Legislator Case Law & Legislation
1636/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inadmissibility grounds regarding evidence evaluation and property boundaries.

Case Number 1636/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by multiple heirs against a final court decision regarding property distribution. The appellants argued that the lower court erred in evaluating witness testimonies and incorrectly determined property boundaries based on historical documents. The court ruled that the assessment of evidence and witness credibility falls under the exclusive and unreviewable authority of the court of first instance, rendering these appeal grounds inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The court of first instance holds exclusive and unreviewable authority over the evaluation of evidence and witness credibility, making appeals based on such assessments inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal unreviewable evidence witness credibility property boundaries heirs dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1636 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1636/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. α. Χ1-Α, β. Χ1-Β και γ. Χ1-Γ, κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων τόσο του αποβιώσαντος Χ1, όσο και της θανούσης Χ2, 2. Χ3, κατοίκου ..., 3. Χ4, κατοίκου ..., 4. α. Χ5-Α και β. Χ5-Β, κατοίκων ..., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων τόσο του αποβιώσαντος Χ5, όσο και της θανούσης Χ6, 5. Χ7, κατοίκου ..., 6. Χ8, κατοίκου ..., 7. Χ9, κατοίκου ..., 8. Χ10 και 9. Χ11, κατοίκων Ιωαννίνων, αμφοτέρων ατομικά αλλά και ως κληρονόμων του αποβιώσαντος Χ12, όλων δε των προαναφερομένων και ως καθολικών διαδόχων της αποβιώσασας Χ13. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Αγιασοφίτη.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Κουτσουπιά.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως λόγω ελλείψεως νομιμοποιήσεως. Για το ανωτέρω ζήτημα έλαβε το λόγο και ο πληρεξούσιος της αντιδίκου ο οποίος δεν συναίνεσε στο αίτημα της αναβολής. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-9-1988 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και των αρχικών αποβιωσάντων διαδίκων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/1989 μη οριστική, 471/1991 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 103/1993 μη οριστική, 158/1995 οριστική του Εφετείου Ιωαννίνων. Κατά της ανωτέρω εφετειακής απόφασης ασκήθηκε αίτηση αναίρεσης και εκδόθηκε αρχικά η 732/1997 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη και στη συνέχεια εκδόθηκε η 100/1999 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου η οποία αναίρεσε την απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων (158/1995) και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Ιωαννίνων. Το Εφετείο Ιωαννίνων εξέδωσε την 84/2004 μη οριστική, 143/2006 οριστική απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-12-2006 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 29-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1813, 1846, 1193, 1195, 1198, 1199 ΑΚ και τις σχετικές του προϊσχύσαντος ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", προκύπτει ότι η κληρονομική διαδοχή είτε χωρεί από το νόμο (εξ αδιαθέτου ή νόμιμης μοίρας) είτε από διαθήκη, αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων, όπως και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτών, μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του. 'Ετσι, προϋπόθεση για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με κληρονομική διαδοχή είναι ότι και ο κληρονομούμενος είναι κύριος του κληρονομιαίου ακινήτου.

Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής (άρθρο 1094 ΑΚ), που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτόν τρόπο κτήσης της κυριότητας, πρέπει το περιγραφόμενο σ' αυτή ως επίδικο ακίνητο, να ταυτίζεται με εκείνο που αναφέρεται ως κληρονομιαίο. Περαιτέρω ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.

ΑΠ 1/1999, Ολ. ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης περιστατικά, όχι όμως και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.(ΑΠ 502/2007).

Εξάλλου η επιταγή του αρθ. 340 εδαφ. β' ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία στην απόφαση πρέπει να αναφέρονται οι λόγοι που οδήγησαν το δικαστή να σχηματίσει την πεποίθησή του, δεν σημαίνει ότι αυτός υποχρεούται να επιλαμβάνεται ιδιαιτέρως και να αναλύει διεξοδικώς τα αποδεικτικά μέσα που έχουν προσαχθεί από τους διαδίκους ή τα επιχειρήματα που έχουν προβάλει αυτοί.(ΑΠ 1391/1992).

Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1987/2007). Τέλος από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσίβλητου μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος (ΑΠ 31/1999).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την αγωγή τους εκθέτουν οι ενάγοντες ότι είναι συγκύριοι κατά τα σ' αυτήν αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά συγκυριότητας από κληρονομική διαδοχή, για την οποία τηρήθηκαν όλοι οι νόμιμοι τύποι, της απώτερης δικαιοπαρόχου τους ΑΑ, ενός ακινήτου οικοπέδου που βρίσκεται στην πόλη των ...

μεταξύ των νεοανοιγεισών οδών ... και ..., συνολικής έκτασης 300 τμ. Η έκταση αυτή εικονίζεται στο τοπογραφικό διάγραμμα του πραγματογνώμονα ..., που συνοδεύει την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του με τα στοιχεία ΑΒΣΡΒ'ΓΔΕΖΗΘΙΠΑ. Ισχυρίζονται ακόμη οι ενάγοντες ότι το 1982 η εναγομένη Ψ κατέλαβε αυθαίρετα και παράνομα τμήμα της παραπάνω έκτασης με την ανέγερση επ' αυτού οικοδομής και την περίφραξη ακάλυπτου χώρου και την εμφύτευση σ' αυτόν καλλωπιστικών φυτών, συνολικής έκτασης 120 τ.μ, το οποίο εικονίζεται στο παραπάνω τοπογραφικό διάγραμμα με τα στοιχεία ΑΒΣΚΛΜΝΡ'ΞΟΙΠΑ.

Η εναγομένη αρνήθηκε την αγωγή και ισχυρίστηκε νομοτύπως με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι την έκταση αυτή των 120 τ.μ , που ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι κατέλαβε αυθαίρετα, δηλαδή το επίδικο της προκείμενης διαφοράς, κληρονόμησε από τον πατέρα της ΒΒ με όλους τους νόμιμους τύπους και ότι η εν λόγω έκταση αποτελεί τμήμα του οικοπέδου που αγόρασε ο εν λόγω άμεσος δικαιοπάροχος της με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο αγοράς του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Κων/νου Φίλιου. Περαιτέρω, οι ενάγοντες προς ενίσχυση του αγωγικού τους ισχυρισμού υποστηρίζουν ότι η παραπάνω έκταση των 300 τ.μ αποτελούσε τμήμα μεγαλυτέρου κοινού οικοπέδου τους, του οποίου ζήτησαν τη δικαστική διανομή με την από 10-9-1947 (αρ.κατ.229/1947) αγωγή διανομής προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων, συγκύριος του οποίου ήταν και ο δικαιοπάροχος της εναγομένης ΒΒ.

Επί της αγωγής αυτής διανομής, ισχυρίζονται στη συνέχεια οι ενάγοντες, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 168/1950 απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία διατάχθηκε η πώληση με πλειστηριασμό της έκτασης των 300 τ.μ, λόγω του ανεφίκτου της αυτούσιας διανομής του, αφού τούτο είχε τρία κτίσματα, ενώ διατάχθηκε η αυτούσια διανομή του υπολοίπου τμήματος των 3.700 τ.μ, η οποία αναφέρονταν ως λαχανόκηπος, μετά και την από 10-1-1950 πραγματογνωμοσύνη, που είχε διατάξει το παραπάνω Δικαστήριο.

Με τον ισχυρισμό αυτό οι ενάγοντες ταυτίζουν το προς εκποίηση εναπομείναν τμήμα ως αδιανέμητο με την έκταση που περιγράφουν στην αγωγή τους των 300 τ.μ, τμήμα του οποίου κατέλαβε η εναγομένη κατ' αυτούς και αποτελεί το επίδικο. Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, συνεχίζει το Εφετείο, δεν αποδεικνύεται ουσιαστικά βάσιμος ο ισχυρισμός αυτός των εναγόντων και κατ' επέκταση δεν αποδεικνύεται η συγκυριότητα τους επί του επιδίκου, ήτοι η ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής τους, αλλά αντίθετα, αποδεικνύεται ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα του οικοπέδου που αγόρασε ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγομένης ΒΒ με το παραπάνω συμβόλαιο (...) για τους εξής λόγους: 1) Προς επίτευξη της εκποίησης του παραμείναντος με την υπ' αριθμ. 168/1950 παραπάνω απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, αδιανέμητου τμήματος, κοινοποίησαν οι ενάγοντες στην εναγομένη, μετά από 39 χρόνια, το υπ' αριθμ. ...

πρόγραμμα πλειστηριασμού τού τότε δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ... για πλειστηριασμό έκτασης 300 τ.μ, στην οποία περιέχεται και το σημερινό επίδικο. Με την από 10-11-1989 (αρ.κατ. 1408/1989) ανακοπή της, ζήτησε η εναγομένη την εξαίρεση του επιδίκου από τον πλειστηριασμό. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων πρωτοδίκως και το Εφετείο Ιωαννίνων σε δεύτερο βαθμό εξέδωσαν τις υπ' αριθμ. 71/1990 και 159/1995, αντίστοιχα, αποφάσεις τους με τις οποίες ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός για το λόγο ότι τμήμα της έκτασης των 300 τ.μ που αποτελεί και το τώρα επίδικο κακώς περιλήφθηκε στο ως άνω πρόγραμμα πλειστηριασμού. 2) Στο τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την από 10-1-1950 πραγματογνωμοσύνη για το εφικτό της αυτούσιας διανομής που διατάχθηκε με την υπ' αριθμ. 364/1947 απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων η εναπομείνασα από την αυτούσια διανομή αδιανέμητη έκταση υποδεικνύεται με κόκκινο βέλος των πραγματογνωμόνων με την υπόδειξη "τμήμα αδιανέμητον" και μάλιστα κατά τρόπο σαφή σε σχέση με τον επίδικο τώρα χώρο και εντελώς διακριτό από αυτόν.

Το "αδιανέμητο" τμήμα του εν λόγω τοπογραφικού διαγράμματος ταυτίζεται κατά την πραγματογνωμοσύνη ..., στο τοπογραφικό διάγραμμα της οποίας εικονίζεται ο αδιανέμητος αυτός χώρος με τα στοιχεία ΣΡΒ'ΤΔΕΟΞΡ'ΝΜΛΚΣ, στο οποίο δεν περιέχεται το επίδικο. 3) Η περιγραφή του προς διανομή ακινήτου της αγωγής του 1947 και μάλιστα του "αδιανέμητου" τμήματος γίνεται με τον εξής τρόπο "...μίαν οικίαν .....

συνορευομένης γύρωθεν και εν όλω με οικίαν ΒΒ, αποθήκη Μονής Ελεούσης και με λαχανόκηπον ΑΑ ...". Από την περιγραφή αυτή παρέπεται ότι δεν περιλαμβάνεται ο επίδικος τώρα χώρος στον αδιανέμητο τότε. Διαφορετικά, θα έπρεπε να αναφέρεται ως γειτνιάζουσα έκταση και εκείνη που βρίσκεται τώρα η οδός ... που τότε (1947) ήταν δενδροκήπιο ή κήπος Γεωργικού Σταθμού ..., πράγμα που δεν συμβαίνει διότι προδήλως παρεμβάλλεται το επίδικο που αναφέρεται ως οικία ΒΒ. 4) Οι μάρτυρες ανταπόδείξης ...

και ... καταθέτουν με πλήρη γνώση τους και σαφήνεια ότι το επίδικο αποτελεί τμήμα μεγαλυτέρου οικοπέδου της εναγομένης που κληρονόμησε από τον πατέρα της ΒΒ, ενώ το υπόλοιπο αυτού ρυμοτομήθηκε κατά τη διάνοιξη της Λεωφόρου ... το 1981-1982. Ότι στο επίδικο απέμεινε μετά την κατεδάφιση υφιστάμενης δεύτερης οικίας του ΒΒ, η οποία κτίστηκε το 1961-1962 περίπου, υπόλειμμα τοίχου, καθώς και αποθήκη και έτερο μικρό παράπηγμα, ενώ οι ενδιάμεσοι χώροι των εν λόγω κτισμάτων καταλαμβάνονταν από κάποια δένδρα (κορομηλιά, συκιά κλπ).

Την ύπαρξη και δεύτερης οικίας στο οικόπεδο του ΒΒ, εκτός από την παλιά ερειπωμένη που κατέλαβε εξ ολοκλήρου η διάνοιξη της παραπάνω οδού, παραδέχεται και ο μάρτυρας απόδειξης Χ5, σύζυγος της πέμπτης αρχικής ενάγουσας, αποκαλώντας όμως αυτήν ως δήθεν προσθήκη της παλαιάς οικίας. Κατέθεσαν ακόμη οι εν λόγω μάρτυρες ότι η καινούρια οικία που ανήγειρε η εναγομένη το 1982 στη δήθεν καταληφθείσα απ' αυτήν έκταση (επίδικη), οικοδομήθηκε στον τοίχο που απέμεινε από τη ρυμοτομία και στο χώρο των αποθηκών που προϋπήρχαν και μάλιστα σε μια από αυτές διέμενε πρόχειρα και ο παραπάνω μάρτυρας ανταπόδειξης ... . 5) Κατά την περιγραφή του οικοπέδου που αγοράζει ο ΒΒ με το υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο του τότε συμβολαιογράφου Ιωαννίνων κ. Φίλιου, τούτο (οικόπεδο) οριοθετείται και με οικία ΓΓ, ήτοι την έκταση που βρίσκεται νοτιοανατολικά του επιδίκου, κάτω δηλαδή από το όριο του τοπογραφικού ... με τα στοιχεία ΟΙ. Από την περιγραφή αυτή συνάγεται με βεβαιότητα ότι ο επίδικος τώρα χώρος αποτελεί τμήμα του αγορασθέντος από τον ΒΒ οικοπέδου το έτος 1930.

Ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι ο ΓΓ αναφέρεται στην εν λόγω περιγραφή επειδή ήταν γιος της ΑΑ από τον πρώτο της γάμο με τον ΔΔ και διέμενε μαζί της στην οικία της που βρίσκεται στον αδιανέμητο χώρο και όχι ως ένοικος της οικίας ΔΔ που βρίσκεται κάτω από την αναφερόμενη οριογραμμή με στοιχείο ΟΙ του τοπογραφικού διαγράμματος ..., είναι αβάσιμος, καθόσον αναφέρονται στην παραπάνω περιγραφή διακριτά δύο ιδιοκτησίες, ήτοι ΕΕ και ΔΔ. 6) Κατά μήκος του κοινού ορίου του "αδιανέμητου" χώρου και του επιδίκου, δηλαδή κατά τη γραμμή ΝΡ'ΞΟ του τοπογραφικού διαγράμματος ..., υπάρχει από πολλά χρόνια πέτρινο τοιχάκι, όπως καταθέτουν οι παραπάνω μάρτυρες ανταπόδειξης.

Η ύπαρξή του δεν έχει κανένα άλλο δικαιολογητικό λόγο παρά μόνο τη διάκριση και διαχωρισμό των αναφερομένων ιδιοκτησιών. Με άλλα λόγια αν το επίδικο περιλαμβάνονταν στην αδιανέμητη ιδιοκτησία των εναγόντων, το τοιχάκι αυτό δεν θα είχε κανένα λόγο ύπαρξης, όπως διδάσκει και η κοινή πείρα και αντίληψη . 7) Οι ενάγοντες ισχυρίζονται, αλλά και οι μάρτυρες απόδειξης καταθέτουν στα παραπάνω πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ότι το οικόπεδο που αγόρασε ο ΒΒ με το ως άνω υπ' αριθμ. ...

συμβόλαιο, δεν υπερέβαινε σε έκταση τα 100 τ.μ. Τούτο είναι εντελώς αβάσιμο καθόσον, εκτός του ότι στα 100 τ.μ δεν χωρούν οι προαναφερόμενες δύο οικίες του ΒΒ, δύο αποθήκες, σταύλος, αυλές με δένδρα και πηγάδι, κατά τις καταθέσεις των παραπάνω μαρτύρων, ήδη με την υπ' αριθμ. ... πράξη αναλογισμού υποχρεώσεων λόγω προσκυρώσεως του Δήμου ...

η εν λόγω ιδιοκτησία ΒΒ αποζημιώθηκε για 227 τ.μ, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμ. ... βεβαίωση του Τμήματος Πολεοδομίας του Δήμου ..., καθώς και από την αναφερόμενη πράξη αναλογισμού, πράγμα, άλλωστε, που δεν αμφισβητούν και οι ενάγοντες. Οι τελευταίοι όμως ισχυρίζονται και οι μάρτυρες τους καταθέτουν, ότι λόγω ασθενειών τους και απουσίας τους από την πόλη των ...

δεν ενδιαφέρθηκαν για την αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, ενώ στην πραγματικότητα ρυμοτομήθηκε και ένα μεγάλο τμήμα του δικού τους οικοπέδου, υπονοώντας ότι το πέρα των 100 τ.μ ρυμοτομηθέν έδαφος, για το οποίο αποζημιώθηκε ο ΒΒ, ανήκε στη δική τους αδιανέμητη κοινή ιδιοκτησία. Τούτο όμως δεν είναι βάσιμο, εφόσον οι ενάγοντες ήταν πολυάριθμοι αφενός και αφετέρου, όπως καταθέτει ο μάρτυρας απόδειξης Χ5, ασφαλώς και γνώριζαν τη γενόμενη ρυμοτομία.

Η αλήθεια, όμως, είναι ότι η παραπάνω ρυμοτομία δεν έθιξε την ιδιοκτησία τους, η οποία δεν είχε επαφή με την οδό ..., ούτε είσοδο από την εν λόγω οδό η οικία τους που επικοινωνούσε από την οδό ..., αφού είχε πρόσοψη προς το λαχανόκηπο, όπως καταθέτει και ο αμέσως παραπάνω αναφερόμενος μάρτυρας απόδειξης Χ5. Εξάλλου, όπως προκύπτει από την περιγραφή του ακινήτου (αδιανέμητου) κατά την αποδοχή κληρονομίας με την υπ' αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής του τότε συμβολαιογράφου Παναγιώτη Ευθυμιάδη, των εναγόντων, δεν αναφέρεται ως όριο τούτου η οδός ... η οποία και ρυμοτομήθηκε. Και 8) Καθ' όλη τη διάρκεια της ανοικοδόμησης της νέας οικίας της εναγομένης μέσα στο επίδικο κατά το έτος 1982, οι ενάγοντες, παρόλο ότι ήταν πολλοί και έβλεπαν σε καθημερινή βάση τις εργασίες ανοικοδόμησης, δεδομένου μάλιστα ότι η Χ13 και ο ΣΤ κατοικούσαν στην οικία του αδιανέμητου χώρου, παραταύτα δεν σταμάτησαν τις εν λόγω εργασίες με νόμιμα δικαστικά μέσα και ούτε διαμαρτυρήθηκαν καν, ασκώντας για πρώτη φορά μετά από έξι χρόνια την παραπάνω ένδικη αγωγή.

Την αδράνεια αυτή προσπαθούν να δικαιολογήσουν οι ενάγοντες επικαλούμενοι ασθένειες και απουσίες, πράγμα που δεν είναι βάσιμο, αφού όπως καταθέτει και ο παραπάνω μαρτυράς του Χ5, σύζυγος μιας εκ των εναγουσών, γνώριζε και έβλεπε τις εργασίες, όπως και οι παραπάνω ένοικοι της κοινής οικίας, πλην όμως δεν επελήφθη επικαλούμενος άλλες ασχολίες του.

Τέλος, οι σχετικές διαμαρτυρίες, στις οποίες προέβησαν αργότερα στην Πολεοδομία οι ενάγοντες, έχουν τη δικαιολογητική τους βάση στην ανέγερση της οικοδομής της εναγομένης σε απόλυτη επαφή με την παλιά τους οικία και τη στέρηση συνακόλουθα του φυσικού φωτισμού και όχι στο ιδιοκτησιακό". Ακολούθως, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, κατά της απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσειόντων, τους είχε αναγνωρίσει συγκυρίους, και είχε υποχρεώσει την αναιρεσίβλητη να τους αποδώσει να τους αποδώσει το επίδικο ακίνητο, και απέρριψε κατ' ουσίαν την πιο πάνω αγωγή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, για το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, ότι οι ενάγοντες (ήδη αναιρεσείοντες) δεν είναι συγκύριοι του επιδίκου ακινήτου, αλλά το επίδικο αποτελεί τμήμα του ακινήτου που αγόρασε ο άμεσος δικαιοπάροχος της εναγομένης (ήδη: αναιρεσίβλητης) ΒΒ με το ... συμβόλαιο, δεν στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, με βάση τα οποία κατέληξε στην παραπάνω κρίση του, για τη μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων του ν. 2310/1920 "περί της εξ αδιαθέτου κληρονομικής διαδοχής", 1094 και 1813 επ.

ΑΚ, τις οποίες (διατάξεις) έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου και, επομένως, ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της αναίρεσης, κατά τα τμήματα του με αριθμούς 1, 7 και 8, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Κατά τα λοιπά, με τον πιο πάνω λόγο της αναίρεσης, κατά τα τμήματα του αρ. 2 και 3 και κατ' επίφαση της προβαλλόμενης αναιρετικής πλημμέλειας, ότι η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης και ειδικότερα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στη παραπάνω κρίση του, εσφαλμένα εκτίμησε και αξιολόγησε το σχεδιάγραμμα πραγματογνωμοσύνης του 1950 και τα αποδεικτικά στοιχεία τα σχετικά με τη μεταξύ των διαδίκων δίκη διανομής επί της οποίας εκδόθηκε η 168/1950 απόφαση του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, πλήττεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως αναιρετικώς είναι ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, επομένως, ο προκείμενος λόγος κατά τα πιο πάνω τμήματά του, είναι απαράδεκτος.

Επίσης με τον πιο πάνω λόγο, κατά το τμήμα του με αριθμό 4, αποδίδεται η ίδια ως άνω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες, απέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στις καταθέσεις των μαρτύρων της εφεσίβλητης από τις καταθέσεις των δικών τους μαρτύρων. Όμως, σύμφωνα με την προεκτεθείσα σκέψη, η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των καταθέσεών τους υπόκειται στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας και, επομένως, ο ίδιος παραπάνω λόγος, κατά το τμήμα του με αριθμό 4, είναι απαράδεκτος.

Τέλος, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν και τις εξής από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις: Με το τμήμα αριθμός 5 του μοναδικού λόγου αναίρεσης, ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του για το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα και στο ότι ως όριο του ακινήτου, το οποίο περιήλθε στο δικαιοπάροχο της αναιρεσίβλητης με το ...

συμβόλαιο, αναφέρεται και η οικία ΓΓ, πλην όμως από το τοπογραφικό διάγραμμα του ... προκύπτει ότι η οικία αυτή υπήρξε μόλις το έτος 1950 και άρα το έτος 1930 δεν υπήρχε τέτοια ιδιοκτησία και, συνεπώς, η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με τη θέση της πιο πάνω ιδιοκτησίας (του δ/χου της αναιρεσίβλητης) είναι εσφαλμένη.

Επίσης με τον πιο πάνω λόγο και κατά το τμήμα του αριθμός 6, το Εφετείο δεν αιτιολογεί επαρκώς το επιχείρημά του ότι το υπάρχον πέτρινο τοιχάκι μεταξύ του "αδιανέμητου" χώρου και του επιδίκου έχει ως μόνο δικαιολογητικό λόγο τη διάκριση και το διαχωρισμό των παραπάνω ιδιοκτησιών και ότι αν δεν ήταν έτσι το τοιχάκι αυτό δεν θα είχε κανένα λόγο ύπαρξης.

Όμως οι παραπάνω αιτιάσεις αναφέρονται στην επιχειρηματολογία αφενός μεν των αναιρεσειόντων και αφετέρου του δικαστηρίου της ουσίας και όχι στο αναγκαίο περιεχόμενο των παραπάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου που ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης κατά τα προαναφερόμενα τμήματά του, υπό τις πιο πάνω αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι απαράδεκτος.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2006 αίτηση των Χ1-Α, κλπ για αναίρεση της 143/2006 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ