Supreme Court dismisses appeal against bankruptcy proceedings, upholding lower court's application of insolvency law exceptions.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals filed by two dairy companies against a lower court decision regarding bankruptcy proceedings. The appellants argued that specific transactions fell under statutory exceptions and that the cessation of payments was not general and permanent. The court found the lower court correctly applied insolvency law provisions and constitutional principles, rejecting the appellants' claims without logical gaps.
Legislator headnote
AI generatedArticles 43 and 45 of the Insolvency Law; The Supreme Court held that the lower court did not violate substantive law when applying statutory exceptions to bankruptcy proceedings and determining the nature of payment cessation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1636 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1636/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μυρσίνη Παπαχίου και Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
Α) Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Κ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ- ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξουσίους δικηγόρους της: 1) Δημήτριο Νούσιο και 2) Παρασκευά Αρβανιτάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και 3) Χρήστο Οικονόμου, ο οποίος ανακάλεσε την από 9-12-2020 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: Α. Της Α. Ζ., κατοίκου ..., Βασ. Ηρακλείου 13, ως συνδίκου πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α...", που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Καζαμία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β. Των προσθέτως παρεμβάντων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέρ της Α' των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 87) …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Κοινοποιουμένη προς: Α. Στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Α.... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α...", που εδρεύει στο ..., η οποία έχει κηρυχθεί σε πτώχευση δυνάμει της με αριθ. 17.980/2014 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, όπως νόμιμα εκπροσωπείται και Β. Στους προσθέτως παρεμβάντες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέρ της εταιρίας μας: 1) … και 333) …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Β) Της αναιρεσείουσας - καλούσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αικατερίνη Νικολαΐδου, η οποία ανακάλεσε την από 9-12-2020 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Των αναιρεσιβλήτων - καθών η κλήση: Α. Της Α. Ζ., κατοίκου ..., Βασ. Ηρακλείου 13, ως συνδίκου πτωχεύσεως της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Α... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "Α...", που εδρεύει στο ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Καζαμία, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και Β. Των προσθέτως παρεμβάντων, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέρ της Α' των αναιρεσιβλήτων: 1) … και 87) …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο. Κοινοποιουμένη προς: Α. την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ - ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" και τον διακριτικό τίτλο "Κ... Α.Ε.", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και Β. Στους προσθέτως παρεμβάντες, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υπέρ της εταιρίας μας: 1) … και 333) …, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-2-2016 αγωγή της Α. Ζ., την από 14-10-2016 και με αριθμό 12105/2016 πρόσθετη παρέμβαση και τις προφορικώς ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2010/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2683/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσρς με τις από 11-1-2019 και 14-1-2019 αιτήσεις τους.
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι αυτοπροσώπως παρασταθέντες δικηγόροι ζήτησαν την παραδοχή της αίτησής τους και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 KΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιόν του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 182/2015, ΑΠ 293/2015). Στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει νόμιμη περίπτωση συνεκδίκασης: Α) της από 11-1-2019, με αριθμό κατάθεσης 74/11-1-2019 αίτησης της αναιρεσείουσας-εναγομένης εταιρείας με την επωνυμία "Κ... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ", κατά της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α. Ζ. και Β) της από 14-1-2019, με αριθμό κατάθεσης 94/14-1-2019 αίτησης αναίρεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "Α... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε.", με τις οποίες προσβάλλεται η αυτή υπ` αριθ. 2683/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, επειδή είναι πρόδηλη η μεταξύ τους συνάφεια και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης.
Κατά το άρθρο 82 εδ. γ` του Κ.Πολ.Δικ. αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κυρίους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α` του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως που γίνεται, είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου, είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δικ.) πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κυρίους διαδίκους, για να ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.
Έτσι, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και το άρθρο 558 εδ. α` του Κ.Πολ.Δικ., σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ` αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος, γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, εκτός αν κατά τη δίκη εκείνη ανέλαβε το δικαστικό αγώνα, οπότε κατέστη διάδικος ή η αναίρεση αφορά την πρόσθετη παρέμβαση (Α.Π. 741/2013, Α.Π. 1803/2011).
Πάντως αν η αναίρεση απευθυνθεί και κατά του προσθέτως παρεμβάντος δεν ιδρύεται απαράδεκτο και εκτιμάται τούτο ως κλήση κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως (Α.Π. 4/2020, ΑΠ 569/2013, Α.Π. 880/2003). Σε κάθε περίπτωση όμως, αυτός (προσθέτως παρεμβαίνων) πρέπει να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται ως προς την εξέλιξη της δίκης που ανοίγεται με την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως και να ασκεί τα δικαιώματά του, χωρίς δε την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως, που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.
α` του Κ.Πολ.Δικ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (Α.Π. 283/2016, Α.Π. 972/2014, Α.Π. 569/2013, Α.Π. 910/2013, Α.Π. 1643/2012, Α.Π. 1328/2012, Α.Π. 1803/2011, Α.Π. 1049/2010, Α.Π. 469/2010, Α.Π. 424/2007). Στην προκειμένη περίπτωση υπόκεινται προς κρίση οι προαναφερόμενες αιτήσεις αναιρέσεως κατά της υπ` αριθμ. 2683/2018 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας, αποτελεί δε κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
H ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως συνδίκου πτωχεύσεως της εταιρείας Α... Α.Ε., άσκησε, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, την από 15-2-2016 αγωγή της, με την οποία, κατά τις διατάξεις των άρθρων 41 επ. του Πτωχευτικού Κώδικα, ζήτησε την ανάκληση 688 συναλλαγών, συνολικής αξίας 9.331.873,30 ευρώ, που πραγματοποιήθηκαν κατά την ύποπτη περίοδο από την πτωχεύσασα εταιρεία Α...
Α.Ε. προς την εταιρεία Κ... Α.Ε. Επ` αυτής, καθώς επίσης και επί των ασκηθεισών, υπέρ της ενάγουσας και της εναγομένης εταιρείας Κ... Α.Ε., προσθέτων παρεμβάσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ` αριθμ. 2010/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και οι υπέρ της ενάγουσας ασκηθείσες παρεμβάσεις και απερρίφθη η υπέρ της ως άνω εναγομένης ασκηθείσα πρόσθετη παρέμβαση.
Επί των ασκηθεισών κατά της αποφάσεως αυτής δύο εφέσεων, αντιστοίχως, υπό των εναγομένων, στρεφομένων και κατά των υπέρ της ενάγουσας προσθέτως παρεμβάντων και κοινοποιηθέντων στους υπέρ των ιδίων εναγομένων προσθέτως παρεμβάντων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία απερρίφθησαν ως αβάσιμες κατ' ουσίαν οι εφέσεις αυτές.
Οι αιτήσεις αναιρέσεως, με τις οποίες διώκεται η αναίρεση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, απευθύνονται, πέραν της ενάγουσας, που άσκησε την προαναφερόμενη αγωγή και κατά των υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβάντων στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, έχουν δε κοινοποιηθεί και στους υπέρ των εναγομένων προσθέτως παρεμβάντων.
Ωστόσο, εφ` όσον πρόκειται περί απλών προσθέτων παρεμβάσεων, αφού οι προσθέτως παρεμβάντες δεν ανέλαβαν τον δικαστικό αγώνα, ούτε οι λόγοι αναιρέσεως αφορούν τις πρόσθετες παρεμβάσεις, η απευθυνόμενη κατά των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων (προσθέτως υπέρ της ενάγουσας παρεμβάντων) αναίρεση, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, δεν απορρίπτεται ως απαράδεκτη, αλλά εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, προκειμένου οι ως άνω αναιρεσίβλητοι να ενημερωθούν για την εξέλιξη της δίκης, στην οποία πράγματι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, για να παραστούν κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο από τις επισπεύδουσες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείουσες, οι οποίοι, όμως, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, δεν εμφανίστηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν με δήλωση πληρεξουσίου δικηγόρου τους, κατά τις διατάξεις των άρθρων 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., όπως προκύπτει από τις υπ` αριθμ.
εκθέσεις επιδόσεως: 1) για την Α αίτηση αναιρέσεως, 6219Α-6213Α-6215Α/10-9-2019 για την αρχική δικάσιμο της 11-5-2020, οπότε ματαιώθηκε η συζήτηση λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 23-11-2020, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ.
Μ., 2) για την Β αίτηση αναιρέσεως: α) 6210Α-6218Α-6212Α-6217Α και 6214Α/10-9-2019, για τη δικάσιμο της 13-1-2020, οπότε δεν συζητήθηκε λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων, και β) 6974Α-6973Α-6975Α/4-2-2020, 6979Α/5-2-2020, 6978Α/6-2-2020, για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης δικάσιμο, της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Χ.
Μ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται οι αναιρεσείουσες, που, όπως προαναφέρθηκε, επισπεύδουν την συζήτηση των ενδίκων αιτήσεων αναιρέσεως. Ενόψει της κλητεύσεως αυτής παραδεκτά συζητείται η υπόθεση παρά την απουσία των κληθέντων και μη παραστάντων προσθέτως παρεμβάντων, η κατά των οποίων απεύθυνση των αιτήσεων αναιρέσεως εκτιμάται ως κλήση κατά τη συζήτηση αυτών.
Κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο......8) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης,.....12) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων,......
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 55 εδ. α` του ν. 3588/2007, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση, μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α` 240/22.12.2016) "Αν δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα κώδικα, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση, μόνο για τους λόγους του άρθρου 559 αριθμ. 1, 4, 14, 16, 17 και 19 του Κ.Πολ.Δικ.".
Με τον τρίτο και έκτο λόγους της πρώτης αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με τον τέταρτο λόγο της δεύτερης αιτήσεως αναιρέσεως, κατά τα οικεία μέρη αυτών, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τους αριθμούς 8 και 12του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλειες, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, α) παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και β) παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα.
Οι λόγοι αυτοί είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι, καθ` όσον μεταξύ των περιοριστικά προβλεπομένων στο άρθρο 55 του ΠτωχΚ λόγων αναιρέσεως δεν περιλαμβάνονται και εκείνοι από τους αριθμούς 8 και 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔικ.
Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 331 του KΠολΔ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, όχι όμως και ως προς εκείνα που, χωρίς να στηρίζουν το διατακτικό αυτής, ερευνήθηκαν πλεοναστικά, στα οποία περιλαμβάνονται και αυτά που θεμελιώνουν άλλη έννομη συνέπεια, διαφορετική από εκείνη που ζητήθηκε και διαγνώστηκε με την απόφαση (ΑΠ 456/2018).
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 KΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση, από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κυρία παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των άνω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως, όχι δε και τα γενεσιουργά ή αποσβεστικά των τελεσιδίκως κριθέντων εννόμων συνεπειών περιστατικά.
Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή τέμνει την διαφορά, όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (Ολ. ΑΠ 959/1985, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 313/2018, ΑΠ 456/2018).
Κατά το άρθρο 559 αρ.16 περ. α KΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, ύστερα από αυτεπάγγελτη ή κατά πρόταση διαδίκου έρευνα για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων αυτού. Από τις διατάξεις δε των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 KΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.
Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών που δέχθηκε το δικαστήριο σε προηγούμενη δίκη ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν, ως ιστορικό συμβάν, και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια που γίνεται δεκτή, ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα.
Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με εκείνα που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης. Εξάλλου, ως νομική αιτία, που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει, ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει η τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή (ΑΠ 34/2016).
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει περαιτέρω ότι το δεδικασμένο καλύπτει και την ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, εφόσον η έρευνα αυτού ήταν νομικώς αναγκαία γιατί αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος και έπρεπε να προηγηθεί της ορισμένης κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς και αν το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για το παρεμπίπτον αυτό ζήτημα (ΑΠ 135/2016, ΑΠ 644/2015).
Στον έλεγχο του Αρείου Πάγου υπόκειται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, τόσο για το αν τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και για το αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα, τα οποία προσέδωσε σ' αυτό η απόφαση, δεδομένου ότι η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτει μόνο από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι της αγωγής (ΑΠ 156/2013, ΑΠ 1135/2012), όσο και η κρίση της συνδρομής ή μη των κατά το άρθρο 324 KΠολΔ προϋποθέσεων του δεδικασμένου, μεταξύ των οποίων και εκείνη της ταυτότητας της ιστορικής και νομικής αιτίας, εφόσον η κρίση αυτή στηρίζεται σε διαδικαστικά έγγραφα, όπως είναι η αγωγή και οι δικαστικές αποφάσεις, η εκτίμηση του περιεχομένου των οποίων, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 257/2016, ΑΠ 449/2015).
Ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την "παράβαση νόμου", δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα ανελέγκτως γίνονται δεκτά, αν επομένως αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και αν αυτό έχει την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα (άρθρο 561 παρ. 1 KΠολΔ), η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων (ΑΠ 877/2018, 713/2011, 1164/2010).
Με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια σε συνδυασμό με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα ότι κατά παράβαση των άρθρων 322-324 ΚΠολΔ δέχτηκε ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο , ούτε ότι απορρέει δεσμευτική ενέργεια κατά το άρθρο 778 ΚΠολΔ, από την προγενέστερη με αρ. 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ως προς τον χρόνο παύσεως των πληρωμών της πτωχευσάσης εταιρίας, σε συνδυασμό με εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 7 παρ. 3 εδ.
α ΠτΚ σε σχέση με τις προυποθέσεις μεταγενέστερης μεταβολής του χρόνου παύσης των πληρωμών. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του περιεχομένου των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με αίτησή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η αναιρεσείουσα εταιρεία Α...
Α.Ε. ζήτησε την υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης του άρθρου 99 ΠτΚ. Στην ανοιγείσα δίκη η εταιρεία Ε.... άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο κυρία παρέμβαση κατά της αιτούσας, με την οποία ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και ταυτοχρόνως με ιδιαίτερο δικόγραφο άσκησε σε βάρος της αίτηση πτωχεύσεως αυτής κατά το άρθρο 5 παρ. 1 ΠτΚ.
Συνεκδικασθεισών των αιτήσεων αυτών εκδόθηκε η με αρ. 6402/2013 απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απερρίφθησαν αμφότερες οι αιτήσεις. Το Εφετείο Θεσσαλονίκης με την 2021/2013 απόφασή του, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, έκρινε ειδικότερα ως προς την αίτηση πτωχεύσεως, ότι η εταιρεία Α... Α.Ε. από τον μήνα Αύγουστο του 2012 και εντεύθεν είχε μεν παύσει τις πληρωμές ληξιπροθέσμων χρεών παρελθόντων ετών, συνέχιζε όμως να εξοφλεί τα χρέη της που δημιουργούνται από την εμπορική της δραστηριότητα από τα τέλη του 2012 και εντεύθεν και έτσι δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις για την κήρυξή της σε κατάσταση πτωχεύσεως, αφού κάλυπτε τις τρέχουσες οφειλές της.
Ακολούθως η ίδια εταιρεία Α... Α.Ε, με την 15898/2014 αίτησή της, ενώπιον του αυτού ως άνω δικαστηρίου, ζήτησε να κηρυχθεί σε κατάσταση παύσεως των πληρωμών της από την 30-6-2014. Το δικαστήριο με την 17980/2014 απόφασή του κήρυξε την αιτούσα σε κατάσταση πτωχεύσεως, ορίζοντας ως χρόνο παύσεως των πληρωμών την 27-10-2012. Επί των ασκηθέντων υπό των διαδίκων τριών εφέσεων εκδόθηκε η 650/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία τις απέρριψε επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και ως προς τον προσδιορισμό του χρόνου παύσεως των πληρωμών, την 27-10-2012.
Μετά την έκδοση της πρωτοδίκου αποφάσεως με αρ. 17980/2014, επί της αιτήσεως πτωχεύσεως, η πρώτη αναιρεσίβλητη, υπό την ιδιότητά της ως συνδίκου της πτωχεύσεως, άσκησε την ένδικη αγωγή ζητώντας την ανάκληση όλων των συναλλαγών, που διενεργήθηκαν μεταξύ της θυγατρικής-πτωχεύσασας εταιρείας Α... Α.Ε. και της μητρικής Κ...
Α.Ε., κατά την ύποπτη περίοδο, από 27-10-2012 μέχρι και 27-12-2014. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 2010/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία, απορριφθέντος του προβληθέντος υπό των εναγομένων ισχυρισμού περί δεδικασμένου, απορρέοντος από την προαναφερόμενη 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά τον χρόνο παύσης των πληρωμών της μετέπειτα πτωχευσάσης εταιρείας και ειδικότερα από τις αιτιολογίες αυτής ότι "δεν αποδείχθηκε αδυναμία της εταιρείας Α...
Α.Ε. για εκπλήρωση των ληξιπροθέσμων χρηματικών της υποχρεώσεων κατά τρόπο γενικό και μόνιμο, δηλαδή δεν αποδείχθηκε ότι επήλθε παύση των πληρωμών της κατά το αιτηθέν χρονικό διάστημα", ότι " από τον μήνα Αύγουστο του 2012 και εντεύθεν η εταιρεία Α... Α.Ε. είχε μεν παύσει να πληρώνει ληξιπρόθεσμα χρέη της παρελθόντων ετών προς ορισμένους εκ των πιστωτών της, συνέχιζε όμως να προβαίνει κανονικά σε εξόφληση χρεών που δημιουργούνταν από την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας από τα τέλη του 2012 και εντεύθεν", ότι "η παραγωγική δραστηριότητα της εταιρίας Α...
Α.Ε. συνεχιζόταν κανονικά το έτος 2013" και τέλος ότι "δεν συνέτρεχαν οι προυποθέσεις για κήρυξη της καθής εταιρίας σε πτώχευση, δεδομένου ότι η τελευταία καλύπτει τις τρέχουσες οφειλές για τους ήδη αναφερθέντες λόγους". Επί του ισχυρισμού αυτού το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο χρόνος παύσης πληρωμών της πτωχής "Α..." πρέπει να τοποθετηθεί στις 30-6-2014 άλλως στις 29-8-2013, οπότε δημοσιεύθηκε η.
προαναφερθείσα υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου που επικύρωσε την υπ' αριθ. 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω της δεσμευτικότητας και του δεδικασμένου που απορρέει από αυτήν, ο οποίος επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Α' έφεσης και με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ.
Β' έφεσης, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον με την υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε σε κατάσταση πτώχευσης την Α...", ορίσθηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 27-10-2012. Η δικαστική αυτή απόφαση κατά το μέρος που ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών δεν δημιουργεί δεδικασμένο, αφού το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επανελθεί και να μεταβάλει το χρόνο αυτόν πριν ή μετά από εκείνον που καθόρισε (Λ.
Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2017, σ. 216), με μεταγενέστερη απόφασή του μετά από αίτηση του συνδίκου ή πιστωτή, της επιτροπής ή οποιουδήποτε έχει έννομο προς τούτο συμφέρον. Η αίτηση αυτή, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται επί γεγονότων, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, που είχε ορίσει το χρόνο παύσης των πληρωμών, μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας (Γ.
Σωτηρόπουλου, Πτωχευτική Ανάκληση, 2009, σ. 182-183). Εντούτοις η εν λόγω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε ανασφάλεια των συναλλαγών, για το λόγο αυτό από το νόμο τίθενται οι εξής περιορισμοί : α) είναι απαράδεκτη η αίτηση για ορισμό ή μετάθεση του χρόνου παύσης πληρωμών εφόσον υποβάλλεται μετά την περάτωση της επαλήθευσης των πιστώσεων (άρθρο 93 του ΠτΚ), β) είναι απαράδεκτη η αίτηση που υποβλήθηκε μετά την πάροδο έτους από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρο 7 παρ. 3 εδ. 2 ΠτΚ) και γ) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οριστεί χρόνος παύσης των πληρωμών προγενέστερος των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση ή ενός έτους από το θάνατο του οφειλέτη (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. 1 ΠτΚ).
Εξάλλου, μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση, που ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών και αυτήν που κηρύσσει την πτώχευση, με το ένδικο μέσο της πτωχευτικής ανακοπής, που στρέφεται κατά του συνδίκου (άρθρο 56 ΠτΚ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που όρισε χρόνο παύσης πληρωμών στο δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων του ΕΤΑΑΤΑΝ, ο οφειλέτης, αν δεν συμμετείχε στη δίκη της κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και ο έχων έννομο συμφέρον τρίτος, κυρίως όταν πλήττεται με την πτωχευτική ανάκληση των πράξεων του οφειλέτη, οι οποίες διενεργήθηκαν εντός της ύποπτης περιόδου (Σπ.
Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2017, σ. 167). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν ασκήθηκε κάποιο από τα προαναφερθέντα ένδικα βοηθήματα για τη μεταβολή του ορισθέντος με την υπ' αριθ, 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης χρόνου παύσης πληρωμών, επομένως ορθά το εκδόν την εκκαλούμενη απόφαση δικαστήριο έλαβε ως χρόνο έναρξης της ύποπτης περιόδου την 27-10-2012.
Σε κάθε περίπτωση δεν απορρέει δεσμευτικότητα και δεδικασμένο από την υπ' αριθμ. 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την αίτηση εξυγίανσης και την αίτηση κήρυξης της "Α..." σε κατάσταση πτώχευσης, καθόσον, α) αναφορικά μεν με την αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης προκειμένου να εκδώσει την άνω υπ' αριθ. 6402/2013 απόφασή του αρκέσθηκε στην πιθανολόγηση, κατ' άρθρο 101 παρ. 1 του ΠτΚ, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 3 του άρθρου 234 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012) και πριν από την αντικατάστασή του με την παράγραφο 9 υποπαράγραφο Γ.3 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14.8.2015), του βάσιμου της αίτησης και της σκοπιμότητας της αιτούμενης εξυγίανσης κατά το χρόνο εκδίκασης της από 27-12-2012 αίτησης, ενώ απουσιάζει και ο όρος της ταυτότητας της νομικής και ιστορικής αιτίας, και β) αναφορικά με την αίτηση πτώχευσης, επιπλέον και λόγω έλλειψης του όρου της ταυτότητας των διαδίκων αλλά και της θεμελίωσης αυτής σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από αυτά στα οποία στηρίχθηκε η υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε σε κατάσταση πτώχευσης την "Α..." και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 650/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.".
Υπό τα ως άνω εκτεθέντα και τις παραδοχές της προσβαλλομένης, ως προς το ουσιώδες ζήτημα του χρόνου παύσεως των πληρωμών και εντεύθεν του καθορισμού της ύποπτης περιόδου εντός της οποίας διενεργήθηκαν οι μεταξύ των αναιρεσειουσών ανακλητέες συναλλαγές, δεδικασμένο απορρέει από την τελεσίδικη με αρ. 650/2017 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία επικυρώθηκε η πρωτόδικη 17980/2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε την εταιρεία Α...
Α.Ε. σε κατάσταση πτωχεύσεως, ορίζοντας ως χρόνο παύσεως των πληρωμών την 27-10-2012 και όχι από την με αρ. 2021/2013 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε σχετική προγενέστερη περί πτωχεύσεως της ως άνω εταιρείας αίτηση της εταιρείας ΕΚΟ Α.Ε. Ο δε προβληθείς με σχετικό λόγο εφέσεως ισχυρισμός των ήδη αναιρεσειουσών περί δεδικασμένου απορρέοντος από την 2021/2013 απόφαση του Εφετείου, είναι μη νόμιμος.
Πρέπει δε να σημειωθεί ότι ο ίδιος ως άνω ισχυρισμός περί δεδικασμένου, όπως κατά τα θεμελειωτικά του στοιχεία και τώρα προβάλλεται, είχε προταθεί από την ήδη αναιρεσείουσα Α... Α.Ε. και ενώπιον του Εφετείου, που εξέδωκε την ως άνω με αρ. 650/2017 αμετάκλητη απόφαση, με την οποία και τον απέρριψε. Επομένως, εφόσον το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, υπό τις προαναφερθείσες παραδοχές, απέρριψε τον προαναφερθέντα ισχυρισμό, έστω και με άλλη αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, όπως αντίθετα ισχυρίζονται οι αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο των αιτήσεων τους αναιρέσεως, αντιστοίχως, ο οποίος είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο ότι, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ΠτΚ, είναι αβάσιμος ως αλυσιτελής, δοθέντος ότι οι σχετικές, ανωτέρω αναφερόμενες αιτιολογίες του Εφετείου, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν κατά τη διατύπωση του αιτιολογικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, ούτε προέκυψε ανάγκη ερμηνείας και εφαρμογής του και ουδόλως στηρίζουν το ορθό διατακτικό αυτής.
Επομένως είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος των αιτήσεων αναιρέσεως.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό, αυτό δηλαδή που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διατάξεως, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων κύρους της (Ολ.Α.Π. 12/2000, 862/2011).
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση Α αιτήσεως αναιρέσεως η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και συγκεκριμένα ότι παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή της αναιρεσιβλήτου λόγω ερημοδικίας αυτής, αλλά προχώρησε στην εκδίκαση της υπόθεσης αντιμωλία των διαδίκων, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και εκείνη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτή δεν κατέβαλε το ανάλογο για το αντικείμενο της υπό κρίση αγωγής προβλεπόμενο δικαστικό ένσημο.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι η καταβολή ή μη από τον ενάγοντα του τέλους δικαστικού ενσήμου δεν ελέγχεται με το λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αλλά με εκείνο του άρθρου 559 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ. και μόνο στην περίπτωση που ο διάδικος δικάστηκε ερήμην, όχι δε και αν δικάστηκε αντιμωλία, όπως εν προκειμένω.(ΑΠ786/2021, 204/2014, 1438/2012 , 936/2011).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 41 του νόμου 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα, εφεξής ΠτωχΚ), ο οποίος εφαρμόζεται στις πτωχευτικές διαδικασίες που άρχισαν μετά τις 16-9-2007, κατά τα άρθρα 182 παρ. 1 και 180 αυτού (ΑΠ 1214/2014, ΑΠ 1508/2011), ως προς τις οποίες, αν είναι βέβαια, εκκρεμείς, εξακολουθεί να εφαρμόζεται και μετά την έναρξη ισχύος του ν. 4446/2016 "Πτωχευτικός Κώδικας..." (ΦΕΚ/Α/240/22-12-2016), κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 1 και 2 εδάφ.
β' και δ' του τελευταίου αυτού νόμου, "πράξεις του οφειλέτη που διενεργήθηκαν εντός του χρόνου που περιλαμβάνεται από την παύση των πληρωμών μέχρι την κήρυξη της πτώχευσης (ύποπτη περίοδος) και είναι επιζήμιες για την ομάδα των πιστωτών ανακαλούνται ή μπορούν να ανακληθούν από τον σύνδικο κατά τις διατάξεις των επόμενων άρθρων", ήτοι των άρθρων 42 έως και 51 του ΠτωχΚ.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι γενικές προϋποθέσεις της πτωχευτικής ανάκλησης είναι: 1) Η κήρυξη της πτώχευσης. 2) Η διενέργεια "πράξεων" από τον οφειλέτη. Η "πράξη" πρέπει να νοηθεί με ευρύτητα, ώστε να περιλάβει κάθε ενέργεια (συνειδητή πάντως και ηθελημένη), παραγωγική έννομων αποτελεσμάτων. Τέτοιες πράξεις είναι ενοχικές ή εμπράγματες δικαιοπραξίες, οιονεί δικαιοπραξίες, πράξεις και παραλείψεις δικονομικής φύσης κ.λπ.
Αλλά και μη δικονομικές παραλείψεις δεν αποκλείεται να αποτελούν αντικείμενο ανάκλησης, αν οδηγούν σε μείωση της περιουσίας ή σε μη επαύξησή της, π.χ. η παράλειψη καταγγελίας επιζήμιας σύμβασης ή η παράλειψη ακύρωσης δικαιοπραξίας. Ως "πράξεις" μπορούν να νοηθούν και σιωπηρές δηλώσεις βούλησης, πολυμερείς δικαιοπραξίες, ο συμψηφισμός, η μεταβίβαση ολόκληρης της επιχείρησης, παραίτηση από το δικαίωμα, υλικές πράξεις που έχουν έννομες συνέπειες κ.λπ.
Εξάλλου, όπως ρητά διευκρινίζεται στο άρθρο 48 παρ. 4 του ΠτωχΚ, κατά το οποίο "η ανάκληση δεν εμποδίζεται εκ του λόγου ότι για την υπό ανάκληση πράξη έχει εκδοθεί τίτλος εκτελεστός ή το εξ αυτής δικαίωμα αποκτήθηκε μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης", ανακλητέες μπορούν να είναι και πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης και, ειδικότερα, η σχετική πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας, μέσω της οποίας ο τρίτος επιδιώκει να ικανοποιηθεί ή να αποκτήσει κάποια ασφάλεια.
Η ανακλητέα πράξη δεν είναι απαραίτητο να προέρχεται από τον οφειλέτη ή να συμμετέχει και αυτός στη διενέργειά της, αλλά μπορεί να πρόκειται για πράξη του καθ' ου η ανάκληση, όπως συμβαίνει όταν, κατά τα προαναφερόμενα, ο τελευταίος επιδιώκει να ικανοποιηθεί μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης. Η περίπτωση της απόκτησης τίτλου εκτελεστού ή του πράγματος μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης, κατά συμπαιγνία οφειλέτη και αντισυμβαλλομένου, ελέγχεται κατά τις γενικές ρυθμίσεις των άρθρων 41 έως 44 του ΠτωχΚ, χωρίς η διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 48 του Κώδικα αυτού να θεμελιώνει αυτοτελή λόγο ανάκλησης. 3) Οι "πράξεις" να διενεργήθηκαν μέσα στην ύποπτη περίοδο, δηλαδή κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της παύσης των πληρωμών και της κήρυξης της πτώχευσης. 4) Η επαγωγή ζημίας στους πιστωτές εξαιτίας της πράξης που διενεργήθηκε.
Ως ζημία των πιστωτών που δικαιολογεί την πτωχευτική ανάκληση θεωρείται η βλάβη της ομάδας των πιστωτών. Τέτοια δεν εννοείται η άμεση βλάβη είτε του συνόλου είτε των επιμέρους πιστωτών, διότι η "πράξη" δεν βλάπτει άμεσα αυτούς, αλλά την πτωχευτική περιουσία, από την οποία αναμένουν να ικανοποιηθούν, της οποίας, ωστόσο, παρά την πτωχευτική απαλλοτρίωση, δεν είναι κύριοι.
Βλάπτονται, όμως, έμμεσα, καθόσον από την ασύμφορη συναλλαγή ή την, κατά προτίμηση, καταβολή χρέους κ.λπ. μειώνεται το πτωχευτικό μέρισμα που προσδοκούν να λάβουν και αυτή η ζημία εννοείται και όχι η ευθεία βλάβη των πιστωτών. Έτσι, τέτοια, υπό την προεκτιθέμενη έννοια, βλάβη θα υπάρχει όταν η ικανοποίηση των πιστωτών υπέστη περιορισμό, βλάβη, διακινδύνευση ή έγινε δυσχερέστερη ή χρονικά μετακινήθηκε σε βάρος τους, όπως όταν ελαττώθηκε η πτωχευτική περιουσία (π.χ.
μεταβίβαση πράγματος λόγω δωρεάς ή με χαμηλό τίμημα ή με πίστωση του τιμήματος, αν ο αγοραστής είναι αφερέγγυος) ή κατέστη δυσχερέστερη η πρόσβαση των πιστωτών στα στοιχεία που την αποτελούν. Δεν απαιτείται η επέλευση κάποιας συγκεκριμένης ζημίας, αλλά αρκεί να επέρχεται γενική περιουσιακή βλάβη, που είτε δημιουργεί είτε επιτείνει την υπάρχουσα αφερεγγυότητα.
Για να ανευρεθεί η ζημία θα συγκριθούν οι προοπτικές ικανοποίησης των πιστωτών με και χωρίς την "πράξη". Η ζημία θα κριθεί αντικειμενικά και, συνεπώς, δεν απαιτείται να είναι ηθελημένη, εκτός από την περίπτωση του άρθρου 44, όπου ο δόλος πρέπει να κατατείνει στη ζημία. Η πράξη, για να έχει ανακλητικό ενδιαφέρον, αφενός μεν, θα πρέπει, όπως είναι, άλλωστε, αυτονόητο, να έχει περιουσιακό ενδιαφέρον, αφετέρου δε, να αφορά σε στοιχεία, τα οποία, αν δεν είχε λάβει χώρα η πράξη, θα αποτελούσαν τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας και 5) Ο προσδιορισμός της "πράξης" και της ζημίας με οικονομικά κριτήρια.
Συγκεκριμένα, για να επιτευχθούν ο σκοπός και η αποτελεσματικότητα του νόμου, τόσο η "πράξη" όσο και ζημία, μεταξύ των οποίων πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, θα ανιχνεύονται περισσότερο με οικονομικά παρά με νομικά κριτήρια, γιατί σημασία δεν έχει τόσο ο νομικός χαρακτηρισμός, όσο η δυνατότητα της "πράξης" να επιφέρει τη ζημία που ο νόμος θέλει να αποτρέψει (ΑΠ 876/2017).
Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 1 ΠτωχΚ, κατά την οποία "κάθε αμφοτεροβαρής πράξη του οφειλέτη ή πληρωμή από αυτόν ληξιπρόθεσμων χρεών του, που έγινε μετά την παύση των πληρωμών και πριν την κήρυξη της πτώχευσης, μπορεί να ανακληθεί, εάν ο αντισυμβαλλόμενος κατά τη διάρκεια της πράξης γνώριζε ότι ο οφειλέτης είχε παύσει τις πληρωμές του και η πράξη ήταν επιζήμια για την ομάδα των πιστωτών", αναφέρονται, κατά τρόπο γενικό και ενδεικτικό, σε αντίθεση με εκείνες του άρθρου 42 ΠτωχΚ ("πράξεις υποχρεωτικής ανάκλησης"), οι πράξεις "δυνητικής ανάκλησης", δηλαδή αυτές που δεν είναι υποχρεωτικά ανακλητές.
Σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο αυτό, οι προϋποθέσεις για τη δυνητική ανάκληση είναι: 1) Η ύπαρξη αμφοτεροβαρούς πράξης ή πληρωμής ληξιπρόθεσμου χρέους. Σε ανάκληση υπόκεινται όχι μόνο οι εκούσιες πληρωμές του μετέπειτα πτωχού αλλά και αυτές που επιβάλλονται με δικαστική απόφαση, καθώς και οι πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως έχει προεκτεθεί. 2) Η διενέργεια της ανακλητέας πράξης μέσα στην ύποπτη περίοδο. 3) Η γνώση εκ μέρους του αντισυμβαλλομένου ή του πιστωτή που εξοφλείται της παύσης των πληρωμών του οφειλέτη.
Σε αντίθεση με τις πράξεις του άρθρου 42, οι τελευταίοι πρέπει να γνωρίζουν (όχι απλώς να οφείλουν να γνωρίζουν), κατά το χρόνο διενέργειας της πράξης και, ειδικότερα, το αργότερο κατά το χρόνο επέλευσης των έννομων συνεπειών της, ότι ο οφειλέτης, κατά τη διάρκεια αυτής, βρισκόταν ήδη σε κατάσταση παύσης των πληρωμών, χωρίς να απαιτείται και γνώση της συγκεκριμένης βλάβης των πιστωτών.
Η γνώση αυτή θα πρέπει να είναι αντικειμενική, προσωπική και ακριβής. Αντικειμενική είναι η γνώση, όταν αναφέρεται στο γεγονός της παύσης των πληρωμών, όπως η έννοια προσδιορίζεται στο άρθρο 3 παρ. 1 του ΠτωχΚ, προσωπική, όταν συντρέχει στο πρόσωπο του ίδιου του τρίτου και, αν πρόκειται για νομικό πρόσωπο, στο πρόσωπο του νόμιμου εκπροσώπου του και ακριβής, όταν ο τρίτος γνωρίζει όλα εκείνα τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την παύση των πληρωμών και 4) Ο επιζήμιος χαρακτήρας της πράξης, όπως αναλύθηκε στην αρχή της παρούσας σκέψης, με τη διαφοροποίηση ότι εδώ ο σύνδικος πρέπει να αποδείξει τη ζημία.(ΑΠ 602/2018).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 45 περ. α του ΠτΚ, " Δεν ανακαλούνται: α) Συνηθισμένες πράξεις της επαγγελματικής ή επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη που διενεργήθηκαν κάτω από κανονικές συνθήκες και μέσα στα όρια των συνήθων συναλλαγών του". Με τη διάταξη αυτή επιδιώκεται να θωρακισθεί το μη ανακλητό των πράξεων της επιχειρηματικής καθημερινότητας του οφειλέτη, χαρακτηρίζονται δε ως τέτοιες οι απαραίτητες για την άσκηση και τη συνέχιση της επιχειρηματικής του δράσης, όπως για παράδειγμα, οι αγορές ή οι πληρωμές εμπορευμάτων από καταστήματα ένδυσης, υπόδησης, τροφίμων, οι πληρωμές μισθών σε εργαζομένους, η καταβολή οφειλομένων φόρων, η καταβολή οφειλομένων προς τους οργανισμούς κοινής ωφέλειας, προμηθευτές κ.λπ.
Για τον προσδιορισμό της έννοιας της "συνήθους" συναλλαγής μπορεί να χρησιμοποιηθεί η νομολογία για την "τρέχουσα συναλλαγή" του άρθρου 23 α παρ.2 του κ.ν. 2190/1920, όπως το άρθρο 23 α αντικαταστάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 3604/2007 "Αναμόρφωση και τροποποίηση του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 189), με τη διάταξη του οποίου, ορίζεται ότι [εκτός από τις αναφερόμενες στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου πιστωτικές συμβάσεις] απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε άλλων συμβάσεων της εταιρείας με τα πρόσωπα της παρ. 5 χωρίς ειδική άδεια της γενικής συνέλευσης και ότι η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει, προκειμένου για πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τρίτους".
Ως "τρέχουσα συναλλαγή της εταιρείας με τρίτους", όρος που χρησιμοποιείται στο νόμο όχι κυριολεκτικά, αλλά προς δήλωση του συνήθως συμβαίνοντος, θεωρείται εκείνη που βάσει του αντικειμένου της εμπίπτει στις συμβάσεις που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας, ήτοι αυτή που οι όροι της είναι οι συνήθεις όροι των συμβάσεων που η εταιρεία συνάπτει με τους λοιπούς συναλλασσομένους με αυτή.
Επομένως σύμβαση το αντικείμενο της οποίας διαφέρει από εκείνο των συμβάσεων που καταρτίζονται στο πλαίσιο της καθημερινής δράσης της εταιρείας ή που κατά το περιεχόμενό του υπερβαίνει το συγκεκριμένο για τη συγκεκριμένη περίπτωση μέτρο, όπως αυτό προσδιορίζεται από τη δραστηριότητα της εταιρείας, την οικονομική της ευρωστία, τις ανάγκες της εταιρείας που ικανοποιούνται με τις συμβάσεις αυτές και τις συνήθειες που κρατούν στις συναλλαγές για συμβάσεις του αυτού είδους, εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής (ΑΠ 1245/2018, ΑΠ 791/2015, ΑΠ 452/2005, ΑΠ 1066/2002, ΑΠ 8/2001, ΑΠ 627/1974) Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 7/2006, 4/2005). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας όταν κατά την ανέλεγκτη, ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων. Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει από αυτήν εμμέσως όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της, ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της συμβάσεως, η οποία (ερμηνεία) αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βουλήσεως των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Μόνη η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτή. Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και εμμέσως κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σ` αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθούς εννοίας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.
Α.Π. 26/2004, Α.Π. 56/2011, Α.Π. 1183/2007). Αντιθέτως, δεν παραβιάζονται οι ίδιοι κανόνες όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του ότι η ελεγχομένη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής χωρίς κενά (Α.Π. 115/2013, 229/2014, 441/2015, 1164/2015). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, δηλαδή αν από τις παραδοχές της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφάρμοσε, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες η έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί μη συνδρομής τούτων, η οποία (μη συνδρομή) αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 623/2016).
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 KΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Επίσης από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του KΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του KΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 37/2021, 355/2020, 1165/2019, 881/2019, 1370/2018, 1658/2017).
Τέλος κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Αυτός ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνο, όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, ήτοι διατάξεων, που ανάγονται στην διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων.
Πλέον συγκεκριμένα, ο λόγος αυτός αναφέρεται, μόνο, σε απαράδεκτο, που απορρέει από αθέτηση δικονομικής διατάξεως, δηλ. δικονομικής ενέργειας, η οποία στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της, ενώ, αν πρόκειται για ακυρότητα του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ.
α` ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 450/2013). Στην προκείμενη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 2683/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 54 ΠτωχΚ, 741 επ. KΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ), ως προς την ανακλητική αγωγή της αναιρεσίβλητης - συνδίκου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η οικονομική πορεία της ''Α..." δεν ήταν κερδοφόρα, αφού στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2001, δηλαδή ένα χρόνο περίπου μετά την ανωτέρω μεταβίβαση, εμφάνισε ζημία ύψους 921.315.097 δραχμών, με σύνολο υποχρεώσεων 9.763.293.729 δραχμών, εκ των οποίων το ποσό των 7.859.298.536 δραχμών αφορούσε δάνεια τραπεζών (βλ.
ΦΕΚ 5830/25-6-2002, τεύχος α.ε. και ε.π.ε.), ενώ στον ισολογισμό της 31ης Δεκεμβρίου 2002 παρουσίασε ζημία ύψους 14.149,976,62 ευρώ, με σύνολο υποχρεώσεων 35.028,543,45 ευρώ εκ των οποίων το ποσό των 21.585.795,79 ευρώ αφορούσε δάνεια τραπεζών και το ποσό των 3.971.138,98 ευρώ αφορούσε βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις έναντι τραπεζών. Κατά το μήνα Ιούνιο έτους 2003 ποσοστό 99,99% του μετοχικού κεφαλαίου της άνω εταιρίας αγοράσθηκε από την πρώτη εναγόμενη εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Κ...
ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ3 και με τον διακριτικό τίτλο "Κ... Α.Ε.", η οποία είχε συσταθεί με την υπ' αριθ. 8003/14-7-2000 πράξη της συμβολαιογράφου Πολυκάστρου Ελένης Χαμουρούδη, είχε δε σκοπό συναφή με την αγορασθείσα εταιρία "Α...", αφού επιδιδόταν κατά το καταστατικό της στην βιομηχανική επεξεργασία και εμπορία γάλακτος, των παραγώγων, συναφών ή παρεμφερών ειδών αυτού, την εκτροφή, παραγωγή και εμπορία ζώων, την παραγωγή και εμπορία τυροκομικών προϊόντων καθώς και κάθε είδους τροφίμων και ποτών, την αντιπροσώπευση οίκων εσωτερικού και εξωτερικού που παράγουν ή εμπορεύονται τα παραπάνω, την παραγωγή γάλακτος πρωτογενώς αλλά και την παραγωγή άλλων προϊόντων του πρωτογενούς τομέα.
Έκτοτε, μέλη της διοίκησης αμφοτέρων των εταιριών, οι οποίες συνδέονταν με σχέση μητρικής ("Κ... Α.Ε.") προς θυγατρική ("Α..."), ήταν μέλη της οικογένειας του Ν. Κ., κύριου μετόχου της μητρικής εταιρίας. Από τα αυτά ως άνω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η "Α...", το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανερχόταν κατά το έτος 2012 στο ποσό των 37.250.000,00 ευρώ, στο οποίο συμμετείχε η "Κ...
Α.Ε." με ποσοστό 99,99% και ο Συνεταιρισμός Αγίου Αθανασίου με ποσοστό 0,01%, ήταν εφοδιασμένη με πείρα και τεχνογνωσία πενήντα και πλέον ετών, ήταν εξοπλισμένη με ένα σύγχρονο εργοστάσιο και μηχανολογικό εξοπλισμό νέας τεχνολογίας, απασχολούσε μόνιμο προσωπικό 411 ατόμων, προσέφερε στην αγορά φρέσκο γάλα, που της προμήθευαν οι κτηνοτροφικές μονάδες της γύρω περιοχής, είχε αναπτύξει σύστημα διαχείρισης ασφάλειας τροφίμων, ποιότητας και περιβαλλοντικής διαχείρισης, σύμφωνα με τα διεθνή πρότυπα, διαθέτει ακίνητη περιουσία συνολικού εμβαδού των αγροτεμαχίων 254.641,33 τ.μ.
και των χτισμάτων 33.777,50 τ.μ., και διατηρούσε δίκτυο για τη διανομή και προώθηση των προϊόντων της. Μεταξύ της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας πραγματοποιούντο ενδοομιλικές συναλλαγές, σ' εξυπηρέτηση των οποίων τηρούνταν δύο καρτέλες, εκ των οποίων η πρώτη για την απεικόνιση και λογιστική παρακολούθηση των συναφθεισών συμβάσεων πώλησης από την "Κ...
Α.Ε." προς την "Α..." προϊόντων γάλακτος και γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων. Στην ανωτέρω καρτέλα, η οποία είχε τη μορφή δοσοληπτικού λογαριασμού, που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των άνω πωλήσεων στα πλαίσια της λογιστικής τάξης, η αγοράστρια "Α..." είχε πάντα την ιδιότητα της οφειλέτριας και ποτέ της δανείστριας, ούτε και υπήρχε η δυνατότητα να καταστεί αυτή πιστώτρια της "Κ...
Α.Ε.", καταχωρούνταν δε σ' αυτήν τα ποσά που αντιστοιχούσαν στο τίμημα των καταρτισθεισών πωλήσεων, τα ποσά που αντιστοιχούσαν στις καταβολές χρηματικών ποσών από την αγοράστρια προς την πωλήτρια εταιρία προς εξόφληση του οφειλόμενου τιμήματος, οι επιταγές έκδοσης της αγοράστριας εταιρίας ή πελατών αυτής που μεταβιβάζονταν στην πωλήτρια εταιρία χάριν καταβολής του τιμήματος των πραγματοποιηθεισών πωλήσεων και τα πιστωτικά ποσά λόγω της επιστροφής προϊόντων από την αγοράστρια προς την πωλήτρια εταιρία, ενώ ουδέποτε καταχωρούνταν απαιτήσεις της "Α..." έναντι της "Κ....
Α.Ε.", αφού, όπως προεκτέθηκε, δεν υπήρχε δυνατότητα να καταστεί αυτή πιστώτρια της πωλήτριας εταιρίας με την υπερκάλυψη με τις οικείες καταβολές του χρεωστικού υπολοίπου του παραπάνω λογαριασμού έναντι μελλοντικών πωλήσεων. Παρά τη συνομολόγηση μεταξύ των μερών του όρου πίστωσης του τιμήματος πώλησης για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ημερών από της έκδοσης του οικείου τιμολογίου η πωλήτρια εταιρία ανεχόταν την καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος πέραν της προθεσμίας αυτής χορηγώντας διαδοχικές παρατάσεις.
Η εκδηλωθείσα αυτή συμπεριφορά της μητρικής έναντι της θυγατρικής εταιρίας ανοχής για εύλογο χρονικό διάστημα εξόφλησης του οφειλόμενου τιμήματος δικαιολογείται από τη φύση της διαρκούς έννομης σχέσης που τους συνέδεε, σε καμία δε περίπτωση δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των υπόψη συμβάσεων πώλησης ως συμβάσεων δανείου ή παροχής πίστωσης.- Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, παρά τη μοναδικότητα και τον αυξημένο βαθμό καθιέρωσης του σήματός της "Α..." στις συναλλαγές, την υποστήριξη του καταναλωτικού κοινού κυρίως της βόρειας Ελλάδας και τη διατήρηση επί δεκαετίες της ανταγωνιστικής της θέσης, εμφάνιζε πορεία ζημιογόνα, αναντίστοιχη με τους κύκλους εργασιών που πραγματοποιούσε.
Ειδικότερα δε, από το έτος 2008 η οικονομική της κατάσταση έβαινε ταχέως επιδεινούμενη, εμφανίζοντας : α) κατά το έτος 2008 ζημίες ανερχόμενες στο ποσό των 2,747.484,67 ευρώ, αν και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν στο ποσό των 62.683.747,47 ευρώ και τα μικτά κέρδη στο ποσό των 15.652.264,76 ευρώ, β) κατά το έτος 2009 ζημίες ανερχόμενες στο ποσό των 1.285.705,50 ευρώ, αν και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν στο ποσό των 66.011.623,48 ευρώ και τα μικτά κέρδη στο ποσό των 17.893.017,02 ευρώ, γ) κατά το έτος 2010 ζημίες ανερχόμενες στο ποσό των 6.207.680,04 ευρώ, αν και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν στο ποσό των 62.551.710,94 ευρώ και τα μικτά κέρδη στο ποσό των 15.383.939,07 ευρώ, δ) κατά το έτος 2011 ζημίες ανερχόμενες στο ποσό των 6.982.727,46 ευρώ, αν και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν στο ποσό των 67.554.756,24 ευρώ και τα μικτά κέρδη στο ποσό των 14.574.996,47 ευρώ, ε) κατά το έτος 2012 ζημίες ανερχόμενες στο ποσό των 7.698,615,79 ευρώ, αν και ο κύκλος εργασιών της ανερχόταν στο ποσό των 65.106.106,84 ευρώ και τα μικτά κέρδη στο ποσό των 10.635.100,03 ευρώ.
Κατά το έτος 2012 αναφάνηκε ο κίνδυνος αναστολής της εμπορικής της κίνησης, αφού αδυνατούσε να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των εργαζομένων και να ικανοποιεί τις αξιώσεις των προμηθευτών της, οι οποίοι ήταν κυρίως κτηνοτρόφοι δραστηριοποιούμενοι στην ευρύτερη αγροτική περιοχή του νομού Θεσσαλονίκης και διέθεταν αποκλειστικά το σύνολο της παραγωγής τους στην "Α...".
Ειδικότερα, κατά την εταιρική χρήση 1/1/2012 - 31/12/2012 το σύνολο των βραχυπρόθεσμων υποχρεώσεων της "Α..." ανερχόταν στο ποσό των 49.388.609,35 ευρώ, που αναλύεται στο ποσό των 13.337.210,54 ευρώ που αφορά υποχρεώσεις προς προμηθευτές, στο ποσό των 6.654.074,32 ευρώ για πληρωτέες επιταγές, στο ποσό των 6.029,51 ευρώ που αφορά υποχρεώσεις προς τράπεζες, στο ποσό των 854.959,32 ευρώ που αφορά προκαταβολές πελατών, στο ποσό των 690.289,62 ευρώ που αφορά φόρους και τέλη, στο ποσό των 3.275.204,95 ευρώ που αφορά οφειλές προς ασφαλιστικούς οργανισμούς, στο ποσό των 1.594,755,49 ευρώ που αφορά οφειλές προς διάφορους πιστωτές, στο ποσό των 4.503.168,43 ευρώ που αφορά υποχρεώσεις προς συνδεμένες επιχειρήσεις και στο ποσό των 18.472.917,17 ευρώ για μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις πληρωτέες στην επόμενη χρήση.
Οι κύριοι πιστωτές της "Α..." κατά την υπόψη εταιρική χρήση ήταν : α) η Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδας με απαίτηση ύψους 17.391.626,30 ευρώ, η οποία έχει εξασφαλίσει τις απαιτήσεις της με εγγραφή υποθήκης επί των ακινήτων της οφειλέτιδος αιτούσας μέχρι του ποσού των 46.453.350,21 ευρώ και με ενέχυρο επί των σημάτων της και επί των εμπορευμάτων της για την έκδοση εγγυητικών επιστολών, και β) η μητρική εταιρία "Κ...
Α.Ε." με απαίτηση ύψους 13.561.993,38 ευρώ. Η προεκτεθείσα οικονομική κατάσταση της "Α...", καθώς και οι εις βάρος αυτής εκδοθείσες Διαταγές Πληρωμής για οφειλές της που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες από το μήνα Αύγουστο έτους 2012 έως το μήνα Μάρτιο έτους 2013 (υπ' αριθ. 2161/2013, 1290/2013, 5741/2013, 5740/2013, 5702/2013, 5701/2013, 5699/2013, 5700/2013, 5698/2013, 5696/2013, 5695/2013, 5694/2013, 5692/2013, 5691/2013, 5690/2013, 2801/2013 Διαταγές Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), συνολικού ποσού 1.178.302,90 ευρώ (233.668,71 + 57.561,59 + 71.476,89 + 20.902,67 + 51.733,15 + 47.176,70 + 31.047,18 + 51.732,66 + 30.094,42 + 84.683,64 + 61.217,95 + 205.832,93 + 90.305,49 + 29.021,44 + 23.533,67 + 88.314,00, αντιστοίχως), και η άσκηση κατά της "Α..." αγωγών των απασχολούμενων σ' αυτήν δυνάμει σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 30-1 ΙΣΟΙ 2 και δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 κι εφεξής, συνολικού ποσού 783.301,46 ευρώ (αγωγή με αριθ.
έκθ. κατάθεσης 16697/2014 ενώπιον του Μονομελούς , Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 30-11-2012 και δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 και εφεξής, συνολικού ποσού 802.157,64 ευρώ (αγωγή με αριθ. έκθ. κατάθεσης 16866/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 30-11-2012 και δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 -κι εφεξής, συνολικού ποσού 629.494,15 ευρώ (αγωγή με αριθ.
έκθ. κατάθεσης 11335/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 30-11 - 2012 και δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 κι εφεξής, συνολικού ποσού 955.665,40 ευρώ (αγωγή με αριθ. έκθ. κατάθεσης 11875/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2009 έως 30-11-2012 και δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 κι εφεξής, αποζημίωσης λόγω μη χορηγηθείσας άδειας των ετών 2011, 2012, 2013 και παροχής υπερεργασίας, συνολικού ποσού 87,990,19 ευρώ (αγωγή με αριθ.
έκθ. κατάθεσης 26601/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), λόγω μη καταβολής υπολοίπου δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-1-2008 έως 30-11-2012, δεδουλευμένων αποδοχών χρονικού διαστήματος από 1-12-2012 έως 29-3-2013, επιδομάτων εορτών, άδειας και αποζημίωσης λόγω μη χορήγησης άδειας των ετών 2008 έως 2013, συνολικού ποσού 38,784,69 ευρώ (αγωγή με αριθ.
έκθ. κατάθεσης 24146/2014 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης), καθώς και η άσκηση της υπ' αριθ. έκθ. κατάθεσης 18189/2014 αγωγής της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "S.... Ανώνυμος Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρία Ειδών Συσκευασίας'' μετονομάσθηκε σε "D. S. H. Ανώνυμη Βιομηχανική και Εμπορική Εταιρεία Ειδών Συσκευασίας", κατά της "Α...", με την οποία ζητούσε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ποσό των 79,106,22 ευρώ, που αφορά το τίμημα πώλησης προς την τελευταία προϊόντων συσκευασίας κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-3-2013, οπότε λύθηκε η συνεργασία τους, οδήγησε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ενώπιον του οποίου συζητούνταν η υπ' αριθ.
έκθ. κατάθεσης 15898/2014 αίτηση της "Α..." περί κήρυξής της σε κατάσταση πτώχευσης, στο πόρισμα ότι η "Α..." αντιμετώπιζε πραγματική αδυναμία εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων και απαιτητών οφειλών της, που είναι μόνιμη και γενική, διασείει την εμπορική της πίστη στις συναλλαγές και μαρτυρεί αθεράπευτο κλονισμό της οικονομικής της υπόστασης τουλάχιστον από το μήνα Αύγουστο έτους 2012 και με την υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφασή του δέχθηκε την αίτηση ως νόμω και ουσία βάσιμη, κήρυξε την εταιρία σε κατάσταση πτώχευσης, όρισε χρόνο παύσης πληρωμών την αντίστοιχη με την ημέρα δημοσίευσης της άνω απόφασης ημέρα του έτους 2012 και διόρισε σύνδικο της πτώχευσης, την εδώ ενάγουσα δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αιμιλία Ζιώγα.
Κρίθηκε μάλιστα με την ίδια απόφαση την παύση πληρωμών της "Α..." δεν αναιρεί η κατ' επιλογή ικανοποίηση ορισμένων πιστωτών της, στα πλαίσια των προσπαθειών της συνέχισης της εμπορικής της ζωής, στις οποίες προσπάθειες περιλαμβανόταν και αυτή της υπαγωγής της στη διαδικασία εξυγίανσης, με την κατάθεση από την ίδια, ως οφειλέτρια, και από την "Κ...
Α.Ε." και τον νόμιμο εκπρόσωπο αυτών Ν. Κ. του Δ., υπό την ιδιότητα των εγγυητών στις συμβάσεις που κατάρτισε η "Α...", ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της από 27-12-2012 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 37053/27-12-2012} αίτησης, με την οποία, επικαλούμενοι οικονομική αδυναμία της "Α...", χωρίς όμως να έχει περιέλθει αυτή σε κατάσταση παύσης πληρωμών, ζητούσαν να διαταχθεί το άνοιγμα της διαδικασίας εξυγίανσης και να ληφθούν προληπτικά μέτρα μέχρι την έκδοση απόφασης επικυρωτικής της συμφωνίας εξυγίανσης.
Στην άνω αίτηση εξέθεταν οι αιτούντες τα αίτια που οδήγησαν την "Α..." σε κατάσταση επαπειλούμενης αδυναμίας εκπλήρωσης των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεών της, που συγκεντρώνονταν στην οικονομική κρίση που ξεκίνησε το έτος 2010 και προκάλεσε σημαντική έλλειψη ρευστότητας σε πολλούς τομείς της ελληνικής οικονομίας, στη σημαντική αύξηση κατά 40% του κόστους αγοράς αγελαδινού γάλακτος, στην αύξηση των τιμών καυσίμων που διόγκωσε το κόστος διανομής των προϊόντων της και στην αδυναμία χρηματοδότησής της από τις τράπεζες, ανέφεραν τα οικονομικά της στοιχεία, και πρότειναν οι αιτούντες τα μέτρα ανάκαμψης, που συνοψίζονταν αφενός μεν στην απρόσκοπτη λειτουργία της επιχείρησης, στην αύξηση των πωλήσεων σε ποσότητα και αξία, στη βέλτιστη αξιοποίηση των καναλιών συνεργασίας και στην αναδιοργάνωση της χρηματοοικονομικής λειτουργίας με τη δημιουργία σημαντικού κεφαλαίου κίνησης, δηλαδή σε μέτρα που απαρτίζουν επιχειρηματικό σχέδιο που λόγω της γενικόλογης αναφοράς σ' αυτό οικονομικών όρων, εννοιών και αρχών, και όχι εξειδικευμένου επιχειρησιακού πλάνου με βάση τον συγκεκριμένο τρόπο οικονομικής συμπεριφοράς και οικονομικών σχέσεων που διαμόρφωσε η αιτούσα' κατά τη διάρκεια της λειτουργίας της στην αγορά, δεν δίνει βάσιμες και ρεαλιστικές προσδοκίες για εξυγίανση, και αφετέρου τη διαμόρφωση των απαιτήσεων των δανειστών της κατά τρόπον ώστε, οι ανέγγυοι πιστωτές, προς τους οποίους οφείλει το συνολικό ποσό των 28.700.490,15 ευρώ, να ικανοποιηθούν κατά ποσοστό 15%, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, το Ελληνικό Δημόσιο και οι εργαζόμενοι να ικανοποιηθούν κατά ποσοστό 100% και οι ενέγγυοί πιστωτές κατά ποσοστό 65% επί του συνόλου των απαιτήσεων τους.
Το ανωτέρω δικαστήριο με την υπ' αριθ. 6402/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε την αίτηση εξυγίανσης με τις πρόσθετες υπέρ των αιτούντων παρεμβάσεις, τις κύριες παρεμβάσεις και την υποβληθείσα από την εταιρία με την επωνυμία 'Έ… ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ" αίτηση περί κήρυξης σε πτώχευση της "Α...", δέχθηκε ότι η τελευταία έχει παύσει να πληρώνει τις ληξιπρόθεσμες οφειλές της που ανάγονται σε παρελθόντα έτη, ενώ προβαίνει κανονικά αλλά επιλεκτικά στην εξόφληση των χρεών που δημιουργούνται από την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας από τα τέλη του έτους 2012 κι εντεύθεν, εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο τη διάθεση των προϊόντων της με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των προμηθευτών υλικών συσκευασίας και καυσίμων, ενώ τους εργαζομένους της πλήρωσε μόνο μετά την εξαγγελία αυτών περί κήρυξης απεργίας για την αιτία αυτή, προβαίνοντας έτσι σε μία "ιδιότυπη" παύση πληρωμών.
Με βάση τα παραπάνω το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης απέρριψε την αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης, τις πρόσθετες υπέρ της αιτούσας παρεμβάσεις και την αίτηση πτώχευσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμες και δέχθηκε τις κύριες παρεμβάσεις ως κατ' ουσίαν βάσιμες, επικυρώθηκε δε η απόφαση αυτή με την υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Εξάλλου, η προαναφερθείσα υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 650/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, το οποίο προς σχηματισμό της κρίσης του συναξιολόγησε επιπλέον, αφενός μεν το γεγονός της αποκοπής της "Α..." από σημαντικό τμήμα της λειτουργίας της με τη μεταβίβαση κατά πλήρη κυριότητα προς τη μητρική εταιρία "Κ...
Α.Ε." των υπ' αριθ. κυκλοφορίας … φορτηγών αυτοκινήτων, για την οποία εκδόθηκαν τα υπ' αριθ. ... τιμολόγια πώλησης παγίων, συνολικού ποσού 386.220,00 ευρώ, συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, και την εντεύθεν απομείωση του στόλου της, αφετέρου δε το γεγονός της παραχώρησης στις 15-11-2012 της άδειας μη αποκλειστικής χρήσης του σήματός της προς την "Κ...
Α.Ε." έναντι ασήμαντου ανταλλάγματος, ορισθέντος σε ποσοστό 0,5% επί του ετήσιου καθαρού τζίρου της "Κ... Α.Ε." επί των προϊόντων που θα φέρουν το εν λόγω σήμα, εκτιμώντας ότι όλα τα παραπάνω αποτελούν μορφή εξωτερίκευσης της αδυναμίας της "Α..." προς πληρωμή των ληξιπροθέσμων οφειλών της και συνιστούν απόσβεση της εμπορικής της ζωής ήδη από το μήνα Αύγουστο έτους 2012, έκτοτε δε επιχειρεί τεχνητή συνέχιση της εμπορίας της μεταθέτοντας το χρόνο παύσης των πληρωμών και επιλέγοντας η ίδια τους δανειστές που θα ικανοποιήσει ανάλογα με τη δύναμη πίεσης του καθένα, αν και αυτό απαγορεύεται από το νόμο και έχει επιζήμιες συνέπειες για τους λοιπούς δανειστές, μεταξύ των οποίων και οι εργαζόμενοι και οι γαλακτοπαραγωγοί, οι οποίοι στερούνται της δυνατότητας να ικανοποιηθούν συμμέτρως, ακολουθώντας τη διαδικασία της πτώχευσης.
Κατά την έναρξη της ύποπτης περιόδου, η οποία εκτείνεται από την 27-10-2012 έως την 27-10-2014, κατά την οποία πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνουν σύμβουλος της "Α..." ήταν ο Ν. Κ. του Δ., ενώ τα υπόλοιπα μέλη του Δ.Σ. ήταν η Α. Κ. του Δ., Μ. Κ. του Ν., ο Κ. Δ. του Α. και ο Χ. Κ. του Γ., οι ληξιπρόθεσμες οφειλές της "Α..." έναντι της "Κ...
Α.Ε." από τις προαναφερθείσες πωλήσεις πρώτων υλών και γαλακτοκομικών και τυροκομικών προϊόντων οι οποίες διενεργήθηκαν πριν από το χρονικό σημείο της 27-10-2012, ανέρχονταν στο ποσό των 6.377.271,57 ευρώ. Προκειμένου ν' απομειωθεί το ανωτέρω ποσό η "Α..." προέβη σε εξήντα (60) πληρωμές, με την καταβολή προς την "Κ... Α.Ε." σε μετρητά του συνολικού ποσού των 1.803.843,15 ευρώ, που αναλύεται ως εξής : 1) στις 29-10-2012 κατέβαλε το ποσό των 800,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2655/401 παραστατικό, 2) στις 9-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 4.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2753/401 παραστατικό, 3) στις-29-10-2012 κατέβαλε το ποσό των 800,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2655/401 παραστατικό, 4) στις 16-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 30.765,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2815/401 παραστατικό, 5) στις 16-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 4.001,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2817/401 παραστατικό, 6) στις 16-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 1.370,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2818/401 παραστατικό, 7} στις 16-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 2.695,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2819/401 παραστατικό, 8) στις 16-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 4.920,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2823/401 παραστατικό, 9) στις 20-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 1.276,84 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2868/401 παραστατικό, 10) στις 20-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 850,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2879/401 παραστατικό, 11) στις 21-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 534.938,38 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2873/401 παραστατικό, 12) στις 28-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 839.570,86 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 548/401 παραστατικό, 13) στις 29-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 23.760,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 2954/401 παραστατικό, 14) στις 11-12-2012 κατέβαλε το ποσό των 80.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 3061/401 παραστατικό, 15) στις 11-11-2012 κατέβαλε το ποσό των 74.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 3067/401 παραστατικό, 16) στις 11-12-2012 κατέβαλε το ποσό των 2.850,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 25704/401 παραστατικό, 17) στις 13-12-2012 κατέβαλε το ποσό των 311,69 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 3079/401 παραστατικό, 18) στις 21-12- 2012 κατέβαλε το ποσό των 8.047,64 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 3148/401 παραστατικό, 19) στις 24-12-2012 κατέβαλε το ποσό των 6.782,97 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 3165/401 παραστατικό, 20) στις 28-12-2012 κατέβαλε το ποσό των 3.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το- υπ.' αριθ. 3189/401 παραστατικό, 21) στις 16-1-2013 κατέβαλε το ποσό των 1.200,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 89/401 παραστατικό, 22) στις 17-1-2013 κατέβαλε το ποσό των 40.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 101/401 παραστατικό, 23) στις 22-1-2013 κατέβαλε το ποσό των 7.500,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ, 136/401 παραστατικό, 24) στις 23-1-2013 κατέβαλε το ποσό των 6.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ." 144/401" παραστατικό, 25) στις 29-1-2013 κατέβαλε το ποσό των 3.450,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 178/401 παραστατικό, 26) στις 7-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.500,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 262/401 παραστατικό, 27) στις 8-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 4.270,49 ευρώ και εκδόθηκε/προς τούτο το υπ' αριθ. 267/401 παραστατικό, 28) στις 8-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.500,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 280/401 παραστατικό, 29) στις 11-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.500.0 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 291/401 παραστατικό, 30) στις 14-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 25992/401 παραστατικό, 31) στις 18-2-2013 κατέβαλε το ποσό των 8.527,84 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 347/401 παραστατικό, 32) στις 11-3-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.630,27 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 519/401 παραστατικό, 33) στις 13-3-2013 κατέβαλε το ποσό των 2.381,40 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 540/401 παραστατικό, 34) στις 13-3-2013 κατέβαλε το ποσό των 69.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 543/401 παραστατικό, 35) στις 13-3-2013 κατέβαλε το ποσό των 1.412,11 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 611/401 παραστατικό, 36) στις 16-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 28,10 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26134/401 παραστατικό, 37) στις 24-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 200,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 587/401 παραστατικό, 38) στις 24-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 495,94 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 588/401 παραστατικό, 39) στις 26-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 572,56 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26163/401 παραστατικό,- 40) στις 30-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 57,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 590/401 παραστατικό, 41) στις 30-4-2013 κατέβαλε το ποσό των 713,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 591/401 παραστατικό, 42) στις 8-5-2013 κατέβαλε το ποσό των 100,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 1099/401 παραστατικό,. 43).
στις 10-5- 2013 κατέβαλε το ποσό των 200,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26180/401 παραστατικό, 44) στις 17-5-2013 κατέβαλε το ποσό των 50........ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 1128/401 παραστατικό, 45) στις 4-6-2013 κατέβαλε το ποσό των 100,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26250/401 παραστατικό, 46) στις 5-6-2013 κατέβαλε το ποσό των 1.009,25' ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το ύπ' αριθ. 26262/401 παραστατικό, 47) στις 7-6-2013 κατέβαλε το ποσό των 268,25 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26271/401 παραστατικό, 48) στις 10-6- 2013 κατέβαλε το ποσό των 157,30 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26274/401 παραστατικό, 49) στις 11-6-2013 κατέβαλε το ποσό των 200,00
ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26278/401 παραστατικό, 50) στις 2-7-2013 κατέβαλε το ποσό των 223,75 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26335/401 παραστατικό, 51) στις 3-7-2013 κατέβαλε το ποσό των 200,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 1530/401 παραστατικό, 52) στις 12-7-2013 κατέβαλε το ποσό των 4.000,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 1605/401 παραστατικό, 53) στις 17-7- 2013 κατέβαλε το ποσό των 600,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 603/401 παραστατικό, 54) στις 19-7-2013 κατέβαλε το ποσό των 375,56 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26381/401 παραστατικό, 55) στις 29-7-2013 κατέβαλε το ποσό των 10,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26405/401 παραστατικό, 56) στις 23-9-2013 κατέβαλε το ποσό των 933,85 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26535/401 παραστατικό, 57) στις 2-10-2013 κατέβαλε το ποσό των 262,16 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26557/401 παραστατικό, 58) στις 21-10- 2013 κατέβαλε το ποσό των 100,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26587/401 παραστατικό, 59) στις 1-11-2013 κατέβαλε το ποσό των 5.974,94 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 26606/401 παραστατικό και 60) στις 6-3-2014 κατέβαλε το ποσό των 200,00 ευρώ και εκδόθηκε προς τούτο το υπ' αριθ. 789/401 παραστατικό.
Οι ανωτέρω καταβολές μετρητών εντός της ύποπτης περιόδου έλαβαν χώρα, αν και γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος αμφοτέρων των συμβαλλομένων στις υπόψη διαδοχικές συμβάσεις πώλησης Ν. Κ. του Δ. την οικονομική πορεία αυτών, συνεπώς και την παύση πληρωμών της "Α..." από το μήνα Αύγουστο έτους 2012, δεν αναιρείται δε η πλήρης, αντικειμενική, προσωπική και ακριβής γνώση αυτού περί της γενικής και μόνιμης αδυναμίας της "Α..." να εκπληρώσει τις ληξιπρόθεσμες χρηματικές υποχρεώσεις της και της μη ύπαρξης προοπτικής στο άμεσο μέλλον να βρει τα απαραίτητα προς αυτό το σκοπό χρηματικά διαθέσιμα, από το γεγονός της επιλεκτικής πληρωμής ορισμένων χρεών κατά την επιχείρηση από τη διοίκησή της, στην οποία μετείχε ο ίδιος ως πρόεδρος του Δ.Σ.
και διευθύνων σύμβουλος αυτής, τεχνητής συνέχισης της εμπορίας της και μετάθεσης του χρόνου παύσης των πληρωμών της. Αντίκειται, εξάλλου, στους κανόνες της λογικής και στα διδάγματα της κοινής πείρας να προηγείται η γνώση των τρίτων στο πεδίο των συναλλαγών και ν' ακολουθεί αυτή του νομίμου εκπροσώπου της "Α..." αναφορικά με την ανωτέρω αδυναμία της.
Οι προαναφερθείσες καταβολές μετρητών ήταν επιζήμιες για τους πτωχευτικούς πιστωτές αφού ελαττώθηκε το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας, λαμβανομένου υπόψη ότι το ύψος των αναγγελθεισών απαιτήσεων ανήλθε στο συνολικό ποσό των 73.762,831,29 ευρώ, εκ του οποίου ποσό υπερβαίνον αυτό των 50.000.000,00 ευρώ έχει επαληθευθεί, ενώ το υπόλοιπο αμφισβητήθηκε από τη σύνδικο της πτώχευσης και ήδη εκκρεμούν αντιρρήσεις ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου για τις απαιτήσεις αυτές, και το ενεργητικό της πτωχευτικής περιουσίας δεν υπερβαίνει το ποσό των 22.000.000,00 ευρώ.
Δεν αποτελούν οι άνω καταβολές μετρητών συνηθισμένες πράξεις της επιχειρηματικής δραστηριότητας της "Α..." τελεσθείσες υπό κανονικές συνθήκες και εντός των ορίων των συνήθων συναλλαγών της τελευταίας, ώστε να εξαιρούνται της πτωχευτικής ανάκλησης. Τούτο διότι, ναι μεν η σύναψη των συμβάσεων πώλησης μεταξύ μητρικής και θυγατρικής εταιρίας έναντι πιστωθέντος τιμήματος και η ανοχή την οποία επέδειξε η "Κ...
Α.Ε." στην εξόφληση αυτού του τιμήματος με παρατάσεις της πίστωσης αποτελούσε συνηθισμένη πράξη επιχειρηματικής δραστηριότητας, ωστόσο η ραγδαία και πιεστική απόκλιση από τη συνήθη πρακτική της μακρόχρονης πίστωσης κατά το χρόνο που η "Α..." διερχόταν ασυνήθεις και δυσμενείς οικονομικές συνθήκες, με αποτέλεσμα το συνολικά ληξιπρόθεσμο κατά την 22-3-2012 ποσό ύψους 8.547.321,56 ευρώ να εκτιναχθεί στις 30-9-2012 στο ποσό των 13.561.993,38 ευρώ, οπότε ήδη η "Α..." είχε εκδηλώσει στο πεδίο των συναλλαγών την αδυναμία της εκπλήρωσης των ληξιπροθέσμων οφειλών της, και επιπλέον οι μεγάλης έκτασης πληρωμές εντός της ύποπτης περιόδου με αποτέλεσμα το ανωτέρω ποσό των 13.561.993,38 ευρώ στις 19-4-2013 ν' ανέλθει στο ύψος των 7.142,684,65 ευρώ, δεν πληρούν τους όρους της διάταξης του άρθρου 45 περ.
α' του ΠτΚ. Ειδικότερα, η εν λόγω διάταξη, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ.
ΙΙ.β' μείζονα πρόταση, σκοπό έχει να θωρακίσει την ομαλότητα των πράξεων της επιχειρηματικής καθημερινότητας του οφειλέτη, και όχι να διαφυλάξει τα αποτελέσματα της προτιμησιακής εξόφλησης ενός πιστωτή, που προνομιακά πληροφορήθηκε, λόγω της σχέσης του με τον οφειλέτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, που πιστώτρια και οφειλέτρια τελούν σε σχέση μητρικής προς θυγατρική εταιρία και νόμιμος εκπρόσωπος αμφοτέρων τυγχάνει το αυτό φυσικό πρόσωπο, ο Ν.
Κ., την παύση των πληρωμών της θυγατρικής και παρά ταύτα ν' απολαμβάνει πληρωμές του ανωτέρω ύψους αντίθετα προς τη συνήθη πρακτική μακρόχρονης πίστωσης. Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης, ο οποίος επαναφέρεται με τον έβδομο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Β' έφεσης, ότι η ενάγουσα ενήργησε αντίθετα προς την καλή πίστη, αποκρύπτοντας από το δικαστήριο το γεγονός ότι μεταξύ της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας υπήρχε και δεύτερη καρτέλα, που τηρούνταν για τη λογιστική παρακολούθηση των συμβάσεων πώλησης προϊόντων από την "Α..." προς την "Κ...
Α.Ε", στην οποία καταχωρούνταν όχι μόνον οι καταβολές για την εξόφληση του τιμήματος πώλησης, αλλά και οι προκαταβολές τιμήματος μελλοντικών πωλήσεων, κατά τρόπον ώστε να έχει καταστεί η πρώτη εναγόμενη πιοτώτρια της "Α..." και να διατηρεί κατ' αυτής αξίωση ύψους 4.914.699,81 ευρώ, την οπαία ανήγγειλε στη διαδικασία της εξέλεγξης των πιστώσεων, ωστόσο η σύνδικος αμφισβήτησε αυτήν και εκκρεμούν αντιρρήσεις ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου για την απαίτηση αυτή, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Τούτο διότι αλυσιτελώς προβάλλεται η ύπαρξη και άλλης ή άλλων σχέσεων μεταξύ της μητρικής και της θυγατρικής εταιρίας, αφού αντικείμενο της προκείμενης δίκης είναι η ανάκληση ή μη πληρωμών από την πτωχή προς την "Κ... Α.Ε.'' κατά την ύποπτη περίοδο εν γνώσει της τελευταίας ότι είχε παύσει τις πληρωμές της η "Α...", όπως οι πληρωμές αυτές εμφαίνονται στην επίμαχη πρώτη καρτέλα - δοσοληπτικό λογαριασμό, ο οποίος δεν μπορεί να συγχωνευθεί με άλλον δοσοληπτικό λογαριασμό - δεύτερη καρτέλα ούτε οι επιμέρους καταχωρήσεις σ' αυτούς ή το υπόλοιπό τους να συμψηφισθεί.
Ο τελευταίος αυτός δοσοληπτικός λογαριασμός θ' αποτελέσει αντικείμενο απόδειξης για τη βασιμότητα της απαίτησης της "Κ... Α.Ε." έναντι της "Α...", που φέρεται να απορρέει από συμβάσεις πώλησης από την τελευταία προς την "Κ... Α.Ε.", στην εκκρεμή δίκη των αντιρρήσεων ενώπιον του πτωχευτικού δικαστηρίου.
Συνεπώς, η προεκτεθείσα συμπεριφορά της συνδίκου της πτώχευσης δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο της διάταξης του άρθρου 116 του ΚΠολΔ, η οποία αποσκοπεί στον περιορισμό της κατάχρησης των δικονομικών δυνατοτήτων και επιβάλλει στο διάδικο την τήρηση, κατά τη διενέργεια των διαφόρων διαδικαστικών πράξεων, των κανόνων των χρηστών ηθών και της καλής πίστης, την αποφυγή ενεργειών που οδηγούν προφανώς σε παρέλκυση της δίκης και τέλος, ως γνήσια υποχρέωση, την τήρηση του καθήκοντος αλήθειας, με το οποίο απαγορεύεται σ' αυτόν αφενός η προβολή αναληθών πραγματικών γεγονότων εν γνώσει της αναλήθειας αυτών και αφετέρου η αμφισβήτηση των πραγματικών ισχυρισμών του αντιδίκου εν γνώσει της αλήθειας αυτών.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των εναγόμενων ότι η άσκηση από τη σύνδικο της πτώχευσης της ένδικης ανακλητικής αγωγής αντιφάσκει προς την επαλήθευση από την ίδια της αναγγελθείσας απαίτησης της πρώτης εξ αυτών ύψους 4.616.048,81 ευρώ, που αφορά στο τίμημα πώλησης από αυτήν προς την "Α..." προϊόντων και αποτελεί το χρεωστικό εις βάρος της αγοράστριας εταιρίας υπόλοιπο του τηρηθέντος μεταξύ τους δοσοληπτικού λογαριασμού, ο οποίος επαναφέρεται με τον πέμπτο λόγο των κρινομένων εφέσεων, κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος.
Τούτο διότι, η επαλήθευση των άνω αναγγελθεισών απαιτήσεων, η οποία αποτελεί το δεύτερο στάδιο της διαδικασίας εξέλεγξης των πιστώσεων προς διαπίστωση του παθητικού της πτωχευτικής περιουσίας, οδηγεί ακριβώς στην αποδοχή αυτών ως πτωχευτικών απαιτήσεων και στην ένταξη της "Κ... Α.Ε." στο παθητικό της πτώχευσης, ώστε να ικανοποιηθεί η τελευταία δια του πτωχευτικού μερίσματος, και με την ένδικη ανακλητική αγωγή δεν αμφισβητείται η- ύπαρξη των εν λόγω απαιτήσεων, αλλά διώκεται η αποτροπή της διάσπασης της πτωχευτικής αρχής της ισότητας των πιστωτών με την προνομιακή ικανοποίηση της "Κ...
Α.Ε." σε βάρος των λοιπών πιστωτών της "Α...". Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο χρόνος παύσης πληρωμών της πτωχής "Α..." πρέπει να τοποθετηθεί στις 30-6-2014 άλλως στις 29-8-2013, οπότε δημοσιεύθηκε η. προαναφερθείσα υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου που επικύρωσε την υπ' αριθ. 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω της δεσμευτικότητας και του δεδικασμένου που απορρέει από αυτήν, ο οποίος επαναφέρεται με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ.
Α' έφεσης και με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Β.' έφεσης, κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον με την υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που κήρυξε σε κατάσταση πτώχευσης την "Α...", ορίσθηκε χρόνος παύσης πληρωμών η 27-10-2012. Η δικαστική αυτή απόφαση κατά το μέρος που ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών δεν δημιουργεί δεδικασμένο, αφού το πτωχευτικό δικαστήριο μπορεί να επανέλθει και να μεταβάλει το χρόνο αυτόν πριν ή μετά από εκείνον που καθόρισε (Λ.
Κοτσίρη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2017, σ. 216), με μεταγενέστερη απόφασή του μετά από αίτηση του συνδίκου ή πιστωτή, της επιτροπής ή οποιουδήποτε έχει έννομο προς τούτο συμφέρον. Η αίτηση αυτή, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται επί γεγονότων, τα οποία δεν είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, που είχε ορίσει το χρόνο παύσης των πληρωμών, μπορεί να υποβληθεί οποτεδήποτε κατά τη διάρκεια της πτωχευτικής διαδικασίας (Γ.
Σωτηρόπουλου, Πτωχευτική Ανάκληση, 2009, σ. 182-183). Εντούτοις η εν λόγω δυνατότητα δεν είναι απεριόριστη, γιατί σε αντίθετη περίπτωση θα υπήρχε ανασφάλεια των συναλλαγών, για το λόγο αυτό από το νόμο τίθενται οι εξής περιορισμοί : α) είναι απαράδεκτη η αίτηση για ορισμό ή μετάθεση του χρόνου παύσης πληρωμών εφόσον υποβάλλεται μετά την περάτωση της επαλήθευσης των πιστώσεων (άρθρο 93 του ΠτΚ), β) είναι απαράδεκτη η αίτηση που υποβλήθηκε μετά την πάροδο έτους από την κήρυξη της πτώχευσης (άρθρο 7 παρ. 3 εδ. 2 ΠτΚ) και γ) σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να οριστεί χρόνος παύσης των πληρωμών προγενέστερος των δύο ετών από τη δημοσίευση της απόφασης που κηρύσσει την πτώχευση ή ενός έτους από το θάνατο του οφειλέτη (άρθρο 7 παρ. 2 εδ. 1 ΠτΚ).
Εξάλλου, μπορούν να προσβάλλουν την απόφαση, που ορίζει χρόνο παύσης πληρωμών και αυτήν που κηρύσσει την πτώχευση, με το ένδικο μέσο της πτωχευτικής ανακοπής, που στρέφεται κατά του συνδίκου (άρθρο 56 ΠτΚ), εντός προθεσμίας τριάντα ημερών από τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης που όρισε χρόνο παύσης πληρωμών στο δελτίο δικαστικών δημοσιεύσεων του ΕΤΑΑ-ΤΑΝ., ο.
οφειλέτης, αν δεν συμμετείχε στη δίκη της κήρυξης της πτώχευσης, καθώς και ο έχων έννομο συμφέρον τρίτος, κυρίως όταν πλήπεται με την πτωχευτική ανάκληση των πράξεων του οφειλέτη, οι οποίες διενεργήθηκαν εντός της ύποπτης περιόδου (Σπ. Ψυχομάνη, Πτωχευτικό Δίκαιο, 2017, σ. 167). Στην προκειμένη όμως περίπτωση δεν ασκήθηκε κάποιο από τα προαναφερθέντα ένδικα βοηθήματα για τη μεταβολή του ορισθέντος με την υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης χρόνου παύσης πληρωμών, επομένως ορθά το εκδόν την εκκαλούμενη απόφαση δικαστήριο έλαβε ως χρόνο έναρξης της ύποπτης περιόδου την 27-10-2012.
Σε κάθε περίπτωση δεν απορρέει δεσμευτικότητα και δεκασμένο από την υπ' αριθ. 6402/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 2021/2013 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, η οποία, όπως προεκτέθηκε, απέρριψε την αίτηση εξυγίανσης και την αίτηση κήρυξης της "Α..." σε κατάσταση πτώχευσης, καθόσον, α) αναφορικά μεν με την αίτηση ανοίγματος διαδικασίας εξυγίανσης το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης προκειμένου να εκδώσει την άνω υπ' αριθ. 6402/2013 απόφασή του αρκέσθηκε στην πιθανολόγηση, κατ' άρθρο 101 παρ. 1 του ΠτΚ, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 3 του άρθρου 234 του ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α' 86/11-4-2012) και πριν από την αντικατάστασή του με την παράγραφο 9 υποπαράγραφο Γ.3 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14.8.2015), του βάσιμου της αίτησης και της σκοπιμότητας της αιτούμενης εξυγίανσης κατά το χρόνο εκδίκασης της από 27-12-2012 αίτησης, ενώ απουσιάζει και ο όρος της ταυτότητας της νομικής και ιστορικής αιτίας, και β) αναφορικά με την αίτηση πτώχευσης, επιπλέον και λόγω έλλειψης του όρου της ταυτότητας των διαδίκων αλλά και της θεμελίωσης αυτής σε διαφορετικά πραγματικά περιστατικά από αυτά στα οποία στηρίχθηκε η υπ' αριθ. 17980/27-10-2014 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που κήρυξε σε κατάσταση πτώχευσης την Α..." και επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 650/2017 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου.
Η κατά της τελευταίας απόφασης άσκηση της από 8-5-2018 αίτησης αναίρεσης εκ μέρους της πτωχής "Α..." δεν δικαιολογεί την αναστολή εκδίκασης των κρινομένων εφέσεων μέχρις έκδοσης απόφασης επ' αυτής, κατ' άρθρο 249 του ΚΠολΔ, καθόσον δεν κρίνεται αυτή απολύτως αναγκαία και σκόπιμη για τη διαμόρφωση ασφαλούς δικανικής πεποίθησης για το κρίσιμο προς διάγνωση της επίδικης διαφοράς ζήτημα του χρόνου παύσης πληρωμών της πτωχής "Α...", ενόψει των όσων προαναφέρθηκαν, και το σχετικό αίτημα των εκκαλουσών, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης περί συνδρομής σοβαρών λόγων που δικαιολογούν τη μη ανάκληση των επίδικων δυνητικά ανακαλούμενων πράξεων κατ' εφαρμογήν της αρχής της αναλογικότητας, ο οποίος επαναφέρεται με τον έκτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Β' έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως νόμω αβάσιμος, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην υπό στοιχ.
ΙΙ.α' νομική σκέψη, καθόσον η συνδρομή των όρων του άρθρου 43 του ΠτΚ καθιστά υποχρεωτική την ανάκληση. Σε κάθε περίπτωση, από τη στάθμιση των αντιτιθεμένων συμφερόντων των πτωχευτικών πιστωτών αφενός και της συναλλασσόμενης "Κ... Α.Ε." με την πτωχή "Α..." κατά την ύποπτη περίοδο αφετέρου, κρίνεται προκριτέα η ασφάλεια του συνόλου των πτωχευτικών πιστωτών και όχι της πρώτης εναγόμενης, η οποία δεν θα απωλέσει πλήρως την αξίωσή της από το τίμημα πώλησης, αλλά επανακτώντας αυτήν θ' αναγγελθεί ως πτωχευτική πιστώτρια και θα ικανοποιηθεί σύμμετρα με τους λοιπούς πτωχευτικούς πιστωτές, αφού δεν ανακαλείται η βασική σύμβαση (πώληση) αλλά μόνον ο τρόπος εξόφλησης της οφειλής.
Με τον εκτιμώμενο δεύτερο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Β' έφεσης παραπονείται η εκκαλούσα για την κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι η γνώση του νομίμου εκπροσώπου της "Α..." Ν. Κ. τεκμαίρεται, κατ' άρθρο 43 παρ. 2 του ΠτΚ, Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ενόψει του χρόνου άσκησης της ένδικης ανακλητικής αγωγής μετά την παρέλευση έτους από την κήρυξη της πτώχευσης, δεν εφάρμοσε την ανωτέρω διάταξη, που προβλέπει το μαχητό τεκμήριο γνώσης, αλλά τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 43 ΠτΚ.
Με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Α' έφεσης και ένατο λόγο της κρινόμενης υπό στοιχ. Β' έφεσης διατείνονται οι εκκαλούσες ότι έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιδικάζοντας μη αιτηθέν, καθόσον, με την ένδικη ανακλητική αγωγή ζητούσε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην "Α..." το ποσό των 9.331.873,30 ευρώ, ενώ με την εκκαλουμένη υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα υπό την ιδιότητα της συνδίκου της πτώχευσης της "Α..." το ποσό των 1.803.843,15 ευρώ, ώστε ν' αποτελέσει αυτό τμήμα της πτωχευτικής περιουσίας.
Οι λόγοι αυτοί πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι, δεδομένου ότι σε κάθε περίπτωση πτωχευτικής ανάκλησης το αναμεταβιβαζόμενο πράγμα επιστρέφει στην πτωχευτική περιουσία, η οποία εξακολουθεί να ανήκει κατά κυριότητα και μετά την κήρυξη της πτώχευσης στην οφειλέτρια, ωστόσο έχει τεθεί στη διάθεση των πτωχευτικών πιστωτών για την ικανοποίησή τους υπό τη διοίκηση της συνδίκου (άρθρο 17 παρ. 1 ΠτΚ) με την επέλευση της πτωχευτικής απαλλοτρίωσης ως κύριας συνέπειας περιουσιακής φύσης της κήρυξης της πτώχευσης.
Συνεπώς, δεν διαφοροποιείται η συγκεκριμένη διάταξη της εκκαλουμένης από το αίτημα της ένδικης αγωγής, αφού σε κάθε περίπτωση κυρία του αιτούμενου ποσού είναι η Α..., τη διαχείριση όμως αυτού έχει η σύνδικος, η οποία μετέχει στην προκειμένη δίκη ως μη δικαιούχος διάδικος." Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού συνεκδίκασε τις με αριθμούς εκθέσεως καταθέσεως α) 6840/1308/23-3-2018 και β) 6960/1327/26-3-2018 εφέσεις των αναιρεσειουσών, αντιστοίχως, κατά της πρωτοδίκου 2010/2018 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τις ασκηθείσες πρόσθετες παρεμβάσεις, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις αυτές, επικυρώνοντας την ανωτέρω πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 15-2-2016 (αριθμός εκθέσεως καταθέσεως 1057/2016) ανακλητική αγωγή της συνδίκου-αναιρεσίβλητης.
Ήδη, οι αναιρεσείουσες προσάπτουν στην πληττόμενη απόφαση τις ακόλουθες αιτιάσεις, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις: Α) με τον τρίτο λόγο της Α αιτήσεως αναιρέσεως, α) κατά το ένα μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 8 ΕμπΝ, 4 παρ. 1 και 2α και 7 παρ. 1-3 Κ.Β.Σ., 42α παρ. 1 και 2 Κ.Ν. 2190/1920, καθώς και τις γενικές αρχές τις λογιστικής, στις οποίες παραπέμπουν οι ως άνω διατάξεις του Κ.Β.Σ.
και του Κ.Φ.Α.Σ., αρχές, οι οποίες αποκρυσταλλώνονται στις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 1β και 2γ Ν. 4308/2014, και οι οποίες δεν εφαρμόστηκαν, αν και συνέτρεχαν οι προυποθέσεις εφαρμογής τους, με απότέλεσμα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να οδηγηθεί στην εσφαλμένη επί της ουσίας παραδοχή ότι συντρέχει περίπτωση ανακλήσεως 60 πληρωμών της Α...
προς την αναιρεσείουσα, συνολικού ύψους 1.803.843,15 ευρώ, ενώ αν είχε εφαρμόσει τις διατάξεις αυτές θα είχε κάνει κατ' ουσίαν δεκτή την έφεσή της και θα είχε απορρίψει επί της ουσίας την ένδικη ανακλητική αγωγή λόγω ανυπαρξίας ανακλητέων πληρωμών, όπως προέκυπτε από τα νομίμως και παραδεκτώς υπ' αυτής προσκομισθέντα και επικληθέντα ακριβή επικυρωμένα αποσπάσματα-καρτέλες, από το τηρούμενο Ημερολόγιο Αναλυτικού Καθολικού, τα οποία έχουν αυξημένη αποδεικτική δύναμη και από τη συνδυαστική εκτίμηση αυτών προέκυπτε η βασιμότητα του ισχυρισμού της και όχι μόνο από την καρτέλλα που προσεκόμισε η αναιρεσίβλητη, εξαχθείσα από τα βιβλία της πτωχεύσασας εταιρείας, από την οποία δεν ήταν αντικειμενικώς δυνατόν να προκύψει αποδεικτικό πόρισμα για τη συνολική και ακριβή εικόνα του αθροιστικού συνόλου των πληρωμών μεταξύ της Α...
και της αναιρεσείουσας, κατά τον ένδικο χρόνο, ενώ το "ισοζύγιο" των εκατέρωθεν συναλλαγών ήταν πάντοτε αρνητικό σε βάρος της, με αποτέλεσμα η Α... να παρίσταται σε σταθερή και μόνιμη βάση "χρεωστική" έναντι αυτής, καθ' όλη τη χρονική περίοδο 2007-2014. β) κατά το δεύτερο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τη διάταξη αυτή με το να απορρίψει, ως απαράδεκτο, τον επαναφερθέντα με τον έβδομο λόγο της εφέσεώς της, ως άνω εκτιθέμενο, ισχυρισμό, ο οποίος ήταν παραδεκτός και νόμιμος, δοθέντος ότι απέρρεε από τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους εμπορικά τους βιβλία και συγκεκριμένα από το Ημερολόγιο Αναλυτικού Καθολικού, που τηρούσαν, απόσπασμα του οποίου νομίμως προσκομίστηκε ενώπιόν του, οι επί μέρους καρτέλες του οποίου είναι ενιαίες και δεν επιδέχονται αποσπασματική επίκληση και χρήση ούτε από τους διαδίκους ούτε από το Δικαστήριο.
Με όσα εκτίθενται στους ερευνώμενους εδώ αναιρετικούς λόγους, σε συνδυασμό με τις ουσιαστικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, που προαναφέρθηκαν, οι προβαλλόμενες πλημμέλειες, καίτοι εμφανίζονται να αφορούν, η μεν πρώτη, παραβίαση των πιο πάνω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, η δε δεύτερη κανόνα δικονομικού δικαίου, που όμως, για το ορισμένο του σχετικού λόγου, δεν αναφέρεται, στην πραγματικότητα πλήττουν την ίδια απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων με πραγματικά και νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται αποκλειστικά με τη βαρύτητα και βασιμότητα των αποδεικτικών μέσων που εκτιμήθηκαν από το Εφετείο, και σε σχέση με την αξιολόγηση και στάθμιση αυτών και πριν το Δικαστήριο να καταλήξει στο σαφές και αναμφίβολο αποδεικτικό του πόρισμα ότι είναι ανακλητέες 60 πληρωμές που έγιναν από την Α...
προς την Κ.... Ενόψει αυτών, ο κρινόμενος εδώ τρίτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Β) με τον τέταρτο και δεύτερο λόγους των αιτήσεων αναιρέσεως, αντιστοίχως, επικαλούνται τις εκ των διατάξεων του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες και ειδικότερα, παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των άρθρων 361, 513, 806 ΑΚ και των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., ισχυριζόμενες ότι το Εφετείο, μολονότι διεπίστωσε εμμέσως κενά και αμφιβολίες περί του νομικού χαρακτηρισμού των μεταξύ τους ενδοομοιλικών συναλλαγών και προέβη σε ερμηνεία αυτών, χαρακτηρίζοντας αυτές ως απλές συμβάσεις πωλήσεως, παρέλειψε παρά ταύτα να προσφύγει στην εφαρμογή των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων για την διαπίστωση της αληθούς εννοίας των σχετικών δηλώσεων βουλήσεως των συμβληθέντων, αποδίδοντας σ` αυτές περιεχόμενο διαφορετικό από το αληθές και ηθελημένο από τους συμβαλλομένους, μη ανταποκρινόμενο δε στους κανόνες της καλή πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, και ειδικότερα, εάν τις είχε εφαρμόσει θα είχε αχθεί με βεβαιότητα στο συμπέρασμα ότι, ενόψει του ότι με τον 4ο και 7ο λόγους εφέσεως και τον 4ο λόγο εφέσεως αντιστοίχως, είχαν ισχυριστεί ότι, μεταξύ τους, μητρικής και θυγατρικής, πραγματοποιούνταν ενδοομοιλικές συναλλαγές αγοραπωλησίας προιόντων και ότι η πρώτη στήριζε την δεύτερη χρηματοδοτικά με την παροχή πίστωσης δύο μορφών, α) με την παροχή προκαταβολών για μελλοντικές αγορές προιόντων παραγωγής της Α...
και β) με την παροχή "ανοικτής" πίστωσης στο πλαίσιο της πώλησης προς την Α... προιόντων παραγωγή της και οι συναλλαγές αυτές καταχωρούντο σε δύο καρτέλες από κάθε εταιρία, από τη συνδυαστική εκτίμηση των οποίων μπορούσε μόνο να προκύψει το εκάστοτε πιστωτικό ή χρεωστικό υπόλοιπο των συναλλαγών μεταξύ τους, η συναλλακτική σχέση μεταξύ τους δεν εξαντλείτο απλώς σε διαδοχικές πωλήσεις της πρώτης προς την δεύτερη, αλλά είχε τον χαρακτήρα μιας μικτής συμβάσεως-πλαίσιο, με στοιχεία πωλήσεως και παροχής πιστώσεως, δυνάμει της οποίας καταχωρίζονταν εκατέρωθεν διαδοχικές συμβάσεις αγοραπωλησίας προιόντων (άρθρο 513 ΑΚ), με παράλληλη συμφωνία να παρέχει η πρώτη πίστωση προς την θυγατρική της εταιρία (άρθρο 806 ΑΚ) και θα δεχόταν (το Εφετείο) ανεπίτρεπτα ότι είναι αλυσιτελής η εκ μέρους τους προβολή του ως άνω ισχυρισμού τους και από τον οποίο συνήγετο ότι δεν υπήρχε καμία περιουσιακή μετακίνηση υπέρ της πρώτης και σε βάρος της Α...
και επομένως δεν υφίστατο αξίωση ανακλήσεως των ένδικων πληρωμών. Επί προσθέτως δε το Εφετείο, κατά τις αιτιάσεις που προβάλλονται με το δεύτερο σκέλος του ιδίου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ παρέλειψε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του αντιφατικές για την αιτιολόγηση της σχετικής κρίσεώς του αιτιολογίες, ως προς τον ακριβή νομικό χαρακτηρισμό της συναλλακτικής σχέσεως μεταξύ της Α...
και της μητρικής εταιρίας, δοθέντος ότι ενώ δέχεται την συνδρομή πιστωτικού χαρακτήρα στη σχέση των συμβαλλομένων λόγω του στοιχείου της ανοχής της δεύτερης, ως προς την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της Α..., αντιφατικά έκρινε ότι η ανοχή αυτή δεν μεταβάλλει τον χαρακτήρα των υπόψη συμβάσεων πωλήσεως σε συμβάσεις δανείου ή πιστώσεως,υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ.
Οι ισχυρισμοί αυτοί των αναιρεσειουσών και οι αντίστοιχοι λόγοι, των αιτήσεων αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα μέρη τους, είναι αβάσιμοι, ανεξαρτήτως του ότι οι λόγοι αυτοί είναι αόριστοι, αφού για την πληρότητά τους δεν αναφέρονται οι σχετικές, για τον απαιτούμενο αναιρετικό έλεγχο της βασιμότητάς τους, παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, αλλά οι αναιρεσείουσες αρκούνται σε συμπερασματική-επιγραμματική αναφορά των κατ' αυτές παραδοχών της και τέλος στο τελικό απορριπτικό της πόρισμα (σελ. 69-70 της αιτήσεως), διότι από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και τις κρίσιμες περί τούτου, ως άνω, παραδοχές της, δεν προκύπτει ότι το Εφετείο διέγνωσε έστω και εμμέσως την ύπαρξη αμφιβολίας ή κενού ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των επικαλουμένων συμβάσεων, αλλ` αντιθέτως έκρινε κατά τρόπο αναιρετικώς ανέλεγκτο ότι οι διενεργηθείσες από την Α...
προς την μητρική Κ... πληρωμές έγιναν στα πλαίσια συμβάσεων πωλήσεως της τελευταίας προς την πρώτη, όπως προέκυπτε από τον μεταξύ τους τηρούμενο δοσοληπτικό λογαριασμό, που τηρούνταν για την εξυπηρέτηση και διευκόλυνση των πωλήσεων αυτών στα πλαίσια της λογιστικής τάξης και δεν είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων δανείου ή παροχής πίστωσης εξαιτίας της ανοχής που επεδείκνυε η μητρική εταιρεία, ως προς την καθυστέρηση καταβολής του τιμήματος από την θυγατρική εταιρία.
Εξάλλου το γεγονός ότι το Εφετείο προς επίρρωση της ήδη, εξενεχθείσης ως άνω κρίσεώς του, αλλά και προς αντίκρουση αντιθέτων ισχυρισμών των αναιρεσειουσών, αρύεται επιχείρημα από το όλο περιεχόμενο των συμβάσεων και τους λόγους που υπαγόρευσαν, κατά την εκτίμησή του, την σύναψη αυτών, δεν υποδηλώνει, όπως αβασίμως διατείνονται οι αναιρεσείουσες, ερμηνευτική προσέγγιση του νομικού χαρακτήρα αυτών και έμμεση παραδοχή της υπάρξεως αμφιβολίας και κενών, καθιστώσα αναγκαία την προσφυγή του στους ερμηνευτικούς κανόνες.
Επομένως, το Εφετείο, ελλείψει αμφιβολίας ή κενού ως προς τον χαρακτηρισμό των επιδίκων συμβάσεων, δεν παρεβίασε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 και αυτές των άρθρων 361, 513, 806 Α.Κ., παραλείποντας να προσφύγει στην εφαρμογή τους προς διαπίστωση του αληθούς χαρακτηρισμού αυτών. Τέλος, με βάση τις προδιαληφθείσες σκέψεις και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
καθόσον διέλαβε σ` αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το χαρακτήρα των επίμαχων συμβάσεων, το εν γένει περιεχόμενο αυτών και τα λοιπά ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα. Επομένως οι περί του αντιθέτου λόγοι των αναιρετηρίων, με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση για τις ρηθείσες αιτίες αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., είναι αβάσιμοι. 'Ολες οι λοιπές αιτιάσεις, κατ' αμφότερα τα σκέλη των ως άνω λόγων των αιτήσεων αναιρέσεως, απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον υπό την επίφαση παραβίασης του άρθρου 559 αρ, 1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται στην πραγματικότητα η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Γ) Με τους πέμπτο, έκτο, έβδομο και όγδοο λόγους της Α αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και με τους τρίτο και τέταρτο λόγους της Β αιτήσεως αναιρέσεως, επικαλούνται ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων α) 45 περ. α' ΠτΚ, β) 361 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ, 93-95 ΠτΚ, γ) 43 ΠτΚ και σε συδυασμό με το άρθρο 25 του Συντάγματος, περιέλαβε δε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες κατά την απόρριψη των σ' αυτές θεμελειούμενων ουσιωδών για την έκβαση της δίκης ισχυρισμών και ειδικότερα 1) περί του ότι οι επίδικες πράξεις εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 45 περ.
α' ΠτΚ, 2) περί της ανυπαρξίας θετικής γνώσεως όλων των στοιχείων της παύσεως των πληρωμών ήτοι ότι αυτή ήταν γενική και μόνιμη και 3) περί του ότι οι επίδικες πράξεις "δυνητικής ανακλήσεως", ως προς τις οποίες συντρέχουν λόγοι-ενόψει και της αρχής της αναλογικότητας-να μην ανακληθούν. Με βάση τις προεκτεθείσες παραδοχές, το Εφετείο, δεν παραβίασε, ευθέως, τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 43 και 45 ΠτΚ καθώς και τη διάταξη του άρθρου 25 του Συντάγματος, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά απ' αυτή και υπήχθησαν στις εν λόγω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στις προαναφερθείσες σχετικές νομικές σκέψεις και του συμπεράσματος του δικανικού της συλλογισμού.
Εξάλλου, από τις ίδιες ως άνω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια το πραγματικό αυτών, τα οποία η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως είναι αβάσιμοι οι πέμπτος, έκτος, έβδομος και όγδοος λόγοι της Α αιτήσεως αναιρέσεως και τρίτος και τέταρτος λόγοι της Β αιτήσεως αναιρέσεως. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, και να καταδικασθεί η κάθε αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας τηςς, στα δικαστικά έξοδα της αντίστοιχης αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.ικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή των κατατεθέντων από τις αναιρεσείουσες παραβόλων, λόγω της ήττας τους, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του Κ.Πολ.Δ.ικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει Α) την από 11-1-2019 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Κ.... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ-ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ" και Β) την από 14-1-2019 αίτηση αναιρέσεως της εταιρείας με την επωνυμία "Α... ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της 2683/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει κάθε μία από τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε μια.
Και Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων από τις αναιρεσείουσες παραβόλων στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της σύνθεσης Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ