1636/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1636/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2012 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β προς κοινοποίηση η αναίρεση διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1636 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1636/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Β. του Μ. και 3) Β. Β. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μουχτούρη, καθώς και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Καράκωστα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Νικόλαο Κουλοχέρη.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στην: Ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "... AE" και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της εκπροσώπου των ομολογιούχων του ομολογιακού δανείου που εξέδωσε η εταιρεία "..." στις 22-6-2012 για το ποσό των 17.500.000 ευρώ. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Β. Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... AE" και τον διακριτικό τίτλο "..." (... ... AE), που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, με την ιδιότητα της εκπροσώπου των ομολογιούχων του ομολογιακού δανείου που εξέδωσε η εταιρεία "..." στις 22- 6-2012 για το ποσό των 17.500.000 ευρώ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπύρο Λάλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "... ΑΕ" (πρώην "..."), που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) γερμανικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Σπυρίδωνα Τσαντίνη και Νικόλαο Κουλοχέρη.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση στους: 1) Ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ι. Β. του Μ. και 3) Β. Β. του Μ., .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αντώνιο Μουχτούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-1-2012 αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων-υπό στοιχ. Β προς κοινοποίηση η αναίρεση διαδίκων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1090/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό καθ' ύλην αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής άσκησε έφεση η ήδη 1η υπό στοιχ. Α των αναιρεσιβλήτων - 2η υπό στοιχ. Β των αναιρεσιβλήτων, επί της οποίας εκδόθηκε η 794/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κρίνοντας αμετάκλητα ότι είναι καθ' ύλην αρμόδιο προς εκδίκαση της διαφοράς. Η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η ως άνω από 26-1-2012 αγωγή συνεκδικάστηκε με την από 4-4-2014 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη υπό στοιχ. Α προς κοινοποίηση τραπεζικής εταιρείας - υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2325/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4225/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 1η-11-2017 αίτησή τους και η υπό στοιχ. Β αναιρεσείουσα με την από 1η-11-2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Γεώργιο Χοϊμέ, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή των αντίστοιχων αιτήσεών τους, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι από 1-11-2017 δύο αιτήσεις (με αύξοντες ειδικούς αριθμούς κατάθεσης 768 και 770, από 1-11-2017), για αναίρεση της 4225/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίες (εφεξής "πρώτη" και "δεύτερη" αναίρεση) πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
Να σημειωθεί ότι η δεύτερη αναίρεση της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" που είχε ασκήσει πρόσθετη, υπέρ των εναγόντων, παρέμβαση στον πρώτο βαθμό, υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ομολογιούχων του αναφερόμενου ομολογιακού δανείου που είχε εκδώσει η πρώτη αναιρεσείουσα της πρώτης αναίρεσης "...", εξετάζεται ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ή όχι αναιρετικός λόγος που να σχετίζεται με την απόρριψη της παρέμβασης από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον δικαιολογείται έννομο συμφέρον αυτής που υπάρχει και όταν με την αναίρεση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμά της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης.
Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/ 2011).
Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015).
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/ 2016, ΑΠ 84/2008).
Επίσης, οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών παραβιάζονται ευθέως και όταν το ερμηνευτικό πόρισμα, στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, κατέληξε το δικαστήριο, δεν είναι σύμφωνο προς την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 548/2017, ΑΠ 211/2011, ΑΠ 1210/2008). Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική, κατά περίπτωση, βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, τη φύση της σύμβασης, τις διαπραγματεύσεις που είχαν προηγηθεί, την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών και πώς η σχετική δήλωση του ενός μέρους αναμενόταν να εκληφθεί από το άλλο μέρος.
Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο. Το δικαστήριο της ουσίας, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίστης, λαμβάνοντας υπόψη του και τα συναλλακτικά ήθη, τη δήλωση βούλησης, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων.
Το ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του κρίση, δεν είναι υποχρεωμένο να αρκεστεί στο περιεχόμενο της σύμβασης, αλλά μπορεί να αντλήσει και στοιχεία εκτός της σύμβασης που θα προταθούν από τους διαδίκους (ΑΠ 211/2011). Εξάλλου, εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1457/2017, ΑΠ 849/2017).
Συγκεκριμένα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 870/2017, ΑΠ 529/2017, ΑΠ 763/2016).
Περαιτέρω, σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 401 ΑΚ, είναι η αμφοτεροβαρής σύμβαση, κατά την οποία οι συμβαλλόμενοι όρισαν ότι η παροχή πρέπει να εκπληρωθεί αποκλειστικά σε ορισμένο χρόνο ή αποκλειστικά μέσα σε ορισμένη προθεσμία, πλην, όμως, η καθυστερημένη εκπλήρωση της παροχής είναι δυνατή (και, ενδεχομένως, χρήσιμη για το δανειστή) και σε μεταγενέστερο χρόνο, παρότι έχει συμφωνηθεί ότι αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει εκπλήρωση.
Αντιδιαστέλλεται αυτή η σύμβαση, που πρόκειται για γνήσια - σχετική σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, στην οποία μόνο εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 401 ΑΚ, κατά την οποία ο δανειστής δικαιούται, σε περίπτωση αμφιβολίας, να υπαναχωρήσει για μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα του οφειλέτη, αν δεν προτιμά την απαίτηση της παροχής, οπότε οφείλει να ανακοινώσει τούτο αμέσως στον οφειλέτη, από τη μη γνήσια - απόλυτη σύμβαση ακριβόχρονης εκτέλεσης, που υπάρχει όταν ο χρόνος παροχής είναι έτσι καθορισμένος, ώστε η εκπλήρωση της παροχής από τη φύση της μόνο μέσα στο χρόνο αυτόν να είναι, κατά τον συμβατικό σκοπό, δυνατή, οπότε η καθυστερημένη εκπλήρωση, μετά την πάροδο του χρόνου παροχής, την καθιστά αδύνατη ή άχρηστη για το δανειστή και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση αυτή η διάταξη του άρθρου 401 ΑΚ, αλλά οι διατάξεις για την αδυναμία παροχής των άρθρων 335 επ.
του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 1369/2007, πρβλ. ΑΠ 1410/2013, ΑΠ 67/1998). Ειδικότερα, ο καθορισμός ορισμένου χρόνου εκπλήρωσης της παροχής είναι μεν αναγκαίος, δεν αρκεί όμως για να προσδώσει στη σύμβαση την έννοια της ακριβόχρονης εκτέλεσης, κατ' άρθρ. 401 ΑΚ. Απαιτείται, επιπλέον του καθορισμού δήλου χρόνου, και συμφωνία (υποκειμενικό στοιχείο) ότι η παροχή θα εκτελεστεί αποκλειστικά ή ακριβώς ή το αργότερο ή μόνο τον ορισμένο χρόνο ή μέσα στην ορισμένη προθεσμία.
Ο αποκλειστικός χρονικός προσδιορισμός εκπλήρωσης της παροχής πρέπει να αποτελεί, κατά το σκοπό των συμβαλλομένων, τέτοιο ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, ώστε, κατά τη θέλησή τους, αν αυτή είναι καθυστερημένη, να μη συνιστά εκπλήρωση και να επέρχεται η πτώση όλης της σύμβασης, την οποία τα μέρη δεν θα είχαν συνάψει χωρίς την πίστη για την τήρηση του χρόνου εκπλήρωσης.
Οι διατυπούμενες στη σύμβαση ρήτρες, όπως "η παροχή πρέπει να εκτελεστεί ακριβώς" ή "αποκλειστικά" ή "μόνο" ή "το αργότερο μέχρι ορισμένης προθεσμίας", δηλώνουν, κατ' αρχήν, ακριβόχρονη εκτέλεση, η ύπαρξη όμως τέτοιων όρων δεν αποδίδει, αυτόματα, πάντοτε στη σύμβαση το εννοιολογικό στοιχείο της ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Με την κατά την καλή πίστη ερμηνεία της σύμβασης θα εξακριβώνεται αν τα μέρη θέλησαν σχετικά ή απόλυτα ακριβόχρονη εκπλήρωση ή τίποτε από τα δύο. Σε περίπτωση αμφιβολίας, θα προτιμάται η λιγότερο έντονη για τα μέρη δέσμευση. Κρίσιμο κριτήριο για το χαρακτηρισμό της σύμβασης ως γνήσιας - σχετικής σύμβασης ακριβόχρονης εκτέλεσης πρέπει να αποτελεί η ειδική συμφωνία των μερών που αποτυπώνει τη σύνδεση του συμφέροντος του δανειστή στη χρήση της παροχής με ορισμένο χρονικό σημείο, χωρίς βέβαια η παρέλευση αυτού να καθιστά την παροχή άχρηστη για το δανειστή, αφού τότε θα επρόκειτο για απόλυτα ακριβόχρονη εκτέλεση.
Σε μία τέτοια περίπτωση που, εξαιτίας της καθυστέρησης εκπλήρωσης της παροχής, ματαιώνεται το συμφέρον χρήσης (ο σκοπός της χρήσης) της παροχής για το δανειστή, επέρχεται, κατ' επιλογή του, η έννομη συνέπεια με ευθεία εφαρμογή της ΑΚ 401. Σε κάθε άλλη περίπτωση που δεν υπάρχει ειδική συμβατική σύνδεση του συμφέροντος χρήσης του δανειστή με ορισμένο χρονικό σημείο εκπλήρωσης, πρόκειται για απλή ενοχή, στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 340 επ.
και 383 επ. ΑΚ. Επομένως, αν η παροχή μπορεί να εκπληρωθεί και αργότερα χωρίς να καταστεί άχρηστη για το δανειστή, προκύπτει όμως συμβατικά ενδιαφέρον του τελευταίου για εκπλήρωση μόνο στον συγκεκριμένο χρόνο, η σύμβαση χαρακτηρίζεται ως σχετικά ακριβόχρονης εκτέλεσης, ενώ, σε κάθε άλλη περίπτωση και όταν υπάρχει αμφιβολία, η σύμβαση δεν είναι ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Για την, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 401 ΑΚ, άσκηση του προς υπαναχώρηση δικαιώματος του δανειστή, κατά τους όρους των άρθρων 383 επ. ΑΚ, δεν απαιτείται να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της υπερημερίας του οφειλέτη, αλλά το δικαίωμα του δανειστή γεννιέται από μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από την υπαιτιότητα του οφειλέτη.
Ο δανειστής βαρύνεται με την απόδειξη της φύσης της σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης, από την οποία και αντλεί το δικαίωμα της υπαναχώρησης (πρβλ. ΑΠ 1369/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την πληττόμενη 4225/2017 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών (άρθρ. 614 επ.
ΚΠολΔ), δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ίδιου Κώδικα), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [...Κατά το έτος 2004 η πρώτη εναγομένη αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη Γερμανία, η οποία ανήκει στον γερμανικών συμφερόντων διεθνή όμιλο με την επωνυμία "... ...
AG" και δραστηριοποιείται στον τομέα του λιανικού εμπορίου ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, με τα εμπορικά σήματα "..." και "...", εiναι δε μητρική της δεύτερης εναγομένης εταιρίας, με την επωνυμία "... ... ...", ήδη μετονομασθείσα σε "...", η οποία εδρεύει στην Ελλάδα (...), κατόπιν προφορικών διαπραγματεύσεων με τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες, ανέθεσε σ' αυτούς και αυτοί ανέλαβαν το έργο της ανεύρεσης ακινήτου (οικοπέδου) στην περιοχή Αττικής και ανεγέρσεως σ' αυτό κατάλληλου, για τον σκοπό για τον οποίο προοριζόταν, κτηρίου, το οποίο να πληροί τις απαιτούμενες προς τούτο προδιαγραφές, προκειμένου στη συνέχεια να εκμισθωθεί από την ιδρυθησομένη από τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες εταιρία (πρώτη ενάγουσα), έναντι ανταλλάγματος (μισθώματος), στη δεύτερη εναγομένη, θυγατρική της πρώτης, η οποία συνεστήθη τον Οκτώβριο του έτους 2004, για τη στέγαση και λειτουργία καταστήματος εμπορίας ηλεκτρικών, ηλεκτρονικών κ.λπ.
ειδών με το εμπορικό σήμα "...". Σε εκτέλεση της εντολής αυτής υπέδειξαν στους νόμιμους εκπροσώπους (Δ. Α. και άλλα ανώτατα στελέχη της) της πρώτης εναγομένης, ένα ακίνητο, κείμενο στη ... και επί της ..., εμβαδού 8.130 τ.μ., επί του οποίου υφίσταντο δύο παλαιά κτήρια, το ένα των οποίων, με το ήμισυ της οικοπεδικής έκτασης, ήταν εκμισθωμένο, από την ιδιοκτήτρια του όλου ακινήτου ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...
ΑΕ", στην εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ". Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι τις διαπραγματεύσεις από την πλευρά του ως άνω Ομίλου διεξήγαγαν στελέχη της πρώτης εναγομένης (πολιτικοί μηχανικοί, αρχιτέκτονες, νομικοί σύμβουλοι γερμανικής και ελληνικής υπηκοότητας), εκπροσωπώντας τα συμφέροντα πάντοτε του ως άνω αλλοδαπού Ομίλου, οι οποίοι λόγω της πολυπλοκότητας της επιχειρούμενης επένδυσης και λειτουργίας του νέου καταστήματος, αφού αυτό θα κατασκευαζόταν από την αρχή καθ' υπόδειξή τους, ώστε να ανταποκρίνεται, πλήρως, στις ανάγκες τους, είχαν σε καθημερινή βάση επαφές με τους δεύτερο και τρίτο ενάγοντες.
Στη συνέχεια ιδρύθηκε από τους τελευταίους, κατά τα συμφωνηθέντα με τους νόμιμους εκπροσώπους της πρώτης εναγομένης, η πρώτη ενάγουσα, με αντικείμενο δραστηριότητας την κατασκευή, ανάπτυξη και διαχείριση ακινήτων, δυνάμει του 8443/1.6.2006 συμβολαίου της Συμβ/φου Αθηνών Π. - Μ. Μ., η οποία καταχωρήθηκε στα Γενικά Μητρώα ΑΕ και ΕΠΕ της Νομαρχίας Αθηνών...
και ενεκρίθη με την 9331/2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, περίληψη του καταστατικού της οποίας δημοσιεύθηκε, νομίμως, στο 4272/2006 ΦΕΚ τ. ΑΕ και ΕΠΕ. Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα προέβη στην αγορά των μετοχών της ιδιοκτήτριας του άνω ακινήτου "... ΑΕ" και με το 133/18.12.2006 συμβόλαιο της ίδιας ως άνω Συμ/φου, στην απορρόφηση της εν λόγω εταιρίας από την ίδια (πρώτη ενάγουσα), η οποία (απορρόφηση) ενεκρίθη με την ΕΜ-334/2007 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύθηκε...
και στη μεταγραφή του ως άνω συμβολαίου και της εγκριτικής ως άνω απόφασης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθ/κείου .... Έτσι η πρώτη ενάγουσα απέκτησε την κυριότητα του άνω ακινήτου και υπεισήλθε, αυτοδικαίως, εκ του νόμου, στη μισθωτική σύμβαση, στη θέση της εκμισθώτριας "... ΑΕ". Πριν από την ως άνω απορρόφηση της τελευταίας εταιρίας από την πρώτη ενάγουσα "...", μεταξύ της τελευταίας και της δεύτερης εναγομένης εταιρίας "... ... ...
Συμμετοχική ΑΕ", και ήδη "... ... ... Εμπορική και Συμμετοχική Ανώνυμη Εταιρία" με τον διακριτικό τίτλο "... ... ... ΑΕ", η οποία είναι μητρική εταιρία όλων των θυγατρικών εταιριών του Ομίλου "... - ..." στην Ελλάδα και το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ελέγχεται σε ποσοστό 75% από την πρώτη εναγομένη (μητρική του ως άνω αλλοδαπού Ομίλου) και σε ποσοστό 25% από την γερμανική εταιρία με την επωνυμία "... ... ...", μετά τη σύνταξη των οικονομοτεχνικών μελετών και σχεδίων από την πρώτη εναγομένη σε συνεργασία με το Τεχνικό Γραφείο των δευτέρου και τρίτου εναγόντων, καταρτίστηκε η από 26/7/2006 εμπορική σύμβαση μίσθωσης (ως προς το χαρακτήρα της εν λόγω σύμβασης, ως μισθωτικής, υφίσταται δεδικασμένο, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο, το οποίο απορρέει από την 794/2014 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού των εναγόντων περί μικτής σύμβασης, ως αβάσιμου), δυνάμει της οποίας η πρώτη ενάγουσα εκμίσθωσε στη δεύτερη εναγομένη (θυγατρική εταιρία της πρώτης), τα κτήρια και εγκαταστάσεις, που επρόκειτο να ανεγερθούν από την ως άνω εκμισθώτρια επί του ανωτέρω ακινήτου (οικοπέδου), μετά την κατεδάφιση των υφισταμένων δύο κτηρίων (το ένα των οποίων ήταν εκμισθωμένο, όπως ήδη αναφέρθηκε, στην εταιρία "...
ΑΕ"), με δικά της έξοδα και σύμφωνα με τους όρους και τα σχέδια της αντισυμβαλλόμενης δεύτερης εναγομένης, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες της, συνολικού εμβαδού 5.800 τ.μ., από τα οποία τουλάχιστον τα 4.100 τ.μ. θα χρησιμοποιούνταν ως χώροι πωλήσεως, ενώ τα υπόλοιπα ως βοηθητικοί χώροι, όπως αυτοί αποτυπώνονται έγχρωμα στα σχεδιαγράμματα, που προσαρτώνται στην εν λόγω σύμβαση..., η ακριβής επιμέτρηση των οποίων θα γινόταν, κατά την παράδοσή τους, στη μισθώτρια, με δωρεάν παραχώρηση 220 θέσεων στάθμευσης, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί για την πώληση ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών, επίπλων κουζίνας, ειδών οικογενειακής ψυχαγωγίας, ηλεκτρονικών υπολογιστών κλπ, για χρονική διάρκεια δεκαπέντε (15) ετών, με δικαίωμα της μισθώτριας για μονομερή παράταση της μίσθωσης για δεκαπέντε (15), συνολικά, έτη.
Με το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 εδ. α' του άνω μισθωτηρίου, ορίστηκε ότι "Η παράδοση του ακινήτου και η έναρξη της σύμβασης μίσθωσης έχει προγραμματιστεί για την 6η Μαρτίου 2009, αλλά ο μισθωτής δύναται να απορρίψει την παράδοση μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ης Αυγούστου και 1ης Ιανουαρίου και 28ης Φεβρουαρίου. Το άνοιγμα των κτηριακών εγκαταστάσεων προγραμματίζεται να λάβει χώρα στις 5 Σεπτεμβρίου.
Ο εκμισθωτής αναλαμβάνει την υποχρέωση να αποστείλει στον μισθωτή μια δεσμευτική γνωστοποίηση της παράδοσης των κτηριακών εγκαταστάσεων με συστημένη επιστολή έξι (6)] μήνες πριν την πραγματική ημερομηνία παράδοσης...". Με το άρθρο 6 το μηνιαίο μίσθωμα καθορίστηκε στο ποσό των 18,60 € ανά τ.μ. της μίσθιας επιφάνειας..., πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ 23% με τον ακριβή προσδιορισμό της να γίνεται κατά την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου καταστήματος, προκαταβαλλόμενο στην 3η εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, αρχής γενομένης από την ημερομηνία έναρξης λειτουργίας του καταστήματος για το κοινό, το αργότερο δε έξι (6) μήνες μετά την παράδοση των κτηρίων και εγκαταστάσεων, αναπροσαρμοζόμενο, ετησίως, σύμφωνα με τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή της Ελλάδος.
Με την ίδια σύμβαση (άρθρο 6 παρ. 9), η δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια) υποσχέθηκε να παραδώσει στην πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) μια εταιρική εγγύηση (εγγυητική επιστολή), εκδόσεως της πρώτης εναγομένης... "...ανερχόμενη στο ποσό των 13 εκατομμυρίων ευρώ για την διάρκεια των 15 ετών, υπολογιζόμενης από την ημερομηνία των εγκαινίων της επιχείρησης του Μισθωτή για το κοινό.
Από την έναρξη λειτουργίας της επιχείρησης του μισθωτή, αυτό το ποσό θα μειώνεται, μετά ταύτα, κάθε μήνα κατά 72.222 ευρώ. Ο εκμισθωτής μπορεί να ζητήσει την εταιρική εγγύηση μόνον εάν ο μισθωτής έχει τερματίσει την μισθωτήρια σύμβαση, σύμφωνα με το άρθρο 43 του ΠΔ 34/1995 πριν να έχουν παρέλθει τα δεκαπέντε (15) έτη μίσθωσης, που υπολογίζονται από την ημερομηνία ανοίγματος της επιχείρησης στο κοινό.
Σε αυτήν την περίπτωση, ο εκμισθωτής δεν μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση από τον μισθωτή, την οποία δικαιούται ο πρώτος, δυνάμει του νόμου σε περίπτωση πρόωρου τερματισμού της μίσθωσης και αντίστοιχα ένα τέτοιο ποσό αφαιρείται ή κρατείται από την απαίτηση, που μπορεί να έχει ο εκμισθωτής...". Με το άρθρο 34 με τίτλο "ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΚΥΡΩΣΗΣ" ορίστηκε ότι ο μισθωτής δικαιούται να ακυρώσει την παρούσα σύμβαση, χωρίς να οφείλει οποιαδήποτε ποσό στον εκμισθωτή για ζημιές, στις παρακάτω τρεις περιπτώσεις: 1) στην περίπτωση, που η νόμιμα δεσμευτική οικοδομική άδεια για τα ενοικιασμένα κτήρια δεν εκδοθεί μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2007 το αργότερο, 2) στην περίπτωση, που ο μισθωτής δεν έχει λάβει ειδοποίηση για την ημερομηνία δεσμευτικής παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4 μέχρι στις 30/6/2009 το αργότερο και 3) στην περίπτωση, που η παράδοση των κτιριακών εγκαταστάσεων (μισθίων χώρων) δεν έχει λάβει χώρα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2009, το αργότερο.
Με το άρθρο 35 του μισθωτηρίου εγγράφου επιφυλάχθηκε στην μισθώτρια (δεύτερη εναγομένη) το δικαίωμα (OPTION) να μισθώσει και τους πρόσθετους χώρους, που η πρώτη ενάγουσα εκμισθώτρια ήθελε αναπτύξει, αξιοποιήσει και οικοδομήσει στο άνω ακίνητο, αντί μισθώματος 5,50 € το τ.μ., τους οποίους η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να προσφέρει στη μισθώτρια πριν από την οποιαδήποτε προσφορά τους σε τρίτους.
Τέλος, στο άρθρο 36 περιελήφθηκε ρήτρα, σύμφωνα με την οποία η ένδικη σύμβαση μίσθωσης θα ετίθετο σε ισχύ μετά την έγκρισή της από τους μετόχους της πρώτης εναγομένης (μητρικής της δεύτερης μισθώτριας), σε διαφορετική δε περίπτωση (δηλαδή μη έγκρισής της), θα θεωρείτο ως μηδέποτε γενομένη ("θα καταστεί άκυρη" κατά λέξη διατύπωση).
Δηλαδή, με τον ως άνω όρο συμφωνήθηκε ότι τα αποτελέσματα της ένδικης μισθωτικής σύμβασης τελούν υπό την αναβλητική αίρεση της έγκρισής της από τους μετόχους της πρώτης εναγομένης εταιρίας (άρθρο 201 ΑΚ), σε περίπτωση δε μη έγκρισής της (ματαίωσης της αίρεσης), θα θεωρείται αυτή, ως "μηδέποτε γενομένη". Πριν από την υπογραφή της επίδικης μίσθωσης, ενόψει του ότι κατά το προσυμβατικό στάδιο των διαπραγματεύσεων, για την κατασκευή των ως άνω κτηριακών εγκαταστάσεων και την εκμίσθωσή τους στη δεύτερη εναγομένη, οι νόμιμοι εκπρόσωποι και τα στελέχη αυτής και της πρώτης εναγομένης είχαν ενημερωθεί και γνώριζαν ότι το ένα από τα υφιστάμενα κτήρια, με το ήμισυ της οικοπεδικής έκτασης, ήταν εκμισθωμένο από την ιδιοκτήτρια του όλου ακινήτου εταιρία "...
ΑΕ" στην εταιρία "... ΑΕ" από το έτος 1996 και για 17 έτη και ότι για την ανέγερση των κτηριακών εγκαταστάσεων και την εν συνεχεία παράδοση του μισθίου στη δεύτερη εναγομένη έπρεπε να προηγηθεί η αποχώρηση της ως άνω μισθώτριας εταιρίας "... ΑΕ", με καταγγελία της μισθωτικής σύμβασης, λόγω ανοικοδόμησης κατ' άρθρο 32 του πδ/τος 34/1995 εκ μέρους της πρώτης ενάγουσας, μετά την αγορά του ακινήτου από την ιδιοκτήτρια εταιρία και την υπεισέλευση αυτής στη θέση της τελευταίας ως εκμισθώτριας και την κατεδάφιση των υφισταμένων δύο κτηρίων επί του ακινήτου, προκειμένου να αρχίσουν οι οικοδομικές εργασίες για την ανέγερση των νέων κτηριακών εγκαταστάσεων (μισθίων χώρων), σύμφωνα με τα σχεδιαγράμματα και τους όρους της Τεχνικής Περιγραφής και Προδιαγραφής του Μισθωμένου Αντικειμένου, τα οποία προσαρτώνται στην ένδικη μισθωτική σύμβαση, κρίθηκε ότι η τήρηση των συμφωνημένων με αυτήν ημερομηνιών παράδοσης του μισθίου και έναρξης της ουσιαστικής λειτουργίας της μίσθωσης ήταν αβέβαιη, εξαρτώμενη από αστάθμητους παράγοντες και για τον λόγο αυτό συμφωνήθηκε τροποποίηση των άρθρων 4 και 34 της ως άνω εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, με το Παράρτημα I, ως εξής: "Άρθρο 4.
Η ... ... ... ΑΕ" αναγνωρίζει την ύπαρξη της "... SA" ως τωρινής μισθώτριας. Συνεπεία αυτού όλες οι ημερομηνίες εξαρτώνται από την αποχώρηση της τωρινής μισθώτριας. Η παράδοση του μισθίου και η έναρξη της μισθωτικής συμβάσεως προγραμματίζεται 18 μήνες μετά την αποχώρηση της τωρινής μισθώτριας, αλλά ο μισθωτής μπορεί να απορρίψει την παράδοση μεταξύ 1ης Ιουνίου και 30ης Αυγούστου και μεταξύ 1ης Ιανουαρίου και 28ης Φεβρουαρίου...
ΑΡΘΡΟ 34 (δικαίωμα ακύρωσης) "Ο μισθωτής δικαιούται να ακυρώσει την σύμβαση, χωρίς να οφείλει αποζημίωση στον εκμισθωτή, στις ακόλουθες περιπτώσεις: Αν η νόμιμα δεσμευτική πολεοδομική άδεια για τα ενοικιασμένα κτήρια δεν εκδοθεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 2009, το αργότερο. Αν δεν δοθεί στον μισθωτή μια δεσμευτική ημερομηνία παράδοσης σύμφωνα με το άρθρο 4, μέχρι τις 30 Ιουνίου 2010 το αργότερο.
Αν η παράδοση του μισθίου (κενό από ανθρώπους και αγαθά) σύμφωνα με το άρθρο 3 της σύμβασης μισθώσεως δεν λάβει χώρα μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2010, το αργότερο". Το ως άνω Παράρτημα, το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μισθωτηρίου εγγράφου και αποτελεί ενιαίο σώμα με αυτό, υπογράφτηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή την πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) και την δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια), την ίδια ημερομηνία (26/7/2006).
Αναπόσπαστο τμήμα της ένδικης μισθωτικής σύμβασης αποτέλεσαν, επίσης, το Παράρτημα I, στο οποίο αποτυπώνεται το σχεδιάγραμμα του κτηρίου και του εργοταξίου, το Παράρτημα II, στο οποίο απεικονίζονται τα σχέδια των εγκαταστάσεων, το Παράρτημα III, στο οποίο διατυπώνονται οι κτηριακές προδιαγραφές του μισθωτή (πολυσέλιδο κείμενο σχετικά με τον τρόπο κατασκευής του κτηρίου, το είδος των κατασκευαστικών υλικών, τη διαμόρφωση του γύρωθεν χώρου, τους χρωματισμούς, την εσωτερική διαρρύθμιση, το είδος και τον τρόπο λειτουργίας θυρών και παραθύρων, την κατασκευή και λειτουργία των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, φωτισμών, ηλεκτρικών ακουστικών συστημάτων, του τηλεφωνικού συστήματος, των καλωδιώσεων, των ανελκυστήρων κλπ), το Παράρτημα IV, στο οποίο αποτυπώνεται η διαφημιστική έννοια και Παράρτημα V, στο οποίο αποτυπώνεται το Σχέδιο-Υπόδειγμα Εγγυητικής Επιστολής, επισυνάπτονται δε στην σύμβαση μίσθωσης η Τεχνική Περιγραφή και η Προδιαγραφή του μισθωμένου αντικειμένου (εξωτερικό περίβλημα), κέλυφος, πυρήνας (κύριο σώμα) DELUXE και αναλυτικά σχέδια, τα οποία αποτελούν ενιαίο σώμα με την ένδικη μισθωτική σύμβαση.
Η τελευταία, όπως τροποποιήθηκε με το Παράρτημα I, εγκρίθηκε από τους μετόχους της πρώτης εναγομένης, σύμφωνα με το προαναφερόμενο άρθρο 36 του μισθωτηρίου εγγράφου, γεγονός το οποίο ο Δ. Α., ενεργώντας για λογαριασμό της δεύτερης εναγομένης (μισθώτριας), γνωστοποίησε, εγγράφως, στην πρώτη ενάγουσα, με την από 11/8/2006 επιστολή του.
Από τους όρους 4 και 34 της μισθωτικής σύμβασης, όπως αυτοί τροποποιήθηκαν με το Παράρτημα I, ερμηνευόμενοι, προς ανεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων μερών (πρώτης ενάγουσας και δεύτερης εναγομένης), όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των χρηστών ηθών (ΑΚ 173 και 200), σε συνδυασμό με το λοιπό περιεχόμενο του μισθωτηρίου εγγράφου και των αποτελούντων αναπόσπαστο μέρος αυτού προσαρτημένων σ' αυτό Παραρτημάτων, προκύπτει, κατά την κρίση αυτού του Δικαστηρίου, ότι μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών συμφωνήθηκε η κύρια παροχή της πρώτης ενάγουσας εκμισθώτριας, ήτοι η παράδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου, να εκπληρωθεί "το αργότερο" μέχρι στις 31/12/2010, όπως προκύπτει από τη χρήση της λέξεως αυτής στο μισθωτήριο έγγραφο.
Δηλαδή, συμφωνήθηκε όρος ακριβόχρονης εκτέλεσης της παροχής της πρώτης ενάγουσας, καθώς, επίσης, ότι η δεύτερη εναγομένη μισθώτρια, για την περίπτωση καθυστέρησης εκπλήρωσης της άνω παροχής της εκμισθώτριας, δικαιούται να υπαναχωρήσει από την σύμβαση, με μόνη την καθυστέρηση, ανεξάρτητα από υπαιτιότητα της εκμισθώτριας (α' ενάγουσας).
Συμφωνία περί άσκησης του εν λόγω δικαιώματος συμβατικής υπαναχώρησης, μόνον σε περίπτωση υπαίτιας καθυστέρησης της παράδοσης της χρήσεως του μισθίου ακινήτου, δεν αποδείχθηκε. Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι το ως άνω άρθρο (34) της μισθωτικής σύμβασης δεν ισχύει και αναιρείται από τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 4 του μισθωτηρίου εγγράφου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Παράρτημα I, σύμφωνα με το οποίο η δεύτερη εναγομένη μισθώτρια αποδέχθηκε το γεγονός ότι, ενόψει του ότι το ένα εκ των υφισταμένων στο οικόπεδο κτήριο ήταν μισθωμένο στην εταιρία "...
ΑΕ" από την προηγούμενη ιδιοκτήτρια αυτού ("... ΑΕ"), όλες οι ημερομηνίες εξαρτήθηκαν από αποχώρηση της ως άνω μισθώτριας και ότι η παράδοση των κτιριακών εγκαταστάσεων και η έναρξη της μισθωτικής σύμβασης προγραμματίστηκε να λάβει χώρα μετά από 18 μήνες από την αποχώρηση από το μίσθιο της μισθώτριας και ότι από τη χρησιμοποίηση των λέξεων "εν αναμονή" και "έχει προγραμματισθεί", συνάγεται ότι η προθεσμία των 18 μηνών τέθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη κατά τρόπο ενδεικτικό και όχι δεσμευτικό και ότι η εν λόγω προθεσμία άρχισε στις 28/12/2009 και θα έληγε στις 11/12/2011, ήτοι μετά (από προφανή παραδρομή αναγράφεται "πριν") από τις 20/10/2011, ημερομηνία κατά την οποία κλήθηκαν οι εναγόμενες να παραλάβουν το μίσθιο, μη συνυπολογιζομένων σ' αυτήν των χρονικών διαστημάτων, κατά τα οποία είχε διακοπεί η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, για λόγους ανωτέρας βίας, όπως θα αναφερθεί με λεπτομέρεια κατωτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον με τον ως άνω όρο, πράγματι συμφωνήθηκε δεκαοκτάμηνη προθεσμία από την αποχώρηση της παλιάς μισθώτριας, (έλαβε χώρα στις 3/9/2009), για την παράδοση του μισθίου, η οποία δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα, όπως αυτό προκύπτει από την λεκτική διατύπωση του άνω όρου με τη χρήση της λέξεως "προγραμματίζεται", χρόνος ο οποίος εκτιμήθηκε από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι ήταν επαρκής για την αποπεράτωση της ανέγερσης του μισθίου και την παράδοσή του στη μισθώτρια στην κατάσταση που είχε συμφωνηθεί ("ψυχρό κέλυφος"), ώστε μετά τη διενέργεια εκ μέρους αυτής των συμφωνημένων επωφελών δαπανών για τη μετατροπή του σε "θερμό κέλυφος", να καταστεί εφικτή η ουσιαστική λειτουργία της ένδικης μισθωτικής σύμβασης.
Σε κάθε, όμως, περίπτωση η παράδοση του μισθίου, κατά την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων μερών, συμφωνήθηκε, όπως προεκτέθηκε, με το άνω άρθρο 34, να λάβει χώρα μέχρι στις 31/12/2010 "το αργότερο", ημερομηνία η οποίοι τέθηκε ως καταληκτική για την παράδοσή του στη μισθώτρια και ήταν δεσμευτική για την εκμισθώτρια.
Υπέρ της απόψεως αυτής (μη κατάργησης του άρθρου 34 του μισθωτηρίου εγγράφου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Παράρτημα I), συνηγορεί και το γεγονός ότι η πρώτη ενάγουσα με την από 29/6/2010 επιστολή της, την οποία εγχείρισε στον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης Δ. Α., σε συμμόρφωση προς την αναληφθείσα, με το άνω άρθρο (34) της ένδικης μισθωτικής σύμβασης, υποχρέωση, της γνωστοποίησε ότι το μίσθιο θα είναι έτοιμο προς παράδοση στις 10/12/2010 (ήτοι πριν από την λήξη της ως άνω ταχθείσας καταληκτικής προθεσμίας στις 31/12/2010), καλώντας τον να προσέλθει προς παραλαβή αυτού, ενέργεια στην οποία δεν θα προέβαινε αν το εν λόγω άρθρο δεν ίσχυε και είχε σιωπηρά καταργηθεί, με το άρθρο 4, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες.
Ο συγκεκριμένος δε ως άνω όρος της ακριβόχρονης εκπλήρωσης της παροχής της πρώτης ενάγουσας ήταν ιδιαίτερα ουσιώδης, διότι οι όροι της σύμβασης μίσθωσης, κατά την υπογραφή της, έχουν συμφωνηθεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή με βάση τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και τις συγκεκριμένες οικονομικοτεχνικές μελέτες και θα πρέπει να συνάδουν με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο της παράδοσης του μισθίου μέχρι την ως άνω ημερομηνία.
Τούτο άλλωστε (το ουσιώδες του άνω χρόνου παράδοσης του μισθίου) συνομολογεί και η πρώτη ενάγουσα, η οποία στην από 14/9/2011 επιστολή της προς τις εναγόμενες, αναφέρει επί λέξει και τα εξής: "...Χρόνος παράδοσης του κτιρίου ετοίμου και στο στάδιο, που προβλεπόταν από την μεταξύ μας Εμπορική Σύμβαση, ορίστηκε ο μήνας Δεκέμβριος του έτους 2010 και η εξασφάλιση αυτού του χρόνου παράδοσης ετοίμου του κτιρίου, αποτέλεσε ουσιώδη προϋπόθεση για να συναφθεί η ανωτέρω σύμβαση...".
Ο ισχυρισμός, επίσης, των εναγομένων ότι με το άρθρο 34 συμφωνήθηκε ότι η επίδικη σύμβαση μίσθωσης θα λύεται, αυτοδικαίως, αζημίως για την μισθώτρια, χωρίς, δηλαδή, την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, με μόνη την άπρακτη παρέλευση της άνω προθεσμίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η πρώτη ενάγουσα άσκησε κατά της άνω μισθώτριας του ενός εκ των υφισταμένων επί του ακινήτου (οικοπέδου) δύο παλαιών οικοδομημάτων εταιρίας με την επωνυμία "...
ΑΕ", αγωγή απόδοσης μισθίου για ανοικοδόμηση, καταγγέλλοντας με το δικόγραφο αυτής την μισθωτική σύμβαση κατ' άρθρο 23 του Ν. 813/1978 (όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 34/1995 και όπως το εν λόγω άρθρο είχε τροποποιηθεί με την παρ. 7 άρθρου 7 του Ν. 2741/1999 και πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 13 παρ. 2γ' του Ν. 4242/2014), πριν από την συμπλήρωση δωδεκαετίας στη χρήση του μισθίου (η οποία συμπληρωνόταν στις 30/9/2008), κατ' άρθρο 69 ΚΠολΔ, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ώστε να επέλθουν τα έννομα αποτελέσματα αυτής (η απόδοση του μισθίου) έξι μήνες μετά την συμπλήρωση της 12ετίας, ήτοι στις 31/3/2009...
Συγχρόνως επιμελήθηκε της έκδοσης της 513/2007 αδείας κατεδάφισης των υφιστάμενων στο ακίνητο (οικόπεδο) κτηρίων και της 965/2007 οικοδομικής αδείας, η οποία κοινοποιήθηκε στην ως άνω μισθώτρια, κατ' άρθρο 24 του πδ/τος 34/1995, στις 14/9/2007, πριν, δηλαδή, από τη συζήτηση της άνω αγωγής. Επί της τελευταίας εκδόθηκε η 3038/2007 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία διέταξε την απόδοση της χρήσεως του μισθίου στην πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) στις 31/3/2009 και την καταβολή στην ως άνω μισθώτρια αποζημίωσης ίσης με 18 μηνιαία μισθώματα, ήτοι το ποσό των 350.000 €.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε από την άνω μισθώτρια έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η 4273/2008 απορριπτική απόφαση, κατά της οποίας η μισθώτρια εταιρία "... ΑΕ" άσκησε αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Αρείου Πάγου, καθώς και δύο αιτήσεις αναστολής εκτέλεσης της πρωτόδικης απόφασης απόδοσης, επί της πρώτης των οποίων εκδόθηκε η 82/2009 απόφαση του ΑΠ, με την οποία χορηγήθηκε στην αιτούσα (τότε αναιρεσείουσα) προθεσμία τριάντα (30) ημερών προς απόδοση του μισθίου, ήτοι μέχρι 30/4/2009 και επί της δεύτερης εκδόθηκε η 149/2009 απορριπτική απόφαση.
Επί της αιτήσεως αναίρεσης εκδόθηκε η 1908/2009 απορριπτική απόφαση του Αρείου Πάγου. Σημειώνεται ότι η ως άνω μισθώτρια άσκησε ενώπιον του Εφετείου Αθηνών αίτηση αναψηλάφησης κατά της προδιαληφθείσας 4273/2008 απόφασης, η οποία δεν συζητήθηκε λόγω παραίτησής της από το δικόγραφο αυτής. Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) κοινοποίησε στην άνω μισθώτρια εταιρία την από 22/5/2009 επιταγή προς απόδοση του μισθίου σε εκτέλεση της ως άνω 3038/2007 εξωστικής απόφασης.
Κατά της ως άνω επιταγής η άνω μισθώτρια άσκησε την 90195/164/27.5.2009 ανακοπή και την 90488/7701/2009 αίτηση αναστολής, στην οποία σώρευσε και αίτημα για χορήγηση προσωρινής διαταγής, η οποία και χορηγήθηκε. Παράλληλα 67 εργαζόμενοι της άνω μισθώτριας εταιρίας και προμηθευτές αυτής άσκησαν πρόσθετες παρεμβάσεις υπέρ αυτής.
Επ' αυτών (ανακοπής και αιτήσεως αναστολής) εκδόθηκε η 6626/2009 απορριπτική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Τελικά μετά από τις ανεπιτυχείς ως άνω προσπάθειες της μισθώτριας εταιρίας "... ΑΕ", με την άσκηση απ' αυτήν πληθώρας ενδίκων μέσων (προσωρινών διαταγών και αιτήσεων αναστολής), προκειμένου να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το μίσθιο, παρά την έκδοση της 3038/2007 αμετάκλητης εξωστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποχώρησε απ' αυτό στις 3/9/2009, αφού της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση από την πρώτη ενάγουσα εταιρία (εκμισθώτρια).
Παράλληλα κατά της 965/2007 οικοδομικής αδείας, η εργάτρια της ως άνω μισθώτριας εταιρίας, η οποία χρησιμοποιήθηκε απ' αυτήν ως παρένθετο πρόσωπο, Α. Σ. άσκησε αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής εκτέλεσης, ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, ζητώντας την ακύρωσή της και τη διακοπή των οικοδομικών εργασιών, με το επιχείρημα ότι το οικοδομικό τετράγωνο 357, στο οποίο επρόκειτο να ανεγερθεί το μίσθιο κατάστημα, είχε χαρακτηριστεί πολεοδομικά για χρήση ... (βιομηχανικών κτηρίων κλπ) και όχι για χρήση γενικής κατοικίας.
Επί της αιτήσεως αναστολής εκδόθηκε η 12/2009 απορριπτική απόφαση του άνω δικαστηρίου, με βάση έγγραφα, που προσκομίστηκαν από την ως άνω αιτούσα Α. Σ., τα οποία εξασφάλισε από τη Διοίκηση (Οργανισμό Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθηνών), ανακλήθηκε η προδιαληφθείσα οικοδομική άδεια (965/2007) από την Πολεοδομία Αθηνών και διατάχθηκε η διακοπή των οικοδομικών εργασιών, από 28/4/2009.
Κατά της ως άνω ανακλητικής απόφασης της Διευθύντριας της Πολεοδομίας Αθηνών, η πρώτη ενάγουσα άσκησε αίτηση ακύρωσης και αίτηση αναστολής εκτέλεσης ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, η ως άνω μισθώτρια εταιρία και 71 εργαζόμενοι σ' αυτήν άσκησαν αίτηση ακυρώσεως και αίτηση αναστολής ενώπιον του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου, με αίτημα την ακύρωση της 2075/2008 αδείας κατεδάφισης της Πολεοδομίας Αθηνών (η οποία είχε αναθεωρηθεί με την 1081/2009 απόφαση της ίδιας Υπηρεσίας), η οποία είχε εκδοθεί μετά τη λήξη της χρονικής ισχύος της 513/2007 άδειας κατεδάφισης.
Επί της άνω αιτήσεως αναστολής και της αίτησης ακυρώσεως εκδόθηκαν οι 269/2009 και 259/2010 απορριπτικές αποφάσεις, αντίστοιχα. Μέχρι την έκδοση των εν λόγω απορριπτικών αποφάσεων είχε ήδη λήξει η χρονική ισχύς της ως άνω 2075/2008 άδειας κατεδάφισης και η πρώτη ενάγουσα ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της 1800/2009 αδείας κατεδάφισης και έτσι κατέστη δυνατή, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2009, η ολοκλήρωση των εργασιών κατεδάφισης των υφισταμένων στο οικόπεδο κτηρίων.
Παράλληλα, κατόπιν αλλεπάλληλων ενεργειών της πρώτης ενάγουσας προς τη Διοίκηση, η Διευθύντρια της Πολεοδομίας, με την 20508/2483/24.12.2009 απόφασή της, ανακάλεσε την 5504/28.4.2009 απόφαση (ορθή επανάληψη της 5774/28.4.2009 ομοίας) περί ανάκλησης της 965/2007 οικοδομικής αδείας και παράλληλα ανακάλεσε, στις 28/12/2009, με το 12963/28.12.2009 έγγραφό της, το Σήμα Διακοπής των οικοδομικών εργασιών της Πολεοδομίας Αθηνών προς το AT ....
Στη συνέχεια υπεγράφη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της εταιρίας με την επωνυμία "..." η από 4/2/2010 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανατέθηκε σ' αυτήν η κατασκευή του κτηρίου, με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές και τους όρους που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων και σύμφωνα με την 965/2007 οικοδομική άδεια, με χρόνο παράδοσης του κτηρίου έτοιμου και στο στάδιο που προβλεπόταν από τη μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης από 26/7/2006 εμπορική σύμβαση μίσθωσης, τον Δεκέμβριο του έτους 2010.
Οι οικοδομικές εργασίες από την ως άνω εργολαβική εταιρία άρχισαν, αμέσως και η υλοποίηση κάθε σταδίου των εργασιών αυτών έβαινε με ρυθμό ταχύτερο του συμφωνηθέντος, έτσι ώστε, κατά μήνα Οκτώβριο του έτους 2010, να έχει εκτελεστεί το 80% του συνόλου των οικοδομικών εργασιών του Έργου. Με δεδομένο, λοιπόν, τον ρυθμό υλοποίησης της κατασκευής του μισθίου κτηρίου και τον συμφωνηθέντα χρόνο παράδοσης αυτού έτοιμου κατά μήνα Δεκέμβριο 2010, η πρώτη ενάγουσα απέστειλε στον νόμιμο εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης μισθώτριας, Δ.
Α., την από 29/6/2010 επιστολή, με την οποία, όπως προεκτέθηκε, του γνωστοποίησε ότι, συμμορφούμενη σε σχετικό ρητό όρο του μισθωτηρίου εγγράφου, για δεσμευτική ειδοποίηση της μισθώτριας έξι μήνες πριν από την παράδοση του μισθίου, το μίσθιο θα είναι έτοιμο προς παράδοση στις 10/12/2010 και να προσέλθει προς παραλαβή αυτού κατά την ως άνω ημερομηνία, δηλαδή πριν από την εκπνοή της ταχθείσας ως άνω δεσμευτικής προθεσμίας (31/12/2010).
Περαιτέρω, στις 14/10/2010 δημοσιεύθηκε η 1899/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί της ασκηθείσας από την Α. Σ. αιτήσεως ακυρώσεως κατά της 965/2007 οικοδομικής αδείας, η οποία την δέχθηκε ως βάσιμη και ακύρωσε την εν λόγω οικοδομική άδεια για έλλειψη αιτιολογιών και ανέπεμψε αυτήν στη Διοίκηση για νόμιμη κρίση κατά το αιτιολογικό της, δηλαδή, προκειμένου να κριθεί από την Πολεοδομία "...αν ενόψει του όγκου, του μεγέθους και του τύπου του κτιρίου σε σχέση πάντοτε με την κατά προορισμό χρήση του (κατάστημα πωλήσεως ηλεκτρικών ειδών) υπάρχει ή όχι εναρμόνιση τούτου προς το περιβάλλον της συγκεκριμένης περιοχής και τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης (ΓΚ)".
Απόσπασμα της ως άνω εφετειακής απόφασης προσκομίστηκε από την Α. Σ. στην Πολεοδομία Αθηνών, η οποία, με το 31398/1952/2010 έγγραφό της προς το Α.Τ. ..., διέταξε την άμεση διακοπή των οικοδομικών εργασιών. Η διακοπή αυτή διήρκεσε από 25/10/2010 (ημερομηνία κατά την οποία είχαν εκτελεστεί το 80% των οικοδομικών εργασιών) έως 7/4/2011, με αποτέλεσμα κατά το χρονικό αυτό διάστημα να μην εκτελούνται εργασίες στο μίσθιο.
Κατά της ως άνω εφετειακής απόφασης, η πρώτη ενάγουσα άσκησε έφεση ενώπιον του ΣτΕ, η οποία προσδιορίστηκε για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της 12/6/2013, οπότε αναβλήθηκε για τις 4/12/2013 και εκ νέου για τη δικάσιμο της 3/2/2014. Ενόψει, όμως, της βεβαίας βραδύτητας στην έκδοση απόφασης επί της άνω εφέσεως, η πρώτη ενάγουσα υπέβαλε αίτηση προς την Πολεοδομία Αθηνών, επισυνάπτοντας όλα τα σχέδια, τις μελέτες και εγκρίσεις, που αποτελούσαν τον Φάκελο της 965/2007 αδείας οικοδομής, με πρόσθετο στοιχείο την από 8/6/2011 Τεχνική - Αιτιολογική Έκθεση του αρχιτέκτονα Ε.
Μ., προκειμένου να συμπληρωθεί η αιτιολογία της ως άνω αδείας, σύμφωνα με το σκεπτικό της ως άνω 1899/2010 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Μετά από μελέτη του φακέλου, η Διεύθυνση Πολεοδομίας του Δήμου Ν. Ιωνίας Αττικής (αρμόδιας προς έκδοση της αδείας μετά τη νομοθετική μεταβολή και την κατάργηση των Νομαρχιών) εξέδωσε την 99/2011 άδεια, με την οποία επανέφερε σε ισχύ την 965/2007 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας (Βόρειος Τομέας) της Νομαρχίας Αθηνών και με το 12438/377/8.4.2011 έγγραφό της προς το Α.Τ. ...
ανακάλεσε το προηγούμενο έγγραφο περί διακοπής των οικοδομικών εργασιών. Κατά της ως άνω (99/2011) αδείας οικοδομής, η Α. Σ., προφανώς, υποκινούμενη και κατόπιν εντολής της μισθώτριας "... ΑΕ", της οποίας ήταν εργαζόμενη, άσκησε την από 1/6/2011 (αρ. κατ. 2080/ 2011) αίτηση ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών περί ακύρωσης αυτής, καθώς και την ΑΝ 579/2011 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, με αίτημα χορήγησης προσωρινής διαταγής.
Επί της άνω αίτησης ακύρωσης εκδόθηκε η 2209/2013 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών (Ακυρωτικός Σχηματισμός), η οποία την απέρριψε, λόγω έλλειψης νομιμοποίησης από την αιτούσα του υπογράφοντος το δικόγραφο δικηγόρου και επί της άνω αίτησης αναστολής η 407/2011 απορριπτική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου (Ακυρωτικός Σχηματισμός σε Συμβούλιο).
Τα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν αμφισβητούνται από τις εναγόμενες. Μετά την ανάκληση της απόφασης διακοπής των οικοδομικών εργασιών στο υπό κατασκευή μίσθιο, αυτές συνεχίστηκαν κανονικά από 8/4/2011, προκειμένου να ολοκληρωθούν και να παραδοθεί αυτό (σε ψυχρό κέλυφος) στη δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια), η οποία κατά τα συμφωνηθέντα, έπρεπε να διενεργήσει τις αναφερόμενες στην επίδικη σύμβαση και τα προσαρτημένα σ' αυτά Παραρτήματα επωφελείς δαπάνες για τη μετατροπή αυτού σε "θερμό κέλυφος", ώστε να καταστεί εφικτή η λειτουργία του καταστήματος και η ουσιαστική έναρξη λειτουργίας της μισθωτικής σύμβασης.
Στις 13/7/2011 και ενώ οι οικοδομικές εργασίες βρίσκονταν ακόμη σε εξέλιξη, πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων (β' και γ' εναγόντων) της εκμισθώτριας (α' ενάγουσας), κλιμακίου των εναγομένων με επικεφαλής τον F. S. και του Δ. Α. (εκπροσώπων των εναγομένων) στα γραφεία της μισθώτριας, κατά την οποία οι τελευταίοι δήλωσαν στους νόμιμους εκπροσώπους της πρώτης ενάγουσας τη βούληση της δεύτερης εναγομένης να μην παραλάβει το μίσθιο και να μην εγκατασταθεί σ' αυτό, λόγω καθυστέρησης στην παράδοση αυτού.
Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι κατά την σύσκεψη αυτή οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων τους πρότειναν να συναφθεί νέα σύμβαση μίσθωσης, η οποία να αφορά, μόνον, τον όροφο του υπό κατασκευή κτηρίου, αντί προτεινόμενου μισθώματος 60.000 €, πρόταση που οι δεύτερος και τρίτος των εναγόντων, ενεργούντων για λογαριασμό της πρώτης ενάγουσας (εκμισθώτριας) ως νόμιμων εκπροσώπων της, πρόταση, που δεν αποδέχθηκαν, δεν αποδείχθηκε βάσιμος.
Στη συνέχεια, η πρώτη ενάγουσα απέστειλε την από 14/9/2011 επιστολή της προς τις εναγόμενες, η οποία παραλήφθηκε από τον εκπρόσωπο των εναγομένων Δ. Α., στην οποία, αφού γίνεται συνοπτική αναφορά των λόγων, μη οφειλομένων σε υπαιτιότητά τους, εξ αιτίας των οποίων δεν κατέστη εφικτή η τήρηση απ' αυτούς της συμφωνηθείσας ως άνω δεσμευτικής προθεσμίας προς παράδοση του μισθίου μέχρι στις 31/12/2010, χωρίς να γίνεται καμιά αναφορά περί της κατά τα άνω πρότασης των εναγομένων για σύναψη νέας συμφωνίας, με διαφορετικό περιεχόμενο ως προς την έκταση των μισθίων χώρων και το ύψος του μισθώματος, αναφέρονται, μεταξύ των άλλων, επί λέξει και τα εξής "....το κτίριο θα είναι έτοιμο και στην διάθεσή σας μέχρι στις 20 Οκτωβρίου 2011 και σας καλούμε να το παραλάβετε σύμφωνα με την μεταξύ μας Εμπορική Σύμβαση, στις 20 Οκτωβρίου 2011.
Σε περίπτωση δε που δεν παραλάβετε το κτίριο την ως άνω ημερομηνία, σας δηλώνουμε ότι θα θεωρήσουμε ότι υπαναχωρήσατε υπαίτια από την Σύμβαση και θα ζητήσουμε αποκατάσταση κάθε ζημίας μας...". Η δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια) απέστειλε προς την πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια) την από 18/10/2011 απαντητική επιστολή της (υπογεγραμμένη για λογαριασμό της από τους Γ.
Ρ. και A. V.) με το εξής περιεχόμενο: "Ενόψει της επιστολής σας, όπως μας την εγχειρίσατε αυθημερόν στις 14/9/2011 στα γραφεία της έδρας μας, θα θέλαμε να σας επαναλάβουμε και γραπτώς την δήλωσή βούλησής μας, όπως σας την διατυπώσαμε προφορικά και κατά την συνάντηση της 13.07.2011, ότι η μεταξύ μας σύμβαση της 26.07.2006, ήτοι από 13.07.2011 έχει ακυρωθεί βάσει του άρθρου 34 αυτής και συνεπώς δεν θα προσέλθουμε προς παραλαβή, κατά την 20η Οκτωβρίου 2011".
Μετά την άπρακτη πάροδο της ως άνω προθεσμίας (20/10/2011) και την μη προσέλευση των νόμιμων εκπροσώπων της δεύτερης εναγομένης να προσέλθουν προς παραλαβή του μισθίου, η πρώτη ενάγουσα κοινοποίησε προς τις εναγόμενες, στις 16/11/2011..., την από 14/11/2011 εξώδικη δήλωση, διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία, διαμαρτυρόμενη για αντισυμβατική και εναντίον της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών συμπεριφορά αυτών, τις καλούσε και πάλι να προσέλθουν και να παραλάβουν το μίσθιο, να της καταβάλουν άμεσα τη συμφωνημένη εγγύηση, ύψους 13.000.000 €, να προβούν στη διενέργεια των συμφωνημένων με το άρθρο 3 της μισθωτικής σύμβασης εργασιών στο μίσθιο, για να καταστεί τούτο λειτουργικό και να της καταβάλουν το συμφωνημένο μηνιαίο μίσθωμα.
Η δεύτερη εναγομένη, απαντώντας στην ως άνω εξώδικη δήλωση, κοινοποίησε στην πρώτη ενάγουσα στις 12/12/2011... την από 2/12/2011 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, με την οποία αρνήθηκε, στο σύνολό τους, τους περιεχόμενους στην από 14/11/2011 ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία της πρώτης ενάγουσας ισχυρισμούς της ως αβάσιμους και επανέλαβε ότι δεν υφίσταται μεταξύ τους οποιοσδήποτε συμβατικός ή άλλος δεσμός, λόγω ακύρωσης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, σύμφωνα με το άρθρο 34 αυτής, όπως διατυπώθηκε, προφορικά, κατά τη συνάντηση της 13/7/2011 και γραπτώς στην από 18/10/2011 επιστολή της.
Με την άρνησή της να παραλάβει το μίσθιο στις 20/10/2011, όταν κλήθηκε προς τούτο από την πρώτη ενάγουσα (εκμισθώτρια), όπως αυτή (άρνηση) διατυπώθηκε, προφορικά, στους νόμιμους εκπροσώπους αυτής (δεύτερο και τρίτο ενάγοντες), κατά την προδιαληφθείσα συνάντηση της 13/7/2011 και επαναλήφθηκε εγγράφως κατά τα ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια) άσκησε το διαπλαστικό δικαίωμα υπαναχώρησης από την ένδικη μισθωτική σύμβαση, το οποίο επιφυλάχθηκε σ' αυτήν με το άρθρο 34 του μισθωτηρίου εγγράφου, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το Παράρτημα I, όπως προεκτέθηκε..., ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η καθυστέρηση παράδοσης του μισθίου στη συμφωνημένη προθεσμία, ήτοι μέχρι τις 31/12/2010, αποδείχθηκε ότι δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα των νόμιμων εκπροσώπων της, αλλά σε ενέργειες και παραλείψεις τρίτων και συγκεκριμένα στα πολλαπλά δικαστικά και εξώδικα εμπόδια, που παρενέβαλε η παλιά μισθώτρια "...
ΑΕ" και τα υποκινούμενα απ' αυτήν πρόσωπα, με σκοπό τη συνέχιση της παραμονής της στο μίσθιο (στο ένα εκ των υφισταμένων παλαιών κτηρίων), αλλά και την καθυστέρηση έναρξης των εργασιών θεμελίωσης εντός εξαμήνου από την απόδοση του παλιού μισθίου, ώστε να παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία και να διεκδικήσει έτσι την καταβολή μεγαλύτερης αποζημίωσης ίσης με 30 μηνιαία μισθώματα, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 4 εδ.
α' ν. 813/1978, παρά την έκδοση της προδιαληφθείσας εξωστικής απόφασης και την, συνεπεία των άνω πράξεων και παραλείψεων, παρεμπόδιση της έναρξης και έγκαιρης ολοκλήρωσης των εργασιών κατασκευής του μισθίου, λόγω διακοπής, με εντολή της Πολεοδομίας, των οικοδομικών εργασιών από 28/4/2009 έως 28/12/2009 και από 25/10/2010 έως 8/4/2011, με αποτέλεσμα η παράδοσή του, εντός της άνω συμφωνημένης δεσμευτικής προθεσμίας (31/12/2010) να καταστεί ανέφικτη καθόσον, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, η ευθύνη του οφειλέτη στην περίπτωση του άρθρου 401 ΑΚ διαπλάσσεται από το νόμο, αυστηρά, αντικειμενική.
Ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η καθυστέρηση της παράδοσης του μισθίου ακινήτου μέχρι 20/10/2011, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, κλήθηκαν οι εναγόμενες προς παραλαβή αυτού, (ήτοι 10 μήνες περίπου από την καταληκτική ημερομηνία της 31/12/2010), είναι ασήμαντη ώστε να θεωρηθεί ότι, κατά την καλή πίστη, η δεύτερη εναγομένη μισθώτρια όφειλε να ανεχθεί (την καθυστέρηση).
Τούτο γιατί ο χρόνος παράδοσης του μισθίου ακινήτου αποτέλεσε ουσιώδες στοιχείο της επίδικης σύμβασης μισθώσεως, όπως συνομολογείται από την πρώτη ενάγουσα, στην από 14/9/2011 (από προφανή παραδρομή αναγράφεται 24/9/2011) επιστολή της προς τις εναγόμενες, απορριπτομένου ως αβάσιμου του ισχυρισμού των εναγόντων ότι ουσιώδες στοιχείο αυτής δεν ήταν ο χρόνος παράδοσης του μισθίου, αλλά η εξασφάλιση της πλεονεκτικής θέσεως του οικοπέδου επί του οποίου θα ανεγειρόταν το μίσθιο κατάστημα, κείμενο στην συμβολή δύο βασικών οδικών αξόνων της Αττικής, ήτοι της οδού Αχαρνών - Δεκελείας και της οδού Αναγεννήσεως, η οποία αποτελεί μέρος του οδικού άξονα Λ.
Σπύρου Λούη - Αναγεννήσεως, εγγύς της Αττικής Οδού και της ΕΟ Αθηνών-Λαμίας και της μεγάλης επιφανείας του οικοπέδου και της δυνατότητας πολεοδομικά ανέγερσης μεγάλου κτηρίου, όπως επιθυμούσε τότε η πρώτη εναγομένη.
Συνεπώς, η σιωπηρή άσκηση, αρχικά, από τη δεύτερη εναγομένη του ως άνω συμβατικού δικαιώματος της τελευταίας, στις 13/7/2011, με την άρνησή της να παραλάβει το μίσθιο, η οποία επαναλήφθηκε και εγγράφως, έστω και αν δεν χρησιμοποιήθηκε η λέξη "υπαναχώρηση", επέφερε την αναδρομική κατάργηση της επίδικης σύμβασης μίσθωσης και την απόσβεση των εκατέρωθεν υποχρεώσεων των συμβαλλόμενων μερών, που απορρέουν απ' αυτήν, χωρίς, κατά τα συμφωνηθέντα, να υπέχει η δεύτερη εναγομένη (αντισυμβαλλόμενη μισθώτρια) οποιαδήποτε υποχρέωση προς αποζημίωση της πρώτης ενάγουσας.
Υπέρ της ως άνω γενομένης δεκτής ερμηνείας συνηγορεί και το γεγονός ότι την ίδια ερμηνεία της άρνησης παραλαβής του μισθίου ακινήτου διατυπώνει στην από 14/9/2011 έγγραφη επιστολή της η πρώτη ενάγουσα, αναφέροντας, όπως προεκτέθηκε, ότι θα θεωρήσει, σε περίπτωση άρνησης της μισθώτριας να προσέλθει προς παραλαβή του μισθίου στις 20/10/2011, την παράλειψή της αυτή "ως υπαναχώρηση" από τη σύμβαση μίσθωσης.
Μετά ταύτα, ο ισχυρισμός των εναγόντων που περιέχεται στο αγωγικό δικόγραφο ότι η άρνηση παραλαβής του μισθίου συνιστά υπαίτια παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων των εναγομένων και, κατά το άρθρο 207 ΑΚ (πλασματική πλήρωση αιρέσεως), η παράδοση αυτού θεωρείται ότι έγινε στις 20/10/2011 κατά πλάσμα του νόμου, λόγω της εναντίον της καλής πίστεως συμπεριφοράς των εναγομένων να αρνηθούν να προσέλθουν προς παραλαβή του, κατά την ως άνω ημερομηνία και ότι έχουν, κατά πλάσμα του νόμου, εκπληρωθεί όλα όσα προβλέπει η σύμβαση μίσθωσης, δηλαδή η καταμέτρηση των μισθίων χώρων, η σύνταξη του πρωτοκόλλου παράδοσης του μισθίου ακινήτου και η δεύτερη τεχνική περιγραφή ή ένα περαιτέρω πρωτόκολλο της κατάστασης των κτηριακών εγκαταστάσεων και, συνεπώς, οι εναγόμενες, από την ως άνω ημερομηνία, υποχρεούνται σε εκπλήρωση των συμβατικών τους υποχρεώσεων (καταβολή της εταιρικής εγγύησης, πληρωμή του μισθώματος και διενέργεια των επωφελών δαπανών που προβλέπονται στην επίδικη μισθωτική σύμβαση), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ισχυρισμός, επίσης, των εναγόντων ότι η άρνηση των εναγομένων να παραλάβουν το μίσθιο, στις 20/10/2011, δεν οφείλεται στην καθυστέρηση παράδοσής του, αλλά έγινε λόγω της εν μεταξύ ενσκήψασας οικονομικής κρίσης, τόσον στην Ευρώπη όσον και στην Ελλάδα, εξαιτίας της οποίας η πρώτη εναγομένη έλαβε την απόφαση να αποσύρει από την ελληνική αγορά το εμπορικό σήμα "... ...", διακόπτοντας τη λειτουργία των αντίστοιχων καταστημάτων της που λειτουργούσαν με το εν λόγω σήμα και να περιορίσει την δραστηριότητά της στην εμπορία προϊόντων με το εμπορικό σήμα "...", επιλέγοντας τη μίσθωση και λειτουργία καταστημάτων μικρότερης επιφανείας (μέχρι 3.000 τ.μ.), προς μείωση των λειτουργικών της εξόδων και διατήρηση ανέπαφων των υψηλότατων κερδών της, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τα ανταλλαγέντα ως άνω εξώδικα και επιστολές μεταξύ των συμβαλλομένων μερών δεν προκύπτει κάτι τέτοιο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι και αληθής υποτιθέμενος, ουδεμία νομική επιρροή ασκεί στην άσκηση του άνω δικαιώματος.
Συνεπώς, πρέπει να γίνει δεκτή η προβληθείσα παραδεκτώς ένσταση των εναγομένων περί συμφωνίας ακριβόχρονης εκτέλεσης της κύριας παροχής της πρώτης ενάγουσας και κατάργησης της επίδικης εμπορικής σύμβασης μίσθωσης, λόγω άσκησης εκ μέρους της δεύτερης εναγομένης - μισθώτριας, του συμβατικού δικαιώματος υπαναχώρησης, ως κατ' ουσίαν βάσιμη, παρελκούσας της νομικής και ουσιαστικής έρευνας των λοιπών παραδεκτώς προβληθεισών ενστάσεων των εναγομένων... Μετά ταύτα, η επικουρικά ασκηθείσα κατ' άρθρο 43 του ΠΔ/τος 34/1995, από 22/10/2012, καταγγελία της επίδικης σύμβασης μίσθωσης εκ μέρους της δεύτερης (μισθώτριας), επιδοθείσα στην πρώτη ενάγουσα στις 5/11/2012, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι υφίσταται ενεργός μισθωτική σύμβαση, καθίσταται άνευ αντικειμένου μετά την κατά τα άνω κατάργηση αυτής (μίσθωσης). Όσον αφορά την πρώτη εναγομένη, κατά μεν την ιδιότητα της συμμισθώτριας, υπό την οποία, κυρίως, ενάγεται, η αγωγή, κατά την κύρια βάση της (δικαιοπρακτική) είναι απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη, για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού των εναγομένων, κατά δε την ιδιότητα της εγγυήτριας, υπό την οποία, επικουρικά, ενάγεται, δεν αποδείχθηκε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού ότι αυτή ανέλαβε οποιαδήποτε εγγυητική
ευθύνη έναντι της πρώτης ενάγουσας, για την καλή εκτέλεση των όρων της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, με βάση εγκύρως (εγγράφως κατ' άρθρο 849 ΑΚ) καταρτισθείσα σύμβαση εγγυήσεως μεταξύ αυτών. Αντίθετα από το όλο περιεχόμενο αυτής με σαφήνεια προκύπτει ότι καταρτίσθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών (εκμισθώτριας και μισθώτριας) σύμβαση εγγυοδοσίας, δυνάμει της οποίας η δεύτερη εναγομένη υποσχέθηκε να χορηγήσει στην πρώτη ενάγουσα εταιρική εγγύηση (εγγυητική επιστολή), εκδόσεως της πρώτης εναγομένης, ύψους 13.000.000 €, κατά την παράδοση του μισθίου ακινήτου, επί της οποίας δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί εγγυήσεως (άρθρα 847 επ.
ΑΚ...), η οποία υπόσχεση, μετά την άσκηση από τη δεύτερη εναγομένη του συμβατικού δικαιώματος υπαναχώρησης από την ένδικη, από 26/7/2006, σύμβαση μίσθωσης, η οποία (άσκηση), κατά τα προεκτεθέντα, επέφερε την κατάργηση και μάλιστα αναδρομικά, (ex tunc), της ως άνω ενοχικής σχέσεως (μίσθωσης), θεωρούμενης ως μηδέποτε καταρτισθείσας, αποσβέστηκε, καταργηθείσας και της παρεπομένης σύμβασης εγγυοδοσίας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων, μη υφισταμένης ενεργού μισθωτικής σύμβασης μεταξύ της πρώτης ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης, η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγομένη (μισθώτρια), αντισυμβαλλόμενη στην από 26/7/2006 ένδικη μίσθωση, κατά την κύρια βάση της, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με αντιφατική, όμως, αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την ανωτέρω, απορριπτομένων ως αβάσιμων των αντίθετα υποστηριζόμενων από τους ενάγοντες - εκκαλούντες με τους τέταρτο και έκτο λόγους εφέσεως και από την εκκαλούσα - προσθέτως παρεμβαίνουσα με τους τρεις πρώτους λόγους και τον έκτο λόγο της εφέσεώς της.
Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, απορρίπτοντας, με την εκκαλούμενη απόφασή του, την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, ως απαράδεκτη, λόγω ακυρότητας του αγωγικού δικογράφου, συνεπεία ανεπίτρεπτης διαζευκτικής εναγωγής των εναγομένων, ως προς την επικουρική της βάση και τη συναφή αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ έπρεπε να την απορρίψει, προεχόντως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας του αγωγικού δικογράφου.
Έσφαλε, όμως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απορρίπτοντας, ως προς την δεύτερη εναγομένη, την αγωγή ως προς την επικουρική αγωγική βάση της (καταχρηστική - αδικοπρακτική) και τη συναφή αξίωση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, ως μη νόμιμη, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, καθώς, επίσης, απορρίπτοντας την αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη, ως προς την κύρια βάση της, ως απαράδεκτη, λόγω ανεπίτρεπτης διαζευκτικής εναγωγής, αντί να την απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμες, την από 1-6-2016 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1783/1-6-2016) έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων της πρώτης αναίρεσης και την από 1-6-2016 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1803/2-6-2016) έφεση της αναιρεσείουσας της δεύτερης αναίρεσης (που, όπως έχει προαναφερθεί, είχε ασκήσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πρόσθετη, υπέρ των εναγόντων, παρέμβαση), τις οποίες συνεκδίκασε και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη 2325/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε κρίνει, κατά ένα μέρος, διαφορετικά, απέρριψε, τελικά, με την προαναφερόμενη αιτιολογία, την από 26-1-2012 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 436/31-1-2012) αγωγή και την από 4-4-2014 (με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 822/7-4-2014) πρόσθετη παρέμβαση.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, κατά το μέρος που οδηγήθηκε στο ερμηνευτικό πόρισμα ότι το άρθρο 34 της μισθωτικής σύμβασης δεν καταργήθηκε με το άρθρο 4 της ίδιας σύμβασης, όπως τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με το Πρώτο Παράρτημα, ερμηνεύοντας τα άρθρα αυτά, σύμφωνα με την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων και όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ύστερα και από εκτίμηση του λοιπού περιεχομένου του μισθωτηρίου εγγράφου και των αναφερόμενων στην απόφαση, εκτός σύμβασης, στοιχείων, δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ενώ περιέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα τούτο που είναι ουσιώδες για την έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου.
Συνεπώς, ο πρώτος λόγος των δύο αναιρέσεων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, προβάλλοντας αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Έσφαλε, όμως, το Εφετείο με το δεχθεί, κατόπιν ερμηνείας των σχετικών άρθρων της σύμβασης μισθώσεως, ότι πρόκειται για σύμβαση σχετικά ακριβόχρονης εκτέλεσης του άρθρου 401 ΑΚ, κατά την οποία η παροχή (παράδοση του μίσθιου ακινήτου) έπρεπε να γίνει, αποκλειστικά, μέχρι τις 31-12-2010, αφού διέλαβε στην απόφασή του, ως προς το εν λόγω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν ορθά ερμηνεύτηκαν και εφαρμόστηκαν οι διατάξεις του άρθρου 401 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 173 και 200 του ίδιου Κώδικα.
Ειδικότερα, το Εφετείο, κατ' αρχάς, δεν διευκρινίζει για ποίο λόγο η συμφωνία των συμβαλλόμενων μερών αποτύπωνε ειδικά τη σύνδεση του συμφέροντος της μισθώτριας εταιρείας (εφεξής και "... ΑΕ") στη χρήση της επίδικης παροχής με το συγκεκριμένο χρονικό σημείο, αποτελώντας, έτσι, κατά τη θέληση των συμβαλλομένων, ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης και ότι, εξαιτίας ακριβώς αυτής της καθυστέρησης εκπλήρωσης, ματαιώθηκε το συμφέρον χρήσης (ο σκοπός της χρήσης) της μισθώτριας εταιρείας και, ακολούθως, δεν επεξηγεί πώς προκύπτει το συμφέρον της τελευταίας για εκπλήρωση της παροχής - παράδοση του μισθίου από την εκμισθώτρια εταιρεία "..." σ' αυτήν- μόνο στον ορισμένο χρόνο και γιατί η εκπλήρωση της παροχής σε μεταγενέστερο χρόνο δεν ήταν επωφελής γι' αυτήν, αν ληφθεί υπόψη ότι η παροχή μπορούσε να εκπληρωθεί και αργότερα χωρίς να καθίσταται άχρηστη για τη μισθώτρια, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Όπως έχει προεκτεθεί, ο καθορισμός ορισμένου χρόνου εκπλήρωσης της παροχής δεν προσδίδει, από μόνος του, στη σύμβαση την έννοια της ακριβόχρονης εκτέλεσης, αλλά πρέπει αυτός, κατά το σκοπό των συμβαλλομένων, να αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της σύμβασης, υπό την προαναφερόμενη έννοια. Συνακόλουθα, για το χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης μισθώσεως ως ακριβόχρονης εκτέλεσης του άρθρου 401 ΑΚ, δεν αρκεί η σχετική αόριστη αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (στην 42η σελίδα αυτής), κατά την οποία "...οι όροι της σύμβασης μίσθωσης, κατά την υπογραφή της, έχουν συμφωνηθεί σε συγκεκριμένη χρονική στιγμή με βάση τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς και τις συγκεκριμένες οικονομικοτεχνικές μελέτες και θα πρέπει να συνάδουν με τις επικρατούσες συνθήκες της αγοράς κατά τον χρόνο της παράδοσης του μισθίου μέχρι την ως άνω ημερομηνία...", αφού δεν γίνεται μνεία γιατί, με βάση τα στοιχεία αυτά (που δεν παρατίθενται αναλυτικά), η μισθώτρια εταιρεία δεν είχε πλέον συμφέρον να παραλάβει το μίσθιο μετά την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου.
Εξάλλου, η μετά την κατάρτιση της επίδικης, από 26-7-2006, σύμβασης μισθώσεως επιστολή από 14-9-2011, της εκμισθώτριας εταιρείας "..." που επέδωσε στις αναιρεσίβλητες εταιρείες (μισθώτρια και μητρική της εταιρεία), σύμφωνα με την οποία ο χρόνος παράδοσης του μίσθιου ακινήτου που είχε οριστεί για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2010 "...αποτέλεσε ουσιώδη προϋπόθεση για να συναφθεί η ανωτέρω σύμβαση...", δεν αποτελεί αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της ήδη καταρτισμένης σύμβασης ως ακριβόχρονης εκτέλεσης.
Ούτε απ' αυτό μπορεί να συναχθεί, όπως δέχθηκε, εσφαλμένα, το Εφετείο, εξώδικη ομολογία της εκμισθώτριας, η οποία, άλλωστε, εκτιμάται ελεύθερα, κατ' άρθρ. 352 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι αντικείμενο αυτής μπορεί να αποτελέσουν μόνο ουσιώδη πραγματικά γεγονότα, δηλαδή αυτά που αποτελούν τη βάση της αγωγής ή ένστασης, επιβλαβών για το διάδικο που τα παραδέχεται, όχι, όμως, η ερμηνεία δικαιοπραξίας ή οι νομικοί χαρακτηρισμοί.
Κατόπιν αυτών, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι συναφείς δεύτερος λόγος της πρώτης αναίρεσης και τρίτος λόγος της δεύτερης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (όχι, όμως, και από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου - σχετικός και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης της δεύτερης αναίρεσης που εκτιμάται επίσης ως λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν τις πλημμέλειες αυτές.
Από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώνει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνάγεται ότι μπορεί να συρρέει παράλληλα με την ενδοσυμβατική ευθύνη και η ευθύνη από αδικοπραξία, όταν η ζημιογόνος ενέργεια είναι παράνομη, σύμφωνα με το γενικό καθήκον που επιβάλλει το δίκαιο να μη ζημιώνεται άλλος αυθαίρετα, όχι όμως και όταν αυτή δεν θα ήταν παράνομη αν δεν υπήρχε η συμβατική σχέση, καθόσον τότε αποτελεί αθέτηση μόνο της ενοχής, από την οποία πηγάζει η υποχρέωση για ορισμένη συμπεριφορά, οπότε εφαρμόζονται οι ειδικές συμβατικές διατάξεις και όχι οι γενικές για την αδικοπραξία (ΑΠ Ολομ. 967/1973).
Σε περίπτωση συρροής συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης, ο δανειστής έχει δικαίωμα να στηρίξει την αξίωση για αποζημίωση είτε στη σύμβαση είτε στην αδικοπραξία είτε, επιβοηθητικά, και στις δύο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Προϋπόθεση, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, είναι η άσκηση ορισμένου δικαιώματος και τέτοια υπάρχει όταν ο δικαιούχος προβαίνει στην επιδίωξη της προστασίας που του παρέχει ο νόμος για να πετύχει την πραγμάτωση της κατάστασης που προσήκει στο δικαίωμα. Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, η κατάχρηση δικαιώματος, η οποία απαγορεύεται κατά τα προαναφερόμενα, συνιστά παράβαση νόμου και, άρα, αποτελεί παράνομη πράξη.
Κατά συνέπεια, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις της αδικοπραξίας, η κατάχρηση γεννά υποχρέωση, κατά τα άρθρα 914 και 932 ΑΚ (βλ. και άρθρα 57 και 59 του ίδιου Κώδικα), σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (ΑΠ 425/2014). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει:
α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Αν ελλείπουν τα στοιχεία αυτά, η αγωγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, και αυτεπαγγέλτως, ενώ η αοριστία του δικογράφου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 224, 522, 525 παρ. 2 και 526 ΚΠολΔ προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει τη βάση της αγωγής του που εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (μισθωτικών) διαφορών. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως.
Ισχυρισμός που στηρίζει τη βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις τη βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υπόθεσης συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλλουν τη βάση της αγωγής (ΑΠ 1867/2017).
Ακόμη, με τον από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ελέγχεται η επάρκεια ή μη της αγωγής, ένστασης, αντένστασης κ.λπ., όταν πρόκειται για νομική αοριστία, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αν, αντίθετα, αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο νόμος απαιτεί, κρίνοντας, αντίστοιχα, νόμιμη ή μη νόμιμη την αγωγή κ.λπ.
Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στην αγωγή ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος, ενώ, αν, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα, για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου, πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 155/2018, ΑΠ 637/2017, ΑΠ 496/2016).
Τέλος, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.
Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 154/2018). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 763/ 2016).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε την ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική βάση της (από αδικοπραξία), με την εξής αιτιολογία, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται: [...με βάση τα εκτιθέμενα ως άνω, ως περιεχόμενα στην αγωγή περιστατικά, όπως το δικόγραφο αυτής επισκοπείται από το παρόν Δικαστήριο, η αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση (αδικοπρακτική-καταχρηστική) και το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, εξαιτίας προσβολής της προσωπικότητας των εναγόντων, είναι απορριπτέα ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, καθόσον δεν περιέχονται σ' αυτά τα αναγκαία για το ορισμένο αυτής στοιχεία, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα οι ενάγοντες δεν επικαλούνται πραγματικά περιστατικά, τα οποία να θεμελιώνουν τους όρους του πραγματικού των άρθρων 57, 59, 281 και 914 ΑΚ, αφού δεν ισχυρίζονται ότι με την άρνηση των εναγομένων να παραλάβουν το μίσθιο ακίνητο, στις 20/10/2011, προέβησαν στην άσκηση κάποιου δικαιώματος υπό περιστάσεις (που δεν επικαλούνται) που να καθιστούν αυτή (άσκηση) καταχρηστική και τείνουσα στην πραγμάτωση του περιεχομένου αυτού (δικαιώματος), ενόψει του ότι, σύμφωνα με τα προδιαληφθέντα στην μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης, προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 281 ΑΚ είναι η άσκηση ορισμένου δικαιώματος και αυτή υπάρχει όταν ο δικαιούχος προβαίνει στην επιδίωξη της παρεχόμενης από το νόμο προστασίας για να πετύχει την πραγμάτωση της κατάστασης που προσήκει στο δικαίωμα...
Οι ενάγοντες, ήδη εκκαλούντες, το πρώτο στο παρόν Δικαστήριο, με τον πέμπτο λόγο εφέσεως, επιχειρούν, απαραδέκτως, να συμπληρώσουν την ως άνω επικουρική βάση της αγωγής, ισχυριζόμενοι ότι η άρνηση της παραλαβής του μισθίου από τις εναγόμενες "...υποδήλωνε άσκηση του δικαιώματος υπαναχωρήσεως" εκ μέρους των εναγομένων και ότι στο αγωγικό δικόγραφο δεν διατυπωνόταν αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της ως άνω αρνήσεως ως υλικής πράξεως, αλλά του ασκηθέντος μ' αυτήν δικαιώματος υπαναχωρήσεως, παραπονούμενοι κατά της εκκαλουμένης απόφασης ότι "με άκρως τυπολατρική αντίληψη και ανάγνωση του περιεχομένου της δεν ασχολήθηκε καν με τον ως άνω ουσιώδη ισχυρισμό μου".
Ανεξάρτητα, όμως, πέραν των ανωτέρω, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι πράγματι στο αγωγικό δικόγραφο, προσηκόντως εκτιμώμενο, περιέχεται αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας λόγω καταχρηστικότητας του δικαιώματος υπαναχώρησης των εναγομένων, ουδόλως γίνεται επίκληση περιστατικών, διαφορετικών εκείνων επί των οποίων στηρίζεται η δικαιοπρακτική βάση της αγωγής, τα οποία, αληθή υποτιθέμενα, θα καθιστούσαν την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος καταχρηστική και συνεπώς παράνομη πράξη, ως αντικείμενη στην απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία εντεύθεν θα επέφερε ακυρότητα του ασκηθέντος δικαιώματος υπαναχωρήσεως και (η οποία), με την συνδρομή και του στοιχείου της υπαιτιότητας, θα θεμελίωνε αξίωση των εναγόντων προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς τους υπό περιστάσεις καταχρηστικότητας (άρθρο 932 ΑΚ), σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη αυτής της απόφασης.
Αντίθετα την ιστορική βάση της αγωγής συγκροτούν περιστατικά που αφορούν σε υπαίτιες ενέργειες ή παραλείψεις τρίτων προσώπων (της τέως μισθώτριας "... ΑΕ", υπαλλήλων αυτής και προμηθευτών της) και όχι των νόμιμων εκπροσώπων των εναγομένων...]. Από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων (δικογράφων αγωγής και έφεσης των αναιρεσειόντων της πρώτης αναίρεσης, πρακτικών συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και πρωτόδικων, από 2-5-2014, προτάσεών τους ενώπιον του καθ' ύλην αρμόδιου δικαστηρίου - Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) προκύπτει ότι, πράγματι, οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης - ενάγοντες δεν προέβαλαν ότι οι εναγόμενες εταιρείες άσκησαν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την επίδικη μισθωτική σύμβαση, και μάλιστα καταχρηστικά, αλλά επιχείρησαν να θεμελιώσουν, κατά την επικουρική βάση της αγωγής τους, την υποχρέωση των τελευταίων προς αποζημίωσή τους και, συνακόλουθα, χρηματική τους ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (εξαιτίας και της προσβολής της προσωπικότητάς τους) στην καταχρηστική και παράνομη, άρα "άκυρη", άρνηση των εναγομένων να παραλάβουν το μίσθιο ακίνητο στις 20-10-2011 (βλ.
ιδίως σελίδες 27η, 36η και 42η της αγωγής και 102η των πιο πάνω πρωτόδικων προτάσεων). Πρώτη φορά με την έφεσή τους, και συγκεκριμένα με τον πέμπτο λόγο αυτής, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν, απαραδέκτως βέβαια, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, ότι η άρνηση παραλαβής του μισθίου από τις εναγόμενες υποδήλωνε άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης και ότι το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας αφορούσε, κατά το αληθές νόημα της αγωγής, το διαπλαστικό δικαίωμα της υπαναχώρησης που ασκήθηκε με την άρνηση παραλαβής του μισθίου και όχι αυτήν καθαυτήν την εν λόγω άρνηση ως υλική πράξη.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της πρώτης αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το μέρος που αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση, αναφορικά με την κύρια αιτιολογία της (για απόρριψη της επικουρικής βάσης της αγωγής από την αδικοπραξία ως αόριστης), η αιτίαση ότι η αγωγή εσφαλμένα απορρίφθηκε, κατά την επικουρική βάση της, ως απαράδεκτη - αόριστη, επειδή για την εφαρμογή των διατάξεων, ουσιαστικού δικαίου, των άρθρων 57, 59, 281, 914 και 932 ΑΚ το Εφετείο αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος.
Κατόπιν τούτου, αφού δεν πλήττεται πλέον επιτυχώς με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης η προπαρατιθέμενη κύρια αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που στηρίζει επαρκώς το διατακτικό της, οι λοιπές αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ που αφορούν την επικουρική αιτιολογία για μη νομιμότητα της παραπάνω από αδικοπραξία επικουρικής βάσης της αγωγής (επειδή τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή της, πραγματικά περιστατικά δεν αρκούσαν για τη στοιχειοθέτηση της αδικοπραξίας), καθίστανται αλυσιτελείς.
Κατά τα λοιπά, είναι, προεχόντως, αλυσιτελείς, ως στηριζόμενοι σε εσφαλμένη πλέον προϋπόθεση, ο τρίτος λόγος της πρώτης αναίρεσης και οι τέταρτος και πέμπτος λόγοι της δεύτερης αναίρεσης, κατά το μέρος που αφορούν την επικουρική βάση της ένδικης αγωγής από την αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων (ως προς την κύρια βάση της ενδοσυμβατικής ευθύνης, μετά την παραδοχή των άλλων λόγων των αναιρέσεων, όπως εκτέθηκε στην προηγούμενη σκέψη, παρέλκει πλέον η έρευνά τους), με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 εδάφ.
β', αλλιώς 19 (τρίτος λόγος της πρώτης αναίρεσης), 8β', 1 και 19 (τέταρτος και πέμπτος, αντίστοιχα, λόγοι της δεύτερης αναίρεσης) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζοντας, αντίστοιχα, ότι το Εφετείο απέρριψε την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, κατ' άρθρ. 281 ΑΚ (αλλιώς, κατά την αναιρεσείουσα της δεύτερης αναίρεσης "...
ΑΕ", και κατ' άρθρ. 288 του ίδιου Κώδικα), αναφορικά με την άσκηση, εκ μέρους της μισθώτριας εταιρείας, του δικαιώματος υπαναχώρησης από την επίδικη μισθωτική σύμβαση, 1) ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της και 2) σε κάθε περίπτωση, ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αναφερόμενη αιτιολογία, χωρίς όμως να λάβει υπόψη τα περισσότερα αυτοτελή πραγματικά που οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης προέβαλαν, κατά την άποψή τους με παραδεκτό τρόπο, όπως αυτά παρατίθενται στα αναιρετήρια.
Η παρατιθέμενη αιτιολογία στις σελίδες 52 και 53 της απόφασης (που οι αναιρεσείοντες υπολαμβάνουν ότι είναι απορριπτική της "ένστασης" του άρθρου 281 -ή 288- ΑΚ), κατά την οποία "...ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι η καθυστέρηση της παράδοσης του μισθίου ακινήτου μέχρι 20/10/2011, κατά την οποία... κλήθηκαν οι εναγόμενες προς παραλαβή αυτού (ήτοι 10 μήνες περίπου από την καταληκτική ημερομηνία της 31-12-2010), είναι ασήμαντη, ώστε να θεωρηθεί ότι, κατά την καλή πίστη, η δεύτερη εναγομένη μισθώτρια όφειλε να ανεχθεί (την καθυστέρηση)...", δεν αναφέρεται σε απόρριψη τέτοιας ένστασης.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει.
Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 389/2018, ΑΠ 1864/2017, ΑΠ 250/2014), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 389/2018, ΑΠ 1864/2017). Ειδικότερα, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται και όταν τα "πράγματα" προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως, όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσης.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 106 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011, που ισχύει και στις ειδικές διαδικασίες (ΑΠ 1867/ 2017, ΑΠ 119/2010), "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Μεταβολή της βάσης της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης, κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του ΚΠολΔ αρχής της τήρησης προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1867/2017, ΑΠ 1183/2015).
Τέλος, η πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής, κατ' άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, περιλαμβάνει και τα περιστατικά που δικαιολογούν και θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση των διαδίκων. Τα απαιτούμενα για τη νομιμοποίηση του διαδίκου, ενεργητική και παθητική, πρέπει σε κάθε περίπτωση να μνημονεύονται στην αγωγή και δεν μπορούν να συμπληρωθούν μεταγενεστέρως.
Ειδικότερα, ο ενάγων οφείλει να αναφέρει στην αγωγή του, όχι μόνο ότι σε αυτόν ανήκει το ασκούμενο δικαίωμα αλλά και ότι τούτο αρμόζει κατά του εναγομένου. Στην υπό κρίση περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων, οι αναιρεσείοντες της πρώτης αναίρεσης με τις πρωτόδικες προτάσεις τους, σε συνέχεια δήλωσής τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ισχυρίστηκαν ότι η δεύτερη εναγόμενη "...
ΑΕ", κατά τη σύναψη της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, ενήργησε ως εντολοδόχος - αντιπρόσωπος της πρώτης εναγόμενης εταιρείας, αλλά και ως προστηθείσα από την τελευταία (μητρική της εταιρεία) και ότι πραγματική αντισυμβαλλόμενη στην εν λόγω σύμβαση μίσθωσης είναι η πρώτη εναγομένη, ενώ η παράλειψή της να εμφανιστεί στη σύμβαση αυτή ως αντισυμβαλλόμενη αποσκοπεί στην καταστρατήγηση του νόμου και στην κατάχρηση του θεσμού του νομικού προσώπου, δεδομένου ότι η δεύτερη εναγομένη στερείται επαρκών κεφαλαίων και, πάντως, συντρέχει περίπτωση άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου αυτής, όπως λεπτομερώς εκτίθεται στο (πρώτο) αναιρετήριο και, κατ' ακολουθίαν τούτων, η πρώτη εναγομένη ευθύνεται από κοινού, εις ολόκληρο, με τη δεύτερη εναγομένη σε αποζημίωση της εκμισθώτριας για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της δεύτερης εναγομένης.
Η προσθήκη, όμως, των νέων αυτών πραγματικών περιστατικών συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής και είναι απαράδεκτη, όπως ορθά δέχθηκε το Εφετείο, αφού με τον τρόπο αυτόν επέρχεται αλλαγή στο πρόσωπο της νομιμοποιούμενης παθητικά διαδίκου - μισθώτριας που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος.
Ως εκ τούτου, είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος της πρώτης αναίρεσης, από τον αριθμό 8 εδάφ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 556 επ. και 577 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι είναι απαράδεκτος ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, δηλαδή όταν η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν επιδρά, κατά το νόμο, στο διατακτικό της πληττόμενης απόφασης.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον έκτο (και τελευταίο) λόγο της δεύτερης αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει δεδικασμένο από την 794/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναφορικά με τον νομικό χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως μισθωτικής, ενώ με την εφετειακή αυτή απόφαση λύθηκε, αποκλειστικά και μόνο, το ζήτημα της υλικής αρμοδιότητας του (πρωτοβάθμιου) δικαστηρίου και της διαδικασίας που έπρεπε να τηρηθεί και, έτσι, με τον εσφαλμένο νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης, το Εφετείο δεν οδηγήθηκε σε σωστό αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα, με την εν λόγω 794/2014 απόφαση έγινε δεκτό ότι πρόκειται για σύμβαση μίσθωσης πράγματος και όχι μικτή (σύμβαση μίσθωσης έργου και μίσθωση πράγματος), όπως ισχυρίζονταν οι αναιρεσείοντες (και των δύο αναιρέσεων), και ότι, συνεπεία τούτου, η διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων τυγχάνει μισθωτική και υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δικάζει κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών.
Ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αριθμ. 16 του ΚΠολΔ, είναι, πρωτίστως, αλυσιτελής, διότι το Εφετείο, αφού δέχθηκε περαιτέρω ότι η επίδικη σύμβαση είναι ακριβόχρονης εκτέλεσης, είτε τη χαρακτήριζε ως μίσθωση πράγματος είτε ως μικτή, θα κατέληγε στο ίδιο διατακτικό και, συνεπώς, σύμφωνα και με όσα έχουν προπαρατεθεί, η επικαλούμενη πλημμέλεια δεν είχε επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.
Μετά από αυτά, πρέπει 1) να γίνουν δεκτές οι δύο αιτήσεις αναίρεσης, κατά παραδοχή των πιο πάνω λόγων τους, ως προς το κεφάλαιο της ενδοσυμβατικής ευθύνης, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα της πρώτης αναίρεσης "...", την αναιρεσείουσα Τράπεζα της δεύτερης αναίρεσης και την αναιρεσίβλητη "... ... ... ΑΕ" (δεύτερη στην πρώτη αναίρεση και πρώτη στη δεύτερη), κατά το μέρος που προεκτέθηκε, ενώ παρέλκει η έρευνα του έκτου (και τελευταίου) λόγου, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, της πρώτης αναίρεσης, καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του δεύτερου λόγου της αναίρεσης της "..." (που έγινε δεκτός) στο σύνολο του κεφαλαίου τούτου της προσβαλλόμενης απόφασης καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή του, 2) να αναιρεθεί η απόφαση αυτή, ως προς το κεφάλαιο που προαναφέρθηκε και ως προς τους παραπάνω διαδίκους και, ακολούθως, 3) να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, σε αυτούς (άρθρ. 495 παρ. 3 εδάφ. ε' ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να συμψηφιστούν, επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ. 179 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις από 1ης Νοεμβρίου 2017 δύο αιτήσεις (με αύξοντες ειδικούς αριθμούς κατάθεσης 768 και 770, από 1-11-2017), των 1) α) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", β) Ι. Β. και γ) Β. Β. και 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", αντίστοιχα, για αναίρεση της 4225/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Δέχεται τις αιτήσεις αυτές.
Αναιρεί την παραπάνω απόφαση, ως προς το κεφάλαιο και τους διαδίκους που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την πιο πάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες των παραβόλων που έχουν καταθέσει. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ