Legislator Case Law & Legislation
1636/2007 AI generated

1636/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1636/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8505/1995 προδικαστική, 3073/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 944/2001 του Εφετείου Αθηνών. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 1441/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3911/2005 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως και την 826/2006 οριστική απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Legislator headnote

AI generated

1636/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως ότι κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1990, η μη διάδικος, αδελφή του αναιρεσίβλητου και μητέρα της αναιρεσείουσας, εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία ότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε φυλακή της Αιγύπτου καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη για κατοχή ναρκωτικών, τον εξαπάτησε και κατάφερε να του αποσπάσει το .......

Keywords

AI generated
general power of attorney assignment to provisional status decisions concerning reassignment or transfer endorsement by procuration referral of a procedural submission dismissal during probation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1636 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1636/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Διονύσιο Γιαννακόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ1 , η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αλεξόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ1 , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Πετρόπουλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-11-1994 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8505/1995 προδικαστική, 3073/2000 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 944/2001 του Εφετείου Αθηνών. Μετά από άσκηση αναιρέσεως εκδόθηκε η 1441/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η πιο πάνω εφετειακή απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο. Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 3911/2005 απόφαση, με την οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της εφέσεως και την 826/2006 οριστική απόφαση την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29 Μαρτίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 23 Απριλίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, όποιος παρασύρθηκε με απάτη σε δήλωση βούλησης έχει δικαίωμα να ζητήσει να ακυρωθεί η δικαιοπραξία. Αν η δήλωση απευθύνεται σε άλλον και η απάτη έγινε από τρίτον, η ακύρωση μπορεί να ζητηθεί μόνο εφόσον εκείνος προς τον οποίο απευθύνεται η δήλωση ή τρίτος που απέκτησε αμέσως δικαίωμα από αυτήν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη.

Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι επί δηλώσεων απευθυντέων προς άλλον, αν η απάτη έγινε από τρίτον, ο οποίος είναι κάθε άλλο πρόσωπο εκτός του αντισυμβαλλομένου ή εκείνου προς τον οποίο απευθύνθηκε η δήλωση ή του αντιπροσώπου αυτών, ή όταν η απάτη έγινε από τρίτον και άλλος απέκτησε αμέσως από τη δικαιοπραξία δικαιώματα, όπως επί συμβάσεως υπέρ τρίτου (ΑΚ 410), θα πρέπει αυτός να γνώριζε ή να όφειλε να γνωρίζει την απάτη.

Από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως ότι κατά μήνα Απρίλιο του έτους 1990, η μη διάδικος, αδελφή του αναιρεσίβλητου και μητέρα της αναιρεσείουσας, εκμεταλλευόμενη τη συγκυρία ότι ο αναιρεσίβλητος βρισκόταν σε φυλακή της Αιγύπτου καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη για κατοχή ναρκωτικών, τον εξαπάτησε και κατάφερε να του αποσπάσει το .......

πληρεξούσιο του Γενικού Προξένου της Ελλάδας στο Κάϊρο, με το οποίο της παρείχε την εξουσία να πωλήσει για λογαριασμό του όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία του, λόγω κινδύνου κατασχέσεως της και εκείνη, καίτοι είχαν συμφωνήσει προφορικώς, ότι η πώληση των περιουσιακών του στοιχείων θα είναι εικονική, πώλησε στην αναιρεσείουσα θυγατέρα της, με το .......συμβόλαιο πωλήσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Κων/νου Παπαδόπουλου, ένα διαμέρισμα της ιδιοκτησίας του στην Αθήνα, η οποία έκτοτε συμπεριφερόταν ως αληθής και όχι κατά το φαινόμενο ιδιοκτήτρια τούτου, και ότι συνεπεία αυτής της απάτης ήταν άκυρο το ως άνω πληρεξούσιο και εντεύθεν και το πωλητήριο συμβόλαιο που συντάχθηκε με βάση αυτό.

Επομένως το Εφετείο δέχθηκε ότι την απάτη μετήλθε εκείνη προς την οποία δόθηκε η πληρεξουσιότητα και όχι τρίτος, και, κατά συνέπεια, αυτό δεν έλαβε υπόψη του λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς θεμελίωση της δηλώσεως συνεπεία απάτης η διάταξη του άρθρου 147 ΑΚ, επειδή δεν αναφέρει στις παραδοχές του ότι η αναιρεσείουσα έπρεπε να γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη, διότι στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουμε απάτη που έγινε από τρίτον και ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αντίθετος πρώτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτός των αναφερομένων σε αυτή εξαιρέσεων, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου η αοριστία της αγωγής ερευνάται μεν αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αφορά όμως τη δημόσια τάξη και συνεπώς ο περί αυτού ισχυρισμός για να ιδρύσει λόγο αναίρεσης πρέπει να προταθεί στο εφετείο και να αναγράφεται στο αναιρετήριο ότι έγινε η σχετική πρόταση. Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, λόγω αοριστίας, λόγω του ότι δεν αναφέρεται σ'αυτή ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει την απάτη την οποία μετήλθε η μητέρα της Χ2 σε βάρος του αναιρεσίβλητου χωρίς να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι προτάθηκε στο εφετείο με την έφεση που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της πρωτόδικης απόφασης, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Με τον τρίτο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παρά το νόμο δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αντένσταση την οποία είχε προτείνει ο αναιρεσίβλητος προς απόκρουση της ενστάσεως περί αποσβέσεως του δικαιώματος ακύρωσης της πληρεξουσιότητας λόγω παρόδου διετίας από τη δικαιοπραξία και που είχε προβάλλει ως λόγο εφέσεως η αναιρεσείουσα κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως. Από την επισκόπηση των προτάσεων και δη από την προσθήκη-αντίκρουση αυτών που υπέβαλε ο αναιρεσίβλητος ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προκύπτει ότι αναφέρονται τα εξής: "Προσάγω και επικαλούμαι την από .... εξώδικο της αντιδίκου προς τον μισθωτή του επίδικου Ζ1 επιδοθείσα σ'αυτόν την 23-2-1994, με την οποία ζητά να της καταβάλει τα μισθώματα. Μόνο όταν ο μισθωτής Ζ1 επικοινώνησε με τους οικείους μου και τους ανακοίνωσε το γεγονός αυτό, μόνο τότε μάθαμε όλοι ότι είχε γίνει η μεταβίβαση. Αυτό είναι το χρονικό σημείο και όχι νωρίτερα όπως ψευδώς ισχυρίζεται η αντίδικος". Επομένως, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αντένσταση είναι ορισμένη και απέρριψε τον περί αοριστίας αυτής λόγω εφέσεως της αναιρεσείουσας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ και ο αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ. 3/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα: "Αμέσως ο ενάγων, με την υπ'αριθμ. ...... πράξη της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Κάϊρο, που κοινοποίησε στην Χ2 , ανεκάλεσε την προς αυτή, πληρεξουσιότητα και την κάλεσε να απόσχει από κάθε πράξη και ενέργεια για λογαριασμό του.

Και είναι γεγονός ότι, στην ως άνω ανακλητική πράξη αναφέρεται ότι, ανακαλεί το ..... πληρεξούσιο, προς την αδελφή του (με το οποίο όπως προκύπτει από το περιεχόμενό του έδωσε σ'αυτήν εντολή να κάνει αγωγές εξώσεως προς τον ως άνω μισθωτή) και όχι, το ...... γενικής πληρεξουσιότητας, πλην όμως είναι σαφές από το περιεχόμενο της ανακλητικής πράξης ότι, τούτο οφείλεται σε παραδρομή, ως προς τον αναγραφόμενο αριθμό του πληρεξουσίου και δεν υπάρχει αμφιβολία, ούτε αμφισβητήθηκε άλλωστε, από την εναγομένη, ότι, στην πραγματικότητα ο ενάγων εννοούσε και ανεκάλεσε το ένδικο πληρεξούσιο, με το οποίο τη διόρισε γενική και ειδική πληρεξούσια αυτήν, ρητά αναφέρεται στην ανακλητική πράξη.

Ο ενάγων, στη συνέχεια άσκησε την κρινόμενη αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 23-1-1995". Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν, αφού την ανακλητική του πληρεξουσίου του πράξη την αναφέρει ο αναιρεσίβλητος στην αγωγή του, όπως προκύπτει από την επισκόπηση αυτής, το δε Εφετείο με τις παραδοχές του δέχεται ότι ρητά αναφέρεται στο περιεχόμενο της ανακλητικής πράξης ότι αυτός ανακαλεί το ένδικο πληρεξούσιο και ότι από παραδρομή αναφέρεται λάθος αριθμός πληρεξουσίου.

Κατά συνέπεια ο τέταρτος εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της αποφάσεως δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση στερείται αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 28/1997, Ολ.ΑΠ 30/1997).

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 3-11-89 ο ενάγων ναυτικός, μέλος του πληρώματος του πλοίου "......", συνελήφθη στο Πόρτ Σάϊντ από τις Αιγυπτιακές Αρχές, μαζί με άλλα μέλη του πληρώματος, με την κατηγορία της λαθραίας εισαγωγής και εμπορίας ναρκωτικών ουσιών και κρατήθηκε στις φυλακές του "Ζαγαζικ".

Η δίκη έγινε στις 23-2-92, ενώπιον του Κακουργοδικείου του Σουέζ, από το οποίο καταδικάστηκε σε θάνατο δι'απαγχονισμού, ποινή που επικυρώθηκε και ανακοινώθηκε στις 23-4-92. Μετά από αναίρεση, στις 21-11-93 η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια κάθειρξη. Στις 26-11-2004 μετά από την μεσολάβηση της Ελληνικής Κυβέρνησης μεταφέρθηκε στις Ελληνικές Φυλακές Κορυδαλλού και στις 3-12-2004 αποφυλακίσθηκε με απόφαση των Ελληνικών Δικαστηρίων.

Από της συλλήψεως του ενάγοντος, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας μίας ανήλικης θυγατέρας, έξι ετών, τα αδέλφια του στην Ελλάδα, συνολικά έξι, οι γονείς του, καθώς και η σύζυγος του, στο μέτρο των οικονομικών δυνατοτήτων τους καθένας, κινητοποιήθηκαν παντοιοτρόπως, με επισκέψεις στις φυλακές (κυρίως η αδελφή του Χ2 μητέρα της εναγόμενης και ο αδελφός του Χ3 ), και έγινε και σχετική ενημέρωση του τύπου, ώστε να κινητοποιηθεί η κοινή γνώμη.

υπέρ του αδελφού τους, έγιναν παραστάσεις προς τους εκπροσώπους της Κυβέρνησης, καθώς και προς τους εκπροσώπους της εκκλησίας, προκειμένου να μεσολαβήσουν, αρχικά να αποφευχθεί η καταδίκη του ενάγοντος στην θανατική ποινή και αργότερα, για την μεταφορά του στην Ελλάδα. Στις κινήσεις αυτές συμπαράστασης συμμετείχε και η αδελφή του Χ2 , όπως προαναφέρεται και ο σύζυγος της Χ , γονείς της εναγόμενης.

Πλην όμως, η Χ2 , σε μία από τις επισκέψεις της στις φυλακές στις 24-4-1990, και ενόσω αναμενόταν η διεξαγωγή της δίκης του ενάγοντος, παριστάνοντας ψευδώς στον ενάγοντα ότι, οι Αιγυπτιακές Αρχές σε περίπτωση καταδίκης του, θα προχωρούσαν σε αναγκαστική κατάσχεση και δήμευση της περιουσίας του, τον παρότρυνε και τον έπεισε να την καταστήσει γενική πληρεξούσια και να της δώσει την εντολή να μεταβιβάζει τα περιουσιακά του στοιχεία, στην Ελλάδα, δήθεν εικονικά προς αυτή και σε άλλα μέλη της οικογένειας της, προκειμένου να αποφευχθεί η απώλεια αυτών.

Ο ενάγων, ευρισκόμενος σε άθλια ψυχολογική κατάσταση, από τον εγκλεισμό του στις φυλακές και τις απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης του, υπό το κράτος του φόβου και του πανικού, μιας καταδίκης, στην εσχάτη των ποινών, επείσθη από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις, εμπιστευόμενος την αδελφή του, ότι, η παροχή προς αυτήν εξουσίας γενικής αντιπροσωπεύσεως του, ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη, προς αποφυγή άμεσου κινδύνου κατάσχεσης της περιουσίας του. 'Ετσι, υπέγραψε το υπ'αριθμ. ......

πληρεξούσιο, στις φυλακές του Ζαναζίκ του Γενικού Προξενείου της Ελλάδας στο Κάϊρο, υπογραμμένο και από τον ίδιο τον Γενικό Πρόξενο ......, όπως προκύπτει από το Πληρεξούσιο-τελευταία σελίδα, απορριπτόμενων των περί ακυρότητας αυτού συνεπεία μη νομότυπης σύνταξης, αβασίμων σε κάθε περίπτωση ισχυρισμών του ενάγοντος που το πρώτον προβάλλονται.

Με το πληρεξούσιο αυτό, ο ενάγων παραχώρησε στην Χ2 εξουσία γενικής αντιπροσωπεύσεως του, προς εκποίηση της κινητής και ακίνητης περιουσίας του, στην Ελλάδα, όμως κατά την μεταξύ τους συμφωνία η εκποίηση θα ήταν εικονική.

Με βάση το πληρεξούσιο αυτό, η αδελφή του, άμεσα ενεργούσα, με το ....... προσύμφωνο πωλήσεως της Συμ/φου Αθηνών Ελευθερίας Μορφοπούλου Χρόνη, φέρεται να προσυμφωνεί, για λογαριασμό του ενάγοντος την πώληση ενός διαμερίσματος του δευτέρου ορόφου πολυκατοικίας, επί της οδού ....., εμβαδού 110 τμ. ιδιοκτησίας του ενάγοντος, προς τον σύζυγο της Χ , χωρίς να αναγράφεται το ποσό του τιμήματος, το οποίο φέρεται ότι, συμφωνήθηκε να καταβληθεί, σε άτοκες δόσεις, που θα εξοφλούνταν μετά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου. Η επίσπευση-σύνταξης και υπογραφής του· προσυμφώνου -αυτού και η έγκριση του προσυμφώνου, από τον ενάγοντα με την επιδίωξη της αδελφής του, με την από 9-6-90 δήλωση του, με επικυρωμένο το γνήσιο της υπογραφής του στη δήλωση, από τον Πρόξενο της Ελλάδος στο Κάϊρο, ώστε να μην χωρεί καμία αμφιβολία, και μάλιστα σε χρόνο που ακόμη δεν είχε γίνει η δίκη, και οι δαπάνες ενδεχομένως γι'αυτήν (δίκη) και από τους γονείς της εναγόμενης δεν ήταν σημαντικής έκτασης ώστε να δικαιολογούν την μεταβίβαση τόσο σημαντικού περιουσιακού στοιχείου, ενισχύει τους αγωγικούς ισχυρισμούς σχετικά με τον λόγο (εικονική μεταβίβαση) που η Χ2 προέβαλε, ώστε να πείσει τον ενάγοντα να δώσει πληρεξουσιότητα και μαρτυρεί τις προθέσεις της, για άμεση οικειοποίηση της περιουσίας του .

Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι, στην εν λόγω βεβαίωση εγκρίσεως του προσυμφώνου φέρεται να συμπεριλαμβάνεται στο κείμενο της (που είναι γραμμένο με μηχανικό μέσο) και η αναγνώριση προσυμφώνου αγοραπωλησίας ενός καϊκιού ιδιοκτησίας του ενάγοντος, προς τον αδελφό του, συμφωνία που δεν προέκυψε ότι, έγινε ποτέ, γεγονός που καταδεικνύει την προσπάθεια της Χ2 , που προφανώς συνέταξε το κείμενο αυτής, να πείσει τον ενάγοντα, για όσα ψευδώς του εξέθεσε περί εικονικής μεταβίβασης όλων των περιουσιακών του στοιχείων.

Στη συνέχεια η Χ2 κάνοντας χρήση του ιδίου πληρεξουσίου, στις 11.2.1994, μετά δηλαδή τέσσερα έτη δυνάμει του ...... συμβολαίου πωλήσεως του Συμ/φου Αθηνών Κων/νου Παπαδόπουλου, πώλησε και μεταβίβασε το παραπάνω διαμέρισμα, του οποίου κατά τον χρόνο της πωλήσεως η αντικειμενική αξία ανήρχετο σε 12.012.000 δρχ., στην θυγατέρα της εναγόμενη.

Στο συμβόλαιο αναφέρεται ως τίμημα πωλήσεως, το ποσό των 8.000.000 δρχ. το οποίο φέρεται ότι, κατέβαλε η αγοράστρία-εναγόμενη, σε μετρητά, προηγουμένως, εκτός συμβολαίου, προκειμένου, όπως αναγράφεται στο συμβόλαιο, να εξοφληθεί ο φερόμενος στο παραπάνω προσύμφωνο δικαιούχος, Χ (πατέρας της εναγόμενης), με το ποσό των 8.000.000 δρχ., που είχε λάβει ο κύριος του ακινήτου πωλητής (ενάγων), όπως προκύπτει από την από 28-5-1990 σχετική απόδειξη, σύμφωνα με τη ρητή δήλωση των συμβαλλομένων" (μητέρας της εναγόμενης και ιδίας).

Απόδειξη όμως, που να υπογράφεται από τον ενάγοντα ως πωλητή, δεν προσκομίζεται. Στο ίδιο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δηλώθηκε επίσης ότι, η πώληση του ακινήτου τελεί, υπό τον όρο εξωνήσεως από τον πωλητή, αντί του αυτού τιμήματος των 8.000.000 δρχ. και εντός προθεσμίας ενός έτους, από την υπογραφή του, όπως ειδικώτερα αναφέρεται.

Σε περίπτωση δε, που η εξώνηση λάβει χώρα μετά το έτος, τότε συμφωνήθηκε -κατά το συμβόλαιο- αναπροσαρμογή του τιμήματος, σύμφωνα με τις τρέχουσες τιμές των διαμερισμάτων και κατά ποσοστό, τουλάχιστον 20% επιπλέον του αρχικού κεφαλαίου αγοραπωλησίας, κατά έτος. Οι γονείς δηλαδή της εναγόμενης προβάλλοντας αξίωση κατά του ενάγοντος, για ισόποσες των 8.000.000 δρχ.

δαπάνες, προέβηκαν, εν αγνοία του ενάγοντος και χωρίς καμία μεταξύ τους συμφωνία, σε μεταβίβαση του διαμερίσματος του, προς την εναγόμενη, κάνοντας δολίως και παρανόμως, ωσαύτως χρήση του παραπάνω πληρεξουσίου. Η εκκαλούσα, προς απόκρουση των αγωγικών ισχυρισμών, περί απάτης, ισχυρίζεται ότι, οι γονείς της ξόδεψαν εξ ιδίων σημαντικά ποσά, άνω των 30.000.000 δρχ.

για την αντιμετώπιση των εξόδων του ενάγοντος και κυρίως για τις υπέρογκες αμοιβές των δικηγόρων. Ότι, προς τούτο ο πατέρας της, πώλησε και οικόπεδο, αντί τιμήματος 3.500.000 δρχ. με το ..... συμβόλαιο, ενώ με τις από 24-2-95 πρωτόδικες προτάσεις της, ισχυρίστηκε ότι, το αναγραφέν, ως τίμημα πωλήσεως του ενδίκου ακινήτου στο συμβόλαιο, των 8.000.000 δρχ., αποτελούσε, τουλάχιστον ισόποσες δαπάνες των γονέων της, για τον ενάγοντα.

Ως εκ τούτου ο ενάγων, προς εκπλήρωση των εν λόγω υποχρεώσεων του, εξουσιοδότησε την αδελφή του και μητέρα της Χ2 να πωλήσει για ίδιο λογαριασμό την περιουσία του. Επικαλείται δε και προσκομίζει και σειρά εγγράφων αποδείξεων, από τις οποίες φέρεται ότι, οι γονείς της, κατέβαλαν προς τον σκοπό αυτό, σημαντικά ποσά.

Τους ισχυρισμούς της εναγόμενης όμως διαψεύδει ο εξετασθείς με επιμέλεια του ενάγοντος μάρτυρας Ψ2 , αδελφός του ενάγοντος, όπως και της Χ2 ο οποίος επισκέφτηκε, περίπου 20 φορές τον ενάγοντα στις φυλακές και επίσης, ως μέλος της οικογένειας αμφοτέρων των διαδίκων είχε άμεση αντίληψη. Ειδικότερα κατέθεσε ότι, όταν πληροφορήθηκε η οικογένεια τις κινήσεις της αδελφής τους Χ2, σχετικά με το ακίνητο του ενάγοντος, με τις οποίες όλοι ήταν αντίθετοι, μετέβη στην Αίγυπτο και επισκέφθηκε τον αδελφό του, μαζί με την Χ2 .

Ενώπιον της δε, τον ρώτησε και εκείνος επιβεβαίωσε ότι, το πληρεξούσιο συνετάγη για να αποφύγει, όπως του είπε η Χ2 , την κατάσχεση της περιουσίας του και όχι, για να εκποιήσει τα περιουσιακά του στοιχεία. Τα παραπάνω ενισχύονται και από την ίδια την κατάθεση της Χ2 , που εξετάστηκε, ως μάρτυρας με επιμέλεια της εναγόμενης, η οποία, σε αντίθεση με όσα άλλα κατέθεσε ισχυρίστηκε και ότί, επιβεβαίωσε τον αδελφό της ότι, "τίποτα δεν θα πωλήσει μέχρι ο ίδιος να αποφυλακιστεί".

Αναφορικά επίσης με τους ισχυρισμούς της εναγόμενης ότι, όλα τα έξοδα του ενάγοντος καταβάλλονταν από τους γονείς της, η ίδια μάρτυρας παραδέχθηκε ότι, στις 10-11-89 όταν έφευγε για το Κάϊρο, ο πατέρας τους της έδωσε 9.000 δολλάρια (για την αντιμετώπιση των αμοιβών των Δικηγόρων). Επίσης, ο σύζυγος της Χ κατέθεσε ότι, ο αδελφός του ενάγοντος Ψ2 μάζεψε μαζί με τα άλλα αδέλφια του και τον πατέρα τους, 9.000 δολλάρια, τα οποία του έδωσαν, ότι έβαλε και αυτός άλλα 6.000 δολλάρια τα οποία απέστειλε, μέσω Τραπέζης στο Ελληνικό Προξενείο, για να πληρωθεί προκαταβολικά ο δικηγόρος.

Ο δε Ψ2 επ'αυτού επίσης κατέθεσε ότι, με το δικηγόρο συμφωνήθηκε αμοιβή 15.000 δολλάρια, προκαταβολικά και 15.000 δολλάρια με την απαλλαγή του ενάγοντος. 'Οτι, συνολικά έστειλαν 30.000 δολλάρια, ότι χρήματα έδιναν, όλα τα αδέλφια και ότι, η αδελφή τους Χ2 πλήρωσε, εξ ιδίων, μόνον τους δικηγόρους το έτος 1995, καταβάλλοντας συνολικά 2-3.000.000 δραχμές.

Επίσης ότι, μεταξύ τους τα αδέλφια, δεν κρατούσαν αποδείξεις, εννοώντας για τα χρήματα που έδιδαν -για τον ανωτέρω δηλαδή σκοπό- στην αδελφή τους Χ2 και το σύζυγο της, όπως παραπάνω, για να αντιμετωπισθούν τα έξοδα του ενάγοντος. Ανεξαρτήτως όμως των παραπάνω, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχτηκε ότι, για όποια χρήματα εξ ιδίων κατέβαλαν οι γονείς της εναγόμενης όπως και τα λοιπά αδέλφια του ενάγοντος και ο πατέρας τους, υπήρξε συμφωνία μετά του ενάγοντος ότι, αποτελούσαν δάνειο, προς τον ενάγοντα και όχι χάριν ελευθεριότητας, ούτε και ότι συμφωνήθηκε ο συμψηφισμός τους, με την εκποίηση των περιουσιακών στοιχείων του ενάγοντος, με το παραπάνω πληρεξούσιο.

Επομένως απορριπτέοι κρίνονται ως αβάσιμοι οι παραπάνω ισχυρισμοί της εκκαλούσας. Περαιτέρω, μετά την υπογραφή του συμβολαίου αυτού η εναγόμενη με εξώδικη δήλωση της, που κοινοποίησε στις 23-2-94 προς τον μισθωτή του διαμερίσματος Ζ1 , εμφανιζόμενη ως κυρία του διαμερίσματος, κάλεσε αυτόν να καταβάλλει πλέον, τα μισθώματα από 11-2-1994 και εξής, στην ίδια.

Τότε ο μισθωτής επικοινώνησε αμέσως με τη σύζυγο του ενάγοντος και ζήτησε την επιβεβαίωση του γεγονότος, της μεταβίβασης μέσω δε αυτής (συζύγου του) πληροφορήθηκε, το πρώτον, ο ενάγων για την μεταβίβαση του διαμερίσματος του στην εναγόμενη και ότι, αυτή κάθε άλλο παρά εικονική ήταν, αφού διεκδικούσε η εναγόμενη τα μισθώματα του διαμερίσματος που μέχρι τότε εισέπραττε η σύζυγος του ενάγοντος και τα διέθετε για την διαβίωση αυτής και της θυγατέρας της.

Αμέσως ο ενάγων, με την υπ'αριθμ. .....πράξη της Γενικής Προξένου της Ελλάδος στο Κάϊρο, που κοινοποίησε στην Χ2 , ανακάλεσε την προς αυτή, πληρεξουσιότητα και την κάλεσε να απόσχει από κάθε πράξη και ενέργεια, για λογαριασμό του. Και είναι γεγονός ότι, στην ως άνω ανακλητική πράξη αναφέρεται ότι ανακαλεί το .....

πληρεξούσιο, προς την αδελφή του, (με το οποίο όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του έδωσε σ'αυτήν εντολή να κάνει αγωγές εξώσεως προς τον ως άνω μισθωτή) και όχι, το ..... έγγραφο γενικής πληρεξουσιότητας, πλην όμως είναι σαφές από το περιεχόμενο της ανακλητικής πράξης ότι, τούτο οφείλεται σε παραδρομή, ως προς τον αναγραφόμενο αριθμό του πληρεξουσίου και δεν υπάρχει αμφιβολία, ούτε αμφισβητήθηκε άλλωστε, από την εναγόμενη, ότι, στην πραγματικότητα ο ενάγων εννοούσε και ανακάλεσε το ένδικο πληρεξούσιο με το οποίο την διόρισε γενική και ειδική πληρεξούσια αυτήν, ρητά αναφέρεται στην ανακλητική πράξη.

Ο ενάγων στη συνέχεια, άσκησε την κρινομένη αγωγή η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 23-1-95. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές, ότι η απάτη που μετήλθε η μητέρα της εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντος εξακολούθησε και μετά την υπογραφή του πληρεξουσίου, όπως δε προαναφέρθηκε, υπό τις ίδιες περιστάσεις η αδελφή του, του απέσπασε και την από 9-6-90 δήλωση εγκρίσεως του προσυμφώνου πωλήσεως του ακινήτου προς το σύζυγο της και πατέρα της εναγόμενης.

Ο ενάγων αντιλήφθηκε, για πρώτη φορά τις απατηλές προθέσεις της αδελφής του, με την κοινοποίηση, στις 23-2-94, όπως παραπάνω, προς τον μισθωτή του διαμερίσματος του, της εξώδικης δήλωσης από την εναγόμενη, οπόταν πληροφορήθηκε για την μεταβίβαση προς την εναγόμενη του ακινήτου και ότι αυτή δεν ήταν εικονική αφού η τελευταία επεδίωκε ως αληθής κυρία, την είσπραξη, για λογαριασμό της, των μισθωμάτων.

Από το χρονικό αυτό σημείο (23-2-94) μέχρι την επίδοση της αγωγής στην εναγόμενη (23-1-95) παρήλθε χρονικό διάστημα μικρότερο της διετίας.

Συνεπώς η αντένσταση του ενάγοντος, στην ένσταση της εναγόμενης, περί αποσβέσεως του δικαιώματος ακύρωσης της πληρεξουσιότητας λόγω παρόδου διετίας από την κατάρτιση της σύμβασης (αρθρ.157 εδ. 2 σε συνδ. με εδ. 1 ΑΚ) η οποία είναι, καθόλα ορισμένη, κατ'αντίθεση με όσα η εκκαλούσα ισχυρίζεται, είναι βάσιμη και κατ'ουσίαν και επομένως, το πληρεξούσιο έπρεπε ν'ακυρωθεί, λόγω απάτης (αρθρ. 147 ΑΚ). Η ακύρωση δε της πληρεξουσιότητας αίρει εξ υπαρχής, την ύπαρξη εξουσίας αντιπροσώπευσης και συνεπώς η κύρια δικαιοπραξία της πώλησης που συνομολογήθηκε στο όνομα του ενάγοντος, με το ....... συμβόλαιο, χωρίς πληρεξουσιότητα είναι άκυρη, εφόσον δεν εγκρίθηκε ούτε εκ των υστέρων (αρθρ. 229 ΑΚ) και θεωρείται ως μη γενόμενη (αρθρ. 180 ΑΚ). 'Ετσι κύριος του ακινήτου παραμένει ο ενάγων (ΑΚ 1033).

Συνεπώς ο ισχυρισμός της εναγόμενης που αποτελεί και λόγο εφέσεως ότι, ο ενάγων γνώριζε πέραν της διετίας, σε κάθε περίπτωση, τις προθέσεις της μητέρας της εναγόμενης για την αληθή μεταβίβαση του ακινήτου του ενάγοντος, προς αυτήν και επομένως ότι, αποσβέστηκε το δικαίωμα του, προς ακύρωση πρέπει ν'απορριφθεί.

ως κατ'ουσίαν αβάσιμος. Όπως, δε διευκρίνισε με την κατάθεση της, η εξετασθείσα, ως μάρτυρας, με επιμέλεια του ενάγοντος, σύζυγος του, Σεβαστή, ο ενάγων είχε μεν πληροφορίες από τα αδέλφια του για τις προθέσεις της μητέρας της εναγόμενης, όπως και από την ίδια (σύζυγο του) από το έτος 1992 που τον επισκέφτηκε και τον ενημέρωσε για αξιώσεις που η Χ2 προέβαλλε, σχετικά με την είσπραξη των μισθωμάτων (τα οποία όμως τελικά, εισέπραττε η σύζυγος του ενάγοντος) πλην όμως, ο ενάγων εμπιστευόμενος την αδελφή του, δεν πίστευε, ώσπου πληροφορήθηκε, κατά τα παραπάνω, την μεταβίβαση του ακινήτου του, όχι "κατά φαινόμενο" και τότε, αμέσως προέβη στην ανάκληση του πληρεξουσίου.

Και ήταν εύλογο ο ενάγων να μην ήταν σε θέση, λόγω της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία περιήλθε, της απομόνωσης του και μακροχρόνιας αποκοπής του, από την κοινωνία, με μόνη επικοινωνία με τους δικούς του, να διαγνώσει τις μη αγαθές προθέσεις της αδελφής του, την οποία υπεραγαπούσε, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες επιστολές του προς αυτή, και του γαμπρού του, ενόψει και της κατ'εξακολούθηση παραπλανητικής συμπεριφοράς των τελευταίων οι οποίοι αφού εξασφάλισαν το αυτοκίνητο του ενάγοντος, συνέχισαν, κατά τα άλλα να επισκέπτονται τον ενάγοντα στην Αίγυπτο και να εκδηλώνουν ενδιαφέρον για βελτίωση των συνθηκών κράτησής του συμμετέχοντες στη συλλογική προσπάθεια και των λοιπών μελών της οικογένειας του ενάγοντος, για την αφύπνιση της κοινής γνώμης και τη διάσωση του από τις φυλακές της Αιγύπτου, δημιουργώντας όμως με τον τρόπο αυτό και την πεποίθηση στον ενάγοντα ότι, δεν διατρέφει κανένα κίνδυνο, και θα τηρηθούν τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα, αναφορικά με το πληρεξούσιο.

Συνακόλουθα, προς όλα τα ως άνω που δέχεται ως πλήρως αποδεικνυόμενα το Δικαστήριο τούτο, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε τα ίδια και δέχθηκε κατ'ουσίαν την αγωγή, δεν έσφαλε αλλά ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και η έφεση πρέπει ν'απορριφθεί, στο σύνολο της, ως αβάσιμη".

Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο περιέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για τις συνθήκες που δόθηκε το ένδικο πληρεξούσιο, τη συμφωνία ότι οι μεταβιβάσεις θα είχαν χαρακτήρα εικονικό, την ανάκληση του πληρεξουσίου και γενικώς όλα εκείνα τα περιστατικά που θεμελιώνουν την απάτη, στο πρόσωπο της Χ2 και την συνεπεία αυτής ακυρότητα του ενδίκου πληρεξουσίου και εντεύθεν και του πωλητηρίου συμβολαίου, και, επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αντίθετος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-3-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 826/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήκοντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Ιουνίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ