Legislator Case Law & Legislation
1636/2017 AI generated

1636/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1636/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1636/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 21-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη τούτου κατά το πρώτο σκέλος του από τους αρ.1 και 19 ιδίου άρθρου, ως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αίτησης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1636 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1636/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ. Σ. του Ε. κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Παναγιώτας Πέτρογλου και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Εταιρία" και το διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Βασιλείου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1818/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 3842/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2015 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Μαχαίρας, ανέγνωσε την από 21-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αρ.8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. και την απόρριψη τούτου κατά το πρώτο σκέλος του από τους αρ.1 και 19 ιδίου άρθρου, ως και την παραδοχή του δεύτερου λόγου αίτησης.

Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 281 Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.

Α.Π. 33 και 34/2005). Ειδικότερα δε καταχρηστική κατά την ως άνω διάταξη άσκηση του δικαιώματος του μισθωτού από τη σύμβαση εργασίας συντρέχει και στην περίπτωση αντιφατικής συμπεριφοράς του τελευταίου, ιδίως όταν αυτή συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους (Α.Π. 2137/2009, 119/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 17-12-2008 αγωγή της η ήδη αναιρεσείουσα εξέθεσε ότι ήταν υπάλληλος της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, φέρουσα το βαθμό του τμηματάρχη Α από την 1-1-1995 και ότι η εναγομένη κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-1-2003, 1-1-2004, 1-1-2005 και 1-1-2006, κατά κατάχρηση δικαιώματος, άλλως παρακωλύοντας εναντίον της καλής πίστεως την πλήρωση της αίρεσης υπό την οποία τελούσε η προαγωγή της, παρέλειψε δια των αρμοδίων οργάνων της να την προάγει στο βαθμό του εντεταλμένου διεύθυνσης, προάγοντας στο βαθμό αυτό τους κατονομαζόμενους συναδέλφους της, έναντι των οποίων αυτή υπερτερούσε καταφανώς ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη όφειλε να την προάγει από την 1-1-2003, άλλως από την 1-1-2004, άλλως από την 1-1-2005, άλλως από την 1-1-2006 στον ανωτέρω βαθμό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τις προκύπτουσες μισθολογικές διαφορές με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής τους, καθώς και χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της που προκλήθηκε από τις διαδοχικές παραλείψεις της προαγωγής της, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κρίθηκε ότι η ενάγουσα δεν υπερτερούσε καταφανώς των προταθέντων προς σύγκριση συναδέλφων της και η αγωγή απορρίφθηκε για το λόγο αυτό ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Μετά από έφεση της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία, αφού κρίθηκε ότι η ενάγουσα υπερείχε καταφανώς έναντι του ομοιοβάθμου συναδέλφου της Α.

Μ. (με παραδοχές που δεν προσβάλλονται με λόγο αναίρεσης), έγιναν περαιτέρω δεκτά τα εξής: "... Με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, η παράλειψη προαγωγής της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης στο βαθμό του εντεταλμένου διεύθυνσης από 1-1-2003 στις προαγωγικές κρίσεις που διενήργησε το διοικητικό συμβούλιο της εναγομένης, ενώ αποδείχθηκε ότι αυτή υπερείχε καταφανώς του ανωτέρω ομοιοβάθμου συναδέλφου της Α.

Μ. που προήχθη στις ως άνω προαγωγικές κρίσεις, ήταν κατάφωρα άδικη, η δε εναγομένη δια του αρμοδίου οργάνου της ενήργησε καθ’ υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος της κρίσεως και προαγωγής, υπό την έννοια της αξιοποιήσεως των ικανοτέρων υπαλλήλων προς το συμφέρον του εργοδότη ...

Κατ’ ακολουθίαν παρέλκει η σύγκριση της ενάγουσας με τους υπόλοιπους συναδέλφους της που προτείνονται από αυτήν ... Περαιτέρω η εναγομένη ισχυρίζεται με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από 28-5-2015 προτάσεις της ... ότι η ενάγουσα μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης, με την από 31-10-2014 υπογραφόμενη από αυτήν δήλωση-παραίτηση-απόδειξη, έχοντας εισπράξει παροχή ποσού 122.061,76 ευρώ από αυτήν στα πλαίσια προγράμματος εθελούσιας εξόδου της, αποχώρησε από την υπηρεσία της εναγομένης, αναγνωρίζοντας ως θεμιτή τη μέχρι τότε βαθμολογική, μισθολογική και υπηρεσιακή εν γένει εξέλιξή της, δηλώνοντας περαιτέρω ότι δεν έχει καμία αξίωση κατ’ αυτής για βαθμολογική προαγωγή από τις διενεργηθείσες πριν την αποχώρησή της κρίσεις ούτε για άλλη αιτία και παραιτούμενη από ήδη εγερθέν ή ακόμη και από εγερθησόμενο ένδικο μέσο, δεσμευόμενη να πράξει άμεσα μετά την αποχώρησή της ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ό,τι απαιτείται για την ολοκλήρωση της παραίτησής της από τα ένδικα μέσα και τα συναφή δικαιώματα.

Ότι οι παραπάνω δηλώσεις της ενάγουσας συνιστούν παραίτησή της από την κρινόμενη έφεση με συνέπεια η τελευταία να τυγχάνει απορριπτέα ως απαράδεκτη, άλλως αποδοχή της εκκαλουμένης με συνέπεια την απόρριψη της έφεσης ως αβάσιμης στην ουσία, άλλως ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από τα χρηστά ήθη, την καλή πίστη και το σκοπό του δικαιώματος...

διότι η ενάγουσα με την όλη προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της δημιούργησε σ’ αυτήν τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν διατηρεί και σε κάθε περίπτωση ότι δεν πρόκειται στο μέλλον να προβάλει αξιώσεις για τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες και για το λόγο αυτό η εναγομένη, χωρίς να έχει νόμιμη ή συμβατική υποχρέωση, προέβη στην καταβολή του ανωτέρω χρηματικού ποσού, ενώ στην αντίθετη περίπτωση αυτή ασφαλώς και ευλόγως δεν θα έπραττε κάτι τέτοιο.

Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβάλλεται για πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου από την εναγομένη ως εφεσίβλητη προς απόκρουση της ένδικης έφεσης και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλουμένης αποφάσεως, δεδομένου ότι γεννήθηκε μετά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επιπλέον αποδεικνύεται από έγγραφα...

Κατά το σκέλος όμως με το οποίο υποστηρίζεται ότι η παραπάνω δήλωση της ενάγουσας συνιστά παραίτησή της από την κρινόμενη έφεση και αποδοχή της εκκαλουμένης αποφάσεως, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος... Είναι όμως νόμιμος... κατά το σκέλος του που στηρίζεται στην καταχρηστική άσκηση της κρινόμενης αγωγής, ως προς το οποίο αποδεικνύεται και βάσιμος κατ’ ουσίαν.

Ειδικότερα με την ...-9-2014 εγκύκλιο της εναγομένης θεσπίστηκαν κίνητρα αποχώρησης από την υπηρεσία για όσους υπαλλήλους πληρούσαν τις προβλεπόμενες από αυτήν προϋποθέσεις. Η ενάγουσα που τις πληρούσε υπέβαλε στις 23-9-2014 αίτηση στη διεύθυνση προσωπικού της εναγομένης περί ένταξής της στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου που αναφέρεται στην παραπάνω εγκύκλιο.

Μετά δε τη γνωστοποίηση από την εναγομένη ότι πληροί τις προϋποθέσεις για ένταξη στο εν λόγω πρόγραμμα, με την από 31-10-2014 επιγραφόμενη δήλωση-παραίτηση-απόδειξη είσπραξης του ποσού των 122.061,76 ευρώ που αυτή υπογράφει και απευθύνει στη διεύθυνση ανθρώπινου δυναμικού της εναγομένης, δήλωσε μεταξύ άλλων που δεν ενδιαφέρουν εδώ, ότι αναγνωρίζει την μέχρι την 31-10-2014 βαθμολογική, μισθολογική και υπηρεσιακή εν γένει εξέλιξή της ως καθ’ όλα εύλογη, θεμιτή και νόμιμη, ότι μέχρι την 31-10-2014 δεν υφίσταται ούτε διατηρεί οποιαδήποτε αξίωση από την παραπάνω αιτία, ότι έχει λάβει όλες τις προβλεπόμενες αποδοχές, δηλαδή μισθούς, δώρα, άδειες, επιδόματα αδειών, αμοιβές και παροχές για τις εν γένει υπηρεσίες και την εκτέλεση των εντολών που της έχουν ανατεθεί, ότι πέραν των ανωτέρω δεν υφίσταται καμία άλλη απαίτησή της κατά της τράπεζας απορρέουσα από οποιαδήποτε άλλη αιτία από την επίδικη σύμβαση, τη λύση της, για βαθμολογική της προαγωγή, μη υπάρχοντος ζητήματος σύγκρισής της έναντι οιουδήποτε προαχθέντος συναδέλφου της ή από άλλη αιτία, ότι ρητώς και ανεπιφυλάκτως αποδέχεται την προς αυτήν καταβολή του ποσού των 122.061,76 ευρώ, με το οποίο έχουν καλυφθεί όλες οι τυχόν αξιώσεις και απαιτήσεις της έναντι της τράπεζας που απορρέουν από τη σύμβαση εργασίας της...

από οποιαδήποτε αξίωσή της εξ οιασδήποτε τυχόν αμειβόμενης εργασίας της με την τράπεζα και από κάθε άλλη αιτία, από ήδη εγερθέν ακόμη και από εγερθησόμενο κατά της τράπεζας ένδικο μέσον, δεσμευόμενη να πράξει άμεσα ό,τι απαιτείται για την κατά νόμο ολοκλήρωση της παραιτήσεώς της από τα εκκρεμή ένδικα μέσα και τα συναφή αυτών δικαιώματα.

Η ενάγουσα όμως δια της κρινόμενης έφεσής της, που είχε ήδη ασκηθεί (στις 3-6-2014 με την κατάθεσή της στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου) κατά τους παραπάνω χρόνους της αίτησής της για ένταξη στο παραπάνω πρόγραμμα και της δήλωσης-παραίτησής της και από ένδικα μέσα (23-9-2014 και 31-10-2014 αντίστοιχα), όπως βέβαια είναι και αυτό της έφεσης, επέδειξε κατά την κρίση του δικαστηρίου αντιφατική συμπεριφορά, που συνιστά προσχεδιασμένο τέχνασμα για την επίτευξη πρόσθετου οικονομικού οφέλους.

Και τούτο διότι, ενώ με βάση τα παραπάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, γνώριζε τις συνέπειες στην περίπτωση ένταξής της στο παραπάνω πρόγραμμα και είσπραξης του παραπάνω ποσού, προτίμησε, έχοντας την ελευθερία αυτή, την παραπάνω επιλογή, γνωρίζοντας ότι δεν θα μπορούσε να διεκδικήσει πλέον την ένδικη αγωγική της αξίωση, από την οποία παραιτήθηκε όπως προαναφέρθηκε με το παραπάνω αντάλλαγμα.

Επομένως η παραπάνω συμπεριφορά της υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς η κρινόμενη αγωγή τυγχάνει, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη... αβάσιμη κατ’ ουσίαν". Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις πιο πάνω και απέρριψε την έφεση της ενάγουσας κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε απορριφθεί η αγωγή της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη με άλλη αιτιολογία.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της καταχρηστικής άσκησης του ασκηθέντος με την αγωγή δικαιώματος της ενάγουσας.

Συνεπώς ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α και 19 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. Α.Π. 25/2003), όπως συμβαίνει και όταν τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.

Α.Π. 11/1996). Εξ άλλου δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή, ο οποίος δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 14/2004, Α.Π. 543/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι το εφετείο δεν έλαβε υπόψη την παραδεκτά προταθείσα με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του, του εφετείου αντένστασή της περί καταχρηστικής προβολής από την εναγομένη της ένστασης κατάχρησης του δικαιώματός της, την οποία (αντένσταση) αυτή προέβαλε με την προσθήκη-αντίκρουση των εγγράφων προτάσεών της ενώπιον του εφετείου.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της από 4-6-2015 προσθήκης των εγγράφων προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του εφετείου προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ανωτέρω ισχυρισμού της η ενάγουσα και τότε εκκαλούσα ισχυρίσθηκε κατά λέξη τα εξής: "Η υπ’ αριθμ. ....9.2014 εγκύκλιος της αντιδίκου με θέμα "Πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου προσωπικού"...

βάσει της οποίας έλαβε χώρα η συμμετοχή μου στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου της αντιδίκου 2014 και η από 31.10.2014 λύση της σύμβασης εργασίας μου σε κανένα σημείο της δεν ανέφερε ότι η συμμετοχή στο πρόγραμμα αυτό θα συνεπαγόταν παραίτηση από εκκρεμείς αγωγές/εφέσεις ενώπιον των δικαστηρίων. Εν όψει αυτού η το πρώτον θέση στο περιεχόμενο της από 31.10.2014 "δηλώσεως-παραιτήσεως-αποδείξεως" του σχετικού - και πάντως γενικού και αορίστου - όρου περί παραίτησης από κάθε εκκρεμές αγωγικό δικόγραφο και δικαίωμα καθώς και από κάθε ένδικο μέσο κατά της Τράπεζας: - αφενός στερούσε τη διαφάνεια από τη σχετική διαδικασία, αφού στο χρονικό αυτό σημείο (31.10.2014) αφενός δεν ήταν δυνατή η ανάκληση της αίτησής μου για συμμετοχή στην εθελουσία σύμφωνα με τον όρο 5 της ως άνω εγκυκλίου, που ορίζει ότι η σχετική αίτηση υπαγωγής στο εν λόγω πρόγραμμα είναι ανέκκλητη...

αφετέρου χωρίς την υπογραφή της από 31.10.2014 "δηλώσεως-παραιτήσεως-αποδείξεως" η Τράπεζα δεν θα μου κατέβαλλε το ως άνω ποσό, διατηρώντας με σε καθεστώς ιδιότυπης "ομηρίας", ήτοι θέτοντάς με από 1-11-2014 εκτός εργασίας και αρνούμενη να μου καταβάλει το ως άνω ποσό μέχρι την υπογραφή της δήλωσης αυτής... - αφετέρου καθιστούσε "καταχρηστικό" τον σχετικό όρο της εν λόγω δήλωσης περί παραίτησης από ήδη ασκηθέντα ένδικα μέσα και αγωγικά δικαιώματα, αφού στην ουσία επρόκειτο για "σύμβαση προσχώρησης" κατά τις σχετικές έννοιες του δικαίου του καταναλωτή, που έχει κατ’ εξοχήν εφαρμογή και στο εργατικό δίκαιο, όπου τα δύο "συμβαλλόμενα" μέρη δεν έχουν την ίδια διαπραγματευτική ισχύ.

Πράγματι τους όρους της εν λόγω "δήλωσης-παραίτησης-απόδειξης" δεν είχα καμία δυνατότητα να διαπραγματευθώ έναν προς έναν και στο σύνολό τους με την εναγομένη, αφού, όπως μου εξηγήθηκε από τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, αυτό αποτελούσε το "στάνταρντ" και "μη διαπραγματεύσιμο" κείμενο που υπέγραφαν "ως έχει" όλοι οι ενταχθέντες στο πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου υπάλληλοί της προκειμένου να λάβουν το χορηγούμενο από την εναγομένη ποσό (νόμιμης και οικειοθελούς) αποζημίωσης, στην περίπτωσή μου δε έπρεπε να το υπογράψω "ως έχει" προκειμένου να λάβω για την αιτία αυτή από την εναγομένη το ως άνω ποσό.

Εξάλλου, κατά την υπογραφή της εν λόγω "δήλωσης-παραίτησης-απόδειξης" δεν μου επετράπη να διατυπώσω, και δη εγγράφως επί του ως άνω συμφωνητικού ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τις εκφρασθείσες προφορικώς επιφυλάξεις μου αφού σύμφωνα με τον όρο 5 της σχετικής υπ’ αριθμ. ....9.2014 εγκυκλίου της αντιδίκου "αιτήσεις συμμετοχής επί των οποίων τίθενται τυχόν όροι-προϋποθέσεις-επιφυλάξεις δεν θα συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα και θα απορριφθούν άμεσα".

Πράγματι η Τράπεζα δεν δέχθηκε καμία αίτηση συμμετοχής και καμία "δήλωση-παραίτηση-απόδειξη" με επιφύλαξη...". Ο ισχυρισμός αυτός δεν ήταν νόμιμος αφού τα περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκε η τότε εκκαλούσα για τη θεμελίωσή του συνιστούσαν άρνηση της ένστασης της τότε εφεσίβλητης για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματός της και όχι αντένσταση καταχρηστικής άσκησης της ανωτέρω ένστασης.

Συνεπώς το εφετείο, μη απαντώντας ειδικώς στον προαναφερθέντα μη νόμιμο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β Κ.Πολ.Δ. και ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Σε κάθε δε περίπτωση, και αν γινόταν δεκτό ότι ο προπαρατεθείς ισχυρισμός της αναιρεσείουσας συνιστούσε νόμιμη αντένσταση, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης θα ήταν και πάλι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο ισχυρισμός αυτός απορρίφθηκε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων περιστατικών αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι προϋπόθεση του παραδεκτού όχι μόνο της αίτησης αναίρεσης αλλά και των επί μέρους λόγων αυτής είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος και ότι, αν από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης και από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης δεν προκύπτει για κάποιο λόγο αναίρεσης έννομο συμφέρον του αναιρεσείοντος, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος (Α.Π. 989/2014).

Απαράδεκτος ελλείψει εννόμου συμφέροντος είναι ιδίως ο αλυσιτελής λόγος αναίρεσης, όπως είναι αυτός με τον οποίο προβάλλεται πλημμέλεια που δεν επιδρά κατά νόμο στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 856/2014). Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.

α και 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι: α) κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του οργανισμού προσωπικού της τέως ... Τράπεζας της Ελλάδος που "υιοθετήθηκε" με την από 11-11-1977 ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας και δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, η οποία απέκτησε ισχύ τυπικού νόμου και την οποία το εφετείο δεν εφάρμοσε ενώ ήταν εφαρμοστέα, καθώς και της από 28-6-2003 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας της εναγομένης, η οποία είχε ισχύ ουσιαστικού αλλά όχι τυπικού νόμου και την οποία το εφετείο εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα και β) με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμο τον όγδοο λόγο έφεσής της, με τον οποίο αυτή ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης επειδή είχε κρίνει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα η σύμβαση εργασίας της διεπόταν από τον οργανισμό προσωπικού της εναγομένης και όχι από τον οργανισμό προσωπικού της τέως ...

Τράπεζας της Ελλάδος, από την οποία αυτή προερχόταν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής και συνακόλουθα απαράδεκτος, δεδομένου ότι δεν εκτίθεται σ’ αυτόν ποιες ήταν οι επιβλαβείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες της εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση του οργανισμού προσωπικού της εναγομένης αντί εκείνου του προσωπικού της ...

Τράπεζας της Ελλάδος.

Συνεπώς, αφού κρίθηκαν απορριπτέοι όλοι οι λόγοι αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τo σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 3842/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ