακίνητο δυνάμει της ...1921 δημόσιας διαθήκης του αποθανόντος το 1923 πατέρα του Ν. Σ. και ο οποίος ήταν προφανώς ενήλικος, δεν αναφέρονται στην αγωγή συγκεκριμένες πράξεις νομής του επί του επιδίκου, από τις οποίες να προκύπτει η ανάμειξή του στην κληρονομιά του πατέρα του. Ότι, τέλος, δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης Δ.

Δ., Ε. Α. και Α. Δ. είχαν αποκτήσει την επίδικη έκταση από συγκεκριμένα κατονομαζόμενα πρόσωπα, τα οποία ετύγχαναν και κύριοι αυτής, άλλως ότι είχαν αποκτήσει την επίδικη έκταση με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, ήτοι με πράξεις νομής και καλή πίστη επί τριάντα έτη ήδη από το 1885 και μέχρι το 1915. Ότι τον ανωτέρω ισχυρισμό περί αοριστίας της αγωγής επανέφερε με λόγο έφεσης και στο Εφετείο, το οποίο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή, υποπίπτοντας έτσι στην πιο πάνω αναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια.

Όπως προκύπτει από την ένδικη αγωγή της, η οποία παραδεκτά επισκοπείται για την έρευνα του αναιρετικού λόγου, η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι έγινε κυρία του επίδικου ακινήτου δυνάμει του ...2000 συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την ...2001 πράξη τυπικής επανάληψης συμβολαίου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, με αγορά από τον αληθή κύριο αυτού Μ.

Σ.. Εξέθετε δε στη συνέχεια, καθ' υποφοράν με την αγωγή της, ότι ο τελευταίος είχε αποκτήσει την κυριότητα του επιδίκου από κληρονομιά του αληθινού κυρίου αυτού, πατέρα του Μ. Σ., που απεβίωσε στις ...1949, έχοντας εγκαταστήσει αυτόν ως κληρονόμο του με την ...1948 δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, την οποία κληρονομιά αυτός αποδέχθηκε δυνάμει της ...1976 δήλωσης αποδοχής κληρονομίας, η οποία μεταγράφηκε νόμιμα, όπως αυτή διορθώθηκε στη συνέχεια με την ...2000 συμβολαιογραφική πράξη, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι ο Μ. Σ. είχε καταστεί κύριος του επιδίκου ακινήτου από κληρονομιά του πατέρα του, Ν. Σ., που απεβίωσε πριν την ...1923, έχοντας εγκαταστήσει αυτόν ως κληρονόμο του με την ...1921 δημόσια διαθήκη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα. Ότι ο Ν. Σ. είχε αποκτήσει το επίδικο με αγορά από τους (συγ)κυρίους αυτού Ε. Α., Α. Δ. και Δ. Δ.

με το ...1901 συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι η Ε. Α. είχε καταστεί (συγ)κυρία κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου με το ...1883 συμβολαιογραφικό προσύμφωνο, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο Δ. Δ. είχε καταστεί (συγ)κύριος κατά το ίδιο ποσοστό με το ...1901 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενώ, όσον αφορά την Α.

Δ., (συγ)κυρία του υπολοίπου ποσοστού εξ αδιαιρέτου, ο τίτλος κτήσης αυτής έχει καταστραφεί. Ότι τόσο η ίδια, όσο και οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοί της, αλλά και οι δικαιοπάροχοι των τελευταίων ως άνω απώτατων δικαιοπαρόχων της είχαν καταστεί διαδοχικά κύριοι του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς, τουλάχιστον από το έτος 1880 και έως την άσκηση της αγωγής το κατείχαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, ενεργώντας επ' αυτού τις αναφερόμενες πράξεις νομής και συγκεκριμένα, καλλιεργώντας διαχρονικά όλη την επιφάνειά του ή τμήματα αυτού με κριθάρι, καλλιεργώντας αμπέλι μέσα σε αυτό, απομεινάρια του οποίου υπήρχαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια, έχοντάς το και ως βοσκότοπο για τα ζώα τους (κατσίκες, πρόβατα, αγελάδες κλπ), εκμισθώνοντάς το σε τρίτους ως αγρό ή και ως βοσκότοπο, χαρτογραφώντας το δια τοπογραφικών διαγραμμάτων, περιφράσσοντάς το πανταχόθεν και οριοθετώντας το με ξερολιθιές, επισκευάζοντας την περίφραξη και αντικαθιστώντας αυτήν με πασσάλους, εποπτεύοντας και ελέγχοντας τα περιμετρικά όριά του και απαγορεύοντας την είσοδο σε αυτό στους πάντες, πλην των κατά καιρούς μισθωτών τους, με συνυπολογισμό στο χρόνο νομής εκάστου νομέα και του χρόνου νομής του προηγούμενου δικαιοπαρόχου, τον οποίο διαδεχόταν και έχοντας σε κάθε περίπτωση και όσον αφορά τους απώτατους δικαιοπαρόχους της καλόπιστη διανοία κυρίου νομή επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις 11-9-1915.

Εξ άλλου, από το γεγονός ότι γίνεται επίκληση των πράξεων νομής όλων των απώτερων και απώτατων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης επί του επιδίκου ακινήτου, καθίσταται σαφές ότι και ο απώτατος δικαιοπάροχός της Μ. Σ. άσκησε τις ίδιες πράξεις νομής επί του επιδίκου, αποδεχόμενος έτσι σιωπηρά με ανάμειξη την κληρονομία του πατέρα του Ν.

Σ., που απεβίωσε το έτος 1923. Αναφέρεται δε περαιτέρω στην αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης ότι και οι δικαιοπάροχοι των Δ. Δ., Ε. Α. και Α. Δ. νέμονταν με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και με τις πιο πάνω αναφερόμενες πράξεις νομής το επίδικο ακίνητο από το έτος 1880, ώστε ο Ν. Σ., που απέκτησε από τους ανωτέρω το ακίνητο το έτος 1901 και συνεχίζοντας να νέμεται αυτό με τις ίδιες πράξεις νομής και προσμετρώντας στο χρόνο νομής του το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων του, κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και συγκεκριμένα με την άσκηση πράξεων νομής επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις 11-9-1915.

Ενόψει των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη και συνεπώς, όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης περί αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην οποία, όπως ισχυρίζεται, υπέπεσε το Εφετείο, είναι αβάσιμα. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7ης Ραμαζάν έτους 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησία (μούλκια) (οικόπεδα, οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες κλπ), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες (μιριγιέ), (τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης (τεσσαρούφ), (γ) τις αφιερωμένες γαίες (βακούφια), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες (μετρουκέ) (οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες (μεβάτ) (τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά το χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Ωθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επαναστάσεως και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην,κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης (ΑΠ 34/2019).

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ενώ στα νησιά των Κυκλάδων, μεταξύ των οποίων και η Πάρος, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι, οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (OλΑΠ 1/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 15.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) και που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και επομένως και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριός τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.

ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΝΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λιβαδιών" κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά και οι Κοινότητες ως προς τα κοινοτικά λιβάδια διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 987/2017).

Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019).

Έτι περαιτέρω, με το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και την υπαγωγή τους στον νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2022, ΟλΑΠ 2/2021).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 § 1 του ΚΠολΔ. Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή, ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου ή των διαδίκων, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1551/2021, ΑΠ 1304/2021).

Ο από την ανωτέρω διάταξη λόγος αναίρεσης είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση γιατί παραβίασε εκ πλαγίου κανόνα δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων παραβιάστηκε κανόνας δικαίου, να πλήττει την απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 536/2022, ΑΠ 1055/2018, ΑΠ 1225/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά από το Εφετείο τα ακόλουθα: ?Η επίδικη έκταση, όπως το αίτημα της αγωγής περιορίστηκε, αποτελεί τμήμα ευρύτερης εδαφικής έκτασης, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Νήσου Πάρου, εκτός των ορίων οικισμού, έχει εμβαδόν 161.585,00 τ.μ., περιέχει μία αγροικία εμβαδού 147,16 τ.μ., ένα κατάστημα εμβαδού 93,40 τ.μ.

και ένα υπαίθριο μπαρ εμβαδού 33,44 τ.μ., εμφαίνεται δε στο από μηνός Ιουνίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ., που έχει προσαρτηθεί στην υπ' αριθμ. ...2000 πράξη της συμβολαιογράφου … Ε. Ι. με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Θ.Ι.Κ.Λ.Μ.Ν.Ξ.Ο.Π.Ρ.Σ.Τ.Α. και συνορεύει: Βόρεια επί πλευράς ΟΠ μήκους μέτρων τετρακοσίων σαράντα και τριάντα εκατοστών (440,30) με παραλία, επί πλευράς ΝΜ μήκους μέτρων εκατόν σαράντα και δέκα εκατοστών (140,10) και επί πλευράς ΛΜ μήκους μέτρων ογδόντα οκτώ (88,00) με ιδιοκτησία Ι.

Μ., επί πλευράς ΚΛ μήκους μέτρων είκοσι επτά και είκοσι εκατοστών (27,20) με ιδιοκτησία Γ. Γ. και επί πλευράς ΖΗ μήκους μέτρων ενενήντα έξι και πενήντα εκατοστών (96,50) εν μέρει με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Σ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Γ., Νότια επί πλευράς ΕΔ μήκους μέτρων ογδόντα πέντε και δέκα πέντε εκατοστών (85,15) με αγροτικό δρόμο (ξηρόρεμα) επί πλευράς ΒΓ μήκους μέτρων εκατόν εννέα και πενήντα εκατοστών (109,50) με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ.

Σ., επί πλευράς ΘΙ μήκους μέτρων εβδομήντα οκτώ και εβδομήντα εκατοστών (78,70) με έτερη ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Σ., επί πλευράς ΑΤ μήκους μέτρων πενήντα τεσσάρων (54,00) με παραλία, επί πλευράς ΣΤ μήκους μέτρων διακοσίων πέντε και πενήντα εκατοστών (205,50) εν μέρει με γραμμή παραλίας, εν μέρει με παραλία και επί πλευράς ΝΞ μήκους μέτρων εκατόν πενήντα έξι και εξήντα εκατοστών (156,60) με ιδιοκτησία Ι.

Μ., Δυτικά επί πλευράς ΑΒ μήκους μέτρων εκατόν εννέα και εβδομήντα εκατοστών (109,70) με παραλία, επί πλευράς ΓΔ μήκους μέτρων εκατόν δεκατριών και είκοσι εκατοστών (113,20) με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Σ., επί πλευρά ΣΡ μήκους μέτρων τριακοσίων τριάντα οκτώ και δέκα εκατοστών (338,10) και επί πλευράς ΡΠ μήκους μέτρων τετρακοσίων πενήντα επτά και δέκα εκατοστών (457,10) με παραλία (κατά υπολογισμό του μεγίστου χειμερίου κύματος) και Ανατολικά επί πλευράς ΙΚ μήκους μέτρων εκατόν τριάντα εννέα και εξήντα εκατοστών (139,60) με ιδιοκτησία Γ.

Γ., επί πλευράς ΗΘ μήκους μέτρων ενενήντα εννέα και ογδόντα εκατοστών (99,80) με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. Σ. και επί πλευράς ΕΖ μήκους μέτρων εκατόν τριάντα και τριάντα εκατοστών (130,30) με ιδιοκτησία "... ΑΕ", επί πλευράς ΞΟ συνολικού μήκους μέτρων τετρακοσίων δεκατριών και τριάντα εκατοστών (...3,30) εν μέρει με ιδιοκτησία Δήμου Πάρου, εν μέρει με ιδιοκτησία Α.

Δ., Ι. Κ., Σ. Π., Τ. Φ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Θ. και επί πλευράς ΝΞ μήκους μέτρων εκατόν πενήντα έξι και εξήντα εκατοστών (156,60) με ιδιοκτησία Ι. Μ.. Σύμφωνα με το ίδιο τοπογραφικό διάγραμμα, που φέρει την υπεύθυνη δήλωση του μηχανικού κατά Ν. 651/77, ότι το γήπεδο αυτό βρίσκεται εκτός των ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών και είναι άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με το Π.Δ.16-6-1993 (ΦΕΚ 732 Δ'/7-7-93), το ανωτέρω ακίνητο αποτελείται από τα εξής τμήματα: 1) το τμήμα του γηπέδου αυτού γεωργικής έκτασης, εμβαδού δέκα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα τετραγωνικών μέτρων (10.660,00), το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΞΟ'ΦΥΞ', 2) το τμήμα του γηπέδου αυτού γεωργικής έκτασης, εμβαδού τετραγωνικών μέτρων σαράντα εννέα χιλιάδων τριακοσίων είκοσι εννέα και εξήντα εκατοστών (49.329,60), το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Α.Β.Γ.Δ.Ε.Ζ.Η.Θ.Ι.Κ.Λ.Μ.Ν.Τ.Ε.

και στο οποίο υφίστανται τα προαναφερόμενα ακίνητα κτίσματα, και 3) το τμήμα του γηπέδου αυτού (επίδικο, πριν τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής) χορτολιβαδικής έκτασης εμβαδού τετραγωνικών μέτρων εκατόν ενός χιλιάδων πεντακοσίων εξήντα εννέα (101.569,00), το οποίο φαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Ν.Ξ.Ξ'.Υ.Φ.Ο'.Ο.Π.Ρ.Σ.Τ.Ν.

Κατά την ενάγουσα η επίδικη έκταση περιήλθε σε αυτήν με παράγωγο τρόπο, απώτερος δε δικαιοπάροχός της ήταν ο Ν. Σ. του Π. με μεταγεγραμμένο τίτλο κτήσης αναγόμενο στο έτος 1901 και απώτατοι δικαιοπάροχοί της, οι Ε. συζ. Δ. Α., Δ. Ν.. Δ. και Α. Ν.. Δ., με μεταγεγραμμένους τίτλους κτήσης αναγόμενους στα έτη 1901 και 1883.

Ειδικότερα, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...2000 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου … Ε. Ι., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο ... και αριθμό ..., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...2001 πράξη τυπικής επανάληψης συμβολαίου της συμβολαιογράφου … Σ. Π. - Λ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στον τόμο ...

και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, η ενάγουσα απέκτησε με αγορά από τον Μ. Σ. του Μ. και της Φ. ως πωλητή, το ανωτέρω περιγραφέν ακίνητο. Ο άμεσος δικαιοπάροχός της Μ. Μ. Σ., απέκτησε με τη σειρά του το επίδικο ακίνητο από κληρονομιά του πατέρα του Μ. Σ. του Ν. και της Ε., ο οποίος πέθανε στις ...1949 και σύμφωνα με την υπ' αριθμόν ...1948 δημόσια διαθήκη που συντάχθηκε ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου … Κ.

Ι. Γ. και δημοσιεύθηκε δυνάμει του υπ' αριθμόν ......1948 πρακτικού δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σύρου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμό ….1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου … Δ. Κ., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο ... και με αριθμό ..., και την υπ' αριθμόν ...2000 πράξη διόρθωσης και συμπληρωματικής αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Πάρου Ε.

Ι., που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό .... Περαιτέρω, στον Μ. Σ. του Ν. το ανωτέρω ακίνητο είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Σ. του Π., δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1921 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου … Φ. Σ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. ...1923 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σύρου, ο οποίος αναμείχθηκε ενεργά στην περιουσία του πατέρα του, χωρίς να απαιτείται μεταγραφή σχετικής δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, καθόσον κατά το τότε εφαρμοζόμενο βυζαντινορωμαϊκό δίκαιο (άρθρ. 92 ΕισΝΑΚ) και συγκεκριμένα τις διατάξεις των ν. 12 πανδ. (28.7) ν. 14 παρ.8 πανδ. (11.7) και ν. 69 πανδ. (29.2) του εν λόγω προϊσχύσαντος ΒΡΔ, οι εκούσιοι ή εξωτικοί κληρονόμοι αποκτούσαν την κληρονομία με μονομερή δήλωση της βούλησής τους για αποδοχή αυτής, που αποτελεί δικαιοπραξία μη απευθυντέα (υπεισέλευση) στην κληρονομιά, είτε ρητή (έγγραφη ή προφορική), είτε σιωπηρή, συναγόμενη από συμπεριφορά ή πράξεις που φανερώνουν την πρόθεση εκείνου που καλείται στην κληρονομία για ανάμειξη σ' αυτή και απόκτησή της.

Επίσης, κατά το ίδιο δίκαιο, η από την κληρονομία κτήση εμπραγμάτου δικαιώματος επί ακινήτου δεν υποβαλλόταν σε μεταγραφή και η κτήση της κληρονομίας είχε αναδρομικά αποτελέσματα, ήτοι ανέτρεχε στο χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου... Ο δε απώτερος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Ν. Σ. του Π., απέκτησε το ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση με το υπ' αριθμό ...1901 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φ.

Σ., που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Πάρου, στον τόμο .. με αύξοντα αριθμό ..., με αγορά από τους Ε. συζ. Δ. Α., Α. Ν.. Δ. και Δ. Ν.. Δ.. Τέλος, στους απώτατους δικαιπαρόχους της ενάγουσας και συγκεκριμένα στην Ε. Α. είχε περιέλθει κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου, δυνάμει του υπ' αριθμό ...1883 προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου … Μ., που μεταγράφηκε στον τόμο ..

και αριθμό ... των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Πάρου και στον Δ. Δ. κατά το 1/3 εξ αδιαιρέτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1901 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Φ. Σ., που μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμό … των βιβλίων μεταγραφών του Δήμου Πάρου. Όσον αφορά δε στην Α. Ν.. Δ., ο τίτλος έχει καταστραφεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο βαρύνεται με δουλεία διόδου, καθώς δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1990 πράξης αναγνώρισης πραγματικής δουλείας δρόμου και προσδιορισμού περιεχομένου της, του συμβολαιογράφου Ι. Η. Γ., που έχει νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο ...

με αριθμό ..., σε βάρος του τμήματος του ανωτέρω ακινήτου, του περιγραφομένου στην αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως βοσκοτόπου εβδομήντα (70) στρεμμάτων - (δουλεύον ακίνητο) και υπέρ του γειτονικού ακινήτου ιδιοκτησίας Ι. Μ. (δεσπόζον ακίνητο) υπάρχει από παλιά πραγματική δουλεία δρόμου πλάτους τεσσάρων (4) μέτρων και μήκους περίπου εβδομήντα πέντε (75) μέτρων, η οποία - κατά την περιγραφή της στην ανωτέρω πράξη - ξεκινά από την βορειοανατολική γωνία του δουλεύοντος ακινήτου που είναι και ο δρόμος και στη συνέχεια εκτείνεται κατά την βορειοανατολική πλευρά του δουλεύοντος ακινήτου και σε μήκος εβδομήντα πέντε (75) μέτρων περίπου, μέχρι που φθάνει στο κοινό όριο με το δεσπόζον ακίνητο, το οποίο εξυπηρετεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν της από 3-04-2000 αίτησης του άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας Μ. Σ. του Μ. προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, εκδόθηκε, κατόπιν αυτοψίας, που διενεργήθηκε στο επίδικο στις 6-4-2000, από το Δασοπόνο Θ. Ν., σε συνδυασμό με την από 29-5-2000 έκθεση φωτοερμηνείας της Δασολόγου Ά. Α., η με αριθμό ...2000 Πράξη Χαρακτηρισμού κατ' άρθρο 14 του Ν. 998/79 της Διεύθυνσης Δασών Ν.

Κυκλάδων της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με βάση την οποία το περιγραφόμενο στην αρχική δήλωση αποδοχής κληρονομιάς (...1976), με τον αριθμό τέσσερα (4) - ως βοσκότοπος εβδομήντα (70) στρεμμάτων - ακίνητο, χαρακτηρίστηκε ως εξής: ένα γήπεδο, συνολικής εκτάσεως εκατόν δώδεκα χιλιάδων διακοσίων πενήντα έξι (112.256,00) τετραγωνικών μέτρων, τμήμα του οποίου, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών δέκα χιλιάδων εξακοσίων εξήντα (10.660,00), δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση, κατά την έννοια των παρ. 1 έως 5 του αρ. 3 του Ν. 998/79, αλλά αγροτική έκταση (χέρσος αγρός) με διαχρονικώς αναγνωρίσιμα στοιχεία της μορφής αυτής, εμπίπτουσα έτσι στην παρ. 6 α αρ. 3 του Ν. 998/79, καθώς επίσης το λοιπό τμήμα του οποίου, εμβαδού εκατόν ένα χιλιάδων πεντακοσίων ενενήντα έξι (101.596,00) τετραγωνικών μέτρων ομοίως δεν αποτελεί δάσος ή δασική έκταση κατά την έννοια των παρ. 1 έως 5 του αρ. 3 του Ν. 998/79, αλλά βραχώδη χορτολιβαδική έκταση της παρ. 6 β του άρθρ. 3 του Ν. 998/79.

Επισημαίνεται στην ανωτέρω πράξη χαρακτηρισμού ότι δι' αυτής δεν θίγονται εμπράγματα δικαιώματα των ενδιαφερομένων ή του Δημοσίου, καθώς και ότι αυτή δεν αποτελεί στοιχείο απόδειξης ιδιωτικού εμπραγμάτου δικαιώματος.

Συνεπώς, η σχετική πράξη αφορά αποκλειστικά και μόνο στο χαρακτηρισμό της έκτασης από πλευράς φυσιολογίας - μορφολογίας εδάφους και όχι στην κρίση αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της επίδικης έκτασης. Το ανωτέρω συνολικό εμβαδό των 112.256,00 τετραγωνικών μέτρων προέκυψε κατόπιν νέας εμβαδομέτρησης και αποτυπώθηκε στο από 17-12-99 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Ι.

Τ., το οποίο έχει θεωρηθεί από τη Διεύθυνση Δασών Νομαρχίας Κυκλάδων και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της υπ' αριθμ. πρωτ. ...2000 πράξης χαρακτηρισμού της υπηρεσίας αυτής. Στο τοπογραφικό αυτό το θεωρούμενο ως δημόσιο κτήμα της ιδιοκτησίας της ενάγουσας φαίνεται με τα στοιχεία Α1, Α2.....Α66, Α1, εξαιρουμένου τμήματος με τα στοιχεία Α34, Α34', Α...', Α..., Α40, Α39, Α38, Α37, Α36, Α35, Α34 και συνορεύει:

δυτικά επί πλευράς Α1, Α2..... Α19, μήκους μέτρων 795,29 με θάλασσα, βόρεια επί πλευράς τεθλασμένης Α19....Α33 μήκους μέτρων440,32 με θάλασσα, ανατολικά: 1. επί πλευράς Α33, Α34, Α35, Α36, Α37, Α38 μήκους μέτρων 125,71 με ιδιοκτησίες της εταιρείας "... A.E.", 2. επί πλευράς Α38, Α39, Α40 μήκους μέτρων 40,84 με ιδιοκτησία ..., 3. επί πλευράς Α40, Α..., Α42, Α43,....Α48 μήκους μέτρων 186,49 με ιδιοκτησίες Σ.

Π., Κ. Κ., Α. Κ., Π. Δ., Μ. Σ., 4. επί πλευράς Α48,....Α... με ιδιοκτησία Δήμου Πάρου, 5. επί πλευράς Α..., Α53, Α54 μήκους 156,60 μέτρων με ιδιοκτησία Μ., 6. επί πλευράς Α54,....Α61 μήκους 126,81 μέτρων με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας και νότια επί πλευρά τεθλασμένης Α61,.... Α1 μήκους μέτρων 202,07 με θάλασσα. Μάλιστα, όπως αναφέρεται στη με αριθμό πρωτοκόλλου ...2000 έκθεση αυτοψίας του Δασοπόνου, Ν.

Θ., η επίδικη έκταση αναφέρεται ότι αν και στον αρχικό τίτλο (...1976 δήλωση αποδοχής κληρονομίας) έχει εμβαδόν 70 στρέμματα, κατά νεότερη καταμέτρηση, φαίνεται να έχει εμβαδό 112.256 τ.μ. Περαιτέρω, στην έκθεση φωτοερμηνείας, με βάση φωτογραφίες του έτους 1945, ένα μέρος της ανωτέρω έκτασης εμφανίζει μορφή χέρσα και γειτνιάζει με όμορες εκτάσεις αγροτικού χαρακτήρα, ενώ η υπόλοιπη έκταση εμφανίζει μορφή χορτολιβαδική ως άγονη, βραχώδης, χωρίς στοιχεία καλλιέργειας και με φρυγανώδη βλάστηση.

Με βάση φωτογραφίες του έτους 1959-1960 εμφανίζει ίδια μορφή με αυτή του έτους 1945, ενώ στην ανάλυση των φωτογραφιών του έτους 1983 αναφέρεται ίδια μορφή με αυτή του έτους 1945, αλλά επισημαίνεται ότι διακρίνονται, στο τμήμα που εμφανίζει χέρσα αγροτική μορφή, ξηρολίθινες βαθμίδες. Στις πλέον πρόσφατες φωτογραφίες του έτους 1997 αναφέρεται ότι η επίδικη έκταση εμφανίζει την ίδια ως ανωτέρω μορφή και επί πλέον ότι εντός της χορτολιβαδικής έκτασης εντοπίζεται δασική βλάστηση κυρίως σχίνων σε ποσοστό έως 10%.

Η με αριθμό ...00 Πράξη Χαρακτηρισμού, μετά και την πάροδο της τασσόμενης προθεσμίας για άσκηση αντιρρήσεων ενώπιον της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Ν. Κυκλάδων, κατέστη τελεσίδικη, μόνο όμως αναφορικά με τον μορφολογικό χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης και όχι σχετικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της, όπως άλλωστε ρητά αναφέρεται στο ίδιο το σώμα της με αριθμό πρωτοκόλλου ...2005 βεβαίωσης της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων Ν.

Κυκλάδων, η οποία κοινοποιήθηκε σχετικά στον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας και εκδόθηκε κατόπιν της από ...2005 σχετικής αίτησης που υπέβαλε ο Π. Χ. του Ν., αγρονόμος τοπογράφος μηχανικός. Ορίστηκε περαιτέρω σε αυτήν, μεταξύ άλλων, ότι μέρος της ανωτέρω περιγραφείσας έκτασης εμβαδού 101.596,00 τ.μ., που χαρακτηρίστηκε χορτολιβαδικής μορφής, εμπίπτει στις διατάξεις της παραγράφου 6β του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αυτός τροποποιήθηκε και πλέον ισχύει με το Ν. 3208/2013, ενώ σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, όπως αυτή προστέθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 1 του Ν. 3208/2003, εξακολουθεί να τελεί υπό τη διοίκηση και διαχείριση της Δασικής Υπηρεσίας, ως δημόσια μη εποικιστική έκταση.

Ρητά όμως αναφέρει η βεβαίωση αυτή ότι για να θεωρείται οριστικά λυμένο το ιδιοκτησιακό ζήτημα του εν λόγω τμήματος, ο ενδιαφερόμενος που επικαλείται κτήση αυτού, θα πρέπει να προσκομίσει αντίστοιχη διοικητική ή δικαστική απόφαση, διαφορετικά το ανωτέρω τμήμα που ανήκει στη διαχείρισή της θεωρείται δημόσιο, οπότε και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια με σχετική αγωγή εναντίον του ελληνικού Δημοσίου.

Με βάση δε το με αριθμό πρωτοκόλλου ...2017 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Διεύθυνσης Δασών Κυκλάδων επισημαίνεται εκ νέου ότι η μορφή της έκτασης παραμένει διαχρονικά η ίδια, γεγονός το οποίο ουδέποτε αμφισβητήθηκε από τους ενδιαφερομένους και επισυνάπτεται και απόσπασμα ορθοφωτοχάρτη των ετών 2007-09 που αποτυπώνει τα δύο τμήματα, ήτοι με κίτρινο χρώμα την έκταση αγροτικής μορφής και με κόκκινο χρώμα την έκταση χορτολιβαδικής μορφής, με βάση την ...2000 τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το Δεκέμβριο του 2016, όταν κατατέθηκε η αγωγή της ενάγουσας, το εμβαδόν του επιδίκου και της συνολικής έκτασης ήταν ήδη απομειωμένο κατά σχεδόν 15 στρέμματα, αφού είχε παρεμβληθεί το 2005 η οριοθέτηση του αιγιαλού, αλλά και το 2010 μία μερική απαλλοτρίωση υπέρ του Δήμου Πάρου για τα συνοδά έργα των εγκαταστάσεων αφαλάτωσης.

Πιο συγκεκριμένα, βάσει της υπ' αριθμ. ...2005 απόφασης Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου με θέμα τον "Καθορισμό ορίων αιγιαλού, παραλίας στη θέση ..., νήσου Πάρου", (ΦΕΚ...2005), καθορίστηκε ο αιγιαλός και η παραλία για όλη τη βόρεια, δυτική και εν μέρει νότια πλευρά του επιδίκου. Με την εν λόγω οριοθέτηση απομειώθηκε η συνολική έκταση κατά 14.416,32 τ.μ.

και ουσιαστικά είναι η ζώνη μεταξύ της βραχώδους ακτογραμμής όπως είχε αρχικά μετρηθεί στο τοπογραφικό της ενάγουσας, και της οριογραμμής του αιγιαλού, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο. Να τονισθεί ότι για τη ζώνη της παραλίας, που έχει πλάτος 10 μ., δεν έχει γίνει κάποια διαδικασία απαλλοτρίωσής της, οπότε εξακολουθεί να ανήκει στη φερόμενη ιδιοκτησία της ενάγουσας.

Ακολούθως, το 2010, ο Δήμος δημιούργησε σε όμορη ιδιοκτησία της ενάγουσας, τις εγκαταστάσεις του για τη μονάδα αφαλάτωσης που θα υδροδοτεί το νησί, οπότε "δέσμευσε" κάποιες εκτάσεις εντός του επιδίκου. Πιο συγκεκριμένα, βάσει της υπ' αριθμ. …2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ.

…2010 απόφαση του ΔΣ ΔΕΥΑΠ, απαλλοτριώθηκε έκταση 372 τ.μ. από το επίδικο για τη δημιουργία εγκαταστάσεως αντλιοστασίων άντλησης θαλασσινού νερού. Κατά την ψυφιακή αναπαραγωγή του εν λόγω πολυγώνου, βάσει του από Μαΐου 2009 κτηματολογικού διαγράμματος του τοπογράφου μηχανικού Ν. Γ., προέκυψε εμβαδόν 375,76 τ.μ., δηλαδή απόκλιση μόλις 3,76 τ.μ., που είναι ανεκτή.

Ακολούθως, βάσει της υπ' αριθμ. …2010 απόφασης Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. …2010 απόφαση ΔΣ ΔΕΥΑΠ, συστάθηκε δουλεία διελεύσεως αγωγών μεταφοράς θαλασσινού νερού και διάθεσης της άλμης εντός του επιδίκου. Ως εκ τούτου το συνολικό εμβαδό της απομείωσης της ιδιοκτησίας της ενάγουσας ανέρχεται σε 14.792,08 τ.μ., με αποτέλεσμα η συνολική έκταση της ιδιοκτησίας της ενάγουσας πλέον να ανέρχεται κατά τον τίτλο κτήσης της, σε 146.793,52 τ.μ., ενώ το επίδικο εμβαδομετρήθηκε ψηφιακά και βρέθηκε να έχει εμβαδό 85.738,34 τ.μ., όπως άλλωστε περιορίστηκε και το αίτημα της αγωγής.

To εμβαδόν της επίδικης έκτασης ανερχόμενο σε 85.738,34 τ.μ., επιβεβαιώνει και η κτηματική υπηρεσία Κυκλάδων Α' στο με αριθμό πρωτοκόλλου ...2020 έγγραφό της, παραπέμποντας για τον προσδιορισμό της στο με αριθμό Τ-1 τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας 1:1000 από Φεβρουάριο 2020, του τοπογράφου μηχανικού Ι. Λ., ο οποίος είναι ο συντάξας την διαταχθείσα από το Δικαστήριο πραγματογνωμοσύνη, μηχανικός.

Μετά δε και τα ανωτέρω, αποδείχθηκε επαγωγικά ότι η μεταβιβασθείσα ενιαία έκταση των 161 στρεμμάτων, αποτελείται βάσει των τίτλων κτήσης των προκατόχων από: α) 70 στρέμματα βοσκότοπου, όπου ουσιαστικά είναι η βόρεια έκταση των 112 στρεμμάτων και β) από την υπόλοιπη έκταση των 49 στρεμμάτων περίπου, που είναι νοτίως και προέρχονται από άθροισμα πολλών μικροτέρων αγροτεμαχίων.

Σε αντιστοίχιση δε μεταξύ του αρχικού τίτλου ιδιοκτησίας της ενάγουσας, όπου η επίδικη έκταση περιγράφεται ως βοσκότοπος 70 στρεμμάτων και της αποτύπωσης της έκτασης αυτής στη με αριθμό ...2000 έκθεση αυτοψίας, τεκμαίρεται ότι πρόκειται για τη συνολική έκταση των 112.256 τ.μ., όπου βάσει της πράξης χαρακτηρισμού χωρίστηκε σε 2 τμήματα των 101.596 τ.μ.

και των 10.660 τ.μ., αντίστοιχα. Δηλαδή, ο τίτλος της ενάγουσας πέραν από το επίδικο εμπεριέχει και τα σχεδόν 11 στρέμματα, τα οποία λόγω του χαρακτηρισμού τους ως αγροτικά δεν διεκδικούνται από το Ελληνικό Δημόσιο. Η έκταση των 10.660 τ.μ. καταμετρήθηκε από τον ορισθέντα πραγματογνώμονα μηχανικό και βρέθηκε να έχει εμβαδόν 10.657,37 τ.μ. (διαφορά μόλις 2,5 τ.μ.) και περικλείεται από τις κορυφές (230-231-...-243-Α...'-Α34'-230), ήτοι από τις γενικευμένες κορυφές (Α34-...-Α...-Α...'-Α34'-Α34) του σχετικού επισυναπτόμενου στην πραγματογνωμοσύνη Τ1 Φεβρουαρίου 2020 διαγράμματός του.

Συνεπώς, η έκταση των 70 στρεμμάτων του βοσκότοπου κατά τον τίτλο κτήσης, μετά την ως ανωτέρω απομείωση, βρέθηκε να είναι 96.395,71 τ.μ. (=85.738,34 το επίδικο + 10.657,37 μη επίδικο αγροτικό), όπου περικλείεται από τις γενικευμένες κορυφές (Α1-Α2-...-Α66-Α1), βάσει του Τ1 διαγράμματος του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού.

Άλλωστε, τόσο το 2005, όσο και το 2010 το Ελληνικό Δημόσιο όσο και ο Δήμος Πάρου, αντίστοιχα, αντιμετώπισαν ουσιαστικά ως ιδιοκτήτη του επιδίκου την ενάγουσα. Πιο συγκεκριμένα το 2005, με την οριοθέτηση του αιγιαλού και παραλίας, όπως αυτή καταγράφεται στο υπ' αριθμ. ΦΕΚ 895/Δ, ο γενικός γραμματέας της Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου επικύρωσε την από 1-2-2005 έκθεση της αρμόδιας επιτροπής, που αποτελείται μεταξύ άλλων από υπαλλήλους της κτηματικής υπηρεσίας Ν.

Κυκλάδων, του λιμενικού Πάρου, του Διευθυντή Πολεοδομίας Ν. Κυκλάδων και του Διευθυντή της ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ. της Περιφέρειας Κυκλάδων. Η εν λόγω επιτροπή κατόπιν αυτοψίας επικύρωσε το από Νοεμβρίου 2004 τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Χ. Π., στο οποίο το επίδικο καταγράφεται ως ιδιοκτησίας "…. ΑΕ". Να τονισθεί στο σημείο αυτό ότι την επίσπευση της διαδικασίας οριοθέτησης την έκανε η ίδια η εναγόυσα.

Ουσιαστικά, η εν λόγω επιτροπή μετά από αυτοψία και έλεγχο των τίτλων κτήσης της ενάγουσας, επικύρωσε ένα διάγραμμα, στο οποίο αναγράφεται ως ιδιοκτήτης η ενάγουσα και όχι το Ελληνικό Δημόσιο. Ακολούθως, το 2010, ο Δήμος Πάρου αναγνώρισε την ενάγουσα ως ιδιοκτήτρια του επιδίκου, αφού την απαλλοτρίωσε για 372 τ.μ., αλλά και για 1.033 τ.μ., αντίστοιχα, λόγω δουλείας διέλευσης υπόγειων αγωγών.

Εξάλλου, κατά τη διαδικασία της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης και τον προσδιορισμό προσωρινής τιμής μονάδας, η Κτηματική Υπηρεσία δεν γνωμοδότησε για τυχόν κυριαρχικά δικαιώματα του Ελληνικού Δημοσίου επ' αυτής. Επισημαίνεται ότι όπως αποδεικνύεται και δια της ανωτέρω αναφερθείσας υπ' αριθμ. ...1990 πράξης αναγνώρισης πραγματικής δουλείας δρόμου και προσδιορισμού περιεχομένου της του συμβολαιογράφου … Ι.

Η. Γ., το επίδικο είχε έκταση 70 στρέμματα κατά τον τίτλο κτήσης, ενώ κατά τη δήλωση του Μ. Σ., άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, η έκταση ανέρχεται στα 100 στρέμματα περίπου (πλησιάζει δηλαδή στην έκταση των 112.256 τ.μ. που αναφέρει η πράξη χαρακτηρισμού). Δηλαδή, σε ανύποπτο χρόνο (πολλά έτη προς της αγωγής) ένας όμορος γείτονας του επιδίκου αναγνωρίζει ότι ακόμα παλαιότερα περνούσε μέσα από τον προκάτοχο της ενάγουσας για να φτάσει στην ιδιοκτησία του, ενώ επιπλέον ο προκάτοχος της ενάγουσας αναφέρει ότι το επίδικο είναι βοσκότοπος, εκτάσεως όχι 70 αλλά 100 στρεμμάτων (που σχεδόν ταυτίζεται με το εμβαδόν της πράξης).

Περαιτέρω, όπως αποδεικνύεται από την ανωτέρω διαδοχή των τίτλων, ο Μ. Σ. του Μ. και της Φ., άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας απέκτησε από τους γονείς του συνολικά 7 ακίνητα, από τα οποία 6 είναι αγροτικά και 1 βοσκότοπος, ενώ τα 6 από τα 7 ακίνητα είναι στη θέση "...", με εξαίρεση το ακίνητο στη θέση "...". Από την περιγραφή των όμορων ακινήτων (σε σχέση με την μετέπειτα αναφερόμενη χωροχρονική μεταβολή τους), προκύπτει ότι τα 5 αγροτικά ακίνητα συνορεύουν μεταξύ τους και βρίσκονται στην ΝΑ πλευρά της σημερινής ενιαίας έκτασης, ενώ ο βοσκότοπος είναι ουσιαστικά η βόρεια επέκταση των 5 αγροτικών εκτάσεων, από την άθροιση δε των 5 αγροτεμαχίων προκύπτει συνολικό εμβαδόν 27 στρεμμάτων περίπου.

Ωστόσο, με βάση και τη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, κατόπιν συσχετισμού της και με τους προσαγόμενους τίτλους ιδιοκτησίας, κατά τον αρχικό τίτλο του Μ. Σ., άμεσου δικαιοπαρόχου της ενάγουσας του έτους 1976, η μετέπειτα - κατά την πώληση στην ενάγουσα εταιρεία - ενιαία έκταση των 181 στρεμμάτων είχε υπολογιστεί σε 97 στρέμματα (70 ο βοσκότοπος + 27 η αγροτική έκταση), η οποία αποτελεί σημαντική απόκλιση, αυτό όμως που θα πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η απόκλιση επικεντρώνεται περισσότερο στο αγροτικό νότιο τμήμα, παρά συγκριτικά στο βόρειο χερσολίβαδο τμήμα, που είναι και το επίδικο.

Άλλωστε, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είναι σύνηθες σε παλιούς τίτλους, πριν την εισαγωγή αντικειμενικών μονάδων μέτρησης εμβαδού, όπως τα τ.μ. ή τα στρέμματα, οι οποίοι δεν περιελάμβαναν τοπογραφικά και στους οποίους ως μονάδα μέτρησης αναφερόταν η "ζευγαριά" (όλως επισφαλής και εξαρτώμενη από ποικίλους βιογεωλογικούς - ζωικούς - ανθρώπινους παράγοντες) να παρατηρούνται αποκλίσεις ακόμα και μεγαλύτερες ως ποσοστό.

Περαιτέρω, κρίσιμο είναι να παραμένει διαχρονικά ίδια η θέση του ακινήτου βάσει της περιγραφής των ανά τους καιρούς όμορων γειτόνων του, καθώς μάλιστα το εμβαδόν δεν αποτελεί από μόνο του προσδιοριστικό στοιχείο της νομικής ταυτότητας ενός ακινήτου. Προς την κρίση αυτή, άλλωστε, συνηγορεί και το πνεύμα του Ν. 2664/1990 και ειδικότερα της διατάξεως του άρθρου 13α παρ. 1 που προστέθηκε με τη Ν. 3481/2006, σύμφωνα με την οποία "το καταχωρισθέν στο κτηματολόγιο εμβαδόν του ακινήτου και μόνο δεν αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο της ταυτότητας του ακινήτου"...

Όμως το εναγόμενο διατείνεται (και με σχετικό λόγο έφεσης) ότι, επειδή η απόκλιση στο εμβαδόν είναι πολύ μεγάλη, αφενός μεν οι επικαλούμενοι εκ μέρους της ενάγουσας τίτλοι δεν αφορούν την επίδικη έκταση, αφετέρου ότι η όποια ιδιοκτησία της αντιδίκου προφανώς και δεν αποδεικνύεται ότι καταλαμβάνει το επίδικο, διότι ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι την αφορά ο απώτατος τίτλος του 1901, αυτός αθροίζει έκταση συνολικής επιφάνειας 19 ζευγαριών, οι οποίες, και αν όλως επιεικώς αντιστοιχούν σε 57 στρέμματα ή έστω 60 στρέμματα, αφορούν επιφάνεια κατά πολύ υπολειπόμενη των 161 στρεμμάτων που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι της ανήκει, στην οποία περιλαμβάνεται και επίδικη έκταση των 101 στρεμμάτων.

Ωστόσο, τόσο με βάση τους επικαλούμενους από την ενάγουσα τίτλους του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων της και των εκεί αναφερόμενων ως όμορων γειτόνων, όσο και με βάση της διαχρονική οριοθέτηση και χωροταξική τοποθέτηση της επίδικης έκτασης, διαμέσου του προσδιορισμού των όμορων από ανατολικά γειτόνων (καθότι ουσιαστικά από τις υπόλοιπες 3 πλευρές δυτικά, νότια και λίγο βόρεια υπάρχει παραλία), ως και των διαχρονικών τίτλων ιδιοκτησίας τους - όπως όλα αυτά συσχετίζονται μεταξύ τους - αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση στο σύνολό της, είναι ιδιωτική και ανήκε στους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας.

Πιο συγκεκριμένα, από τον αρχικό τίτλο της ενάγουσας, ήτοι το με αριθμό ...2000 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, αποδεικνύεται ότι η ενιαία έκταση των 162 στρεμμάτων εμπεριέχει, στο βόρειο τμήμα της, έκταση 112 στρεμμάτων, που συσχετίζεται με 70 στρέμματα βοσκότοπου σε παλαιότερο τίτλο, καθώς και από 49 στρέμματα, που βρίσκονται νοτιοανατολικά, και είχαν χαρακτηρισθεί, με δύο άλλες πράξεις χαρακτηρισμού, ως αγροτικές εκτάσεις.

Η δε ενιαία έκταση συνορεύει βορείως, δυτικώς και νοτίως με παραλία, ενώ στην ανατολική πλευρά συνορεύει κατά σειρά (ξεκινώντας από βορρά προς νότο) με τους εξής: Μ. Θ., Φ. Τ., Π. Σ., Κ. Ι., Δ. Β., Δ. Α., Δήμο Πάρου, Μ. Σ., Γ. Γ., κλ. Φ. Σ. και ... ΑΕ. Βάσει της εφαρμογής των τίτλων ιδιοκτησίας οι ανωτέρω ιδιοκτήτες είναι ίδιοι και σήμερα, με εξαίρεση τον Π.

και την Κ.. Περαιτέρω, από την υπ' αριθ. ...2000 πράξη διόρθωσης συμβολαίου αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου … Ε. Γ.. Ι.-Μ., αποδεικνύεται, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας Μ. Σ., επιθυμώντας να διορθώσει, διασαφηνίσει και συμπληρώσει την έκταση των κληρονομιαίων ακινήτων, διόρθωσε την αρχική υπ' αριθμόν ...1976 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Δ.

Κ.. Για το λόγο αυτό εμφάνισε το από μηνός Απριλίου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Θ. Μ.. Σύμφωνα με το τελευταίο αυτό διάγραμμα, όλα τα κληρονομιαία ακίνητα (συνεχόμενοι αγροί) απεικονίζονται ως ένα ενιαίο ακίνητο που περιγράφεται ως εξής: Ένα γήπεδο που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Νήσου Πάρου, εκτός των ορίων οικισμού, εκτάσεως μέτρων τετραγωνικών εκατόν εξήντα ενός χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα πέντε (161.585 τ.μ.), το οποίο περιέχει μία αγροικία, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών εκατόν σαράντα επτά και 16/100 (147,16 τ.μ.), ένα κατάστημα εμβαδού μέτρων τετραγωνικών ενενήντα τριών και 40/100 (93,40 τ.μ.) και ένα υπαίθριο μπαρ, εμβαδού μέτρων τετραγωνικών τριάντα τριών και 44/100 (33,44 τ.μ.).

Η περιγραφή του ακινήτου είναι ταυτόσημη με τον προηγούμενο άμεσο τίτλο της ενάγουσας και ο πωλητής Μ. Σ. διορθώνει, προτού πουλήσει, την αποδοχή κληρονομιάς του 1976, με την οποία είχε αποκτήσει μικρότερη έκταση, όχι μόνο σε σχέση με τον βοσκότοπο των 70 στρεμμάτων - χορτολιβαδική επίδικη έκταση, αλλά και με τη νότια μη επίδικη αγροτική έκταση των 49 στρεμμάτων.

Από την υπ' αριθμ. ...1990 Πράξη Αναγνώρισης Πραγματικής δουλείας Δρόμου του συμβολαιογράφου … Ι. Γ., συνταχθείσα στις ...1990, αποδεικνύεται ότι ο Μ. Σ. αναγνωρίζει ότι υπάρχει από παλιά πραγματική δουλεία δρόμου, η οποία εξυπηρετεί το ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Μ. (δεσπόζον ακίνητο) και διέρχεται μέσα από το ακίνητο ιδιοκτησίας Μ.

Σ. (δουλεύον ακίνητο). Σε αυτήν την πράξη το δουλεύον ακίνητο περιγράφεται ως ένας βοσκότοπος που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Πάρου, έκτασης περίπου 70 στρεμμάτων ή όσης πιο πολύ ή πιο λίγο έκτασης είναι και συνορεύει γύρω του με ιδιοκτησία Ιερού Ναού ..., Α. Δ., Α. Μ. και με παραλία και κατά τον τίτλο κτήσης και κατά δήλωσή του, έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων ή όσης πιο πολύ ή πιο λίγο έκτασης είναι, που συνορεύει γύρω με ιδιοκτησίες Δήμου Πάρου, του συμβαλλόμενου Ι.

Μ., το κτήμα του οποίου οδεύεται μέσα από τον περιγραφόμενο βοσκότοπο, με ιδιοκτησία Α. Μ., Α. Δ., Θ. Κ., παραλία και αγροτικό δρόμο. Το σημαντικό από την παραπάνω ανάλυση, γεγονός στο οποίο καταλήγει και η διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, πέραν από τη χωρική ταύτιση του ανατολικού γείτονα του επιδίκου, είναι ότι ο προκάτοχος της ενάγουσας 10 έτη προτού πουλήσει την έκτασή του (μέρος της οποίας είναι ο βοσκότοπος), αναφέρει ότι ουσιαστικά ο βοσκότοπος δεν είναι 70 στρέμματα που είναι ο τίτλος του, αλλά 100 στρέμματα περίπου, που είναι σαφώς πιο κοντά στα 112 στρέμματα που αργότερα όταν συντάχθηκε η έκθεση αυτοψίας του Δημοσίου, εμβαδομετρήθηκε το 2000, αλλά κυρίως στα 96 στρέμματα που τελικώς είναι σήμερα μετά τις ανωτέρω αναφερόμενες απομειώσεις.

Συνεπώς, η όποια προκύπτουσα απόκλιση κρίνεται ανεκτή και εύλογη και από το παρόν Δικαστήριο. Από δε την υπ' αριθμ. ...1976 αποδοχή κληρονομιάς του συμβολαιογράφου … Ι. Γ., συνταχθείσα στις ...1076, σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. ...1948 δημόσια διαθήκη του τότε συμβολαιογράφου … Κ. Ι. Γ., που δημοσιεύθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ.......1949 πρακτικού δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σύρου, αποδείχθηκε ότι ο Μ.

Σ. λαμβάνει από τον πατέρα του, Μ. Σ., λόγω κληρονομιάς, τα εξής ακίνητα κτήματα, κείμενα στην περιφέρεια της Κοινότητας, τέως Δήμου Πάρου, ήτοι: 1) έναν αγρόν κείμενον στη θέση "...", επονομαζόμενον "...", εκτάσεως 3 ως έγγιστα στρεμμάτων, 2) έτερον αγρόν κείμενον στην ίδιαν θέσιν, εκτάσεως 6 ως έγγιστα στρεμμάτων, περιέχοντα βουρλιές και συνορευόμενον με τον ανωτέρω αγρόν, αμφοτέρων αγρών τούτων συνορευομένων εν τω συνόλω των γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Φ.

Σ. και Φ. Σ. και με παραλίαν, 3) το προς ανατολάς ήμισυ (1/2) σε έκταση τμήμα μιας αμπέλου, κείμενης στην ίδιαν θέσιν "...", εκτάσεως του τμήματος τούτου 6 ως έγγιστα στρεμμάτων, συνορευόμενον γύρωθεν με το έτερον τμήμα της αμπέλου, καταλειφθέν στους κληρονόμους του Φ. Σ. και με κτήματα Κ. Δ., κληρονόμων Ι. Ν., με ποταμόν και παραλίαν.

Από τη μητέρα του Φ. Σ., λόγω κληρονομιάς λαμβάνει τα εξής ακίνητα κτήματα άπαντα εις την περιφέρειαν της Κοινότητας, τέως Δήμου Πάρου, ήτοι: 1) Εν ελαιόφυτον, κείμενον στη θέσιν "...", εκτάσεως δύο ζευγαριών, ήτοι 4 ως έγγιστα στρεμμάτων, περιέχον περί τας 10 συκιάς, 15 ελαιάς και συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Π.

Χ., Α. Μ. και με οδόν. 2) Ένα αγρόν (αποτελούντα το ήμισυ εις έκτασιν τμήμα διπλασίου αγρού), κείμενον στη θέσιν "...", εκτάσεως 2 ζευγαριών, ήτοι 4 ως έγγιστα στρεμμάτων, έχοντα γύρωθεν χάνδακας και συνορευόμενον με κτήματα Σ. Μ., Μ. Σ., Έ. Μ. και κληρονόμων Φ. Σ., οδευόμενον δε δι οδού αγροτικής, ημιονικής δια του κτήματος της Μ.

Σ.. 3) Έτερον αγρόν, κείμενον στην ίδια θέσιν "...", επονομαζόμενον "...", εκτάσεως 4 ζευγαριών, ήτοι 8 ως έγγιστα στρεμμάτων, τμήμα του οποίου εκτάσεως ενός στρέμματος περίπου, τοιχογυρισμένον δια ξηρολιθιάς, είναι κηπάριον περιέχον διάφορα δέντρα και 15 συκάς, φέαρ μετά δεξαμενής, γύρωθεν πεφυτευμένον καλαμιώνα και αναδεδράδας σταφύλης, περιέχοντα ως αύτως αγροικίαν εκ 3 δωματίων, κλιβάνου, αχυρώνος, τριων μανδρών και ετέρου δωματίου (ξηροτράχαλου), συνορευόμενον δε εν τω συνόλω του γύρωθεν με κτήματα Σ.

Μ., με έτερα κτήματα του ιδίου Μ. Σ. και με παραλίαν. 4) Ένα βοσκότοπον κείμενον στην ιδίαν θέσιν "...", εκτάσεως κατά γενομένην καταμέτρησιν 70 ως έγγιστα στρεμμάτων, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Ναού ..., Α. Δ. και Α. Μ. και με παραλίαν. Επικεντρώνοντας στο χορτολίβαδο των 70 στρεμμάτων, αυτό περιγράφεται στον ανωτέρω τίτλο ότι συνορεύει "γύρωθεν με κτήματα Ναού ..., Α.

Δ. και Α. Μ. και με παραλίαν". Ωστόσο, όπως καταλήγει και η διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη, η σωστή τοποθέτηση των εν λόγω γειτόνων είναι η εξής: α) βόρεια, δυτικά και νότια με παραλία, και β) ανατολικά με Δ. Α., Μ. Α. και Ναό .... Άπαντες δε οι ανωτέρω γείτονες, αποδείχθηκε ότι ταυτίζονται με τους νυν γείτονες όμορων από ανατολικά ιδιοκτησιών που θα περιγραφούν κατωτέρω.

Συγκεκριμένα, ο Δ. Α. συναντάται ως "κληρονόμοι αυτού", στο υπ' αριθμ. 2 γειτονικό ακίνητο, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Τ1 Φεβρουαρίου 2020 τοπογραφικό του ορισθέντος παραγματογνώμονα. Ο ναός ... είναι σήμερα η ιδιοκτησία του Δήμου Πάρου, όπου είναι και οι εγκαταστάσεις της .... Τέλος, ο Μ. Α. συναντάται ως προκάτοχος του υπ' αριθμ. 1ου ακινήτου νυν ιδιοκτησίας ..., όπως αυτό εμφαίνεται στο από Τ1 Φεβρουαρίου 2020 τοπογραφικό του ορισθέντος πραγματογνώμονα.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι στον Μ. Σ. του Ν. το ανωτέρω ακίνητο, είχε περιέλθει από κληρονομιά του πατέρα του Ν. Σ. του Π., δυνάμει της υπ' αριθμ. ...1921 δημόσιας διαθήκης του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Φ. Σ., συνταχθείσα στις ...1921, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. ...1923 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Σύρου.

Ο δε Ν. Σ. του Π. απέκτησε το ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση, με το υπ' αριθμ. ...1901 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Φ. Σ. συνταχθέν στις ...1901 και μεταγραφέν στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Πάρου στον τόμο … με αύξοντα αριθμό ..., από τα αδέλφια: α) Ε. Α. το γένος Ν. Δ., β) τον Δ. Δ. και γ) την Α.

Ν.. Δ.. Ήτοι, ο Ν. Σ. αγόρασε ένα βοσκότοπο συνεχόμενο με τα υπόλοιπα κτήματα όσης έκτασης είναι ("μετά του συνεχομένου αυτής βοσκοτόπου, όσης έκτασης είναι, περιέχοντος οικίσκον"). Η συνολικά αγορασθείσα έκταση συνορεύει με κτήματα Α. Β., Δ. Ζ., Α. Δ., Κ. Μ., Ι. Τ., Δ. Δ., Εκκλησίας ... και παραλία και οδό. Και από την ως άνω περιγραφή αποδείχθηκε, όπως καταλήγει και η πραγματογνωμοσύνη ότι η ενιαία ιδιοκτησία αποτελούνταν από έναν βοσκότοπο που είναι συνεχόμενος με τα αγροτεμάχια, και όπου από την χωρική συσχέτισή τους προκύπτει ότι βορείως είναι ο βασκότοπος και νοτιοανατολικά τα υπόλοιπα αγροτεμάχια.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1883 προικοσυμφώνου του τότε συμβολαιογράφου … Μ., συνταχθέντος στις ...1883, που μεταγράφηκε στον τόμο … και αριθμό ..., η Ε. Α. το γένος Ν. Δ., απέκτησε το 1/3 του όλου ως άνω ακινήτου από τον πατέρα της. Αντιστοίχως, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1901 πωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου … Φ.

Σ., που μεταγράφηκε στον τόμο και αριθμό ..., ο Δ. Δ. απέκτησε το υπόλοιπο 1/3 από αγορά από την Α. Π.. Α.. Ενώ, όσον αφορά το υπόλοιπο 1/3 της Α. Ν.. Δ.., ο τίτλος αυτός έχει καταστραφεί. Συνοψίζοντας, από την όλη αναδρομή των τίτλων των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας προκύπτει ότι υπάρχει αλληλουχία τίτλων που φτάνει τουλάχιστον μέχρι το 1883, δηλαδή προ του 1885, που είναι κρίσιμο για απόδειξη έκτακτης χρησικτησίας κατά του Ελληνικού Δημοσίου μέχρι και το έτος 1915.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε με βάση και την διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη ότι υπάρχει χωρική αντιστοίχιση των ως άνω τίτλων με τη σημερινή καταμετρημένη έκταση των 147 στρεμμάτων (ήτοι των αρχικά 161 στρεμμάτων προ της απομείωσης), καθότι υπάρχει αντίστοιχη συσχέτιση με τους τίτλους ιδιοκτησίας των γειτόνων και δη των ανατολικών γειτόνων (γειτονικά εξ ανατολάς ακίνητα με αριθμούς 1Α, 1Β, 2Α, 2Β, 2Γ, 2Δ, 2Ε, 2Ζ, 2Ε, 2Ζ, 2Η, 2Θ, 2Ι, 3, 4, 5), που ενδιαφέρουν εν προκειμένω, καθότι, όπως αναφέρθηκε, βόρεια, δυτικά και νότια υπάρχει παραλία-αιγιαλός, ενώ νοτιοανατολικά κείται η λοιπή έκταση που χαρακτηρίστηκε αγροτική-χέρσα και μη υπαγόμενη στις προστατευτικές διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.

Πιο συγκεκριμένα, ξεκινώντας από βορρά προς νότο, με βάση και τις συντεταγμένες του Τ1, από Φεβρουαρίου 2020 τοπογραφικού διαγράμματος του πραγματογνώμονα τοπογράφου μηχανικού, το 1ο ακίνητο που είναι προς τον βορρά, ανήκει στην εταιρεία ... AE και είναι ξενοδοχειακή εγκατάσταση. Πρόκειται για ακίνητο το οποίο αγοράστηκε και αποτελείται από 2 τμήματα:

α) Το βορειοανατολικό τμήμα, εμβαδού περίπου 4 στρεμμάτων, το οποίο φέρει τον αριθμό 1Α στο Τ1 ανωτέρω διάγραμμα και συνορεύει με πλευρά 7 μ. με το επίδικο, και β) α) Το νοτιοδυτικό τμήμα, εμβαδού περίπου 4 στρεμμάτων, το φέρει τον αριθμό 1Β στο Τ1 ανωτέρω διάγραμμα και συνορεύει με πλευρά 75 μ. με το επίδικο. Τα 2 εν λόγω τμήματα, προ του 1964, ήταν μία ενιαία ιδιοκτησία της Μ.

Έ. και αργότερα κατατμήθηκαν σε 2 περίπου ίσης έκτασης ακίνητα. Το αρχικό ενιαίο ακίνητο ήταν κατά σειρά: α) του Σ. Χ. το έτος 1952, β) της Μ. Α. το έτος 1909 και γ) του Τ. Ι. το έτος 1882. Σχετικά με το 1Α ακίνητο (βορειοαναατολικό τμήμα του 1ου ακινήτου),όπως εμφαίνεται στο Τ1 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγμτογνώμονα, με την υπ' αριθμ. ...1988 Μετατροπή Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης σε Ανώνυμη Εταιρεία του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Φ., συνταχθείσα στις ...1988 και νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό .. , η εταιρεία "... ΕΠΕ", η οποία συστάθηκε αρχικά από τους Α. Π. και Α. Τ. με την επωνυμία "... ΕΠΕ", εισφέρει στην εταιρεία με την επωνυμία "... AE" το εξής ακίνητο: "Ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στη θέση ...

ή ... της περιφέρειας της κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 4.746,15 τ.μ., εκτός σχεδίου πόλεως, εμφαινόμενο στο συνημμένο τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Χ., που προσαρτάται στο υπ' αριθμ. ...1995 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου … Θ. Κ., συνορεύει βόρεια με ιδιωτική οδό πλάτους 4 μέτρων και πέραν αυτής με θάλασσα, Νότια με ιδιοκτησία Ε.

Μ. εν μέρει και εν μέρει με ιδιοκτησία Δ., Ανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Δ. και πέραν αυτού με παραλία και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία Έ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Σ.". Το ακίνητο αυτό είχε περιέλθει στην εταιρεία με την επωνυμία ... ΕΠΕ δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1984 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Π., συνταχθέντος στις ...1984 και νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό …, με το οποίο η εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΠΕ" αποκτά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τους Α. Π. και Α. Τ., ένα οικόπεδο (πρώην αγροτεμάχιον) κείμενον κατά την θέσιν "...

ή ..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 4.746,15 τ.μ. εμφαινόμενον εις το από Οκτωβρίου 1965 τοπογραφικόν διάγραμμα του μηχανικού Χ. Γ.. Χ., συνορευόμενον Βορείως με ιδιωτικήν οδό πλάτους 4 μέτρων και πέραν ταύτης με θάλασσαν, Νοτίως με ιδιοκτησίαν Ε. Μ. εν μέρει και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Δ., Ανατολικώς εν μέρει με ιδιωτικήν οδόν πλάτους 3 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Α.

Δ. και πέραν αυτού με παραλίαν και Δυτικώς εν μέρει με αγροτεμάχιον Έ. Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Μ. Σ.. Αρχικά είχε περιέλθει στον Α. Π. κατά τα 100/100 εξ αδιαιρέτου το ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1978 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Πειραιώς Α. Π., συνταχθέντος στις ...1978 και νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …., με το οποίο ο Α.

Π. λαμβάνει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τον πωλητή Ό. Τ. του Ό. ως εν αγροτεμάχιον κείμενον κατά την θέσιν "... ή ..." της περιφέρειας της κοινότητας, τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 4.746,15 τ.μ. κατά τους τίτλους κτήσεως, εμφαινόμενον εις το από Οκτωβρίου 1965 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ.

Χ., συνορευόμενον βορείως με ιδιωτικήν οδόν πλάτους 4 μέτρων και πέραν της οδού ταύτης με θάλασσαν, Νοτίως με ιδιοκτησίαν Έ. Μ. εν μέρει και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Δ., Ανατολικώς εν μέρει με ιδιωτική οδόν πλάτους 3 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησία Α. Δ. και πέραν αυτού με παραλία και δυτικώς εν μέρει με αγροτεμάχιον Έ.

Μ. και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Στον Ό. Τ. του Ό. είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1968 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Κ., συνταχθέντος στις ...1968 και νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό …, με την οποία ο Ό.

Τ. του Ό. αποκτά από την Έ. σύζυγο Σ. Μ. εν αγροτεμάχιον κείμενον κατά την θέσιν "... ή ..." της περιφέρειας της Κοινότητας, τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 4.747,15 τ.μ. εμφαινόμενον εις το από Οκτωβρίου του έτους 1965 τοπογραφικόν διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Χ. Χ., υπό τα αλφαβητικά στοιχεία α, β, γ, δ, ε, α, συνορευόμενον δε αρκτικώς με ιδιωτικήν οδόν, πλάτους 4 μέτρων, εξυπηρετούσαν τον ως άνω αγροτεμάχιον και το συνεχόμενον αυτώ έτερον τοιούτον ανήκον στην ιδίαν Έ./Μ., εμφαινόμενον εις το αυτό ως άνω διάγραμμα υπό το στοιχείον (Ι) και άγουσαν την οδόν ταύτην στην παραλίαν και πέραν της οδού ταύτης με θάλασσαν, μεσημβρινώς με το ως άνω συνεχόμενον αγροτεμάχιον της ιδίας υπό το Στοιχείον (Ι) εν μέρει και μέρει με ιδιοκτησίαν Α.

Σ. Δ., ανατολικώς εν μέρει με ιδιωτικήν οδόν πλάτους 3 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Α. Δ. και πέραν αυτής με παραλίαν, δυτικώς εν μέρει με αγροτεμάχιον της ιδίας εμφαινόμενον εν τω αυτώ ως άνω διάγραμμα υπό το στοιχείον (Ι) και εν μέρει με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Αναφορικά με την ιδιοκτησία 1Β στο νοτιοδυτικό τμήμα του Τ1 ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος, υφίσταται το με αριθμό ...1998 συμβάλαιο αγοραπωλησίας και επανάληψη του υπ' αριθμ. ......1997 συμβολαίου συγχώνευσης και απορρόφηση ατομικών επιχειρήσεων από ανώνυμη εταιρεία του συμβολαιογράφου Αθηνών Α.

Μ., συνταχθέντος στις ...1998 και νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό …, με το οποίο η εταιρεία με την επωνυμία "... AE" αγόρασε από τους: 1) Α. Α. του Δ., 2) Λ. Λ. του Φ. συζ. Α. Α. και 3) Μ. Κ. του Π. "Ένα οικόπεδο 4.221,00 τ.μ. κατά τον τίτλο κτήσης, με ξενοδοχειακό συγκρότημα 20 επιπλωμένων δωματίων εμβαδού 400,00 τ.μ., το οποίο εμφαίνεται με τα γράμματα ΑΒΓΔ στο από μηνός Σεπτεμβρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του Η.

Ο., σύμφωνα με το οποίο έχει έκταση 4.017 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά και ανατολικά με ιδιοκτησία της εταιρείας "... ΕΠΕ (νυν ... EΠΕ" δυτικά με ιδιοκτησία Σ. και Νότια με ιδιοκτησία ...". Επίσης, εμφαίνεται με τα αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΑ, στο από Αυγούστου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Μ. Ρ. και συνορεύει Ανατολικά με ιδιοκτησία Ό.

Τ. και με δύο ιδιωτικές οδούς αρχόμενες από των βορείων και νοτίων γωνιών του κτήματος και καταλήγουσες στην παραλία, βορειδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Σ., Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησίες Ι. Κ. και ...". Στους δικαιοπαρόχους 1) Α. Α., 2) Λ. Λ. και 3) Μ. Κ., είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμόν ... 1987 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γ.

Φ., συνταχθέντος στις …1987 και νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, με το οποίο οι: Α. Α., Λ. Λ. και Μ. Κ. λαμβάνουν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή και κοινώς, αδιαιρέτως και κατ' ισομοιρία από την Λ. Λ. Β. ένα αγροτεμάχιο στη θέση "... ή ..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, που εμφαίνεται περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Σεπτεμβρίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ο.. Σύμφωνα με το τοπογραφικό αυτό διάγραμμα είναι έκτασης4017 τ.μ. και συνορεύει κατ' αυτό "Βορειοανατολικά και Ανατολικά με ιδιοκτησία της εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ" με πλευρά ΑΓ 104 μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία Σ. με πλευρά ΒΓ 75 μέτρων και Νότια με ιδιοκτησία ... με πλευρά ΑΒ συνολικού μήκους 65,50 μέτρων.

Στην δε, Λ. Λ. Β. είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1976 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Δ. Κ., συνταχθέν στις ...1976 και νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... με αριθμό …, με το οποίο η Λ. Λ. Β. αποκτά κατά κυριότητα, νομή και κατοχή από την Έ.

σύζυγο Σ. Μ. εν αγροτεμάχιον κείμενον κατά την θέσιν "... ή ..." της περιφέρειας της κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, τοιχογυρισμένον, εκτάσεως κατά γενόμενης ακριβή καταμέτρησιν 4221 τ.μ., εμφαινόμενον υπό τα κεφαλαία γράμματα του αλφαβήτου ΑΒΓΔΕΑ εις το από μηνός Αυγούστου 1976 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Ρ. και συνορευόμενον Ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Ό. Τ. και με δύο ιδιωτικάς οδούς πλάτους 3 μέτρων, αρχόμενες από των αρκτικής και μεσημβρινής γωνιών του κτήματος και καταλήγουσας εις την παραλίαν, Βορειοδυτικώς και επί πλευράς ΓΔ με ιδιοκτησίαν Μ. Σ. και Νοτιοδυτικώς επί πλευράς ΑΒΓ με ιδιοκτησίαν Ι. Κ. και ....

Περαιτέρω, το αρχικά ενιαίο ακίνητο με αριθμό 1, είχε περιέλθει στην Έ. σύζυγο Σ. Μ. το γένος Β. Τ. Μ. σε μεγαλύτερη έκταση, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1964 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Θ. Κ., συνταχθέντος στις ...1964 και νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, με το οποίο ο Έ.

συζ. Σ. Μ. αποκτά από τον Χ. Σ. έναν αγρό κείμενον κατά την θέσιν "... ή ..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 3 ζευγαριών ή έξι στρεμμάτων ή όσης επί πλέον ή έλασσον και αν είναι, τμήμα του οποίου εκτάσεως περίπου μιας ζευγαριάς ή 2 στρεμμάτων είναι βοσκότοπος, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Α.

Σ. Δ. και Ν. Μ. Σ. και με παραλίαν. Από το σωστό προσανατολισμό του ακινήτου, αυτό συνορεύει δυτικά με Ν. Σ., βορείως με παραλία, νοτίως και ανατολικώς με Σ. Δ.. Στον δε, Χ. Σ. είχε περιέλθει το ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1948 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Ι. Γ., συνταχθέν στις 1948 και νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … και με αριθμό …, με το οποίο ο Χ.

Σ. αγόρασε από την Α. συζ. Α. Μ., το γένος Ι. Τ. "έναν αγρό ήδη ακαλλιέργητο στη θέση "... ..." διηρημένο σε δύο μέρη δια τοίχου εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών συνορεύοντος γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. Δ. και παραλία εκ δύο μερών". Στην δε Α. συζ. Α. Μ., το γένος Ι. Τ., είχε περιέλθει το ως άνω ακίνητο, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1909 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου … Φ.

Σ., συνταχθέν στις ...1909 και νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών πρώην κοινότητας Πάρου του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αύξοντα αριθμό ..., με το οποίο ο Ι. Α.. Τ. παρείχε στην Α. συζ. Α. Μ. έναν αγρό στη θέση "..." εκτάσεως τριών (3) ζευγαριών συνορευόμενο με κτήματα Δ. Δ., Ν. Σ. και παραλία, διηρημένο σε δύο μέρη.

Στον δε Ι. Τ. είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1882 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Α. Μ., συνταχθέν στις ...1882 και νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών της τέως κοινότητας Πάρου του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο .. και αριθμό …, με το οποίο ο Ι. Τ. αποκτά έναν αγρό στη θέση "..." ή ..." συνορευόμενο με κτήματα Θ.

Σ., κληρονόμων Ν. Δ.". Συμπερασματικά, αποδεικνύεται αναφορικά με το 1ο γειτονικό ακίνητο εξ ανατολάς εν σχέσει με την επίδικη έκταση ότι, από την όλη ανάλυση των τίτλων της 1ης ιδιοκτησίας, που φτάνουν μέχρι το 1882 (δηλαδή 3 χρόνια προ του 1885), συσχετίζεται άμεσα με τον επίδικο βοσκότοπο της ιδιοκτησίας Σ., ο οποίος βρίσκεται πάντα σταθερά διαχρονικώς δυτικώς της 1ης ιδιοκτησίας.

Μάλιστα, στον μοναδικό τίτλο που δεν αναφέρεται το όνομα Σ., είναι ο τίτλος του 1882, όπου όμως αναφέρονται οι κληρονόμοι Δ. Ν., που ωστόσο είναι τα 3 τέκνα αυτού από τα οποία απέκτησε ο Σ., ως ανωτέρω αναφέρθηκε στους τίτλους κτήσης των δικαιοπάροχων της ενάγουσας. Αναφορικά με το 2ο κατά σειρά γειτονικό ακίνητο εξ ανατολάς εν σχέσει με την επίδικη ιδιοκτησία, όπως αποτυπώνεται στο Τ1 διάγραμμα του πραγματογνώμονα αποτελείται από τα εξής 9 τμήματα:

το υπ' αριθμ. 2Α ιδιοκτησίας Φ. Ε. και Ζ., το υπ' αριθμ. 2Β ιδιοκτησίας κλ. Φ. Π. και Γ., το υπ' αριθμ. 2Γ ιδιοκτησίας Δ. Π., το υπ' αριθμ. 2Δ ιδιοκτησίας Σ. Μ., το υπ' αριθμ. 2Ε ιδιοκτησίας Κ. Κ. και Α., το υπ' αριθμ. 2Ζ ιδιοκτησίας Π. Σ., το υπ' αριθμ. 2Η και 2Ι ιδιοκτησίας κλ. Δ. Α. και το υπ' αριθμ. 2Θ ιδιοκτησίας Δ. Α.. Ο πρώτος χρονικά κοινός τίτλος όλων των επιμέρους 7 ακινήτων, είναι η υπ' αριθμ. ...1959 ανταλλαγή ακινήτων του συμβολαιογράφου … Θ.

Κ., συνταχθείσα στις ...1959 και νόμιμα μεταγεγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό ..., με την οποία ο Α. Δ. αντάλλαξε ακίνητα, που πήρε, δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1937 προικοσυμφώνου και παραχώρησε στη σύζυγό του Κ.-Α. Δ. το παρακάτω περιγραφόμενο ακίνητο, δηλαδή: εις αντάλλαγμα των εις την κυριότητα, νομή και κατοχή των περιελθόντων προικώων αδιατίμητων κτημάτων της συζύγου του Κ.-Α.

Δ. το γένος Κ. Γ., παρεχώρησε εις την σύζυγό του τον αγρό στη θέση ..., βάσει δε των όρων της υπ' αριθμ. .../1959 αποφάσεως του δικαστηρίου τω εν Σύρω Πρωτοδικών, δι' ης επετράπη η ως άνω ανταλλαγή των προικώων κτημάτων της συζύγου του άτινα επροικοδοτήθηκαν αυτώ παρά του πενθερού του Κ. Γ., δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1937 προικοσυμφώνου συμβολαίου του Θ.

Κ., ήτοι: "Αγρός στη θέση ..., εκτάσεως πέντε (5) ζευγαριών, μετά της επ' αυτού αγροικίας εκ τριών δωματίων και φρέατος, συνορευόμενος γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζ. Α. Μ., Ά. συζ. Κ. Φ. και Ναού ... και δημόσιο δρόμο". Η σωστή τοποθέτηση των γειτόνων με βάση την πραγματογνωμοσύνη και το Τ1 τοπογραφικό διάγραμμα είναι η εξής:

δυτικά με κλ. Μ. Σ., νοτίως με Ναό ..., βορείως με Α. Μ. και ανατολικώς εν μέρει με Ά. Φ. και εν μέρει με δρόμο. Στον Α. Δ. είχε αρχικά περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1950 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου …. Κ. Γ., συνταχθέν στις ...1950 και νόμιμα μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο… και αριθμό …, με το οποίο ο Α.

Δ. αποκτά από τον Α. Δ. του Σ. έναν αγρό διηρημένο εκ δύο μέρη δια τοίχου κείμενον κατά την θέση ... εκτάσεως πέντε (5) ζευγαριών, περιέχοντος οικία ημιερειπωμένης εκ τριών (3) δωματίων συνορεύοντα γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζ. Μ., Ά. Κ.. Φ., Ναού ... και δημόσιο δρόμο. Στον δε, Α. Δ. του Σ., είχε περιέλθει δυνάμει της υπ' αριθμ. .../1934 δωρεάς εν ζωή, του συμβολαιογράφου … Δ.

Π., συνταχθείσας στις ...1934, με την οποία ο Α. Δ. του Σ. αποκτά από τον Σ. Δ. του Α. έναν αγρό στη θέση ... πέντε (5) ζευγαριών, που συνορεύει με κτήματα Μ. Ν. Σ., Α. Μ., Γ. Τ., Ναό ... και οδό. Στον Σ. Δ. του Α. είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1916 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου …. Φ. Σ., συνταχθέν στις ...1916 και νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών της τέως κοινότητας Πάρου του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … και αριθμό …., με την οποία ο Σ.

Δ. του Α. αποκτά από τον Δ. Δ. έναν αγρό στη θέση ..., εκτάσεως πέντε (5) ζευγαριών, συνορευόμενο με κτήματα Ν. Σ., Α. Μ., Γ. Τ., Ναού ... και οδό. Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την ιδιοκτησία 2Α, αυτή ανήκει σήμερα κατά 50% εξ αδιαιρέτου στον Φ. Ε. και κατά 50% στην Φ. Ζ. αντιστοίχως, καθώς δυνάμει της υπ' αριθ. ..2003 γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Τ., συνταχθείσα στις ...2003 και νομίμως μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Ε. ... απέκτησε από τον πατέρα του Γ. ... του Π. κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού ακινήτου (αγροτεμαχίου), το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." και κατά δήλωση των συμβαλλομένων ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πάρου εκτάσεως 1150 τ.μ., εμφαινόμενο με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Μαρτίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ο. και συνορεύει: ΒΟΡΕΙΑΝΑΤΟΛΙΚΑ σε πρόσωπο ΓΔ μήκους 57,50 μέτρων με οδό πλάτους 4,50 περίπου μέτρων, ΝΟΤΙΟΑΝΑΤΟΛΙΚΑ σε πρόσωπο ΔΑ μήκους 20,40 μέτρων, με οδό πλάτους 4 μέτρων, ΝΟΤΙΟΔΥΤΙΚΑ σε πλευρά ΑΒ μήκους 56,95 μέτρων, με ιδιοκτησία αγνώστου και ΒΟΡΕΙΟΔΥΤΙΚΑ σε πλευρά ΒΓ μήκους 21 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Ακολούθως, με την υπ' αριθμ. ...2003 γονική παροχή κατά πλήρη κυριότητα της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Τ., συνταχθείσα στις ...2003 και νομίμως μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, η Ζ. ... λαμβάνει από τον πατέρα της Π. ... του Π. κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πάρου, έχει έκταση 1150 τ.μ., φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο από Μαρτίου 1987 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ο. και συνορεύει: Βορειοανατολικά με οδό πλάτους 4,50 μέτρων περίπου, Νοτιοανατολικά με οδό πλάτους 4 μέτρων, Νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία αγνώστου και Βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Στους δικαιοπαρόχους Γ. ... του Π. και της Ζ. και Π. ... του Π. και της Ζ. είχε περιέλθει αρχικά το ως άνω ακίνητο δυνάμει του υπ' αριθ. ...1987 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Δ.

Κ., συνταχθέντος στις ...1987 και νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, με το οποίο οι Γ. και Π. λαμβάνουν από κοινού και κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου ο καθένας με πλήρη και αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή από τις Α. χήρα Ι.. Κ. και Ε. συζ. Δ. Λ. ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται κατά τη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Πάρου, έχει έκταση 1150 τ.μ., φαίνεται με τα στοιχεία ΑΒΓΔΑ στο τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Η.

Ο. με ημερομηνία Μάρτης 1987 και συνορεύει ολόγυρα: Βορειοανατολικά με πλευρά ΓΔ 57,50 μέτρων με δρόμο, Βορειοδυτικά με πλευρά ΒΓ 21 μέτρων με ιδιοκτησία Μ. Σ., Νοτιοανατολικά με πλευρά ΑΔ 20,40 μέτρων με δρόμο και Νοτιοδυτικά με πλευρά ΑΒ 56,95 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστου. Στους δε Α. χήρα Ι.. Κ. το γένος Δ. και Ζ. Μ.

και Ε. συζ. Δ. Λ. το γένος Ι. και Α. Κ. είχε περιέλθει δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1972 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Κ., συνταχθέν στις ...1972 και νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, με το οποίο οι Α. χήρα Ι.. Κ. και Ε. συζ. Δ. Λ. αποκτούν κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, κοινώς και κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου από τον Α.

Δ. του Σ. εις έκαστην εν αγροτεμάχιον κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφερείας της Κοινότητας, τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 1100 τ.μ. ως έγγιστα και συνορευόμενον βορειοδυτικώς με ιδιοκτησίαν Μ. Σ., επί πλευράς 20 μέτρων, βορειοανατολικώς και επί πλευράς 55 μέτρων με οδόν ιδιωτικήν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν παρ' αυτού προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματός του και πέραν ταύτης με αγροτεμάχιον Γ. ..., νοτιοανατολικώς και επί πλευράς 20 μέτρων με οδόν ιδιωτική πλάτους 4 μέτρων, αφεθείσαν παρ' αυτού προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματός του και νοτιοδυτικώς με υπόλοιπον αγρόν του ιδίου, επί πλευράς 55 μέτρων.

Αναφορικά με την ιδιοκτησία 2Β, όπως αυτή εμφαίνεται στο Τ1 Φεβρουαρίου 2020 τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα, ανήκει κατά 25% εξ αδιαιρέτου στον Φ. Π., Φ. Ζ. του Π., Φ. Ε. και Φ. Π. του Γ. Πιο συγκεκριμένα, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...2003 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Τ., συνταχθέν στις ...2003, ο Π. ...

του Π. αποκτά από τον πατέρα του Π. ... κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/4 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου στη θέση ...-... εκτάσεως 3.817,80 τ.μ. και φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΑ στο από Σεπτεμβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ. Ρ. και το οποίο συνορεύει βόρεια με Μ.

Σ., βορειοανατολικά με Στ. Μ., νοτιοανατολικά με Ι. Κ. και αγροτική οδό, νοτιοδυτικά με αγροτική οδό, με αγροτική οδό και βορειοδυτικά με Μ. Σ.. Επί του αγροτεμαχίου υφίστανται ισόγεια κτίσματα εμβαδού 160,00 τ.μ. και βοηθητικοί χώροι 60,00 τ.μ. Ακολούθως, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...2003 συμβολαίου γονικής παροχής κατά πλήρη κυριότητα της συμβολαιογράφου Αθηνών Β.

Τ., συνταχθέντος στις ...2003 και νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό .., ο Π. ... αποκτά από τον πατέρα του Γ. ... το 1/4 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ενός αγροτεμαχίου στη θέση ...-... εκτάσεως 3.817,80 τ.μ., φαίνεται με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΑ στο από Σεπτεμβρίου 1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Μ.

Ρ., το οποίο συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία Μ. Σ., βορειοανατολικά με ιδιοκτησία Στ. Μ., νοτιοανατολικά με ιδιοκτησία Ι. Κ. και αγροτική οδό, νοτιοδυτικά με αγροτική οδό και βορειοδυτικά με ιδιοκτησία Μ. Σ.. Επί του αγροτεμαχίου υφίστανται ισόγεια κτίσματα εμβαδού 160,00 τ.μ. και βοηθητικοί χώροι 60,00 τ.μ. Το ως άνω αγροτεμάχιο έκτασης 3.817,00 τ.μ.

προήλθε από τη συνένωση τριών αγροτεμαχίων εκτάσεων κατά τον τίτλο κτήσεως 1 στρέμματος, ...8,00 τ.μ. και 3.1...,00 τ.μ. ιδιοκτησίας των αδελφών Π. και Γ. ... του Π. και της Ζ. κατά ποσοστό 50/100 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, τα οποία ακίνητα περιήλθαν από τους παρακάτω τίτλους. Με το υπ' αριθμόν ...1983 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Δ.

Κ., συνταχθέν στις ...1983 και νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Π. ... του Π. αποκτά από τον αδελφό του Γ. ... το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή εν αγροτεμάχιο κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας και τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως κατά την γενομένην ακριβή καταμέτρησιν ......

τ.μ., εμφαινόμενον υπό τα κεφαλαία γράμματα ΠΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑΛΜΝΞΟΠ εις το από... έτους τοπογραφικόν διάγραμμα, του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Π. Μ. και συνορευόμενον κατά το διάγραμμα: Αρκτικώς επί πλευράς τεθλασμένης ΕΣΗΘΙΚΛΜ μήκους 101,70 μέτρων με ιδιοκτησίαν αγνώστων και με ιδιοκτησία Μ. Σ., Μεσημβρινώς επί πλευράς ΓΔ μήκους 59 μέτρων με Κοινοτικήν οδόν πλάτους 4 μέτρων, Ανατολικώς επί πλευράς τεθλασμένης ΜΗΟΠΒΓ μήκους 72,20 μέτρων με Κοινοτικήν οδόν και με ιδιοκτησίαν Π. ...

και Δυτικώς επί πλευράς ΔΕ μήκους 11,50 μέτρων με ιδιοκτησίαν Μ. Σ.. Ακολούθως, με το υπ' αριθμόν ...1983 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Δ. Κ., συνταχθέν στις ...1983 και νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Γ. ... αποκτά από τον αδελφό του Π. ...

το 1/2 εξ αδιαιρέτου κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή εν αγροτεμάχιον κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας και τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως κατά την γενομένην ακριβή καταμέτρησιν ...8 τ.μ., εμφαινόμενον υπό τα γράμματα ΜΝΑΠΟΞΜ εις το από 12ης Δεκεμβρίου 19... έτους τοπογραφικόν διάγραμμα του τεχνολόγου πολιτικού μηχανικού Π.

Μ. και συνορευόμενον κατά το διάγραμμ τούτο: Αρκτικώς επί πλευράς ΜΝ μήκους 20 μέτρων με ιδιοκτησίαν αγνώστων, Μεσημβρινώς επί πλευράς ΑΠ μήκους 20 μέτρων με Κοινοτικήν οδόν, Ανατολικώς επί πλευράς ΑΝ μήκους 40 μέτρων με ιδιοκτησίαν Ι. Κ. και Δυτικώς επί πλευράς ΜΞΘΠ μήκους ...,50 μέτρων με ιδιοκτησίαν Γ. και Π. ....

Με το υπ' αριθμόν ...1972 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Θ. Κ., συνταχθέν στις ...1972 και νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Γ. ... αποκτά κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν από τον Α. Δ. τμήμα από έναν αγρό κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 1750 τ.μ.

ως έγγιστα, κείμενον κατά την βορειοδυτικήν πλευράν του όλου αγρού και συνορευόμενον βορειοανατολικώς με ιδιοκτησίαν Σ. Μ., νοτιοανατολικώς με ιδιοκτησίαν Γ. Π. ... εν μέρει, εν μέρει με οδόν ιδιωτικήν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματος και εν μέρει με έτεραν ιδιωτικήν οδόν πλάτους 4 μέτρων, αφεθείσαν προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματος και πέραν ταύτης με ιδιοκτησίαν Σ.

Π., νοτιοδυτικώς με έτεραν ιδιωτικήν οδόν πλάτους 4 μέτρων, αφεθείσαν προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματός του και πέραν ταύτης με υπόλοιπον ιδιοκτησίαν του Α. Δ. και τέλος βορειοδυτικώς με ιδιοκτησίαν (βοσκότοπον) Μ. Σ.. Με το υπ' αριθμόν ...1971 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Κ., συνταχθέν στις ...1971 και νομίμως μεταγεγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Π. ...

αποκτά κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν από τον Α. Δ. τμήμα από έναν αγρόν κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 760 τ.μ. ως έγγιστα και συνορευόμενον βορειοανατολικώς με ιδιοκτησίαν Σ. Μ. επί πλευράς μέτρων 20, νοτιοανατολικώς με ιδιοκτησίαν Ι. Κ. επί πλευράς 39 μέτρων, βορειοδυτικώς με ιδιοκτησίαν Γ. ...

επί πλευράς 39 μέτρων και νοτιοδυτικώς με οδόν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν υπό του ιδίου Α. Δ. προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματος, επί πλευράς 20 μέτρων και πέραν ταύτης με ιδιοκτησίαν του ιδίου Α. Δ.. Ο όλος αγρός συνορεύει γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζύγου Α. Μ. και Ά. συζύγου Κ. Φ. και Ναού ... και με δημόσιον δρόμον.

Επιπροσθέτως, με το υπ' αριθμόν ...1965 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου … Θ. Κ., συντεχθέν στις ...1965 και νομίμως μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο .. και αριθμό .., ο Γ. ... αγόρασε από τον Α. Δ. τμήμα από έναν αγρόν κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως περίπου 1 στρέμματος, συνορευόμενον δε ανατολικώς με αγρόν πρώην Χ.

Σ. και ήδη Έ. Μ., δυτικώς, αρκτικώς και μεσημβρινώς με έτερα τμήματα του αυτού ως άνω αγρού ανήκοντα εις τον Α. Δ. εκ των οποίων διέρχεται η οδός του ως άνω τμήματος και του οποίου τμήματος επετράπη η εκποίηση δυνάμει της εν το υπ' αριθμ ...1964 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του Θ. Κ. προσαρτημένης υπ' αριθμ. ...1964 απόφασης του Πρωτοδικείου Σύρου λόγω της προικώος ιδιότητός του.

Ο όλος αγρός συνορεύει γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζύγου Α. Μ. και Ά. συζύγου Κ. Φ. και Ναού ... και με δημόσιον δρόμον. Αναφορικά με τα γειτονικά, εξ ανατολάς, ακίνητα με αριθμούς 2Γ και 2Δ, όπως αποτυπώνονται στο από τον Φεβρουάριο 2020 με αριθμό Τ1 τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα μηχανικού, σήμερα, στα εν λόγω ακίνητα που πολεοδομικά είναι ενιαία, εμβαδού 2 στρεμμάτων περίπου (2Γ και 2Δ), έχουν συσταθεί 2 κάθετες ιδιοκτησίες εμβαδού 1 στρέμματος περίπου έκαστη με 50% εξ αδιαιρέτου στο όλο ακίνητο, όπου η μεν ιδιοκτησία 2Γ ανήκει στην Δ.

Π. και η 2Δ στην Σ. Μ.. Πιο συγκεκριμένα, για την 2Δ ιδιοκτησία, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...2008 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου … Ε. Ι., συνταχθέντος στις ...2008 και νομίμως μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγρφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, η Μ. Σ. του Σ. και της Ε. αποκτά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τη μητέρα της Δ.

Ε. του Α. συζ. Σ. Σ. μία αυτοτελή και ανεξάρτητη, διηρημένη οριζόντια ιδιοκτησία, με ποσοστό συνοδιοκτησίας επί του όλου αγροτεμαχίου που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του Δήμου Πάρου, τέως Κοινότητας και τέως Δήμου Πάρου, 50/100 εξ αδιαιρέτου, ήτοι η οικοδομή που πρόκειται να οικοδομηθεί επί του Νοτιοδυτικού ημίσεως τμήματος του όλου αγροτεμαχίου, ήτοι επί τμήματος εκτάσεως 1.080 τ.μ.

ως έγγιστα, συνορευομένου: Νοτιοδυτικώς επί πλευράς 53 μέτρων με αγρό Κοινότητας Πάρου, Νοτιοανατολικώς επί πλευράς 21 μέτρων εν μέρει με αγροτεμάχιο Α. Δ. και εν μέρει με οδό πλάτους 4 μέτρων, Βορειοδυτικώς επί πλευράς 19,40 μέτρων με αγρό Μ. Σ. και Βορειοανατολικώς με το έτερον ήμισυ του κοινού αγροτεμαχίου.

Το όλο αγροτεμάχιο εκτάσεως 2160 τ.μ. ως έγγιστα συνορεύει γύρω του: Αρκτικοανατολικώς με ιδιοκτησία Μ. Σ., Νοτιοανατολικώς εν μέρει με αγροτεμάχιο Α. Δ. και εν μέρει με οδό πλάτους 4 μέτρων και Νοτιοδυτικώς με αγρό της Κοινότητας Πάρου. Επιπλέον, με την υπ' αριθμ. ...1978 σύσταση οριζόντιων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου … Δ.

Κ., συνταχθείσα στις ...1978 και νομίμως μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, η Π. Δ. συζ. Ν. Φ. λαμβάνει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή αυτοτελή και ανεξάρτητον διηρημένη οριζόντιον ιδιοκτησίαν (ιδιοκτησία 2Γ) εις ην αντιστοιχεί ποσοστόν συνιδιοκτησίας επί του όλου κοινού οικοπέδου 50/100 εξ αδιαιρέτου σε οικοδομή ήτις θέλει ανεγερθεί επί του τμήματος κοινού αγροτεμαχίου, ήτοι επί του βορειοανατολικού ημίσεως εις έκτασιν τμήματος έκτασης του κοινού αγροτεμαχίου εκτάσεως 1.080 τ.μ.

ως έγγιστα κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, συνορευομένου Βορειοανατολικώς με αγροτεμάχιο κληρονόμων Ι. Κ., Βορειοδυτικώς με αγρό Μ. Σ., Νοτιοδυτικώς με το έτερο ήμισυ του κοινού αγροτεμαχίου και Νοτιοανατολικώς με οδόν πλάτους 4 μέτρων. Με την υπ' αριθμ. ...1978 δωρεά εν ζωή του συμβολαιογράφου … Δ.

Κ., συνταχθείσα στις ... 1978 και νομίμως μεταγραμμένη στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, οι Ε. σύζυγος Σ. Σ. το γένος Α. και Κ. Δ. και Π. συζ. Ν. Φ. το γένος Α. και Κ. Δ., έλαβαν από τον πατέρα τους Α. Δ. κοινώς και κατά το ήμισυ (1/2) εξ αδιαιρέτου εις εκατέραν τούτων έν αγροτεμάχιον, κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 2,160,00 τ.μ.

ως έγγιστα συνορευόμενον: Βορειοανατολικώς επί πλευράς 55 μέτρων με αγροτεμάχιον κληρονόμων Ι. Κ., Βορειοδυτικώς επί πλευράς 39 μέτρων με ιδιοκτησίαν Μ. Σ., Νοτιοανατολικώς επί πλευράς ... μέτρων με αγροτεμάχιον Α. Δ. και εν μέρει με οδόν πλάτους 4 μέτρων και Νοτιοδυτικώς επί πλευράς 53 μέτρων με αγρόν της Κοινότητας Πάρου.

Αναφορικά με την γειτονική ιδιοκτησία 2Ζ όπως εμφαίνεται στο Τ1 τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα, δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1971 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Κ., συνταχθέντος στις ...1971 και νόμιμα μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … με αριθμό …, ο Σ.

Π. απέκτησε από τον Α. Δ. του Σ. την κυριότητα, νομήν και κατοχήν τμήματος από έναν αγρόν κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου και δη κατά την νοτιοανατολικήν πλευράν του όλου κτήματος, έχον εμβαδόν 1280 τ.μ. και συνορευόμενον νοτιοανατολικώς επί πλευράς 20 μέτρων με οδόν αφοθείσαν υπό του ιδίου και συνεχόμενην με ετέραν ιδιωτικήν οδόν διηκούσαν καθ' όλον το μήκος της πλευράς ταύτης, μεθής και θα αποτελέσει ενιαίναν οδόν, της αφεθείσης ταύτης οδού εχούσης πλάτος κατά μεν την ΝΑ γωνίαν του αγροτεμαχίου 1,50 μέτρων και κατά την ΝΔ γωνίαν 2,50 μέτρων, βορειοανατολικώς επί πλευράς 62 μέτρων με οδόν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν υπό του ιδίου προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματος και τέλος νοτιοδυτικώς επί πλευράς 60 μέτρων με ετέραν οδόν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν υπό του ιδίου προς εξυπηρέτησιν του όλου κτήματος.

Ο όλος αγρός συνορεύει γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζύγου Α. Μ. και Ά. συζύγου Κ. Φ. και Ναού ... και με δημόσιον δρόμον. Αναφορικά με την γειτονική εξ ανατολάς ιδιοκτησία 2Ε, όπως αποτυπώνεται στο ανωτέρω τοπογραφικό διάγραμμα σήμερα ανήκει στους κληρονόμους Κ. Ι., η οποία έχει κατατμηθεί σε 2 επιμέρους ακίνητα στα τέκνα του, Κ.

και Α. βάσει της υπ' αριθμ. ...2001 αποδοχής κληρονομιάς. Στο εν λόγω τίτλο δεν προσαρτάται τοπογραφικό ώστε να είναι εξαρχής κατανοητό ποιο από τα δύο τέκνα λαμβάνει το ανατολικό ή το δυτικό τμήμα, ωστόσο από την περιγραφή της ιδιοκτησίας της Α. που μνημονεύεται η ύπαρξη κατοικίας, προκύπτει το πόρισμα ότι η ...

είναι προς δυτικά και ανήκει στην Α. και η 2Ε2 που είναι ανατολικά ανήκει στον Ι.. Πιο συγκεκριμένα, βάσει της υπ' αριθμ. ...2001 αποδοχής κληρονομιάς του συμβολαιογράφου …. Ι. Γ., συνταχθείσα στις ...2001 και νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο ... και αριθμό .., ο Κ.

Κ. αποκτά από τον Ι. Κ. κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή ένα αγροτεμάχιο που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Πάρου, εμβαδού 593 τ.μ., που συνορεύει γύρω του με ιδιοκτησίες κληρονόμων Α. Δ., Ανώνυμης Εμπορικής εταιρίας - Ξενοδοχείο ... και το αγροτεμάχιο που αφήνει στην Α. Κ. και με αγροτική οδό (αφορά την υπ' αριθμ. 2Ε2 ιδιοκτησία).

Ομοίως, με τον ως άνω τίτλο η Α. Κ. αποδέχεται από τον πατέρα της "μία ισόγεια κατοικία που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Πάρου, καλυμμένης επιφάνειας 80 τ.μ. με το οικόπεδο εμβαδού 590,60 τ.μ., που συνορεύει γύρω της με το οικόπεδό της, με ιδιοκτησίες κληρονόμων Α. Δ., Ανώνυμης Εμπορικής εταιρίας - Ξενοδοχείο ..., με το αγροτεμάχιο που αφήνει πιο κάτω στον Κ.

και με αγροτική οδό" (αφορά την υπ' αριθμ. ... ιδιοκτησία), δυνάμει του υπ' αριθμόν ...1970 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Δ. Κ., συνταχθέντος στις …1970 και νόμιμα μεταγραμμένου στο βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … και αριθμό …, με την οποία ο Ι. Κ. λαμβάνει κατά κυριότητα, νομήν και κατοχήν από τον Α.

Δ. τμήμα από έναν αγρόν κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, σχήματος "Γ", εκτάσεως 550 τ.μ., συνορευόμενον Βορειοανατολικώς εν μέρει με ιδιοκτησίαν Ι. Κ. επί πλευράς 20 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Σ. Μ. επί πλευράς 10 μέτρων, νοτιοανατολικώς με ιδιοκτησίαν του ιδίου Α.

Δ. επί πλευράς 35 μέτρων, νοτιοδυτικώς με οδόν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν υπό του ιδίου Α. Δ. και πέραν ταύτης με ιδιοκτησίαν του ιδίου Α. Δ. επί πλευράς 10 μέτρων και εν μέρει με ιδιοκτησίαν Ι. Κ. επί πλευράς 25 μέτρων. Ο όλος αγρός συνορεύει γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ. Σ., Α. συζύγου Α. Μ. και Ά. συζύγου Κ. Φ.

και Ναού ... και με δημόσιον δρόμον. Ακόμη, με το αριθμόν ...1969 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πάρου Θ. Κ., συνταχθέν στις ...1969 και νόμιμα μεταγραμμένο στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο … και αριθμό …, ο Ι. Κ. απέκτησε από τον Α. Δ. κατά πλήρη κυριότητα, νομήν και κατοχήν τμήμα από έναν αγρόν (...) κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως 500 τ.μ., συνορευόμενον ανατολικώς με ιδιοκτησίαν Σ.

Μ., επί πλευράς 25 μέτρων, δυτικώς με οδόν πλάτους 4 μέτρων αφεθείσαν υπό του ιδίου Α. Δ. και πέραν αυτής με ιδιοκτησίαν του ιδίου πωλητού και εφ' ομοίας πλευράς 25 μέτρων, αρκτικώς με ιδιοκτησίαν του ιδίου πωλητού επί πλευράς 20 μέτρων και μεσημβρινώς με ιδιοκτησίαν του ιδίου πωλητού εφ' ομοίας πλευράς 20 μέτρων Ο όλος αγρός συνορεύει γύρωθεν με κτήματα κληρονόμων Μ.

Σ., Α. συζύγου Α. Μ. και Ά. συζύγου Κ. Φ. και Ναού ... και με δημόσιον δρόμον. Αναφορικά με τις υπ' αριθμόν 3 και 4 γειτονικές, εξ ανατολάς εν σχέσει με την επίδικη, ιδιοκτησίες, ανήκουν στο Δήμο Πάρου, όπου στο μεν 3ο ακίνητο είναι οι εγκαταστάσεις της αφαλάτωσης, ενώ το 4ο ακίνητο είναι αδόμητο χωρίς καμία φαινομενική συσχέτιση με το έργο της αφαλάτωσης.

Αποδείχθηκε, περαιτέρω, από βεβαιώσεις των περιοίκων κατοίκων της περιοχής, κατά την αυτοψία του πραγματογνώμονα, ότι η έκταση αυτή ανήκε στον Ιερό Ναό .... Τέλος, αναφορικά με το 5ο κατά σειρά γειτονικό εξ ανατολάς ακίνητο, όπως αυτό εμφαίνεται στο Τ1 από τον Φεβρουάριο 2020 τοπογραφικό διάγραμμα, αυτό ανήκει στον Ι.

Μ.. Συγκεκριμένα, δυνάμει της υπ' αριθμόν ...1981 δωρεάς εν ζωή του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Ι. Γ., συνταχθείσας στις ...1981 και νόμιμα μεταγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … και αριθμό …, ο Μ. Ι. του Δ. και της Γ. αποκτά κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή από τον πατέρα του Δ.

Μ. του Σ. έναν αγρό κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας και τέως Δήμου Πάρου, εκτάσεως περίπου 12 στρεμμάτων ή όσης επιπλέον ή έλασσον εκτάσεως είναι, περιτοιχισμένον, συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα ιδιοκτησίας Μ. Μ. Σ., κληρονόμων Σ. Μ. και Α. Δ. και με δημόσιον δρόμον, περιέχοντα δε αγροικία εξ ενός δωματίου ημιερειπωμένου και φρέαρ.

Από την περιγραφή του ως άνω τίτλου η σωστή τοποθέτηση των όμορων, με βάση και το πόρισμα του πραγματογνώμονα, είναι η εξής: δυτικά με Μ. Μ. Σ., βορείως με Δ. Α., δυτικώς με δημόσιο δρόμο και νοτίως με Σ. Μ.. Επίσης, όπως ανωτέρω προαναφέρθηκε και στους τίτλους της ενάγουσας, βάσει της υπ' αριθμ. ...1990 πράξης Αναγνώρισης Πραγματικής Δουλείας Δρόμου του συμβολαιογράφου Πάρου Ι.

Γ., συνταχθείσας στις ...1990, ο Μ. Σ., άμεσος δικαιοπάροχος της ενάγουσας αναγνωρίζει ότι υπάρχει από παλιά πραγματική δουλεία δρόμου, η οποία εξυπηρετεί το ακίνητο ιδιοκτησίας Ι. Μ. (δεσπόζον ακίνητο) και διέρχεται μέσα από το ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. Σ. (δουλεύον ακίνητο). Το δουλεύον ακίνητο αυτό είναι ένας βοσκότοπος που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου Πάρου, έκτασης περίπου 70 στρεμμάτων ή όσης πιο πολύ ή πιο λίγο έκτασης είναι και συνορεύει γύρω του με ιδιοκτησία Ιερού Ναού ..., Α.

Δ., Α. Μ. και με παραλία και κατά τον τίτλο κτήσης και κατά δήλωσή του έκτασης περίπου 100 στρεμμάτων ή όσης πιο πολύ ή πιο λίγο έκτασης είναι, που συνορεύει γύρω με ιδιοκτησίες Δήμου Πάρου, του συμβαλλομένου Ι. Μ., το κτήμα του οποίου οδεύεται μέσα από τον περιγραφόμενο βοσκότοπο, με ιδιοκτησία Α. Μ., Α. Δ., Θ.

Κ., παραλία και αγροτικό δρομίσκο άβατο σε τροχοφόρα. Από την άλλη πλευρά, βάσει του υπ' αριθμόν ...1965 συμβολαίου αγοραπωλησίας του τότε συμβολαιογράφου Πάρου Ι. Γ., συνταχθέντος στις ...1965 και νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πάρου, στον τόμο … με αριθμό …, ο Δ. Σ.. Μ. λαμβάνει από τον Π.

Μ. ένα αγρό κείμενον κατά την θέσιν "..." της περιφέρειας της Κοινότητας τέως Δήμου Πάρου, περιτοιχισμένον, περιέχοντα φρέαρ και αγροικίαν εξ ενός δωματίου, εκτάσεως 6 ζευγαριών ή όσης επί πλέον ή έλασσον και αν είναι, συνορευόμενον δε γύρωθεν με ιδιοκτησίας Μ. Μ. Σ., κληρονόμων Σ. Μ. και Α. Δ. και με δημόσιον δρόμον.

Τέλος, βάσει του υπ' αριθμ. ...1947 συμβολαίου διανομής του συμβολαιογράφου Πάρου Θ. Κ., συνταχθέντος στις ...1947 και νόμιμα μεταγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του τέως Δήμου Πάρου του Υποθηκοφυλακείου Πάρου στον τόμο ... και αριθμό … (σχετ. …), ο Π. Μ. έλαβε από την κληρονομούμενη Μ. συζ. Σ. Μ. το γένος Δ. Ζ. έναν αγρό στη θέση ...

εκτάσεως έξι (6) ζευγαριών περιέχοντα φρέαρ και αγροικία εξ ενός δωματίου συνορευόμενον γύρωθεν με κτήματα Μ. Μ. Σ., Σ. Μ. και Α. Δ. και με δημόσιον δρόμο. Από την ως άνω διαχρονική ανάλυση τόσο των τίτλων ιδιοκτησίας της ενάγουσας, οι οποίοι φτάνουν πίσω τουλάχιστον στο έτος 1883, βάσει του υπ' αριθμόν ...1883 προικοσυμφώνου της Ε.

Α. το γένος Ν. Δ. συνταχθέν στις ...1883, όσο και των όμορων εξ ανατολάς ακινήτων της, αποδεικνύεται ότι η επίδικη έκταση εμπεριέχεται στους τίτλους ιδιοκτησίας της ενάγουσας. Και ναι μεν ο τίτλος αυτός (...1883) είναι δυασανάγνωστος, ωστόσο βάσει του προηγούμενου τίτλου των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ήτοι την υπ' αριθμ. ...1901 πώληση του συμβολαιογράφου Πάρου Φ.

Σ., αποδεικνύεται ότι η Ν. Σ. του Π. απέκτησε το ακίνητο σε μεγαλύτερη έκταση με αγορά από τα αδέλφια Ε. Α. το γένος Ν. Δ. και Δ. Ν.. Δ., ήτοι αγόρασε ένα βοσκότοπο συνεχόμενο με τα υπόλοιπα κτήματα όσης εκτάσεως είναι (... μετά του συνεχομένου αυτής βοσκοτόπου, όσης εκτάσεως είναι, περιέχοντος οικίσκον...). Η συνολικά αγορασθείσα έκταση συνορεύει με κτήματα Α.

Β., Δ. Ζ., Α. Δ., Κ. Μ., Ι. Τ., Δ. Δ., Εκκλησίας ... και παραλία και οδό. Περαιτέρω, βάσει της ανωτέρω ανάλυσης των τίτλων των όμορων ιδιοκτησιών της ενάγουσας προκύπτει το πόρισμα ότι η σωστή περιγραφή των γειτόνων είναι η εξής: α) βόρεια, δυτικά και νοτίως με παραλία β) ανατολικά εν μέρει με: Ι. Τ., ο οποίος από το έτος 1882 μέχρι το 1909 ήταν ο ιδιοκτήτης της σημερινής έκτασης του ..., ήτοι της υπ' αριθμόν 1 ιδιοκτησίας, βάσει του υπ' αριθμόν ...1882 τίτλου, Δ.

Δ., ο οποίος είναι ο προκάτοχος του υπ' αριθμ. 2ου ακινήτου, όπου σήμερα αποτελείται από 7 επιμέρους ιδιοκτησίες και ήταν προκάτοχος τουλάχιστον μέχρι το 1916 βάσει του υπ' αριθμ. ...1916 τίτλου, Εκκλησία ..., η οποία είναι προκάτοχος των ακινήτων 3 και 4 σημερινής ιδιοκτησίας Δήμου Πάρου, Δ. Ζ., ο οποίος είναι ο προκάτοχος της υπ' αριθμ. 5 όμορης ιδιοκτησίας του Μ.

Ι., το οποίο προκύπτει από την αναφορά του υπ' αριθμόν ...1947 τίτλου, με την οποία ο Π. Μ. έλαβε από την κληρονομούμενη Μ. συζ. Σ. Μ. το γένος Δ. Ζ.. Επομένως, αφού υπάρχει πλήρης, διαχρονική, αμφίπλευρη συσχέτιση του επιδίκου σε όλη την ανατολική πλευρά με άλλες όμορες ιδιοκτησίες και λαμβάνοντας υπόψιν ότι στις 3 υπόλοιπες πλευρές το επίδικο πάντα συνόρευε με παραλία (γεγονός που αποδεικνύεται και από το τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Θ.

Μ. με ημερομηνία Ιούνιος 2000, το οποίο συνόδευε το με αριθμό ...2000 συμβόλαιο αγοραπωλησίας με το οποίο η ενάγουσα απέκτησε την επίδικη έκταση και στο οποίο οι πλευρές του επιδίκου ΟΠ, ΑΤ, ΣΤ, ΑΒ, ΣΡ, ΡΠ, ως αποτυπώνονται, συνορεύουν με παραλία) αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο εμβαδού 85.738,34 τ.μ. μετά την ως ανωτέρω απομείωση, περιλαμβάνεται στο σύνολό του στο μείζονος έκτασης ακίνητο που περιγράφεται στα συμβόλαια (τίτλους κτήσης) της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της, οι οποίοι ανάγονται τουλάχιστον μέχρι το έτος 1883.

Η δε απόκλιση ως προς το εμβαδόν - η οποία ως ανωτέρω υπογραμμίστηκε αφορά κυρίως στο μη επίδικο κομμάτι που χαρακτηρίστηκε ως αγροτική έκταση - κρίνεται από το Δικαστήριο τούτο ως ανεκτή και δικαιολογημένη, γεγονός στο οποίο καταλήγει και ο διορισθείς πραγματογνώμονας, αφού οι παλιοί τίτλοι αναφέρουν έκταση βοσκότοπου 70 στρεμμάτων, ενώ κατά τη νεότερή της εμβαδομέτρηση στην πράξη χαρακτηρισμού, η έκταση ήταν 112 στρέμματα περίπου, ήτοι 96 στρέμματα μετά την απομείωση.

Ωστόσο, η διαφορά στο εμβαδόν είναι σχετικά μικρή με την αντίστοιχη αύξηση του εμβαδού στο νοτιοανατολικό τμήμα, όπου κατά τον μεν τίτλο είναι 27 στρέμματα, ενώ τελικά αποδείχθηκε ότι είναι 49 στρέμματα περίπου. Άλλωστε, κανένας παλιός τίτλος δεν συνοδεύονταν από τοπογραφικό διάγραμμα. Σε κάθε περίπτωση η "ζευγαριά" που αναφερόταν ως μονάδα μέτρησης της έκτασης σε ορισμένα από τα ως ανωτέρω αναφερόμενα παλαιά συμβόλαια των προκατόχων της ενάγουσας, είναι με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, μια όλως επισφαλής και εξαρτώμενη από ποικίλους παράγοντες που τείνουν να διαφοροποιούνται (ποιότητα εδάφους, δυνάμεις ζώου - ζευγολάτη, υγρασία εδάφους, βραχώδες ή μη της έκτασης, ημερήσιος στόχος απόδοσης ζευγαρίσματος) μονάδα μέτρησης.

Αυτό δε που είναι κρίσιμο είναι η χωροθεσία του ακινήτου, η οποία πρωτίστως προσδιορίζεται από τις όμορες ιδιοκτησίες και τα δικά τους διαχρονικά όρια, τα οποία εν προκειμένω ταυτίζονται. Περαιτέρω, αναφορικά με την μορφολογία της επίδικης έκτασης και το κατά πόσο αυτή αποτελούσε κατά το χρόνο της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά και μετά τη σύσταση του ελληνικού κράτους (3.2.1830), χορτολιβαδική έκταση ή βοσκότοπο ή γεωργική (καλλιεργήσιμη) γη, αποδείχθηκε ότι καταρχήν από το έτος 1945 αποτελούσε χορτολιβαδική έκταση σε ποσοστό που φτάνει κατά μέσο όρο το 15% με είδη όπως θυμάρια, κουκουλοαφάνες, αλογοθύμαρα, ασφάκες και μεμονωμένα σχίνα (βλ.

το Τ3 διάγραμμα του πραγματογνώμονα με τη διαχρονική φωτοερμηνεία από το έτος 1845 μέχρι σήμερα). Επιπλέον, το επίδικο αποτελείται στη συντριπτική του πλειοψηφία από βραχώδη εδάφη, τα οποία έχουν μέση κλίση μέχρι 15% προς ΒΔ, αλλά και μικρότερες κλίσεις που φτάνουν το 8% με κατευθύνσεις Β και Ν. Το ελάχιστο ύψος του επιδίκου είναι 2 μ.

και το μέγιστο 29 μ., με το μέσο υψόμετρο να κυμαίνεται στα 10 μ. (βλ. το Τ2 διάγραμμα του πραγματογνώμονα). Περαιτέρω, δεν ήταν δυνατόν να διαπιστωθούν σαφώς στοιχεία που υποδηλώνουν ανθρωπογενή δραστηριότητα και δη καλλιέργεια, με εξαίρεση το αλώνι που υπάρχει κι σήμερα, το οποίο παρατηρείται τουλάχιστον από το 1960 και μετά.

Όσον αφορά τη βόσκηση επί του επιδίκου δεν ήταν μεν δυνατόν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα για την εν λόγω δραστηριότητα βάσει της φωτοερμηνείας, ωστόσο από την αναφορά του ως βοσκότοπος σε όλους του τίτλους από το 1883 και σε συνδυασμό με την υποβαθμισμένη κάλυψή του από χορτολιβαδικά είδη, αλλά και την ύπαρξη αρκετών και μικρού πλάτους μονοπατιών που φαίνονται ευκρινώς τουλάχιστον από το 1982 και μετά, αποδεικνύεται ότι το επίδικο χρησιμοποιείτο για βόσκηση.

Λαμβάνοντας δε υπόψιν την ευρύτερη γειτνιάζουσα έκταση του επιδίκου η οποία είναι οικιστικής και γεωργικής χρήσης, το επίδικο, παρά το ότι αποτελούσε χορτολίβαδο στο μεγαλύτερο μέρος του, ήταν κυρίως βοσκήσιμη ιδιωτική έκταση, ήτοι ιδιωτικό ακίνητο, ανήκον ιδιοκτησιακά στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, που το χρησιμοποιούσαν για βοσκή των ζώων τους και ενίοτε για καλλιέργεια (αμπέλια κι κριθάρι) ως αναφέρουν χαρακτηριστικά οι μάρτυρες της ενάγουσας στις ένορκες βεβαιώσεις τους.

Όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρουν και οι δύο μάρτυρες, το κτήμα φυτευόταν ακόμα και κατά την κατοχή με σιτηρά, αλλά και για να βόσκουν ζώα, είτε από τον Μ. Σ., άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας, είτε από διάφορους άλλους στους οποίους νοίκιαζε την έκταση. Άλλωστε, η ενάγουσα δεν αμφισβητεί τη μορφολογία της έκτασης ως χορτολιβαδική.

Αποδείχθηκε συνεπώς ότι παρά το χορτολιβαδικό της χαρακτήρα, η επίδικη έκταση ήταν ιδιωτική και όχι δημόσια, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το εναγόμενο. Η δε τελεσίδικη πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης ως χορτολιβαδικής, δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.

Επιπλέον και οι λοιποί ισχυρισμοί που προβάλλει το εναγόμενο, πρέπει να απορριφθούν, καθόσον δεν ανταποκρίθηκε στο σχετικό βάρος απόδειξης αυτών, με δεδομένο ότι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αγωγής, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής.

Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση αυτών των ισχυρισμών (καταλυτικών ενστάσεων), οφείλει να αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της μη απόδειξης της βασιμότητας αυτών φέρει εκείνο (Δημόσιο) και όχι η ενάγουσα...

Συνεπώς, το ίδιο το Ελληνικό Δημόσιο φέρει το βάρος απόδειξης στις περιπτώσεις που προβάλλει (αγωγικό ή κατ' ένσταση) ισχυρισμό ιδίας κυριότητας, για το λόγο ότι το επίδικο: α) αποτελούσε πάντοτε δασική έκταση, για την οποία κανείς, από την έναρξη ισχύος του βδ της ...1836 "περί ιδιωτικών δασών" δεν εμφάνισε, εντός της προθεσμίας του άρθρου 3 παρ. 1 του διατάγματος αυτού, τίτλους ιδιοκτησίας για την αναγνώρισή του ως κυρίου, β) αποτελούσε, από την έναρξη της ισχύος του βδ από ...1833, λιβάδι ή βοσκότοπο και γ) ήταν αδέσποτη έκταση κατά το χρόνο ισχύος του βδ από 10.7.1837...

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με τον ισχυρισμό του εναγομένου ότι το επίδικο αποτελούσε ανέκαθεν οθωμανική δημόσια γαία μη εξουσιαζόμενη πό ιδιώτη και περιήλθε ως τέτοια στο ελληνικό δημόσιο με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, καθώς το δημόσιο ως έχον το σχετικό βάρος απόδειξης της κυριότητάς του επί του επιδίκου, δεν εισέφερε ουδέν στοιχείο ως προς τούτο.

Μόνος δε αυτός ο τελεσίδικος χαρακτηρισμός της επίδικης έκτασης ως χορτολιβαδικής, γεγονός που δεν αμφισβητεί η ενάγουσα ως ανωτέρω ελέχθη, δεν αρκεί ώστε να προσδώσει την κυριότητα στο εναγόμενο. Συνιστά δε ανατροπή του βάρους της απόδειξης ο ισχυρισμός ότι εφ' όσον δεν αποδεικνύεται ότι το επίδικο ακίνητο εξουσιάσθηκε από οποιονδήποτε ιδιώτη και με την έννοια αυτή δεν αποτέλεσε αντικείμενο καθαρής κυριότητας ή δικαιώματος που μετεξελίχθηκε σε κυριότητα, περιήλθε στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού κράτους δικαιώματι πολέμου.

Πρέπει δε να αναφερθεί ότι διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορούσε και τις νήσους του Αιγαίου. Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο.

Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες. Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν τα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και εν γένει τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανερξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι, οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους δια των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό το όνομα "..." και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος... Πλην όμως, η επίδικη έκταση παρά το ότι εμφανίζει ως επί το πλείστον βλάστης θαμνώδη και έδαφος βραχώδες, ήταν ανέκαθεν, με απολύτως έγκυρους μεταγεγραμμένους τίτλους, που ανάγονται στο έτος 1883, ιδιωτική και χρησιμοποιείτο από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας είτε ως βοσκότοπος για τα ζώα τους, είτε για την καλλιέργεια σιτηρών-αμπελιού, όπως κατέθεσαν και οι μάρτυρες της ενάγουσας κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής.

Με βάση δε και την ανωτέρω αναφερόμενη νομολογία, το εναγόμενο όφειλε να αποδείξει ότι κατά τα χρόνια της Οθωμανικής κυριαρχίας, η επίδικη έκταση εξουσιαζόταν ως δημόσια από το Σουλτάνο και ότι αποτελούσε από τότε δάσος ή λιβάδι ή κοινόχρηστος τόπος βοσκής, γεγονός το οποίο δεν έπραξε. Επίσης, από το συνδυασμό των σχετικών διατάξεων του Βυζαντινορρωμαϊκού Δικαίου [ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (....4) Πανδ. (44.3), 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), 7 παρ. 3 Πανδ. (23.2) και ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14)], του άρθρου 21 του νόμου της 21 Ιουνίου/10 Ιουλίου 1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ'/1912 και του άρθρου ...

ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα επί ακινήτων του Δημοσίου περιέρχεται με έκτακτη χρησικτησία στους χρησιδεσπόζοντες ιδιώτες, οι οποίοι είχαν συμπληρώσει - μετά των τυχόν προκτητόρων των οποίων οι ίδιοι τυγχάνουν ειδικοί ή καθολικοί διάδοχοι - έως την 11.09.1915, τριακονταετή καλόπιστη διανοία κυρίου νομή επί των εν λόγω ακινήτων, ακόμη και επί δημοσίων δασών, εφόσον τα εκ του βδ του 1836 δικαιώματα του Δημοσίου επί δασών δεν είναι απαράγραπτα...

Κατά συνέπεια, για τις εκτάσεις του Π. Β., οι οποίες εντάχθηκαν αμέσως στην Ελληνική Επικράτεια, ιδιωτικό δικαίωμα κυριότητας ήταν δυνατό να θεμελιωθεί με έκτακτη χρησικτησία επί οποιουδήποτε δημοσίου κτήματος, περιλαμβανομένων των δασών, υπό την προϋπόθεση ότι αποδεικνυόταν καλόπιστη νομή επί τριάντα τουλάχιστον έτη, η οποία άρχισε να ασκείται το αργότερο μέχρι την 11.09.1885.

Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση, εφόσον αποδείχθηκε ιδίως από τις μαρτυτικές καταθέσεις, αλλά και από τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης, στην οποία γίνεται αναφορά σε μονοπάτια μικρού πλάτους που χρησιμοποιούνταν μόνο από ζώα και ανθρώπους κατά τη βοσκή, ότι ήδη από το έτος 1883 οι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας ασκούσαν επί της επίδικης έκτασης με καλή πίστη εκλαμβάνοντας την έκταση ως δική τους, πράξεις νομής, ήτοι καλλιέργεια με αμπέλι και σιτηρά, σε συνδυασμό με βόσκηση ζώων, εκμίσθωση σε τρίτους, έχουν αποκτήσει και με πρωτότυπο τρόπο κυριότητα επί της επίδικης έκτασης, ακόμη και αν αυτή ήθελε θεωρηθεί έκταση δημόσια και όχι ιδιωτική, όπως αποδείχθηκε ανωτέρω, αφού μέχρι και το 1915 έχουν παρέλθει πλέον των 30 ετών αδιάλειπτης άσκησης πράξεων νομής διανοία κυρίου από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και κατά συνέπεια η τελευταία απέκτησε από κύριο.

Ομοίως, απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός του δημοσίου ότι η έκταση εφόσον αποτελούσε λιβάδι κοινόχρηστο και άρα ανήκον στο δημόσιο, όφειλε ο ιδιώτης να προσκομίσει ταπί για την επικαρπία του, καθότι, ο ισχυρισμός αυτός στηρίζεται για την παραδοχή του, σε λήψη του ζητουμένου, ήτοι ότι η επίδικη έκταση ήταν δημόσιο και κοινόχρηστο λιβάδι ήδη επί τουρκοκρατίας, γεγονός που δεν απεδείχθη ως ανωτέρω ελέχθη, αφού η έκταση ήταν ιδιωτική με βάση αδιάκοπη σειρά μεταγεγραμμένων τίτλων και με σαφή διαχρονικά ταυτόσημα όρια, παρά την ανεκτή απόκλιση που εμφανίζει ως προς το εμβαδόν για τους λόγους που ανωτέρω παρατέθηκαν.

Ομοίως απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι κρίνονται και οι ισχυρισμοί του ελληνικού δημοσίου περί αείποτε αδέσποτης έκτασης, άλλως κτήσης αυτής με έκτακτη ή τακτική χρησικτησία εκ μέρους του ελληνικού δημοσίου. Πιο συγκεκριμένα, τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διοικήσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτιών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".

Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εις. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος αυτών και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίον, όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. ....1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει η κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα, λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις...

Τόσο λοιπόν κατά το προϊσχύσαν δίκαιο (δηλ. τον ΑΝ 1539/1938 περί διακρίσεως κτημάτων, ο οποίος καταργήθηκε με την ΕισΝΑΚ 49), όσο και κατά το σύστημα του ΑΚ (δεδομένου ότι η ΑΚ 972 αποδίδει όμοιο με το προϊσχύσαν δίκαιο), τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται αφενός σε εκείνα που ουδέποτε ανήκαν κατά κυριότητα σε κάποιον, δηλαδή τα εξαρχής αδέσποτα και αφετέρου σε εκείνα που κατέστησαν αδέσποτα μεταγενέστερα, με εγκατάλειψη και τήρηση του σχετικού νόμιμου τύπου...

Ωστόσο, από την έναρξη ισχύος του νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", έπαυσαν να υφίστανται τα εξαρχής αδέσποτα και έκτοτε ο μόνος νόμιμος τρόπος για να καταστεί ένα ακίνητο αδέσποτο είναι αυτός της παραίτησης. Συνεπεία της παραιτήσεως και εφόσον πληρούνται οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, το Δημόσιο αποκτά πρωτότυπα κυριότητα επί του αδεσπότου ακινήτου και συγχρόνως με την κυριότητα αποκτά αυτοδίκαια και τη νομή του ακινήτου, ανεξάρτητα εάν έλαβε τη φυσική εξουσία αυτού ή αν ενήργησε πάνω σε αυτό πράξεις διακοτοχής...

Τα ανωτέρω ex lege αποτελέσματα, επέρχονται από και δια της μεταγραφής της δήλωσης παραίτησης (ΑΚ 1192 αρ. 1, 1198). Με βάση τα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του εναγομένου είναι απορριπτέος πρωτίστως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο τα επίδικα κατέστησαν αδέσποτα και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά, καθώς και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο, σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν 1274 περί γαιών), αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δια εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται διαθέσιμος, ενώ μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητας και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεώς του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23-2-1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφαο και μεταγραφή...

Σε κάθε περίπτωση και στην ουσία του ισχυρισμού, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση υπήρξε ποτέ αδέσποτη, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν δεσποζόταν ως ιδιωτική καλλιεργήσιμη έκταση-βοσκότοπος από τους δικαιπαρόχους (απώτερους και απώτατους) της ενάγουσας. Άλλωστε, το εναγόμενο που ως ελέχθη φέρει και το βάρος απόδειξης των ενστάσεών του, όλως αβάσιμα αποδίδει στην έκταση το χαρακτηρισμό ως εγκαταλελειμμένη, αλλιώς αδέσποτη, αλλιώς χορτολίβαδο ή βοσκοτόπι, χωρίς ωστόσο να προσκομίζει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ότι δηλαδή το επίδικο ακίνητο έχει περιέλθει στην κυριότητά του λόγω του χαρακτηρισμού του ως εγκαταλελειμμένο αδέσποτο...

Αβάσιμα δε διατείνεται το εναγόμενο ότι η διάταξη περί αδεσπότων έχει και δικονομικό χαρακτήρα, με την έννοια ότι αν δεν αποδειχθεί κυριότητα τρίτου προσώπου-ιδιώτη επί του ακινήτου, αυτό θεωρείται αυτόματα αδέσποτο και περιεχόμενο στο Δημόσιο, καθότι κατά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, το βάρος απόδειξης του ισχυρισμού ότι είναι αδέσποτο το φέρει το Δημόσιο.

Ας σημειωθεί δε ότι οι διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 2,3 του ΑΝ 1539/1983, σύμφωνα με τις οποίες οι τίτλοι, καθώς και η βοσκή επί λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρούνται πράξεις νομής, δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, καθώς οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει από τη σαφή διατύπωσή τους, προϋποθέτουν ακριβώς λήψη του ζητουμένου, ήτοι την ύπαρξη δημοσίου κτήματος, κάτι όμως που δεν αποδείχθηκε ότι ισχύει εν προκειμένω, καθότι απεδείχθη ότι η επίδικη έκταση είναι ιδιωτικό ακίνητο-βοσκοτόπι με μορφολογία εδάφους χορτολιβαδική (θυμάρι, αλογοθύμαρα, σχίνα, κουκουλοαφάνες, σχίνα) και έδαφος βραχώδες με μικρές ωστόσο κλίσεις μέχρι 15% προς ΒΔ και 8% με κατευθύνσεις Β και Ν, όπως αναφέρεται και στη διεξαχθείσα πραγματογνωμοσύνη.

Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οποιαδήποτε διατακατοχική πράξη στο επίδικο από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους έως την άσκηση της ανωτέρω αγωγής..., αντίθετα αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση δεσποζόταν από την ενάγουσα, τους απώτερους και τους απώτατους δικαιοπαρόχους της ήδη από το έτος 1883.

Επιπλέον, με βάση και το πόρισμα στο οποίο καταλήγει η πραγματογνωμοσύνη (βλ. 2η απάντηση υπό στοιχείο δ), δεν αποδείχθηκε ότι η επίδικη έκταση αποτελεί δασική έκταση, καθώς ελήφθη υπόψη και η θέση της και η ένταξή της στο όλο περιβάλλον-γειτνιάζον αυτήν οικοσύστημα, που είναι οικιστικής και γεωργικής χρήσης.

Σύμφωνα, όμως, με την παράγραφο 6 του άρθρου 3 του Ν. 998/1979, δεν υπάγονται στις διατάξεις του νόμου αυτού, μεταξύ άλλων, οι γεωργικώς καλλιεργούμενες και οι χορτολιβαδικές εκτάσεις, οι ευρισκόμενες επί πεδινών εδαφών ή επί ανωμάλου εδάφους ή λόφων, εφόσον δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου ή δεν έχουν κηρυχθεί ένεκα του προστατευτικού αυτών χαρακτήρος ή εξ άλλου λόγου δασωτέαι κατά τα εις το άρθρο 38 του νόμου τούτου οριζόμενα.

Περαιτέρω, στο άρθρο 62 παρ. 1 του Ν. 998/1979 περί βάρους απόδειξης, ορίζεται ότι: "... Επί των πάσης φύσεως αμφισβητήσεων ή διενέξεων ή δικών μεταξύ του Δημοσίου, είτε ως ενάγοντος είτε ως εναγομένου είτε ως αιτούντος είτε ως καθ' ου η αίτηση, και φυσικού ή νομικού προσώπου, το οποίο προβάλλει ή αξιώνει οποιοδήποτε δικαίωμα, εμπράγματο ή μη, επί των δασών, των δασικών εκτάσεων το ως άνω φυσικό ή νομικό πρόσωπο οφείλει να αποδείξει την παρ' αυτώ ύπαρξη του δικαιώματός του.

Κατ' εξαίρεση η διάταξη αυτή δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης...".

Εντεύθεν, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τα άρθρα 62 παρ. 1 εδ. α και β και 74 του Ν. 998/1979, στις νήσους των Κυκλάδων, που είναι και η Πάρος, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών ή των χορτολιβαδικών εκτάσεων...

Συνεπώς, απορριπτέοι ως αβάσιμοι και αντιφατικοί κρίνονται οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εναγομένου ελληνικού δημοσίου ότι η ανωτέρω διάταξη είναι μόνο δικονομικού χαρακτήρα και δεν αναιρεί τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, δυνάμει των οποίων με μόνο τον χαρακτηρισμό έκτασης ως χορτολιβαδικής ή δασικής, το Δημόσιο θεωρείται κύριος αυτής και το βάρος απόδειξης εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ' αυτής μετακυλίεται στον ιδιώτη. Και ναι μεν η διάταξη αφορά αντιστροφή του βάρους απόδειξης, άρα υπό το πρίσμα αυτό οράται ως δικονομική, αλλά αναγκαστικά η εξ αυτής αντιστροφή επιφέρει και ουσιαστικού δικαίου συνέπειες, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου.

Συνεπώς, τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι οι πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της ενάγουσας, ως αυτές προσδιορίστηκαν στις μαρτυρικές τους καταθέσεις, δεν περιορίστηκαν στο αγροτικής μορφής τμήμα της ευρύτερης έκτασης, αλλά στο επίδικο, που κυρίως μεν ήταν ιδιωτικός βοσκότοπος, αλλά σε αυτό καλλιεργούνταν ενίοτε κριθάρι για τη βόσκης των ζώων και αμπέλι, απομεινάρια των ριζών του οποίου εντοπίζονται ακόμη στο έδαφος, με βάση τις καταθέσεις των μαρτύρων της ενάγουσας.

Σε κάθε περίπτωση, αξίζει να τονιστεί ότι το αλώνι που υπάρχει μέχρι και σήμερα και υποδηλώνει ανθρωπογενή δραστηριότητα-καλλιέργεια στην επίδικη έκταση, ως αποτυπώνεται κατά θέση στο με ημερομηνία Φεβρουαρίου 2020 Τ1 τοπογραφικό διάγραμμα του ορισθέντος πραγματογνώμονα, εντάσσεται εντός της επίδικης έκτασης υπό αριθμό Β2 στο ανωτέρω τοπογραφικό και όχι στην έκταση που χαρακτηρίστηκε από το δημόσιο ως αγροτική υπ' αριθμ.

Β1 και Γ στο τοπογραφικό?. Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε: 1) Ότι η κυριότητα του επιδίκου δεν περιήλθε στο εναγόμενο ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, με τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, καθ' όσον τούτο ήταν ιδιωτική γη ''καθαρής ιδιοκτησίας'', ανήκε, δηλαδή, στην κατηγορία των ''μούλκια ακινήτων'', δεν είχε περιέλθει στο Οθωμανικό Κράτος και δεν εξουσιάστηκε από τον Σουλτάνο, ούτε κατεχόταν από Οθωμανούς πολίτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την Επικράτεια κατά την Επανάσταση του 1821 και δεν διατήρησαν τις ιδιοκτησίες τους, το οποίο το αναιρεσείον κατέλαβε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα και δήμευσε (1821-1830). 2) Ότι το επίδικο δεν αποτελούσε τμήμα δασικής έκτασης και ότι δεν αποδείχθηκε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου με πρωτότυπο (έκτακτη χρησικτησία), κατά τις διατάξεις του ΒΡΔ, όσο και του ΑΚ. 3) Ότι σε κάθε περίπτωση και αν ήθελε θεωρηθεί το επίδικο δημόσια έκταση, ως βοσκότοπος κατά το μεγαλύτερο μέρος του, το δικαίωμα αυτό του αναιρεσείοντος καταλύθηκε με έκτακτη χρησικτησία των απώτατων δικαιοπαρόχων της αναιρεσίβλητης, η οποία χωρεί και επί δημοσίων κτημάτων κατά το ΒΡΔ, λόγω της επί τριάντα και πλέον έτη αδιάλειπτης νομής των εν λόγω δικαιοπαρόχων της από το 1883 και μετά, οι οποίοι ασκούσαν τις αναφερόμενες στην απόφαση πράξεις νομής με την πεποίθηση ότι το επίδικο ανήκε στην ιδιοκτησία τους και κατέστησαν έτσι κύριοι του επιδίκου. 4) Ότι με τον τρόπο αυτό και με αδιάκοπη σειρά μεταβιβάσεων του επιδίκου με τα νόμιμα μεταγεγραμμένα συμβόλαια από τους απώτατους στους απώτερους δικαιοπαρόχους της αναιρεσίβλητης, η τελευταία απέκτησε κυριότητα του επιδίκου από κύριο και έτσι κατέστη κυρία αυτού με παράγωγο τρόπο.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως, αναγνωρίζοντας την αναιρεσίβλητη κυρία του επιδίκου ακινήτου. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των από 3/22-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, των ερμηνευτικών των εν λόγω Πρωτοκόλλων κειμένων των τριών προστάτιδων δυνάμεων και της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 1 του β.δ. ...1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", τις διατάξεις του ν.

ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτό το νόμο και του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", καθώς και τις διατάξεις του προϊσχύσαντος ΒΡΔ, περί χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα, των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3), τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθ' όσον υπό τα ως άνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ήταν ιδιωτική γη ''καθαρής ιδιοκτησίας'', ανήκε δηλαδή πριν από το 1821 σε χριστιανούς πολίτες, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαζάν του έτους 1274 "περί γαιών", και ποτέ δεν υπήρξε δημόσιο κτήμα, που περιήλθε με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, σε κάθε δε περίπτωση και υπό τα επίσης ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της αναιρεσίβλητης απέκτησαν κυριότητα επί του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, καθώς νεμήθηκαν το επίδικο με καλή πίστη επί τριάντα και πλέον έτη μέχρι τις ...1915.

Επίσης, το Εφετείο, με τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σε αυτήν σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου.

Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου διαλαμβανόμενες στους τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμες. Με τον πέμπτο, κατ' ορθή αρίθμηση, λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διατείνεται το αναιρεσείον ότι το Εφετείο παρέβλεψε εντελώς τους ισχυρισμούς του ότι τμήμα του επιδίκου ακινήτου εμπίπτει εντός των ορίων του αιγιαλού και ότι επομένως, ως κοινόχρηστη έκταση, ανήκει στην κυριότητά του, όπως αναφερόταν στο με αριθμό ...2017 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σύρου και όπως ο αιγιαλός στο τμήμα αυτό καθορίστηκε διοικητικά με τη με αριθμό ...2005 απόφαση περί "Καθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας στη θέση ..., νήσου Πάρου" (ΦΕΚ ...2005), της αρμόδιας Επιτροπής καθορισμού αιγιαλού και παραλίας, παραβιάζοντας έτσι, με την επιδίκαση του τμήματος αυτού στην αναιρεσίβλητη, ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 του ν. 2971/2001 και 967 και 968 ΑΚ.

Με το δεύτερο δε μέρος του αυτού ως άνω λόγου και κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, διατείνεται το αναιρεσείον ότι επικαλέστηκε και προσκόμισε ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου το με αριθμό ...2017 έγγραφο του Αυτοτελούς Γραφείου Δημόσιας Περιουσίας Σύρου και τη με αριθμό ...2005 απόφαση της αρμόδιας Επιτροπής περί "Καθορισμού ορίων αιγιαλού, παραλίας στη θέση ...

νήσου Πάρου", από τα οποία αποδεικνύεται κατά πλήρη απόδειξη ότι τμήμα του επιδίκου αποτελεί αιγιαλό και ότι επομένως το τμήμα αυτό ανήκει στην κυριότητά του, ως κοινόχρηστο πράγμα. Ότι το Εφετείο εκτίμησε ελευθέρως τα ανωτέρω δημόσια έγγραφα και όχι ως παρέχοντα πλήρη απόδειξη κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, δεχόμενο ότι το ανωτέρω τμήμα έχει ιδιωτικό χαρακτήρα και υποπίπτοντας έτσι στην παράβαση του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ.

Ωστόσο, όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω εκτιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον έκανε δεκτό. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αναιρεσιβαλλομένη (σελ. 23) ότι: ?Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι το Δεκέμβριο του 2016, όταν κατατέθηκε η αγωγή της ενάγουσας, το εμβαδόν του επιδίκου και της συνολικής έκτασης ήταν ήδη απομειωμένο κατά σχεδόν 15 στρέμματα, αφού είχε παρεμβληθεί το 2005 η οριοθέτηση του αιγιαλού...

Πιο συγκεκριμένα, βάσει της υπ' αριθμ. ...2005 απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου με θέμα "Καθορισμός ορίων αιγιαλού, παραλίας στη θέση ..., νήσου Πάρου" (ΦΕΚ 895/Δ/26-08-2005), καθορίστηκε ο αιγιαλός και η παραλία για όλη τη βόρεια, δυτική και εν μέρει τη νότια πλευρά του επιδίκου. Με την εν λόγω οριοθέτηση απομειώθηκε η συνολική έκταση κατά 14.416,32 τ.μ.

και ουσιαστικά είναι η ζώνη μεταξύ της βραχώδους ακτογραμμής, όπως είχε αρχικά μετρηθεί στο τοπογραφικό της ενάγουσας και της οριογραμμής του αιγιαλού, η οποία ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο...?. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε το αίτημα της αγωγής κατά το ανωτέρω τμήμα του αιγιαλού, όπως προκύπτει από τις υπόλοιπες και πιο πάνω εκτιθέμενες παραδοχές της απόφασής του.

Συνεπώς, ο εξεταζόμενος πέμπτος λόγος αναίρεσης, και κατά τα δύο μέρη του, είναι απορριπτέος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και επομένως ως αβάσιμος. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η ένδικη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα οποία ωστόσο πρέπει να καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με την 134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από ...2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της ...2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου