Legislator Case Law & Legislation
1635/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility as grounds must be raised in the appeal petition, not in pre-hearing proposals.

Case Number 1635/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by heirs against a third-instance court decision regarding property inheritance. The appellants submitted pre-hearing proposals twenty days before the hearing to raise a ground for annulment alleging violations of the European Convention on Human Rights. The court ruled that such grounds must be exclusively set forth in the formal appeal petition or supplementary arguments, not in the pre-hearing proposals, rendering the appeal inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 560, 569, 577 of the Code of Civil Procedure; The grounds for annulment must be exclusively set forth in the appeal petition or supplementary arguments, not in pre-hearing proposals submitted prior to the hearing.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal grounds for annulment pre-hearing proposals Code of Civil Procedure supplementary arguments heirs inheritance property dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 569, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1635 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αγαθή Δερέ-Εισηγήτρια, Χριστίνα - Ζαφειρία Γαβριηλίδου, Μερόπη Τζουγκαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Δ. του Χ. και της Μ., 2) Φ. Δ. του Χ. και της Μ., κατοίκων ..., και (υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της Μ. συζ. Χ. Δ., το γένος Ι. και Β. Φ., η οποία απεβίωσε αδιάθετη, στη ..., στις ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Πεχλιβάνη, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων:1) Π., χήρας Β. Ζ., το γένος Τ. και Σ. Χ., κατοίκου ..., 2) Μ. ή Μ. Ζ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., 3) Μ. Ζ. του Α. και της Α., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ευφημία Ζαννή, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-6-2010 αγωγή της ήδη υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητης, την από 31-5-2010 αγωγή των ήδη υπό στοιχεία 2 και 3 αναιρεσιβλήτων και την από 12-6-2013 αγωγή της ήδη αποβιωσάσης Μ. συζ. Χ. Δ. καθώς και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 81/2017 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων - ήδη αποβιώσασα Μ. συζ. Χ. Δ., και τρίτοι ήδη μη διάδικοι, με την από 29-9-2017 αίτησή τους και τους από 27-12-2019 προσθέτους επ' αυτής λόγους.

Εκδόθηκε η 138/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση ως προς την προαναφερόμενη διάδικο και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 84/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-10-2022 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. [1] Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, κατά επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης έχει ως εξής : Η δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, και άλλοι τρίτοι μη διάδικοι, με την από 31-05-2010 και με αριθμ.

έκθ. κατ. 1152ΤΠ 109/31-05-2010 αγωγή τους, που κατέθεσαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας, κατά της Μ. συζ. Χ. Δ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, και τρίτων ήδη μη διάδικων, αφού εξέθεταν ότι είναι συγκύριοι κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, του αναφερόμενου οικοπέδου, έκτασης 1008 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "δρόμος ..." στη ..., με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ζήτησαν να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητα αυτών, επικαλούμενοι ότι οι εναγόμενοι αμφισβητούν αυτήν και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν σε καθεμία το ποσό των 30.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Παράλληλα, η πρώτη αναιρεσίβλητη - ενάγουσα με την από 15-06-2010 και αριθμ. έκθ. κατ. 1340ΤΠ 126/28-06-2010 αγωγή της, που κατέθεσε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Δράμας, κατά της αυτής παραπάνω Μ. συζ. Χ. Δ., δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, και τρίτων ήδη μη διάδικων, αφού επικαλέστηκε ότι κατέστη (συγ)κυρία, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, του ανωτέρω οικοπέδου, με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ζήτησε να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά της, επικαλούμενη αμφισβήτηση αυτής από τους εναγόμενους και να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να της καταβάλουν το ποσό των 45.000,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, από την αναφερόμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά.

Τέλος, η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Μ. συζ. Χ. Δ. και τρίτοι ήδη μη διάδικοι, με την από 12-06-2013 και με αριθμ. έκθ. κατ. 1008ΤΠ34 /04-07-2013 αγωγή τους, που κατέθεσαν στο ίδιο παραπάνω δικαστήριο, κατά των ήδη αναιρεσίβλητων - εναγόμενων, αφού εξέθετε ότι κατέστη (συγ)κύρια, κατά τα κατά 8,33334% εξ αδιαιρέτου και οι λοιποί (συγ)κύριοι, κατά τα αναφερόμενα ποσοστά, με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ενός ακινήτου, έκτασης 1039,22 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Σιδηροδρομικός Σταθμός" στη Δράμα, ζήτησαν να αναγνωριστεί (συγ)κυριότητα αυτών, κατά το προαναφερθέν ποσοστό, η παραπάνω ενάγουσα, επειδή οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσίβλητοι αμφισβητούν τη (συγ)κυριότητά της.

Επί των συνεκδικασθέντων αγωγών εκδόθηκε η με αριθμ. 6/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία απορρίφθηκαν οι ανωτέρω αγωγές χρηματικής ικανοποίησης ως μη νόμιμες, και η με αριθμ. 1008ΤΠ 34/04-07-2013 αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και έγιναν δεκτές οι έτερες δύο αγωγές κυριότητας, και αναγνωρίστηκαν οι αναιρεσίβλητες - ενάγουσες (συγ)κυρίες κατά ποσοστό 25%, 37,5% και 37,5% αντίστοιχα, του παραπάνω οικοπέδου.

Επί της από 05-03-2015 και με αριθμ. έκθ. κατ. 338ΕΦ23/05-03-2015 έφεσης της παραπάνω δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και της από 14-04-2015 και με αριθμ. έκθ. κατ. 534ΕΦ41/14-04-2015 έφεσης τρίτων μη διάδικων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η με αριθμ. 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανωτέρω έφεση των τρίτων και ως απαράδεκτη η έφεση της δικαιοπαρόχου των ήδη αναιρεσειόντων, επειδή ασκήθηκε εκπρόθεσμα.

Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησαν, μεταξύ άλλων, τρίτων, και η δικαιοπάροχος των ήδη αναιρεσειόντων, Μ. συζ. Χ. Δ., με την από 29-09-2017 αίτηση αναίρεσης και τους από 27-12-2019 πρόσθετους λόγους αυτής. Επ' αυτών, συνεκδικασθέντων, εκδόθηκε η με αριθμ. 138/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία, απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης των τρίτων ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η αίτηση αναίρεσης της εκκαλούσας Μ.

συζ. Χ. Δ., και παραπέμφθηκε, κατ' άρθρο 580 ΚΠολΔ, η υπόθεση στο Τριμελές Εφετείο Θράκης, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από αυτούς που δίκασαν προηγουμένως. Με την από 20-04-2021 κλήση εισήχθη στο προαναφερθέν δικαστήριο παραπομπής η συζήτηση της έφεσης της Μ. συζ. Χ. Δ., και επ' αυτής και των συνεκδικασθέντων από 15-02-2022 και με αριθμ.

έκθ. κατ.7/2022 πρόσθετων λόγων έφεσης, εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η με αριθμ. 84/13-09-2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, με την οποία απορρίφθηκαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι. Την αναίρεση της απόφασης αυτής, μετά τον επισυμβάντα, στις ..., θάνατο της εκκαλούσας - ενάγουσας - εναγόμενης, ήτοι μετά τη συζήτηση της έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής, ζητούν οι αναιρεσείοντες, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της Μ.

συζ. Χ. Δ. Η παραπάνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ.

[1] Κατά τη διάταξη του αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής, εκτός αν επέχουν θέση διατακτικού, ούτε μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 183/2023, ΑΠ 1323/2023, ΑΠ 1097/2022). Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 β' ΚΠολΔ (ΑΠ 285/2023, ΑΠ 1097/2022, ΑΠ 976/2020).

[2] Κατά το άρθρο 559 αρ. 18 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο αναιρετικός αυτός λόγος αναφέρεται σε κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την αναιρετική απόφαση, το οποίο μπορεί να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο. Η ανωτέρω δέσμευση του δικαστηρίου παραπομπής ισχύει για τον ίδιο τον 'Αρειο Πάγο, αν επανέλθει σ' αυτόν η υπόθεση με νέα αναίρεση ή ακόμη και αν την κρατήσει και τη δικάσει ως εφετείο (ΑΠ 965/2023, ΑΠ 1782/2022, ΑΠ 1491/2022).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 579 παρ. 1 εδ, α' ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνον εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση, κατά το άρθρο 580 παρ. 4 ΚΠολΔ οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν, και, κατά το άρθρο 581 παρ. 2 ΚΠολΔ η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση. Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό (ΑΠ 965/2023, ΑΠ 757/2023). Ως "νομικό ζήτημα" θεωρείται το εννοιολογικό περιεχόμενο που προσέδωσε η αναιρετική απόφαση στον κανόνα δικαίου, στην παράβαση του οποίου θεμελιώθηκε η αναίρεση, μπορεί δε αυτός να ανάγεται είτε στο ουσιαστικό είτε στο δικονομικό δίκαιο, για τους κατ' ιδίαν λόγους αναίρεσης που θεσπίζει το άρθρο 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1492/2023, ΑΠ 1282/2023, ΑΠ 1176/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης του δικαστηρίου της παραπομπής, εφόσον με το λόγο αυτό προσβάλλεται η απόφαση κατά το τμήμα της εκείνο κατά το οποίο συμμορφώθηκε προς την αναιρετική. Η ρύθμιση της διάταξης αυτής δικαιολογείται από το γεγονός ότι μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής οριοθετείται από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 580 παρ. 4 και 559 αρ. 18 ΚΠολΔ (ΑΠ 1491/2022, ΑΠ 1921/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενη : α) πλημμέλεια από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, διότι ενώ υποτίθεται ότι όφειλε να εξετάσει το τυπικά και κατ' ουσίαν περιεχόμενο της με αριθμ.

έκθ. κατ. 338ΕΦ 23/05-03-2015 έφεσης κατά της εκκαλούμενης, με αριθμ. 6/2015, οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, εξέτασε, κατά το αιτιολογικό αυτής, την από 08-10-2009 και με αριθμό κατάθεσης 128/08-10-2009 έφεση κατά της με αριθμό 68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με αιτιολόγηση που, ωστόσο, ουδεμία έχει σχέση με την από 08-10-2009 ένδικη έφεση, και β) πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι δεν συμμορφώθηκε με την 138/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης ως προς την αναιρεσείουσα, με το αιτιολογικό ότι εσφαλμένα κρίθηκε μ' αυτήν ότι η ασκηθείσα από την τελευταία έφεση ήταν εκπρόθεσμη, και το δικαστήριο παραπομπής, αν και όφειλε να επανεξετάσει το τύποις και ουσία περιεχόμενο της ένδικης, με αριθμ.

έκθ. κατ. 338ΕΦ 23/05-03-2015, έφεσης εξέτασε την παραπάνω από 08-10-2009 και με αριθμ. έκθ. κατ. 128/08-10-2009 έφεση, ήτοι άλλη έφεση, κατά της με αριθμ. 68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, ήτοι άλλης εκκαλούμενης απόφασης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το με στοιχείο -α- μέρος αυτού είναι απαράδεκτος, 1) λόγω αοριστίας διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται ποίες είναι οι αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ή στο με προσόντα διατακτικού αιτιολογικό, που εμποδίζουν την εκτέλεσή της, κ.λ.π.

και δεν προσδιορίζονται αυτές και η μεταξύ τους αντίφαση (ΑΠ 1147/2023, ΑΠ 1025/2017), 2) διότι δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης καθώς τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα δεν αναφέρονται σε αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού, από την οποία προκαλείται αοριστία ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο.

Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτουν τα εξής : Με τη με αριθμ. 138/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη η από 29-09-2017 αίτηση αναίρεσης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, Μ.

Δ., και αναιρέθηκε η με αριθμ. 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά την απόρριψη ως απαράδεκτης της από 05-03-2015 έφεσης κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 6/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, κρίνοντας ότι η εκεί προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, κήρυξε την παραπάνω έφεση απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής.

Ειδικότερα, με την αναιρετική απόφαση κρίθηκε ότι η εκκαλούμενη απόφαση, δημοσιευθείσα στις 14-01-2015, επιδόθηκε στην εκκαλούσα, Μ. συζ. Χ. Δ., στις 04-02-2015, και όχι στις 04-12-2014, όπως από παραδρομή αναγράφηκε στο πρωτότυπο της με αριθμ. ... έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Δράμας Κ. Χ., και, συνεπώς, με την κατάθεσή της, στις 05-03-2015, στη Γραμματεία του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, ασκήθηκε μέσα στην 30νθήμερη προθεσμία που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Επί της έφεσης, που επαναφέρθηκε με την από 20-04-2021 κλήση των καλούντων ήδη αναιρεσιβλήτων, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, ως δικαστήριο παραπομπής έκρινε ως προς την παραδεκτή άσκηση της έφεσης της εκκαλούσας Μ. συζ. Χ. Δ., τα εξής : " Η από 8-10-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 128/8-10-2009 έφεση, κατά της με αριθμό 68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους, ούτε από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 19, 495, 511, 513 παρ. 1, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Πρέπει, επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, εντός των ορίων που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προς εξέταση προαναφερομένων λόγων αυτής, κατά την ίδια διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ)". Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση, συμμορφούμενη με την αναιρετική απόφαση, διέλαβε στο σκεπτικό αιτιολογικό ότι η ένδικη έφεση είναι τυπικά δεκτή, αναγράφοντας, όμως, μόνο στο αιτιολογικό, από προφανή παραδρομή, ως στοιχεία της έφεσης το εσφαλμένο "8-10-2009 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 128/8-10-2009 έφεση", αντί του ορθού "05-03-2015 με αριθμ.

κατ. 338ΕΦ23/05-03-2015" και ως αριθμό της εκκαλούμενης απόφασης το εσφαλμένο "68/2009 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης" αντί του ορθού "6/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας". Στη συνέχεια, το Τριμελές Εφετείο Θράκης, με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού έκρινε επί της ουσίας την από 05-03-2015 και με αριθμ.

έκθ. κατ. 338ΕΦ 23/05-03-2015 έφεση και τους συνεκδικασθέντες από 15-02-2022 πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 6/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, απέρριψε την, με τα ορθά στοιχεία, έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατ' ουσίαν. Ειδικότερα, η ανωτέρω προφανής παραδρομή προκύπτει από την όλη διάρθρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αντικείμενο αυτής αποτελεί η ένδικη έφεση καθώς και οι συνεκδικασθέντες πρόσθετοι λόγοι αυτής, ενώ και στο διατακτικό αυτής διαλαμβάνεται, ρητά, ότι έγιναν τυπικά και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν η παραπάνω ένδικη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής.

Επομένως, το Εφετείο, συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση, και ο παραπάνω πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το στοιχείο -β- μέρος αυτού είναι καθ' ολοκληρίαν αβάσιμος. Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το με στοιχείο -γ- μέρος αυτού, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκθέτοντας ότι αν και υποτίθεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εξέτασε τη μη έχουσα σχέση με την ένδικη υπόθεση ανωτέρω 128/08-10-2009 έφεση προκύπτει, από το σύνολο του σκεπτικού της, ότι ουδεμία σχέση με την φερόμενη εξέταση της έφεσης αυτής αλλά η προσβαλλόμενη έχει σχέση με την ένδικη έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι τα επικαλούμενα δεν ιδρύουν το λόγο αυτό αναίρεσης, που αναφέρεται στην έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν συμμορφώθηκε με το διατακτικό της με αριθμ. 138/2021 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού με την οποία, κατά παραδοχήν του σχετικού λόγου της εκκαλούσας - τότε αναιρεσείουσας, αναιρέθηκε η με αριθμ. 87/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, για τον προεκτεθέντα λόγο και παραπέμφθηκε προς εκδίκαση η έφεση αυτής, και η παραπάνω αναιρετική απόφαση καθοδηγήθηκε από το γεγονός ότι οι λοιποί λόγοι αναίρεσης αλλά και ουσιαστικοί λόγοι και αιτιάσεις αυτής μπορούν να καταλήξουν στην κατ' ουσίαν αποδοχή της έφεσης και αγωγή αυτής αναγνώρισης κυριότητας με αιτιολογημένη απόφαση. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, ως αλυσιτελής διότι, στην προκείμενη περίπτωση, το δικαστήριο της παραπομπής συμμορφώθηκε προς το λυθέν νομικό δικονομικό ζήτημα με την παραπεμπτική απόφαση του Αρείου Πάγου, οπότε αποκλείεται, κατ' άρθρ. 562 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η θεμελίωση οποιουδήποτε λόγου αναίρεσης, ως προς το τμήμα εκείνο της απόφασης που συμμορφώθηκε, και, συνεπώς, δεν ιδρύεται ο επικαλούμενος από τον αρ. 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης.

ΙΙΙ. [1] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 1199 και 1033 ΑΚ, συνάγεται ότι η κυριότητα ακινήτου αποκτάται παραγώγως, με κληρονομική μεν διαδοχή, από τον θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί την κληρονομία με δημόσιο έγγραφο και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του ή αν εκδοθεί και μεταγραφεί κληρονομητήριο, με συμφωνία δε, μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ` αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, η οποία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή.

Για τη μεταβίβαση, με τους τρόπους αυτούς, της κυριότητας του ακινήτου, προϋπόθεση είναι ο αποβιώσας ή εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της να ήταν κύριος του ακινήτου (ΑΠ 515/2023, ΑΠ 1325/2022, ΑΠ 138/2021). [2] Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 983, 1045 και 1051 Α.Κ. ΚΠολΔ, εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού (έκτακτη χρησικτησία), εκείνος δε που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Η απόκτηση της νομής με ειδική διαδοχή γίνεται με άτυπη σύμβαση, μη υποκείμενη σε μεταγραφή ακόμη και αν αφορά ακίνητο, μεταξύ του μέχρι τώρα νομέα και του αποκτώντος και παράδοση της νομής του πράγματος στον αποκτώντα. Μεταβιβάζεται, επίσης, η νομή του κληρονομούμενου στους κληρονόμους αυτού, είτε εκ διαθήκης είτε εξ αδιαθέτου, ακόμη και αν αυτοί δεν αποκτούν τη φυσική εξουσία επί του κληρονομηθέντος πράγματος και δεν έχουν γνώση της επαγωγής της κληρονομιάς και των αντικειμένων αυτής, θεωρούνται δε αυτοί κατά πλάσμα του νόμου ως νομείς των κληρονομιαίων πραγμάτων, ο καθένας κατά τη μερίδα του, και χωρίς να απαιτείται αποδοχή της κληρονομίας και μεταγραφή, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο κληρονομούμενος είχε κατά το χρόνο του θανάτου του τη νομή του κληρονομηθέντος (ΑΠ 1117/2023, ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 626/2011).

Για να αποκτήσει ο κληρονόμος φυσική εξουσία επί κληρονομιαίου πράγματος πρέπει να καταλάβει το πράγμα σωματικά, ώστε η έννοια της ανωτέρω διάταξης (άρθρου 983 ΑΚ) είναι ότι στον κληρονόμο μεταβιβάζεται το δικαίωμα της νομής, δυνάμει του οποίου μπορεί πλέον αυτός να επιληφθεί του πράγματος και να ιδρύσει νέα φυσική εξουσία, ήτοι δική του νομή (ΑΠ 191/2023, ΑΠ 1612/2023, ΑΠ 1079/2019).

Προς απόκτηση νομής επί πράγματος απαιτείται η συνδρομή δύο στοιχείων στο πρόσωπο του αποκτώντος, δηλαδή, η βούληση εξουσίασης αυτού με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία ο χρησιδεσπόζων απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976-978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) (ΑΠ 764/2023, ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 121/2022).

Φυσική εξουσίαση υπάρχει όταν ασκούνται πάνω στο πράγμα πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και στον προορισμό του, έτσι ώστε το πράγμα, κατά την αντίληψη των συναλλαγών, να θεωρείται ότι βρίσκεται κατά τρόπο σταθερό στη διάθεση του νομέα (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1400/2022). Η νομή που άπαξ έχει κτηθεί, εξακολουθεί να διατηρείται από τον νομέα, εφόσον υφίσταται πάντοτε η θέλησή του να κατέχει το πράγμα και η επ' αυτού άσκηση φυσικής εξουσίας, αλλά δεν είναι απαραίτητο τη φυσική εξουσία να ασκεί διαρκώς και αδιαλείπτως δι' ενεργείας έργων επί του πράγματος, ούτε να είναι σε συνεχή εγρήγορση και να έχει αδιάκοπα κατευθυνόμενη τη διάνοια κυρίου προς αυτό.

Αρκεί να υφίσταται η δυνατότητα του νομέα να επενεργεί επί του πράγματος έργα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να απαιτείται οπωσδήποτε προσωπική επαφή του προς το πράγμα, αρκούσης της δυνατότητας προσέγγισης του νομέα προς το πράγμα και της δυνατότητας τούτου όπως αποκλείει τρίτο από τη φυσική εξουσία του (ΑΠ 1981/2022, ΑΠ 947/2022, ΑΠ 774/2021).

Πράξεις νομής διανοία κυρίου είναι και η εποπτεία, η επίβλεψη, η επίσκεψη, η καλλιέργεια, η παραχώρηση σε τρίτον με ή χωρίς αντάλλαγμα, η φύλαξη, η οριοθέτηση, η καταμέτρηση των διαστάσεών του, η περιτοίχιση και η ανοικοδόμηση, χωρίς να απαιτείται και ο ημερολογιακός προσδιορισμός των επί μέρους πράξεων μέσα στο χρόνο της χρησικτησίας, ενώ μόνη η σύνταξη συμβολαιογραφικής πράξης ή άλλων νομικών πράξεων, ή η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων, δεν αποτελεί πράξη νομής, εάν δεν συνδυάζεται και με άλλες εμφανείς πράξεις νομής στο επίδικο (ΑΠ 1033/2023, ΑΠ 1221/2022, ΑΠ 1555/2021). [3] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, και η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). [4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.

Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1491/2023). Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 1034/2023).

Στην περίπτωση που το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, με την αναίρεση δε, η μία αιτιολογία δεν πλήττεται καθόλου με λόγο αναίρεσης, ή πλήττονται μεν όλες, πλην όμως η προσβολή μιας απ' αυτές δεν τελεσφορεί, οι λόγοι αναίρεσης που προσβάλλουν τις λοιπές, είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αφού τυχόν αποδοχή τους, δεν επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στην μη πληγείσα ή μη πληγείσα αποτελεσματικά επάλληλη αιτιολογία (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1392/2023, ΑΠ 1147/2023,) και όχι συγχρόνως σε όλες τις αιτιολογίες (ΑΠ 784/2023, ΑΠ 2079/2022).

Η έλλειψη μείζονος πρότασης, η παράλειψη δηλαδή παράθεσης των διατάξεων στις οποίες ερείδεται το αγωγικό αίτημα, δεν καθιστά την απόφαση αναιρετέα. Ο κοινός νομοθέτης στο πεδίο της πολιτικής δίκης προβλέπει ως λόγο αναίρεσης την έλλειψη νόμιμης βάσης, "ιδίως αν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης" (άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ).

Ως αιτιολογίες, όμως, νοούνται στην διάταξη αυτή μόνο οι ουσιαστικές παραδοχές, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε (ΑΠ 1269/2023, ΑΠ 248/2023).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1029/2023, ΑΠ 820/2023). [5] Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδρασή στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται, με την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, οι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 1117/2023, ΑΠ 1070/2023, ΑΠ 713/2023).

Δεν αποτελούν πράγματα οι αρνήσεις (αιτιολογημένοι ή μη) ή οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, και προβάλλονται προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 347/2023, ΑΠ 1342/2022).

Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1404/2023, ΑΠ 1373/2023), ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 1533/2023, ΑΠ 1038/2023).

Δεν ιδρύεται ο λόγος, αν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη γεγονότα που προέκυψαν ή προσδιορίστηκαν ακριβέστερα από τις αποδείξεις, ακόμη και αν δεν διαλαμβάνονται στην ιστορική βάση της αγωγής, αν δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1334/2022, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 455/2021). Ο λόγος έφεσης αποτελεί πράγμα όταν με αυτόν υποβάλλεται παράπονο για την απόρριψη πρωτοδίκως αυτοτελούς ισχυρισμού του εκκαλούντος ή για την αποδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού του αντιδίκου και, συνεπώς, και οι αρνητικοί ισχυρισμοί αυτοτελών ισχυρισμών του αντιδίκου αποτελούν πράγματα όταν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ 1395/2022, ΑΠ 435/2019, ΑΠ 894/2011) όχι όμως τα κατ' ιδίαν επιχειρήματα ή αποδεικτικά μέσα που ο εκκαλών επικαλείται προς επίρρωση ή υποστήριξη της άρνησης της αγωγής ή της ένστασης.

IV. [1] Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι ένα οικόπεδο, έκταση 1.008 τ.μ κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τίτλους κτήσης, και 1007,93 τ.μ κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, κείμενο στη θέση "δρόμος ..." στη Δράμα, πλησίον του Σιδηροδρομικού Σταθμού, στο υπ' αριθμ. ...

οικοδομικό τετράφωνο αυτής, και συνορεύει γύρωθεν βόρεια σε πλευρά 33 μ. εν μέρει με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ε. Γ. και εν μέρει με οικόπεδο Γ. Λ., ανατολικά σε πλευρά 28 μ. με δρόμο Ιωνίας, νότια σε πλευρά 39 μ. με οικόπεδο ιδιοκτησίας Γ. Λ. και δυτικά σε πλευρά 28,70 μ. με οικόπεδο ιδιοκτησίας Ε. Μ. και με τμήμα του υπ' αριθ.

Ε.Τ ... ανταλλάξιμου οικοπέδου, το οποίο είναι άρτιο και οικοδομήσιμο. Το παραπάνω ακίνητο ως μέρος μείζονος ακινήτου ανήκε στον αρχικό δικαιοπάροχο των εναγουσών στις υπό στοιχείο Α και Β αγωγές Μ. ή Μ. Ζ., Μ. Ζ. και Π. συζ. Β. Ζ., Κ. Δ. του Ι., ο οποίος απέκτησε την κυριότητα του δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του τότε συμβολαιογράφου Δράμας Ι.

Γ. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ... με αριθμό ..., με συμβαλλόμενο μέρος την Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων. Επακολούθησε δικαστική διαμάχη της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και του Κ. Δ. σχετικά με τη διεκδίκηση κυριότητας έκτασης είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, μεταξύ της οποίας και η επίδικη, εκδόθηκαν δε η υπ' αριθμ. 464/1932 απόφαση του Πρωτοδικείου Δράμας και η υπ' αριθμ. 5/1933 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θράκης με τις οποίες υποχρεώθηκε η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος να παραδώσει τον αγρό έκτασης είκοσι (20) στρεμμάτων στον Κ.

Δ. Επομένως υφίσταται δεδικασμένο επί του ζητήματος αυτού με την έκδοση της ήδη τελεσίδικης υπ' αριθ. 5/1933 απόφασης του Εφετείου Θράκης, η οποία λαμβάνεται υπόψη ως δικαστικό τεκμήριο στην παρούσα δίκη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που έκρινε όμοια επί του ζητήματος τούτου, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και, επομένως, ο πέμπτος πρόσθετος λόγος εφέσεως ως προς το τέταρτο σκέλος του, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι συντάχθηκε σε μεταγενέστερο χρόνο η υπ' αριθμ. ... πράξη απόδοσης ακινήτου του Συμβολαιογράφου Δράμας Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ... με αριθμό ..., δυνάμει δε της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς από ιδιόγραφη διαθήκη που συνέταξε την ...

ο Κ. Δ., που αποβίωσε την 15-12-1944, και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ... με αριθμό ..., το ως άνω ακίνητο, μέρος ευρύτερης έκτασης είκοσι (20) περίπου στρεμμάτων, περιήλθε στην κυριότητα της κληρονόμου Γ. θυγατέρας Δ. Λ., η οποία με τη σειρά της δυνάμει του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου αγοραπωλησίας που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ... με αριθμό ..., το μεταβίβασε στη γιαγιά των εναγουσών της υπό στοιχείο A αγωγής, Μ. χήρα Α. Ζ., το γένος Α. Β. Η τελευταία απεβίωσε την 22-7-1989, καθιστώντας κληρονόμους της, δυνάμει της υπ' αριθ. ... δημόσιας διαθήκης, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αρ.

Γ3248Δ/303/31-8-1989 πρακτικό δημοσίευσης του Πρωτοδικείου Καβάλας, τη Μ. Ζ. και τη Μ. Ζ., ήτοι ενάγουσες της υπό στοιχείο Α αγωγής, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου κάθε μία από αυτές. Οι τελευταίες προέβησαν στη σύνταξη της υπ' αριθ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς ενώπιον της Συμβολαιογράφου Καβάλας Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

με αριθμό ... στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας, δια της μητέρας τους Α. χήρας Α. Ζ., η οποία νομίμως τις εκπροσωπούσε στην εν λόγω δικαιοπραξία, καθόσον ήταν ανήλικες. Με την ως άνω όμως διαθήκη, παραβιάστηκε το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του Β. Ζ. του Α., συζύγου της ενάγουσας Π. συζ. Β. Ζ., ο οποίος προέβη στην έγερση αγωγής σε βάρος της Μ.

Ζ. και της Μ. Ζ., επί της οποίας αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 91/1998 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, η οποία ήδη έχει καταστεί αμετάκλητη και με την οποία αναγνωρίστηκε το δικαίωμα νόμιμης μοίρας του τότε ενάγοντος, το οποίο ανερχόταν σε ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου και επί του επίδικου οικοπέδου. Ακολούθως, ο Β.

Ζ. προέβη σε αποδοχή κληρονομιάς δυνάμει της υπ' αριθμ. 90/2004 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Δράμας Μ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ... με αριθμό ... και μετέπειτα στη σύνταξη του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου δωρεάς εν ζωή της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ...

με αριθμό ..., με το οποίο μεταβίβασε το ποσοστό συγκυριότητας του στη σύζυγό του και νυν ενάγουσα της υπό στοιχείο Β αγωγής Π. συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ. Σημειωτέον, ότι τόσο κατά τον τίτλο κτήσης της ενάγουσας της υπό στοιχείο Β αγωγής, όσο και κατά τον τίτλο κτήσης των εναγουσών της υπό στοιχείο Α αγωγής το επίδικο ακίνητο εμφαίνεται να έχει έκταση 1.008 τ.μ.

Οι ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ αγωγής, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση, διατείνονται ότι το επίδικο οικόπεδο ανήκε στον αρχικό δικαιοπάροχο τους Κ. Φ. του Γ., ο οποίος το απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας ακινήτου του τότε συμβολαιογράφου Δράμας Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας στον τόμο ...

με αριθμό ..., από αγορά από το Θ. Α. Ειδικότερα, με βάση το παραπάνω συμβόλαιο ο Κ. Φ. του Γ. φερόταν να έλαβε στην κυριότητά του έκταση 1/3 των 3.600 τ.μ, ήτοι 1.200 τ.μ., αγρού, κείμενου στην περιφέρεια της Δράμας και στη θέση ..., με σύνορα ανατολικά με αγρό Χ. υιού Μ. Α., παλαιού ιδιόκτητου και νυν ανταλλαγέντος, δυτικά με αγρούς Π., του Ιμάμη της Δ.

Ο. Ε. και Σ. παλαιών ιδιοκτητών και νυν ανταλλαγέντων, βόρεια με τους αγρούς Α. Β. και νότια με τον αγρό του Σ. ιδιοκτήτη και νυν ανταλλαγέντων. Προς απόδειξη του ισχυρισμού τους ότι το παραπάνω ακίνητο ταυτίζεται με το επίδικο προσκόμισαν την από Οκτωβρίου 2008 τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ., η οποία συντάχθηκε για λογαριασμό των κληρονόμων Κ.

Φ., ο οποίος κατέληξε, κατόπιν έρευνας, στο παραπάνω συμπέρασμα, τονίζοντας ότι οι κορυφές του οικοπέδου οριοθετήθηκαν με βάση την υφιστάμενη κατάσταση, όπως αυτή αποτυπώθηκε επί του εδάφους και τη σύγκριση της με τα στοιχεία που προέκυψαν από την έρευνα των όμορων ιδιοκτησιών. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και ο τοπογράφος μηχανικός Γ.

Γ., ο οποίος στη συνταχθείσα τεχνική του έκθεση για λογαριασμό των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση, αναφέρει ότι η ιδιοκτησία Α., φερομένου ως αρχικού δικαιοπαρόχου των εναγόντων, καλύπτει ποσοστό 64,41% επί της ιδιοκτησίας του Κ. Δ., καλύπτοντας ταυτόχρονα και έκταση εμβαδού 185 τ.μ, επί της επίδικης έκτασης, ήτοι ποσοστό 17,92% επ' αυτής.

Περαιτέρω, την ... απεβίωσε ο Κ. Φ. καταλείποντας την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 26/8-5-1952 πρακτικό του Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία κατέστησε κληρονόμους του τους τρεις υιούς του, Ι., Π. και Φ., κατά ποσοστό 33,33% στον καθένα. Οι τελευταίοι όμως, ουδέποτε προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιάς, ενώ αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην ως άνω διαθήκη του Κ. Φ. καθόλου δεν περιγράφεται το επίδικο οικόπεδο. Αντιθέτως, οι τρεις πρώτοι ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ αγωγής, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση Μ. συζ. Χ. Δ., καθώς και οι Τ. Φ. και Φ. Φ., προέβησαν, δυνάμει των υπ' αρ. ... και 387/2009 δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Δράμας Ι. Κ., νομίμως μεταγραφεισών στον τόμο ... με αριθμούς ... και ..., στην αποδοχή της κληρονομιάς που τους κατέλειπε ο πατέρας τους Ι. Φ. του Κ., που απεβίωσε στις ..., χωρίς να αφήσει διαθήκη. Με την ως άνω αποδοχή εμφαίνεται να καταλείπεται σε καθένα από αυτούς ποσοστό 8,33334% εξ αδιαιρέτου και επί του επίδικου οικοπέδου.

Περαιτέρω, δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Δράμας Ι. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών στον τόμο ... με αριθμό ..., οι Κ. Φ., Α. συζ. Σ. Τ., το γένος Π. Φ. και Ε. Φ., προέβησαν σε αποδοχή της κληρονομιάς που κατέλειπε σε αυτούς ο αποβιώσας την ... πατέρας τους Π. Φ., δυνάμει της υπ' αριθμ. ... δημόσιας διαθήκης, νομίμως δημοσιευθείσας δυνάμει του υπ' αριθμ. 177/7-9-1993 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Με την διαθήκη αυτή ο τελευταίος κατέλειπε κληρονόμους τη σύζυγό του Δ. Φ., κατά ποσοστό 25%, και τα τέσσερα τέκνα του, κατά ποσοστό 18,75% κάθε ένα από αυτά. Στις ... επακολούθησε ο θάνατος της μητέρας τους Δ. Φ., με αποτέλεσμα οι τέταρτος, πέμπτη και έκτος των εναγόντων της υπό στοιχείο Γ αγωγής, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, να εμφαίνεται ότι κατέστησαν συγκύριοι, κατά ποσοστό 8,33333% εξ αδιαιρέτου, ο καθένας από αυτούς επί του επίδικου οικοπέδου.

Περαιτέρω, η εκκαλούσα μαζί με τους λοιπούς ενάγοντες της υπό στοιχείο Γ αγωγής, διατείνονται ότι την 23-9-2000 απεβίωσε η Φ. χήρα Φ. Φ., δίχως να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας μοναδικούς κληρονόμους της τον Δ. Σ. και την Α. Σ., τέκνα του προαποβιώσαντος αδελφού της Κ. Σ. και τους Β. Σ., τέκνο του προαποβιώσαντος αδελφού της Ζ.

Σ., και Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Α. και Ζ. Σ., τέκνο της προαποβιώσασας αδελφής της Ζ. Σ. Οι τελευταίοι προέβησαν στην υπ' αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομιάς της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου Δράμας, που μεταγράφηκε νόμιμα στον τόμο ... με αριθμό ... στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Δράμας. Με την ως άνω αποδοχή κληρονομιάς εμφαίνεται να περιήλθε στους Δ.

Σ. και Α. Σ. ποσοστό 5,5555% εξ αδιαιρέτου στον καθένα από αυτούς και στους Β. Σ. και την Κ. συζ. Β. Γ., το γένος Α. και Ζ. Σ., ποσοστό 11,11111% εξ αδιαιρέτου στον καθένα απ' αυτούς επί του επίδικου οικοπέδου. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι επί του επίδικου ακινήτου, ασκήθηκαν πράξεις νομής μόνο από τους ενάγοντες των υπό στοιχείο Α και Β αγωγών ήδη καλούντων - εφεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων αυτών τουλάχιστον έως το έτος 2009, δίχως αυτοί να ενοχληθούν από κανέναν.

Ειδικότερα, στο επίδικο οικόπεδο α) από το 1964 και μετέπειτα ο Σ. Β., φερόμενος αδελφός της Μ. χήρας Α. Ζ., γιαγιάς των εναγουσών της υπό στοιχείο Β αγωγής, προέβαινε σε σπορά του επίδικου οικοπέδου με σιτάρι και τριφύλλι, β) η ανωτέρω αναφερόμενη Μ. Ζ. φρόντισε για την περίφραξη του οικοπέδου με συρματόπλεγμα το έτος 1971, γ) οι ενάγουσες της Β' αγωγής, δεύτερη και τρίτη των εφεσιβλήτων, επέβλεπαν το ακίνητο διαμέσου της γειτόνισσας και οικογενειακής τους φίλης, Μ.

Η., στην οποία είχαν αναθέσει την ενημέρωσή τους για οτιδήποτε συνέβαινε εντός του οικοπέδου, δ) το 2002 επιχείρησαν να αναθέσουν στον μηχανικό Π. Κ. την οικοδόμηση του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής και μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων του ανέθεσαν την κατασκευή περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, ο οποίος προέβη σε σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος επί του οικοπέδου, ε) είχαν αναθέσει στον Α.

Α. τη διεκπεραίωση όλων των φορολογικών υποθέσεων επί του ακινήτου, αναφερομένου ενδεικτικώς του προσκομισθέντος εντύπου Ε9 για το έτος 2005, με αναφερόμενα ποσοστά 37,5% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου για κάθε μία από τις Μ. και Μ. Ζ. και στ) προηγήθηκε η έκδοση της προαναφερόμενης υπ' αριθ. 91/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που εκδόθηκε επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1751ΤΜ164/27-10-1992 αγωγής συμπλήρωσης νόμιμης μοίρας, η οποία αναγνώρισε δικαίωμα νόμιμης μοίρας στο Β.

Ζ. του Αναστασίου, ποσοστού 25% εξ αδιαιρέτου επί του επίδικου οικοπέδου.

Εξ άλλου, δεν δικαιολογείται επαρκώς για ποιο λόγο παρήλθε χρονικό διάστημα ογδόντα (80) και πλέον ετών από τη σύνταξη του αρχικού συμβολαίου αγοραπωλησίας του ακινήτου με αριθμό ... συμβολαίου, στο οποίο εμφαίνεται ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων της με στοιχείο Γ αγωγής, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση, αγόρασε το επίδικο ακίνητο από τον Θ.

Α., έως τις προαναφερόμενες αποδοχές κληρονομιάς στις οποίες προέβησαν οι ενάγοντες της με στοιχείο Γ αγωγής το έτος 2009, δίχως να έχει μεσολαβήσει οιαδήποτε διακατοχική πράξη νομής επί του ακινήτου, καθόσον ουδέποτε τα τέκνα του Κ. Φ., ο οποίος απεβίωσε την ..., καταλείποντας την με αριθμό ... δημόσια διαθήκη, Ι.

Φ., Π. Φ. και Φ. Φ. προέβησαν σε αποδοχή κληρονομιάς επί του εν λόγω ακινήτου, ούτε σε πράξεις που εκδήλωναν πρόθεση καθολικής εξουσίασης της ιδιοκτησίας τους, όπως π.χ. σύνταξη τοπογραφικών, διαρκής επίβλεψη του ακινήτου, αξιοποίηση αυτού. Επιπροσθέτως, σε πολλά τοπογραφικά και συμβολαιογραφικά έγγραφα, τα οποία προσκομίζονται, και τα οποία συντάχθηκαν σε ανύποπτες χρονικά στιγμές, αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια της επίδικης έκτασης η ενάγουσα Μ.

Ζ. και οι δικαιοπάροχοι αυτής. Ενδεικτικά αναφέρονται: α) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Δ. I. Φ., με συμβαλλόμενα μέρη των Ι. Α. και τη Μ. Α. που αφορά δικαιοπραξία επί ακινήτου οικοπέδου στη ... επί της οδού ... στο οικοδομικό τετράγωνο 566, έκταση 327,60 τ.μ., στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του οποίου, συντασσομένου από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Μ.

Μ., καταγράφεται ότι συνορεύει νότια με ιδιοκτησία της Μ. Ζ., β) το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων Κ. Α., Γ. Α. και Β. Γ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Δ. Χ. Π., το γένος Σ. Π., που αφορά δικαιοπραξία επί ακινήτου οικοπέδου στη ... επί της οδού ... στο οικοδομικό τετράγωνο ..., έκτασης 585 τ.μ, στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα του οποίου, συντασσομένου από τον πολιτικό υπομηχανικό Γ.

Ε., καταγράφεται ότι συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της Μ. Ζ., γ) το με ημερομηνία ... τοπογραφικό διάγραμμα του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας Δράμας, που αναφέρει ως ιδιοκτήτη μιας ευρύτερης αποδοθείσας έκτασης 20.319 τ.μ., που βρίσκεται στα με αριθμούς ... οικοδομικά τετράγωνα, τον δικαιοπάροχο των εναγουσών των υπό στοιχείο A και Β αγωγών Κ.

Δ., δ) τοπογραφικό διάγραμμα της ιδίας ως άνω υπηρεσίας (ΓΑΠ Δράμας) με ημερομηνία 20-08-1956, που αναφέρει ως ιδιοκτησία Κ. Δ. στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο το επίδικο οικόπεδο, ε) απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος της πόλης της Δράμας με ημερομηνία ..., το οποίο συντάχθηκε από το σχεδιαστή Γ. Δ. για αποτύπωση ιδιοκτησιών του Λ.

Κ. και του Α. Μ., στο οποίο αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια του γειτνιάζοντας επίδικου οικοπέδου η Μ. Ζ., στ) τα από ... και μηνός ... έτους ... τοπογραφικά διαγράμματα στα οποία προέβησαν ο πολιτικός υπομηχανικός Γ. Ε. και ο τοπογράφος μηχανικός Π. Ε., για λογαριασμό της Μ. Ζ. επί του επίδικου οικοπέδου. Από τα ανωτέρω, καταδεικνύεται καταρχήν ότι οι ενάγουσες της υπό στοιχείο Β Αγωγής, Μ.

Ζ. και Μ. Ζ., κατέστησαν συγκυρίες κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου, η κάθε μία και η ενάγουσα της Α' αγωγής, Π. συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ., κατέστη συγκυρία, κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου, τόσο με παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας, δυνάμει των προμνησθέντων τίτλων κυριότητας για κάθε μία από τις ενάγουσες, όσο και με πρωτότυπο τρόπο κτήσης κυριότητας, δυνάμει των προσόντων έκτακτης χρησικτησίας, καθόσον από το έτος 1930 και ένθεν οι δικαιοπάροχοι των εναγουσών και μετέπειτα οι ίδιες, ασκούσαν τις ως άνω διακατοχικές πράξεις νομής διανοία κυρίου.

Επομένως, ο ισχυρισμός που πρόβαλαν οι εναγόμενοι των υπό στοιχεία Α και Β αγωγών, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα - καθ' ης η κλήση περί κτήσης ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Επιπλέον, δεν τίθεται θέμα διακοπής του χρόνου χρησικτησίας το έτος 1992 υπέρ των εναγόμενων των με στοιχεία Α και Β αγωγών λόγω της έγερσης αγωγής από μέρους του Β.

Ζ. κατά της Μ. Ζ. και της Μ. Ζ., καθόσον, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 1049 ΑΚ, η διακοπή της χρησικτησίας επέρχεται μόνο υπέρ του ενάγοντος, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση υπέρ του Β. Ζ., και όχι υπέρ αυτών.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι με τις υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ... δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς και τη νόμιμη μεταγραφή αυτών στο Υποθηκοφυλακείο Δράμας, αλλά και με την τοποθέτηση πινακίδας πώλησης του οικοπέδου με φερόμενο πωλητή τον Φ. Φ., τον Απρίλιο του 2010, οι εναγόμενοι των υπό στοιχείο Α και Β αγωγών, μεταξύ των οποίων και η εκκαλούσα, αμφισβήτησαν την κυριότητα των εναγουσών κατά τα αναφερόμενα ως άνω ποσοστά συγκυριότητά τους.

Επομένως, υφίσταται έννομο συμφέρον των εναγουσών των υπό στοιχεία A και Β αγωγών και πρέπει αυτές να αναγνωριστούν συγκυρίες επί του επίδικου οικοπέδου κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσοστά συγκυριότητας. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με τις παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης δέχθηκε τα ανωτέρω και απέρριψε την με αριθμό κατάθεσης 1008ΤΠ34/4-7-2013 υπό στοιχείο Γ αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη και έκανε εν μέρει δεκτές τις υπ' αριθμ. 1340ΤΠ126/4-7-2013 και 1152ΤΠ109/31-5-2010 αγωγές (Α και Β) και αναγνωρίστηκαν οι ενάγουσες αυτών συγκυρίες επί του επιδίκου οικοπέδου, κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου η κάθε μία από τις Μ.

Ζ. και Μ. Ζ. και κατά ποσοστό 25% εξ αδιαιρέτου η Π. συζ. Β. Ζ., το γένος Τ. Χ., ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της έφεσης και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι....". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση της Μ.

συζ. Χ. Δ. και τους πρόσθετους λόγους αυτής, κατά της εκκαλούμενης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της αναιρεσείουσας - ενάγουσας και έγιναν δεκτές η από 15-6-2010 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, και η από 31-5-2010 αγωγή της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, και αναγνωρίστηκε η (συγ)κυριότητα των αναιρεσιβλήτων επί του επίδικου ακινήτου, κατά ποσοστό 25%, 37,5% και 37,5%, αντίστοιχα.

Ειδικότερα, με τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε : 1) Ότι η πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων έγιναν (συγ)κυρίες του επίδικου ακινήτου, έκτασης 1.008 τ.μ και 1007,93 τ.μ κατά νεότερη εμβαδομέτρηση, που βρίσκεται στη θέση "δρόμος ..." στη Δράμα, πλησίον του Σιδηροδρομικού Σταθμού, στο υπ' αριθμ. ... οικοδομικό τετράγωνο αυτής, κατά ποσοστό 25%, 37,50% και 37,50%, αντίστοιχα, ως περιλαμβανόμενο στους τίτλους κυριότητας αυτών, α) με παράγωγο τρόπο και δη η πρώτη αναιρεσίβλητη, με το αριθμ. ...

συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή της συμβ/φου Δράμας Μ. Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και η δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες με την αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβ/φου Καβάλας Α. Π., που μεταγράφηκε νόμιμα, ως αποκτήσασα η πρώτη από τον αληθή (συγ)κύριο Β. Ζ., στον οποίο είχε περιέλθει με τη με αριθμ. 90/2004 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβ/φου Δράμας Μ.

Τ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και η δεύτερη και τρίτη αναιρεσίβλητες ως αποκτήσασες από την αληθή κυρία κληρονομούμενη, αποβιώσασα στις 22-7-1989, Μ. χήρας Α. Ζ., στην οποία είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από την αληθή κυρία Γ. θυγατέρα Δ. Λ., στην οποία είχε περιέλθει νόμιμα με τη με αριθμ. ...

δήλωση αποδοχής κληρονομίας, που μεταγράφηκε νόμιμα, ως μέρος ευρύτερου ακινήτου, ως κληρονόμου, δημοσιευθείσας νόμιμα ιδιόγραφης διαθήκης, του αποβιώσαντος, στις 15-12-1944, κληρονομούμενου Κ. Δ., αληθή κυρίου, στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του με αριθμ. ... συμβολαίου ανταλλαγής ακινήτων του συμβ/φου Δράμας Ι.

Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα, σε συνδυασμό με την ... πράξη απόδοσης ακινήτου του συμβ/φου Δράμας Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, και β) με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, ασκώντας οι αναιρεσίβλητες πράξεις νομής διανοία κυρίου, προσιδιάζουσες στη φύση και τον προορισμό του επίδικου ακινήτου (επίβλεψη από τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων του επίδικου ακινήτου δια της γειτόνισσας και οικογενειακής τους φίλης, Μ.

Η., το έτος 1992 αγωγή συμπλήρωσης νόμιμης μοίρας, και στο επίδικο ακίνητο, από τον δικαιοπάροχο της πρώτης αναιρεσίβλητης, Β. Ζ., δικαστικός αγώνας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και έκδοση απόφασης το έτος 1998, το έτος 2002 επιχείρηση από τις αναιρεσίβλητες για ανάθεση στον μηχανικό Π. Κ. της οικοδόμησης του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, ανάθεση κατασκευής περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος επί του οικοπέδου, ανάθεση στον Α.

Α. φορολογικών δηλώσεων του επίδικου ακινήτου, υποβολή έντυπου Ε9 για το έτος 2005), συνεχίζοντες και προσμετρώντας η πρώτη αναιρεσίβλητη τη νομή του δικαιοπαρόχου της, Β. Ζ., και ο Β. Ζ. και δεύτερη, τρίτη αναιρεσίβλητες την από το έτος 1946 νομή της δικαιοπαρόχου τους, Μ. χήρας Α. Ζ. μέχρι τον επισυμβάντα στις ...

θάνατό αυτής, (σπορά του επίδικου ακινήτου δια του Σ. Β., από το 1964, με σιτάρι και τριφύλλι, περίφραξη από τη Μ. Ζ., με συρματόπλεγμα το έτος 1971, διάθεση με διαθήκη) και των απώτερων δικαιοπαρόχων τους Γ. Λ., από το 1946, και Κ. Δ. από το έτος 1930 (αποδοχή κληρονομίας - αγοραπωλησία του ακινήτου - ανταλλαγή του ακινήτου με την Εθνική Τράπεζα - δικαστικός αγώνας του Κ.

Δ. με την Εθνική Τράπεζα). 2) Ότι το επίδικο ακίνητο δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους κυριότητας της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, Μ. συζ. Χ. Δ. και των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων αυτής. 3) Ότι στο επίδικο ακίνητο δεν άσκησαν πράξεις νομής διανοία κυρίου η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Μ. συζ.

Χ. Δ., ούτε οι φερόμενοι (συγ)κύριοι αυτής (Τ. Φ., Φ. Φ., Κ. Φ., Α. Φ., Ε. Φ., Δ. Σ., Α. Σ., Β. Σ., Κ. συζ. Β. Γ.) πριν από το έτος 2009, ούτε οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι αυτών (Ι. Φ., Δ. Φ., Φ. χήρα Φ. Φ., Π. Φ., Φ. Φ., Κ. Φ. του Γ. και Θ. Α.). 4) Ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων αμφισβήτησε την κυριότητα των αναιρεσιβλήτων, το έτος 2009, με τη σύνταξη αποδοχής κληρονομίας.

[2] Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1847, 1192 αρ. 1, 1194, 1198, 974, 1045, 1051 του Α.Κ., τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενόψει του ότι στην απόφασή του υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοιά τους αναλύθηκε στη νομική σκέψη, που προηγήθηκε και του συμπεράσματος του δικανικού συλλογισμού κτήσης (συγ)κυριότητας με παράγωγο τρόπο ως προς την πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητη.

Επίσης τα δεκτά γενόμενα παραπάνω πραγματικά περιστατικά άσκησης πράξεων νομής, μεταξύ των οποίων, άπαξ περίφραξη, το έτος 1971, του οικοπέδου από τη μάμμη της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, επίβλεψη του επίδικου δια της Μ. Η., επιχείρηση ανάθεσης σε μηχανικό της ανοικοδόμησης του επίδικου με το σύστημα της αντιπαροχής, ανάθεση φορολογικών υποθέσεων σε λογιστή, η εκδίκαση της με αριθμ. 1751ΤΜ/164/27-10-1992 αγωγής του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης σε βάρος των λοιπών αναιρεσιβλήτων για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας, και στο επίδικο ακίνητο, και η έκδοση, το έτος 1998, της σχετικής δικαστικής απόφασης, σπορά του επίδικου με σιτάρι και τριφύλι, υποβολή δήλωσης Ε9 το έτος 2005, επιχείρηση ανάθεσης στον μηχανικό Π.

Κ. της οικοδόμησης του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, ανάθεση κατασκευής περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, συνδυαζόμενες μεταξύ τους και όλες οι πράξεις νομής που αναφέρονται παραπάνω, συνιστούν εμφανείς πράξεις διανοία κυρίου, και, κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά υφίστατο η δυνατότητα αυτών να επενεργούν επί του επίδικου ακινήτου και να αποκλείουν τρίτο από τη φυσική εξουσία του, πράξεις που πληρούν τις προϋποθέσεις κτήσης κυριότητας από όλες τις αναιρεσίβλητες με τον πρωτότυπο τρόπο έκτακτης χρησικτησίας και της μη κτήσης κυριότητας από την δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, Μ.

συζ. Χ. Δ., και τους άμεσους και απώτερους δικαιοπάροχους αυτής με παράγωγο τρόπο και με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Παράλληλα, με αυτά που δέχθηκε και έτσι έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απόκτησης της (συγ)κυριότητας του επίδικου ακινήτου από την πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητη - ενάγουσες, με παράγωγο τρόπο, και απ' όλες τις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, και της μη κτήσης (συγ)κυριότητας από την δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων, Μ.

συζ. Χ. Δ., και τους άμεσους και απώτερους δικαιοπάροχους αυτής, με παράγωγο η/και με πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και οι έκτος, όγδοος και ενδέκατος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, από τις αυτές παραπάνω πλημμέλειες, για ευθέως και εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, α) επικαλούμενοι ότι με τις τεχνικές εκθέσεις του Γ.

Γ., τοπογράφου μηχανικού, και το τοπογραφικό διάγραμμα του Κ. Χ. ενώ διαπίστωσε εμπράγματη ασυμφωνία του ακινήτου που αφορούν οι δύο αγωγές των αναιρεσιβλήτων και του ακινήτου που αφορά η αγωγή της εκκαλούσας - ενάγουσας, Μ. συζ. Χ. Δ., με εσφαλμένη τοποθέτηση αυτής της διάφορης εμπράγματης πραγματικότητας στους ισχύοντες νομικούς κανόνες κτήσης κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες, με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, όλως αναιτιολόγητα, αντιφατικά και αποδεικτικά ανεδαφικά καταλήγει να δεχθεί ότι τα δύο επίδικα ακίνητα είναι δήθεν ταυτόσημα, έτσι ώστε να κάνει δεκτές τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων - εναγόντων και να απορρίψει την αγωγή της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων, με την οποία ζητούσε να αναγνωριστεί η (συγ)κυριότητά της επ' αυτού, την οποία όφειλε η προσβαλλόμενη απόφαση να κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και β) επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εφάρμοσε τους κανόνες για έκτακτη χρησικτησία σε εν μέρει διαφορετικό ακίνητο από αυτό που αποτυπώνεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις που αποτυπώνουν το ιστορικό του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή θεώρησε ως αποκτηθέν από τους αναιρεσίβλητους, μέσω των κανόνων της έκτακτης χρησικτησίας, ενός ακινήτου, που η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρει ότι είναι όλω ή εν μέρει διάφορο με βάση αυτό που αποτυπώνεται στις συμβολαιογραφικές πράξεις της Μ.

συζ. Χ. Δ., επεκτείνοντας περισσότερα και διάφορα εμπράγματα δικαιώματα στις αναιρεσίβλητες. Οι αιτιάσεις αυτές είναι απαράδεκτες, διότι : 1) αποτελούν πραγματικά επιχειρήματα των αναιρεσειόντων που συνάγονται από την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, ενόψει του ότι το καταληκτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια, και 2) υπό την επίφαση συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις ανωτέρω επικαλούμενες πλημμέλειες (αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση: 1) με τον τρίτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι : α) ότι δεν διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ο χρόνος θανάτου του Κ. Δ., προκειμένου να κριθεί το υποστατό ή άκυρο της δημοσίευσης των 14/1945 πρακτικών δημοσίευσης ιδιόγραφης διαθήκης του κληρονομούμενου Κ.

Δ., στα οποία (πρακτικά) δεν μνημονεύεται ο θάνατος ούτε ληξιαρχική πράξη θανάτου αυτού, ούτε σύνθεση του δικαστηρίου αποτελούμενη εξ ολοκλήρου από δικαστές, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητες να μην αποκτήσουν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο και πρωτότυπο τρόπο, επειδή η απώτερη δικαιοπάροχος αυτών Γ.

Λ. δεν κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο, με τη με αριθμ. ... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του ανωτέρω κληρονομουμένου και β) ότι η παραπάνω συλλογιστική ατέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης συνεπάγεται την έλλειψη στοιχειώδους στοιχείου της έννοιας της απόφασης, που προβλέπεται από το άρθρο 305 αρ. 5 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίζεται ως αναγκαίο περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης και το αιτιολογικό αυτής και 2) με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη τον 4ο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο η δικαιοπάροχος τους ισχυρίστηκε ότι, για τους ανωτέρω λόγους, δεν απέκτησε κυριότητα με παράγωγο τρόπο η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Λ., που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, λόγω αλυσιτέλειας, διότι τα επικαλούμενα δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης, καθώς αφορά την κτήση κυριότητας, με παράγωγο τρόπο, από την απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, Γ. Λ., ήτοι αφορά πλεοναστική αιτιολογία, καθώς δεν πλήττεται επιτυχώς η κτήση κυριότητας της απώτερης δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης - άμεσης δικαιοπαρόχου της δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων, Μ.

χήρα Α. Ζ. με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, με άσκηση πράξεων νομής διανοία κυρίου από το έτος 1946 για χρόνο μεγαλύτερο της εικοσαετίας, μέχρι τον επισυμβάντα στις ... θάνατό αυτής, ενόψει ότι, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η βούληση εξουσίασης με διάνοια κυρίου και η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα, υφίσταται ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, με την οποία η χρησιδεσπόζουσα Μ.

χήρα Α. Ζ., απέκτησε τη νομή, εάν δηλαδή αυτή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο, κατά τις διατάξεις των άρθρων 976 - 978 και 983 του ΑΚ ή σε πρωτότυπο τρόπο με την κατάληψη του ακίνητου, αφού δεν απαιτείται νόμιμος τίτλος ή οποιοσδήποτε άλλος όρος για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με τον πιο πάνω πρωτότυπο τρόπο, και, συνεπώς, ο δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, Β.

Ζ., και η πρώτη και δεύτερη των αναιρεσίβλητων απέκτησαν, με παράγωγο τρόπο, κυριότητα από αληθή κυρία ούτε πλήττεται επιτυχώς ο πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απ' όλες τις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες, από τις οποίες ο δικαιοπάροχος της πρώτης αναιρεσίβλητης, και η πρώτη και δεύτερη αναιρεσίβλητη απέκτησαν ίδια νομή από την κληρονομούμενη, Μ.

χήρα Α. Ζ., η οποία κατά το χρόνο θανάτου της ήταν νομέας του επίδικου, με προσμέτρηση και της νομής της άμεσης και απώτερης δικαιοπαρόχου αυτών. Επιπροσθέτως, και κυρίως, οι παραπάνω αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης κατά το με στοιχείο 1-β- μέρος αυτών είναι απαράδεκτοι διότι δεν ιδρύεται η επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ στην περίπτωση παράβασης διάταξης δικονομικού δικαίου (ΑΠ 1553/2023, ΑΠ 1226/2022), όπως είναι αυτή του άρθρου 305 ΚΠολΔ (ΑΠ 138/2021, ΑΠ 6/2010).

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ένατο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση : 1) για πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη εσφαλμένα εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1193, 1195 και 1198 ΑΚ, ως προς την κτήση κυριότητας από την τρίτη αναιρεσίβλητη, Μ.

Ζ., με τον παράγωγο τρόπο της αποδοχής κληρονομίας, με τη με αριθμ. ... αποδοχή κληρονομίας, διότι αρκέστηκε σε λιγότερα πραγματικά περιστατικά απαιτούμενα από τις προαναφερθείσες διατάξεις, και ειδικότερα, αρκέστηκε στην κτήση της κυριότητας χωρίς μεταγραφή της ανωτέρω αποδοχής κληρονομίας στα βιβλία μεταγραφών του οικείου υποθηκοφυλακείου του ακινήτου, 2) για πλημμέλεια από τον 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι αν και διαλαμβάνεται ότι έλαβε χώρα η παραπάνω αποδοχή κληρονομίας από την τρίτη αναιρεσίβλητη και ότι κατέστη κυρία για την αιτία αυτή, δεν διαλαμβάνεται ότι μεταγράφηκε η αποδοχή κληρονομίας στη μερίδα της στο οικείο υποθηκοφυλακείο του ακινήτου, και 3) με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη τον 1ο πρόσθετο λόγο της δικαιοπαρόχου τους, ότι δεν απέκτησε η τρίτη αναιρεσίβλητη κυριότητα με παράγωγο τρόπο, διότι δεν μεταγράφηκε στην μερίδα της στο οικείο υποθηκοφυλακείο, η παραπάνω αποδοχή κληρονομίας.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απαράδεκτοι. 1) Διότι είναι αλυσιτελείς καθόσον δεν πλήττονται επιτυχώς η επάλληλη αιτιολογία της απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας από την τρίτη αναιρεσίβλητη με έκτακτη χρησικτησία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της. 2) Διότι είναι αόριστοι καθόσον δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι η δικαιοπάροχος αυτών προέβαλε τον ισχυρισμό αυτό στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ουσίας, ούτε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι ότι πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο, ούτε ότι προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Το γεγονός ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 1779/2022, ΑΠ 1446/2022) και το ανωτέρω απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους προβλεπόμενους από τη διάταξη του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, ακόμη και σε εκείνους από τους αρ. 1 και 19 αυτού (ΑΠ ΑΠ 1779/2022, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 259/2017).

Επίσης δεν γίνεται μνεία στο αναιρετήριο, ως έδει, ότι πρόκειται για ισχυρισμό που προβλήθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο επειδή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ούτε αναφέρεται το γεγονός αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 1591/2023, ΑΠ 1728/2022). Οι αναιρεσείοντες, με τους αυτούς παραπάνω λόγους αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αρ. 1α και 19 του ΚΠολΔ, με ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 974, 1051, 1045 ΑΚ, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενοι οι αναιρεσείοντες ότι, λόγω μη μεταγραφής της ...

δήλωσης αποδοχής στη μερίδα αυτής, δεν μπορεί να συνυπολογιστεί υπέρ αυτής: α) ο χρόνος νομής της δικαιοπαρόχου της, Μ. χήρας Α. Ζ. πριν τον επισυμβάντα στις ... θάνατο αυτής, β) ο χρόνος μετά την 21-05-2009 διότι ασκούσε πράξεις νομής η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων, Μ. συζ. Χ. Δ. και λοιποί (συγ)κύριοι, απώτεροι δικαιοπάροχοι των οποίων είναι ο Κ.

Φ., βα) με μεταγραφή της με αριθμ. ... διπλής δήλωσης αποδοχής κληρονομίας του άμεσου και απώτερου δικαιοπαρόχου της Μ. Δ., η οποία ανατρέχει αναδρομικά στον επισυμβάντα, στις ..., χρόνο θανάτου του πατέρα της, Ι. Φ., και ως προς τον τελευταίο στον επισυμβάντα, στις ... θάνατό του πατέρα αυτού, ββ) με σύνταξη του από 31-10-2008 τοπογραφικού διαγράμματος του επίδικου ακινήτου, και βγ) με υποβολή στις 28-12-2008 δήλωσης στο Εθνικό Κτηματολόγιο περί της (συγ)κυριότητας αυτής στο επίδικο ακίνητο.

Οι λόγοι αυτοί κατά το με στοιχείο -α- μέρος αυτού είναι αβάσιμος, διότι κατά τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά η Μ. χήρα Α. Ζ., κατά το χρόνο θανάτου της, ήταν νομέας του επίδικου ακινήτου και επ' αυτού, ως εκ διαθήκης (συγ)κληρονόμος αυτής, απέκτησε η τρίτη αναιρεσίβλητη ίδια αυτής νομή, ενώ δεν απαιτείται να έχει λάβει χώρα η σύνταξη και η μεταγραφή της αποδοχής κληρονομίας από την τρίτη αναιρεσίβλητη.

Κατά τα λοιπά αλλά και καθ' ολοκληρίαν ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση θεμελίωσης των ανωτέρω πλημμελειών πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, για την οποία, κατ' άρθρο 559 ΚΠολΔ, έκρινε το δικαστήριο ουσίας ανέλεγκτα αναιρετικά, κατά τα προεκτεθέντα, ότι πράξεις νομής διανοία κυρίου ασκούσαν, διαδοχικά, στο επίδικο ακίνητο από το έτος 1930 μέχρι την άσκηση της αγωγής ο απώτατος δικαιοπάροχος, οι απώτεροι και άμεσοι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων και οι τελευταίοι.

Περαιτέρω, ο ενδέκατος λόγος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον 1ο και 7ο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, με τους οποίους ισχυρίστηκε η δικαιοπάροχος τους ότι άσκησε τις αναφερόμενες πράξεις νομής διανοία κυρίου είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τους παραπάνω λόγους έφεσης και τους απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμους.

Η αιτίαση : 1) με τον έκτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, για πλημμέλεια από τον αρ. 1 (και κατ' εκτίμηση 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 1033 επ. κα 1846 επ. ΑΚ, επειδή, κατά τις παραδοχές φέρεται η αποδοχή κληρονομίας και η μεταγραφή αυτής από την Γ.

Λ. να έγιναν το έτος 1936 και, αντιφατικώς, ο θάνατος του κληρονομούμενου (Κ. Δ.) να επήλθε το έτος 1944 και 2) με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενος ότι δεν έλαβε υπόψη τον 7ο πρόσθετο λόγο με τον οποίο πρόβαλε τα προαναφερθέντα, είναι αβάσιμοι.

Και, τούτο, διότι από προφανή παραδρομή κατά την περιγραφή του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας από την απώτερη δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι, με τη μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ. ... αντί του ορθού ... αποδοχή κληρονομίας έγινε αυτή κυρία με παράγωγο τρόπο του επίδικου ακινήτου.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, 1) με τον έκτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1045 και 974 ΑΚ δεχόμενο ότι αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου η αναφορά ότι συνορεύει το ακίνητο τρίτων με την επίδικη ιδιοκτησία της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας Μ.

Ζ. και των δικαιοπαρόχων αυτής : α) στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα στο με αριθμ. ... συμβόλαιο σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Δ. I. Φ., που αφορά δικαιοπραξία τρίτων για ακίνητο στο ο.τ. με αριθμ. ..., στο οποίο καταγράφεται ότι συνορεύει νότια με ιδιοκτησία της Μ. Ζ., β) στο προσαρτώμενο τοπογραφικό διάγραμμα της αριθμ. ...

αποδοχής κληρονομιάς των κληρονόμων Κ. Α., Γ. Α. και Β. Γ., για ακίνητο στο ο.τ. ..., καταγράφεται ότι συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησία της Μ. Ζ., γ) στο από ... τοπογραφικό διάγραμμα του Γραφείου Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας Δράμας, που αναφέρει ως ιδιοκτήτη μιας ευρύτερης αποδοθείσας έκτασης 20.319 τ.μ., που βρίσκεται στα με αριθμούς ...

οικοδομικά τετράγωνα, τον δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Κ. Δ., δ) σε τοπογραφικό διάγραμμα της ιδίας ως άνω υπηρεσίας (ΓΑΠ Δράμας) με ημερομηνία 20-08-1956, που αναφέρει ως ιδιοκτησία Κ. Δ. στο με αριθμό ... οικοδομικό τετράγωνο, το επίδικο οικόπεδο, ε) στο απόσπασμα ρυμοτομικού διαγράμματος της πόλης της Δράμας με ημερομηνία ..., το οποίο συντάχθηκε από το σχεδιαστή Γ.

Δ., για αποτύπωση ιδιοκτησιών του Λ. Κ. και του Α. Μ., στο οποίο αναφέρεται ως ιδιοκτήτρια του γειτνιάζοντος επίδικου οικοπέδου η Μ. Ζ., και στ) στα από ... και μηνός ... έτους 2009 τοπογραφικά διαγράμματα στα οποία προέβησαν ο πολιτικός υπομηχανικός Γ. Ε. και ο τοπογράφος μηχανικός Π. Ε., για λογαριασμό της Μ. Ζ. επί του επίδικου οικοπέδου και 2) με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη τον 7ο πρόσθετο λόγο αυτής, με τον οποίο ισχυρίστηκε ότι τα προαναφερθέντα δεν αποτελούν πράξεις νομής διανοία κυρίου.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης με στοιχεία -α-, -β-, -γ-, -δ-, -ε- είναι αβάσιμοι διότι στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Και τούτο διότι από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν αναφέρθηκε στα ανωτέρω έγγραφα τρίτων (ως εμφανών πράξεων νομής των αναιρεσιβλήτων για την κτήση κυριότητας αυτών στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία) αλλά χρησιμοποίησε αυτά ως επιχείρημα ενισχυτικό της κρίσης του ως προς την κτήση κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες με έκτακτη χρησικτησία, διότι εμφαίνονται στα ανωτέρω έγγραφα (συμβόλαια και τοπογραφικά διαγράμματα) τρίτων οι προαναφερθέντες ως ιδιοκτήτες.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης κατά το με στοιχείο -στ- είναι αβάσιμοι διότι η σύνταξη αυτών σε συνδυασμό με τις αναφερόμενες στις παραδοχές πράξεις νομής (επίβλεψη από τις δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων του επίδικου ακινήτου δια της γειτόνισσας και οικογενειακής τους φίλης, Μ. Η., 2002 επιχείρηση ανάθεσης στον μηχανικό Π.

Κ. της οικοδόμησης του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής, ανάθεση κατασκευής περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, έτος 1995, υποβολή έντυπου Ε9) αποτελούν εμφανείς πράξεις νομής διανοία κυρίου. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, από τον αρ. 8β (κατ' εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον 3ο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο η δικαιοπάροχός του επικαλέστηκε ότι το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στους τίτλους (συγ)κυριότητας, παράγωγο και πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας της δικαιοπαρόχου τους Μ.

συζ. Χ. Δ., και όχι στους τίτλους κυριότητας των αναιρεσιβλήτων και έχουν ουσιώδη επίδραση στην υπόθεση, διότι θα εγένετο δεκτή η αγωγή της και όχι αυτές των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι από την παραπάνω επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον παραπάνω λόγο έφεσης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο. [3] Κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, και οι υπάρχουσες αποδείξεις δεν είναι επαρκείς προς τούτο, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.

Έτσι, η απόρριψη, ρητά ή σιωπηρά, του σχετικού αιτήματος του διαδίκου, χωρίς παραδοχές ότι χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, δεν δημιουργεί τον από το άρθρο 559 αρ. 9 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1897/2022, ΑΠ 681/2022, ΑΠ 1525/2022), ούτε τον από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠοΔ, αφού η σχετική αίτηση, δεν αποτελεί πράγμα με την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, έστω και αν αποτέλεσε λόγο έφεσης (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1334/2018, ΑΠ 119/2016). Οι από τους 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες δεν ιδρύονται επί παραβάσεων κανόνων δικονομικού δικαίου, ήτοι κανόνων που καθορίζουν τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, όπως είναι οι δικονομικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ (ΑΠ 309/2023, ΑΠ 996/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση με τον δεύτερο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών : α) για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου απέρριψε το αίτημα της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων για διενέργεια πραγματογνωμοσύνης για την ταυτότητα του ακινήτου, διότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποφάνθηκε ότι δεν απαιτούνταν ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης, αν και η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση παραθέτει ουσιαστικά ότι με βάση την τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Γ. και τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ήτοι και χωρίς την τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Κ. Χ., υφίσταται σαφής και εμπράγματη αντιπαράθεση αναφορικά με τις διεκδικούμενες εμπράγματες καταστάσεις και αγωγικές αιτήσεις των αντιδίκων, β) για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση χωρίς εμπεριστατωμένη αιτιολόγηση κατέληξε ότι δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης για τη διερεύνηση του ανωτέρω αιτήματος της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων και γ) για πλημμέλεια από τον αρ. 8β (κατ' εκτίμηση ενδέκατου λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ) επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω αίτημα.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι καθ' ολοκληρίαν απαράδεκτοι : οι με στοιχεία -α- και -β- διότι δεν ιδρύονται οι επικαλούμενοι λόγοι αναίρεσης επειδή οι διατάξεις του άρθρου 368 ΚΠολΔ είναι δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, και κατά το με στοιχείο -γ- διότι δεν αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ δεν δύναται να εκτιμηθεί ότι πρόκειται για πλημμέλεια του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή κατά τα εκτιθέμενα στο αναιρετήριο υφίσταται παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι στην προκείμενη υπόθεση δεν απαιτούνται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης και τέχνης.

[4] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο δέχεται "πράγματα" με την έννοια που προαναφέρθηκε στον αμέσως παραπάνω λόγο αναίρεσης, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί για αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για τα "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά (ΑΠ 707/2023, ΑΠ 274/2021). Ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, ύστερα από εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν με επίκληση, καταλήξει σε έστω και εσφαλμένη για τα "πράγματα" κρίση, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (ΑΠ 504/2023, ΑΠ 1284/2022).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες 1) από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη, τους, παραδεκτώς, υποστηριχθέντες παρακάτω ισχυρισμούς της δικαιοπαρόχου αυτών, Μ.

συζ. Χ. Δ. : α) ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων, Κ. Δ. δικαιώθηκε στη δικαστική διαμάχη με την Ε.Τ.Ε. κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά την έκδοση της 464/1932 απόφασης του Πρωτοδικείου Δράμας και 5/1993 απόφασης του Εφετείου Θράκης, για το ακίνητο, μέρος του οποίου αποτελεί το επίδικο, και του αποδόθηκε αυτό δυνάμει της ...

πράξης απόδοσης ακινήτου του συμβ/φου Δράμας Ε. Ζ., που μεταγράφηκε νόμιμα, όμως η ΕΤΕ επιφυλάχθηκε να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης και να ασκήσει εναντίον του διεκδικητική αγωγή, χωρίς να προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι εκδόθηκε απόφαση επί της αναίρεσης και της διεκδικητικής αγωγής και ότι ενώ με το ...

συμβόλαιο ανταλλαγής, νόμιμα μεταγραμμένου, αυτός αποκτά από την ΕΑΠ ακίνητο 16.500 τ.μ., τα δικαστήρια του επιδικάζουν 20.000 τ.μ. και στην πράξη απόδοσης αποδίδονται 19.762 τ.μ., η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι ο Κ. Δ. κατέστη κύριος έκτασης 20.000 τ.μ. μέρος της οποίας είναι το επίδικο που στη συνέχεια περιήλθε λόγω κληρονομιάς στην Γ.

Λ., την οποία η τελευταία αποδέχθηκε και μετά ταύτα μεταβίβασε, λόγω πώλησης (... συμβόλαιο) στην δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, β) ότι το επίδικο ακίνητο ως μέρος του όλου δεν ανήκε στην Ε.Α.Π., διότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν.δ/τος 22/5/1926 αλλά στην Ε.Τ.Ε., και, συνεπώς, με την πράξη ανταλλαγής δεν απέκτησε κυριότητα και ότι η απώτερη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.

Λ., και, στη συνέχεια, η Μ. χήρα Α. Ζ. δεν κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο και γ) ότι η διαφορά για την κυριότητα της μεταβιβασθείσας έκτασης ήταν διαφορά μεταξύ ΕΤΕ και ΕΑΠ η οποία έπρεπε να επιλυθεί μεταξύ αυτών, 2) από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι αν και οι αναιρεσίβλητοι δεν πρότειναν ισχυρισμό ότι το ακίνητο που αποδόθηκε από την Ε.Τ.Ε., δυνάμει της παραπάνω ...

πράξης απόδοσης, έκτασης 20.000 τ.μ., έχει σχέση με το διεκδικούμενο από αυτές ακίνητο και ότι η ίδια (δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων) υποστήριξε ότι το ακίνητο που διεκδικεί η ίδια δεν είχε περιέλθει στον Κ. Δ., η προσβαλλόμενη απόφαση όλως αυθαιρέτως ταύτισε τα ακίνητα και ενέταξε την παραπάνω πράξη απόδοσης ακινήτου (...) ως βασικό τμήμα της παράγωγης κτήσης κυριότητας από τους δικαιοπαρόχους των αναιρεσιβλήτων και, στη συνέχεια, διαδοχικά, από τις αναιρεσίβλητες.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τους αυτούς παραπάνω τέταρτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση : 1) για πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, και, ειδικότερα, ότι δέχθηκε ως βασικό τμήμα του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί του επιδίκου την ...

πράξη απόδοσης, καθώς ούτε οι ίδιοι υποστήριξαν κάτι τέτοιο ούτε η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων και ούτε οι αναιρεσίβλητες αντιτάχθηκαν αποδεικτικά στους ισχυρισμούς της σχετικά με το εμπράγματο περιεχόμενο της πράξης απόδοσης και 2) για πλημμέλεια από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι αναιτιολόγητα το Εφετείο προέβη :α) "στην τοποθέτηση" της ...

πράξης στη στοιχειοθέτηση του παράγωγου τρόπου κτήσης κυριότητας από τις αναιρεσίβλητες επί του επίδικου ακινήτου, καθώς ουδόλως προέβη έστω και σε στοιχειώδη αιτιολόγηση με ποιο σκεπτικό ενέταξε το περιεχόμενο της πράξης στο ακίνητο των αναιρεσίβλητων και β) ενώ η άνω πράξη αναφέρεται στην τεχνική έκθεση του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Γ. ως προς το γεωτεμάχιο 1, ο οποίος αναφέρει ότι αυτό προέρχεται από την αρχική ιδιοκτησία του Κ. Δ., η οποία με βάση το ... συμβόλαιο είναι 16.500 τ.μ., με την ... πράξη απόδοσης είναι 19.762 τ.μ., με την έκθεση πρακτικών δημοσίευσης διαθήκης (...-1945) είναι 20.000 τ.μ. όπως και στην ... αποδοχή κληρονομιάς, όλως αναιτιολόγητα και σε πλήρη αντίθεση με το σκεπτικό της ανωτέρω έκθεσης η προσβαλλόμενη απόφαση εντάσσει την πράξη απόδοσης σε μια σειρά μεταβιβάσεων παραγώγου τρόπου κτήσης κυριότητας που αφορούν το διάφορο από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων διεκδικούμενο ακίνητο, εντάσσοντας αυτό ανεπίτρεπτα στις εμπράγματες διεκδικήσεις των αναιρεσιβλήτων.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση στους αρ. 8 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτοι, καθώς δεν ιδρύονται διότι δεν αποτελούν πράγματα ως αλυσιτελείς ισχυρισμοί, και κατά το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση στον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως αλυσιτελείς, επειδή πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με την κτήση κυριότητας με παράγωγο τρόπο με αποδοχή κληρονομίας (...) και δωρεά (...) και μάλιστα, κατά το σκέλος αυτής που απέκτησαν οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους με παράγωγο τρόπο και δεν πλήττεται επιτυχώς η επάλληλη ισοδύναμη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την κτήση κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με έκτακτη χρησικτησία που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της, αλλά ούτε και κατά το μέρος που η δικαιοπάροχος, Μ.

χήρα Α. Ζ., κατά το χρόνο θανάτου της είχε καταστεί κυρία με έκτακτη χρησικτησία, και, στη συνέχεια, απέκτησαν ίδια νομή οι αναιρεσίβλητες, και με προσμέτρηση της νομής Β. Ζ. και της ανωτέρω δικαιοπαρόχου τους, και ως προς την πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων με παράγωγο τρόπο ως αποκτήσασες από αληθείς κυρίους (Β.

Ζ. και Μ. χήρα Α. Ζ.). Σε κάθε περίπτωση, οι προαναφερθέντες λόγοι αναίρεσης είναι απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση θεμελίωσης στις επικαλούμενες πλημμέλειες, πλήττεται η ανέλεγκτη, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο ουσίας.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον όγδοο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτού, μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 8α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης που δεν προτάθηκαν από τις αναιρεσίβλητες - ενάγουσες, διότι δεν αναφέρονται στην αγωγή, και, ειδικότερα, ως προς τις πράξεις νομής των αναιρεσιβλήτων - εναγουσών επί του επιδίκου ακινήτου, έγινε δεκτό ότι αυτές (οι αναιρεσίβλητες) το νέμονται, διενεργώντας τις προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής, α) από το 1964 και μετέπειτα ο αδελφός της μάμμης των δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων προέβαινε σε σπορά του επίδικου οικοπέδου με σιτάρι και τριφύλλι β) περίφραξη του οικοπέδου από την μάμμη των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων, με συρματόπλεγμα το έτος 1971, γ) επίβλεψη, από τις ανωτέρω αναιρεσίβλητες, του ακινήτου δια της Μ.

Η., δ) το 2002 επιχείρηση οικοδόμησης του οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής και μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων του ανάθεση της κατασκευή περίφραξης προς αντικατάσταση της ήδη καταστραφείσας, ε) ανάθεση στον Α. Α. τη διεκπεραίωση όλων των φορολογικών υποθέσεων επί του ακινήτου, αναφερομένου ενδεικτικώς του προσκομισθέντος εντύπου Ε9 για το έτος 2005, στ) έκδοση της παραπάνω με αριθμ. 91/1998 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, επί της 1751ΤΜ164/27-10-1992 αγωγής του δικαιοπαρόχου της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενώ στις αγωγές τους ανέφεραν την σπορά τριφυλλιού από τη μάμμη τους από το έτος 1946 μέχρι το έτος 1976, τακτές εκχωματώσεις, εκκαθαρίσεις με την απομάκρυνση των απορριμμάτων από το έτος 1989 μέχρι σήμερα, οριοθέτηση αυτού με συρματόπλεγμα τα έτη 1958 και τα έτη 1989, και επίβλεψη αυτού με συχνές καταμετρήσεις από πολιτικούς μηχανικούς από το έτος 1989 μέχρι σήμερα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης (όγδοος) κατά τα οικεία αυτά μέρη του είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν πράγματα με την έννοια του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά αποτελούν γεγονότα που προέκυψαν ή προσδιορίστηκαν ακριβέστερα από τις αποδείξεις, και ως εκ τούτου το Εφετείο είχε δυνατότητα να τα λάβει υπόψη του ακόμη και αν δεν διαλαμβάνονται στην ιστορική βάση των ένδικων αγωγών, διότι στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν επήλθε μεταβολή της ιστορικής βάσης αυτών.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, διότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του τον 9ο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο επικαλέστηκαν ότι οι αναιρεσίβλητες στην αγωγή τους δεν ανέφεραν τις παραπάνω με στοιχεία -α-, -β-, -γ-, -δ-, -ε- και -στ- πράξεις νομής για την κτήση κυριότητας απ' αυτές με έκτακτη χρησικτησία.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος διότι δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι το δικαστήριο ουσίας κατά το σχηματισμό του δικαστικού πορίσματος αυτού λαμβάνει υπόψη και γεγονότα που προέκυψαν ή προσδιορίστηκαν ακριβέστερα από τις αποδείξεις, ακόμη και αν δεν διαλαμβάνονται στην ιστορική βάση των ένδικων αγωγών, διότι στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στους ανωτέρω λόγους αναίρεσης, δεν επήλθε μεταβολή της ιστορικής βάσης αυτών.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον έκτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών προβάλλουν την αιτίαση από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι δέχθηκε ότι οι αναιρεσίβλητες απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας, χωρίς απόδειξη, επειδή στηρίχθηκε σε ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, και δη τη με αριθμ. 479/2013 ένορκη βεβαίωση.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι από την παραπάνω παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι στην παραπάνω κρίση του στηρίχθηκε σε όλα τα αποδεικτικά μέσα, και δη στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αυτοί, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν αυτοί, μεταξύ των οποίων και την 479/2013 ένορκη βεβαίωση, η οποία, κατά τα κατωτέρω, δεν είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. [5] Κατά τη διάταξη από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει.

Ο λόγος αυτός ιδρύεται εφόσον το δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή άλλης επιτευκτικής διαδικαστικής πράξης, έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει, ήτοι όταν το Δικαστήριο λάβει υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν περιλαμβάνεται στα περιοριστικά, καθοριζόμενα από το άρθρο 339 ΚΠολΔ, αποδεικτικά μέσα ή όταν περιλαμβάνεται μεν σ' αυτά, αλλά δεν επιτρέπεται η χρήση του στη συγκεκριμένη περίπτωση (Ολ ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1038/2023, ΑΠ 1893/2022).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της με τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση του αποδεικτικού μέσου, όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του αποδεικτικού μέσου, κατ' αναλογική εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ (ΑΠ 1607/2022, ΑΠ 1746/2022).

Δεν ιδρύεται, όμως, ο λόγος αυτός, όταν τα αποδεικτικά αυτά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη, παρόλο ότι δεν έγινε νόμιμη επίκληση τους, αναφέρονται σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσκομιδή (ΑΠ 885/2021, ΑΠ 776/2021).

Σε περίπτωση που το Δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο συντρέχει σωρευτικά και ο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 λόγος αναίρεσης (ΑΠ 510/2023, ΑΠ 538/2022). Οι ένορκες βεβαιώσεις, που προβλέπονταν από το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, και λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση, στη συνέχεια, από τα άρθρα 421 - 424 ΚΠολΔ, όπως αυτά αντικαταστάθηκαν αρχικά με το ν. 4335/2015 και στη συνέχεια και το ν. 4842/2021, αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, το οποίο αναφέρεται ρητά και στην περιοριστική απαρίθμηση των νόμιμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 ΚΠολΔ, και, επομένως, πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 1905/2023).

Στις διατάξεις των άρθρων 422 και 424 ΚΠολΔ, όπως αυτές τροποποιήθηκαν με το ν. 4335/2015 οριζόταν ότι "1. Ο διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2.

Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3.... " (άρθρο 422) και "Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγούμενων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων" (άρθρο 424). Επακολούθησε ο ν. 4842/13-10- 2021, ο οποίος, κατά την διάταξή του άρθρου 120 εδ. 2 αυτού, άρχισε να ισχύει για τις κατωτέρω τροποποιήσεις από 01-01-2022, και ο οποίος, πλην άλλων, με το άρθρο 23 τροποποίησε το άρθρο 424 ΚΠολΔ, ως ακολούθως: " Ένορκη βεβαίωση σε δίκη για την οποία δίδεται δεν λαμβάνεται υπόψη, ούτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όταν:

α) δεν έχει γίνει εμπρόθεσμη κλήση του αντιδίκου, β) δίδεται ενώπιον άλλου από τα αναφερόμενα στο άρθρο 421 όργανα ή σε διαφορετικό τόπο, ημέρα και ώρα από αυτήν που αναφέρεται στην κλήση, γ) η κλήση δεν αναφέρει το ονοματεπώνυμο του μάρτυρα, την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τον τόπο, την ημέρα και την ώρα που θα δοθεί, και δ)......

Ένορκη βεβαίωση κατά παράβαση των λοιπών διατάξεων λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν συντρέχει δικονομική βλάβη του αντιδίκου", ενώ με την διάταξη του άρθρου 116 παρ. 1β', όπως αυτή διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 Ν. 4871/10-12-2021, όρισε ότι οι διατάξεις του άρθρου 424 εφαρμόζονται και για τις εκκρεμείς υποθέσεις. Με την τροποποίηση δηλαδή του άρθρου 424 ΚΠολΔ περιορίστηκαν οι περιπτώσεις, που η ένορκη βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψη, στην παραβίαση των περιοριστικά αναφερόμενων στη διάταξη ουσιωδών παραβάσεων λήψης τους, ενώ για τις λοιπές παραβάσεις, που κρίνονται ως επουσιώδεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η παράλειψη αναφοράς, στην επιδιδόμενη στον αντίδικό του προσκομίσαντος την ένορκη βεβαίωση κλήση, του επαγγέλματος του μέλλοντος να εξετασθεί μάρτυρα, ορίζεται πλέον ότι η ένορκη βεβαίωση λαμβάνεται υπόψη, εκτός αν ο αντίδικος του προσκομίσαντος αυτήν επικαλεσθεί και αποδείξει δικονομική βλάβη του από την παράβαση αυτή (ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 1477/2023, ΑΠ 1905/2022).

Οι διατάξεις αυτές δεν εφαρμόζονται επί ένορκων βεβαιώσεων που λήφθηκαν πριν από την από 01-01-2016 έναρξη ισχύος του ν. 4355/2015, κατά τη γενικότερη αρχή του διαχρονικού δικονομικού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 21 εδ. α ΕισΝΚΠολΔ, (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 138/2021, ΑΠ 977/2020, ΑΠ 1175/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι με τον πρώτο λόγο έφεσης ισχυρίστηκαν ότι οι αναιρεσίβλητες δεν απέκτησαν κυριότητα στο επίδικο ακίνητο με παράγωγο τρόπο, επειδή η απώτερη δικαιοπάροχος αυτών Γ.

Λ. δεν κατέστη κυρία με παράγωγο τρόπο, με την αναφερόμενη, μεταγραφείσα νόμιμα, με αριθμ. ... αποδοχής (από ιδιόγραφη διαθήκη) κληρονομίας από αυτήν του κληρονομούμενου Κ. Δ., για την απόδειξη του οποίου η προσβαλλόμενη απόφαση :1) έλαβε υπόψη το με αριθμό 14/1945 πρακτικό του Πρωτοδικείου Δράμας, περί δημοσίευσης και κήρυξης ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης του Κ.

Δ., το οποίο είναι άκυρο και ανυπόστατο, επειδή δεν μνημονεύεται σ' αυτό ο τόπος και ο χρόνος θανάτου του ανωτέρω κληρονομούμενου, ούτε η ληξιαρχική πράξη θανάτου, η δε σύνθεση του δικαστηρίου δεν αποτελείται εξ ολοκλήρου από δικαστές, και το Εφετείο, παρά το νόμο, παρέλειψε να κηρύξει αυτό ως απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες από τους αρ. 11α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, 2) έλαβε υπόψη ιδιόγραφη διαθήκη η οποία ουδέποτε προσκομίστηκε με νόμιμη επίκληση από τις αναιρεσίβλητες, υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους πλήττονται οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης για την κτήση από τις αναιρεσίβλητες της κυριότητας του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο, είναι απαράδεκτοι, καθ' ολοκληρίαν, ως αλυσιτελείς, διότι δεν πλήττεται επιτυχώς η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την κτήση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με τον πρωτότυπο της έκτακτης χρησικτησίας που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της.

Και, τούτο, ανεξαρτήτως της αοριστίας τους ως προς το με στοιχείο -2- μέρος του ανωτέρω λόγου, διότι, χωρίς να αμφισβητείται η επίκληση από τις αναιρεσίβλητες της ... αποδοχής κληρονομίας (κληρονόμου) από ιδιόγραφη διαθήκη, δεν μνημονεύεται στο αναιρετήριο η διαθήκη με βάση την οποία έλαβε χώρα η αποδοχή, καθώς στην περίπτωση που αναφέρεται το μη επικληθέν έγγραφο σε άλλο αποδεικτικό μέσο του οποίου έγινε επίκληση δεν ιδρύεται ο από τον αρ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έλαβε υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια τις με αριθμ. 464/1932 και 5/1993 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και του Εφετείου Θράκης, αντίστοιχα, με τις οποίες φέρεται ότι υποχρεώθηκε η Ε.Τ.Ε. να παραδώσει στον Κ. Δ. έκταση 20 στρεμμάτων, αν και δεν έγινε επίκληση και προσκόμιση αυτών στο δικαστήριο ουσίας, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί κυριότητας των αναιρεσιβλήτων με παράγωγο και πρωτότυπο τρόπο επί του επίδικου ακινήτου. Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των προτάσεων που κατέθεσαν οι αναιρεσίβλητες, ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, προκύπτει ότι αυτές επικαλέστηκαν και προσκόμισαν τον ...-1926 πίνακα περιγραφής κτήματος (με στοιχείο 27), στον οποίο υπάρχει σημείωση, ότι αναγνωρίστηκε στον Κ. Δ. με τις 464/1932 και 5/1933 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και του Εφετείου Θράκης αντίστοιχα έναντι της ΕΤΕ η κυριότητά του επί του επιδίκου ακινήτου. Επομένως, επειδή οι ανωτέρω αποφάσεις για τις οποίες δεν έγινε νόμιμη επίκληση αναφέρονται στον παραπάνω πίνακα του οποίου έγινε από τις αναιρεσίβλητες νόμιμη επίκληση και προσκόμιση ως αποδεικτικού μέσου, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τους 11α και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη τη με αριθμ. 479/2013 ένορκη βεβαίωση τριών μαρτύρων των αναιρεσίβλητων, την οποία, παρά το νόμο, παρέλειψε να κηρύξει ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, εκθέτοντας ότι, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 421 και 424 ΚΠολΔ, δεν αναφέρεται :1) στο κείμενο της ένορκης βεβαίωσης ο τόπος όπου αυτή ελήφθη αλλά ότι ελήφθη σε ένα αόριστο κατάστημα ενός αόριστου Ειρηνοδικείου και 2) στις επιδοθείσες κλήσεις προς τους τότε πληρεξούσιους δικηγόρους της αναιρεσείουσας γίνεται αναγραφή ότι η ένορκη βεβαίωση θα ληφθεί υπόψη για να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο "..σχετικά με τις δικαζόμενες συναφείς αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας (Τακτική Διαδικασία) Α)...

Β) Την από 20-03-2013 και με αριθμό κατάθεσης 307 ΤΠ/9/2013 αγωγή των αντιδίκων εναντίον μας...", ήτοι της αναιρεσείουσας [και των λοιπών απλών ομόδικων αυτής ήδη μη διάδικων], πλην όμως ουδεμία με αριθμ. έκθ. 307 ΤΠ 9/2013 αγωγή της αναιρεσείουσας συνεκδικάστηκε με τις λοιπές με αριθμ. 1340 ΤΠ 126/28-06-2010 και 1152 ΤΠ 109/31-05-2010 αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων - εναγόντων αλλά αντίθετα συνεκδικάσθηκε η με αριθμ.

έκθ. κατ. 1008 ΤΠ 34/04-07-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας [και των λοιπών απλών ομόδικων αυτής] και το αποδεικτικό αυτό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση την υπόθεση, διότι, με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγιναν δεκτές οι αναφερόμενες σ' αυτήν πράξεις νομής διανοία κυρίου των αναιρεσιβλήτων και ο πρωτότυπος τρόπος κτήσης κυριότητας από αυτές.

Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι, διότι οι επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 421 - 424 ΚΠολΔ, που ίσχυσαν με το ν. 4335/2015, για ένορκες βεβαιώσεις μετά την 01-01-2016, με τις οποίες προβλέφθηκαν περιπτώσεις κήρυξης απαραδέκτου των ένορκων βεβαιώσεων, και στη συνέχεια τα άρθρα αυτά τροποποιήθηκαν με το ν. 4842/2021 με περιορισμό των περιπτώσεων κήρυξης ανυπόστατων και των ακυροτήτων αυτών, δεν ισχύουν στην κρινόμενη 479/2013 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε πριν από την 01-01-2016.

Σε κάθε περίπτωση, οι λόγοι αυτοί κατά το στοιχείο -1- είναι αβάσιμοι και αν ήθελε θεωρηθεί ότι γίνεται επίκληση απαγγελίας ακυρότητας λόγω δικονομικής βλάβης, θεμελιούμενη στο άρθρο 159 παρ. 3 ΚΠολΔ. Και, τούτο, διότι από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της με αριθμ. 479/24-7-2013 ένορκης βεβαίωσης, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Δράμας, στην οποία εμπεριέχονται τρεις ένορκες βεβαιώσεις (Α.

Α., Π. Κ. και Μ. Η.) προκύπτει ότι αυτές δόθηκαν στο Ειρηνοδικείο Δράμας, στις 24-7-2013, και ώρα 12.00, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Θωμά Δορλή, και στο τέλος αυτής υπάρχει η σφραγίδα του Ειρηνοδικείου Δράμας, ανεξαρτήτως της αοριστίας των λόγων αυτών αναίρεσης διότι δεν γίνεται επίκληση ότι η σύνταξη της ανωτέρω ένορκης βεβαίωσης έγινε σε τόπο διαφορετικό από αυτόν στον οποίο κλητεύθηκε η αναιρεσείουσα.

Σε κάθε περίπτωση οι παραπάνω λόγοι αναίρεσης κατά το με στοιχείο -2- είναι αβάσιμοι, διότι από την επισκόπηση της κλήσης προς ένορκη βεβαίωση προκύπτει ότι η ένδικη ένορκη βεβαίωση θα δινόταν σε σχέση με το αντικείμενο της προκείμενης δίκης το οποίο αφορούσε την (συν)εκδίκαση της με αριθμ. έκθ. κατ. 1008 ΤΠ 34/04-07-2013 αγωγή της αναιρεσείουσας με την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της όμοιου περιεχομένου προγενέστερης με αριθμ.

έκθ. κατάθ. 307/2013 αγωγής τους, όπως δεν αμφισβητείται από την αναιρεσείουσα. Επομένως, δεν δύναται κηρυχθεί ανυπόσταση ή άκυρη η πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, επειδή στη σχετική κλήση δεν έγινε μνεία της της νεότερης (1008/2013) αγωγής ταυτόσημης κατά περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, με την προγενέστερη (307/2013) αγωγή της αναιρεσείουσας, από την οποία παραιτήθηκε με τη νεότερη, χωρίς μάλιστα να προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας ότι έγινε επίδοση της νεότερης (1008/2013) αγωγής προς τις αναιρεσίβλητες, ώστε να λάβουν γνώση αυτής (ΑΠ 138/2021), ούτε άλλωστε προκύπτει βλάβη στην αναιρεσείουσα από την παραπάνω έλλειψη μνείας.

Επομένως, το Εφετείο δεν έλαβε, παρά το νόμο, υπόψη ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο ούτε παρέλειψε, παρά το νόμο, να κηρύξει αυτό ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, και, συνεπώς, οι παραπάνω σχετικοί λόγοι αναίρεσης είναι στο σύνολό τους αβάσιμοι. [6] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 613/2023) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη (ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 715/2023, ΑΠ 848/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 346 ΚΠολΔ, το αποδεικτικό μέσο που έχει προσκομίσει ένας διάδικος καθίσταται κοινό αποδεικτικό μέσο και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας για την απόδειξη ισχυρισμών άλλου διαδίκου ακόμη και του αντιδίκου του προσκομίσαντος (ΟλΑΠ 58/1978). Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο ως άνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που είχε προσκομίσει ένας διάδικος ομόδικος ή αντίδικος του αναιρεσείοντος, εφόσον όμως αυτός (αναιρεσείων) είχε επικαλεσθεί νομίμως τα προσκομισθέντα από άλλον διάδικο αποδεικτικά μέσα και αναφέρθηκε στο περιεχόμενο αυτών προς απόδειξη δικού του ισχυρισμού ή ανταπόδειξη ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 2115/2022, ΑΠ 203/2022, ΑΠ 1413/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον έβδομο και ενδέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του τελευταίου, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της πρώτης αναιρεσίβλητης, Α.

Α., που εξετάστηκε, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, κατέθεσε ότι δεν άσκησαν πράξεις νομής οι αναιρεσίβλητες, την οποία κατάθεση επικαλέστηκαν και οι λοιπές αναιρεσίβλητες, παρά το νόμο, και ότι η κατάθεση αυτή, κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο, διότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων επικαλέστηκε αυτήν, με τις από 18-03-2022 προτάσεις της, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει βεβαίωση, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι έλαβε υπόψη, μεταξύ άλλων, "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης,...", έστω και χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, και δη από τις σκέψεις και παραδοχές της, που αφορούν τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, για την απόδειξη των οποίων η δικαιοπάροχος αυτών επικαλέστηκε το ανωτέρω αποδεικτικό μέσο, το οποίο κατέστη κοινό αποδεικτικό μέσο, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και την, από τους αναιρεσείοντες επικαλούμενη ως αγνοηθείσα, παραπάνω ένορκη κατάθεση.

Επομένως, οι ανωτέρω λόγοι αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες, με τον ενδέκατο λόγο αναίρεσης, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τον 8ο πρόσθετο λόγο έφεσης, με τον οποίο επικαλέστηκαν : α) ότι με εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων η εκκαλούμενη απόφαση δέχθηκε τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την αγωγή της δικαιοπαρόχου τους, και β) ότι δεν έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεσης της μάρτυρος Α.

Α., που επικαλέστηκαν και οι αναιρεσίβλητες, η οποία, κατά τους αναιρεσείοντες, κατέθεσε ότι δεν άσκησαν πράξεις νομής οι αναιρεσίβλητες. Ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το με στοιχείο -α- μέρος είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο έλαβε υπόψη αυτόν και τον απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, ενώ κατά το μέρος που αναφέρεται στο ανωτέρω κατ' ιδίαν αποδεικτικό μέσο που επικαλείται προς υποστήριξη του λόγου έφεσης είναι απαράδεκτος διότι δεν θεμελιώνει λόγο έφεσης που αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. [7] Κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη.

Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠοΔ), από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο ο οποίος και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 258/2023, ΑΠ 1941/2022).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση πολιτικού δικαστηρίου αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, και αυτό εκτείνεται και στα παρεμπιπτόντως κριθέντα ζητήματα που αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, εφόσον το δικαστήριο ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για αυτά (ΑΠ 405/2023, ΑΠ 592/2023). Δεν αφορά, συνεπώς, η τελεσιδικία και δικαιώματα ή έννομες σχέσεις που δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του δικαζόμενου δικαιώματος αλλά προβλήθηκαν από τους διάδικους και εξετάστηκαν από το δικαστήριο ως χρήσιμα για την υποβοήθηση της κρίσης του επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας (ΑΠ 1583/2021, ΑΠ 712/2021, ΑΠ 455/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση ο τέταρτος και ενδέκατος αναίρεσης, κατά τα οικεία μέρη αυτών, από τον αρ. 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου από τις 464/1932 και 5/1993 αποφάσεις του Πρωτοδικείου Δράμας και Εφετείου Θράκης, αντίστοιχα, με τις οποίες φέρεται ότι υποχρεώθηκε η Ε.Τ.Ε. να παραδώσει στον απώτερο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων, Κ. Δ., έκταση 20 στρεμμάτων, αν και ουδείς προέβαλε ένσταση περί δεδικασμένου, είναι αβάσιμος. Και, τούτο, διότι όπως προκύπτει από τις άνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δεν δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου ως προς την κρινόμενη διαφορά μεταξύ των εδώ διαδίκων, αλλά έλαβε υπόψη την παραπάνω 5/1993 απόφαση ως δικαστικό τεκμήριο, προκειμένου να ενισχύσει την αποδεικτική του κρίση ότι κυρίες με παράγωγο και πρωτότυπό τρόπο του επίδικου ακινήτου είναι οι αναιρεσίβλητες.

[8] Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), που κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως....".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ` ο μέρος θεσπίζεται ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, παραβίαση της άνω διάταξης όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διάταξης, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία, για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του, εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, αλλά η πλημμέλεια αυτή της απόφασης ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από το ΚΠολΔ ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 181/2023, ΑΠ 715/2023).

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δέκατο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση για εκ πλαγίου παραβίαση των άρθρων 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ, επικαλούμενοι ότι η αιτιολογική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης δεν αποτελεί τίποτα άλλο παρά μία, χωρίς αξιολόγηση και έρευνα σχετικά με τα αποδεικτικά στοιχεία της εκκαλούσας, τυπική επανάληψη, ακόμη κατά γράμμα και κατά λέξη της λανθασμένης κρίσης της με αριθμ. 87/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε επί συνεκδικασθέντων δικογράφων έφεσης της δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων (Μ.

συζ. Χ. Δ.) κατά των αναιρεσιβλήτων και έφεσης λοιπών φερόμενων (συγ)κυρίων του ιδίου ακινήτου κατά των αυτών αναιρεσιβλήτων, με την οποία αφού απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείουσας ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησης αυτής, απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η έφεση των αναφερόμενων σ' αυτήν φερόμενων συγκυρίων του επίδικου ακινήτου, κατά της εκκαλούμενης με αριθμ. 6/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Δράμας, με την οποία έγιναν δεκτές ως κατ' ουσίαν βάσιμες, ως προς τους εναχθέντες - εναγόμενους - απλούς ομόδικους της Μ.

συζ. Χ. Δ., οι αναγνωριστικές κυριότητας αγωγές των αναιρεσιβλήτων και αναγνωρίστηκε η (συγ)κυριότητά τους στο επίδικο ακίνητο, κατά ποσοστό 25%, 37,5% και 37,5% εξ αδιαιρέτου η πρώτη, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, αντίστοιχα. Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, καθώς η αναιρεσείουσα προσδιορίζει στο αναιρετήριο το λόγο παραβίασης του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ στη μη λήψη υπόψη αποδεικτικών στοιχείων και έλλειψη αιτιολογίας, δηλαδή σε πλημμέλειες που ελέγχονται από τους αρ. 11γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τους οποίους οι αναιρεσείοντες εξειδίκευσαν με τους αντίστοιχους παραπάνω λόγους αναίρεσης, που εξετάστηκαν άπαντες με τους προαναφερθέντες λόγους του ένδικου μέσου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. [9] Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο, σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης, από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ ή στο άρθρο 560 του ΚΠολΔ, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και τα κεφάλαια εκείνα που συνέχονται με αυτά, ασκούνται μόνο με δικόγραφο, που κατατίθενται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου, τριάντα τουλάχιστον πλήρεις εργάσιμες ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, και του άρθρου 577 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις οποίες ορίζεται ότι οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων, οπότε οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, προκύπτει, ότι, οι λόγοι αναίρεσης, ήτοι τα παράπονα κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, ασκούνται μόνο με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ή ως προς τα ανωτέρω ίδια κεφάλαια και τα συνεχόμενα αναγκαστικά με αυτά, μόνο με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αυτής και όχι με τις κατατεθείσες είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο προτάσεις των διαδίκων.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο, με τις προτάσεις των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επιχειρούν να πλήξουν την προσβαλλόμενη απόφαση, για πλημμέλεια από τον αρ. 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενοι ευθεία παράβαση του άρθρου 6 της ΕΣΔΑ, με το οποίο καταχυρώνεται το δικαίωμα του ατόμου στη χρηστή δικαιοσύνη, του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου, με το οποίο προστατεύεται η ιδιοκτησία, και του άρθρου 7 του από 15-05-1926 ν.δ/τος είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αναίρεσης, ήτοι παράπονο κατά της προσβαλλόμενης απόφασης ασκείται μόνο με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης ή με το δικόγραφο των παραπάνω πρόσθετων λόγων αυτής και όχι δια των παραπάνω κατατεθειμένων προ εικοσαημέρου προτάσεων.

V. Κατόπιν αυτών, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχή του αιτήματός τους, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-10-2022 αίτηση των Γ. Δ. του Χ. και Φ. Δ. του Χ. και της Μ. για αναίρεση της 84/2022 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Αυγούστου 2024.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 04 Νοεμβρίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ήδη ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ