Legislator Case Law & Legislation
1635/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal by defendant appearing personally without lawyer in criminal retrial.

Case Number 1635/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for false prosecution. The appellant appeared personally without a lawyer despite being legally summoned and having exhausted all options to secure representation. The court ruled that personal appearance by a non-lawyer is inadmissible in this context, leading to the rejection of the appeal and an order for the appellant to bear the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 515 para. 1 and 511 para. 3 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court may postpone proceedings in exceptional cases, but a defendant appearing personally without a lawyer constitutes procedural absence, warranting dismissal of the appeal.

Keywords

AI generated
criminal appeal procedure personal appearance inadmissibility mandatory legal representation procedural absence litigation costs allocation Code of Criminal Procedure Supreme Court jurisdiction

Cited Legislation

AI generated
Article 515 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 511 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
Article 229 para. 1 of the new Penal Code
Article 229 para. 1 of the previous Penal Code
Article 578 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 509 para. 2 of the Code of Criminal Procedure
Article 510 para. 1 of the Code of Criminal Procedure
Article 473 para. 3 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1635 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (σύμφωνα με την υπ'αριθ.194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Γρηγόριο Κουτσοκώστα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Σεπτεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Χαλντούπη (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Β. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, για αναίρεση της υπ'αριθ.1665/2017, 588 και 1460/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πειραιά. Το Τριμελές Εφετείο Πειραιά με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30.12.2018 αίτησή του αναιρέσεως (ασκηθείσα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31.12.2018) και οι από 13.2.2019 πρόσθετοι λόγοι αυτής τα οποία καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 119/19.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα ο οποίος είπε ότι δεν μπορεί να παραστεί ο αναιρεσείων κατηγορούμενος χωρίς πληρεξούσιο δικηγόρο και πρότεινε να απορριφθεί ως ανυποστήρικτη η προκείμενη αίτηση.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 30.12.2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31.12.2018) του Ι. Β. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση: α) της απόφασης 1460/2018 του δικάσαντος σε δεύτερο βαθμό Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς, η οποία καταχωρίστηκε στο, κατά το άρθρο 473 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, τηρούμενο ειδικό βιβλίο την 11η.12.2018 και με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους, ανασταλείσα επί τριετία, και β) των εκδοθεισών, πριν από την προαναφερόμενη, αποφάσεων 588/2018 και 1665/2017 του ίδιου Δικαστηρίου, με τις οποίες κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, ελλείψει νόμιμης κλήτευσης του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, περιέχει δε λόγους αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 του ΚΠοινΔ (απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, έλλειψη ειδικής αιτιολογίας που επιβάλλει το Σύνταγμα κλπ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή. Με την ως άνω αίτηση αναίρεσης συνεκδικάζονται και οι επ' αυτής από 13.2.2019 πρόσθετοι λόγοι του αναιρεσείοντος, κατατεθέντες νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 509 παρ. 2 του ΚΠοινΔ, όπως αυτό τότε ίσχυε).

Με βάση γενική αρχή του ποινικού δικονομικού δικαίου, που συνάγεται από τα άρθρα 2 του κυρωθέντος με το Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από την 1η.7.2019 νέου Ποινικού Κώδικα και 590 παρ. 1 του κυρωθέντος με το Ν. 4620/2019 και ισχύοντος από την 1η-7-2019 νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, οι δικονομικοί νόμοι, αν δεν ορίζουν με μεταβατική διάταξη το αντίθετο, έχουν άμεση εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος τους και στις εκκρεμείς και μη εκδικασθείσες ακόμη ποινικές υποθέσεις, από το χρονικό σημείο που καταλαμβάνουν αυτές. Η διαδικασία, δηλαδή, χωρεί σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επιχειρείται η κάθε διαδικαστική πράξη και, συνεπώς, οι μεν πράξεις, οι οποίες έγιναν υπό το κράτος του παλαιού νόμου, είναι ισχυρές, το δε ατέλεστο μέρος της διαδικασίας και, επομένως, και η μη διεξαχθείσα ακόμη δίκη, θα γίνει σύμφωνα με το νέο νόμο. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 512 παρ. 1 εδ. γ' του ΚΠοινΔ, που αναφέρεται στη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, "Ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους υπόλοιπους διαδίκους με κλήση που επιδίδεται σύμφωνα με τα άρθρα 155-162 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166 στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου", ενώ, κατά τη διάταξη της παρ. 3 εδ. α' του ίδιου άρθρου, "Οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο".

Συνεπώς, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρίσταται στη συζήτηση με συνήγορο, ο οποίος διορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 89 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδρίασης ή εκπροσωπείται από συνήγορο, που έχει διοριστεί με έγγραφη δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ.

β' και γ' του αυτού Κώδικα. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις, που αφορούν στη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνον από τις πράξεις αυτές. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το άρθρο 514 εδ.

α' του ΚΠοινΔ, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, ή αν παρασταθεί αυτοπροσώπως, χωρίς ο ίδιος να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, εγγεγραμμένου σε οποιονδήποτε Δικηγορικό Σύλλογο της χώρας ή άλλης χώρας της Ε.Ε., θεωρείται μη προσήκουσα η παράστασή του και ως μη εμφανιζόμενος, εφόσον δε αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η αίτησή του απορρίπτεται λόγω της μη εμφάνισής του κατά τη συζήτησή της.

Εξάλλου, αυτεπάγγελτος ή μετά από αίτηση διορισμός συνηγόρου στον αναιρεσείοντα, που εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου και αν ακόμη η υπόθεση αφορά σε κακούργημα, για οιοδήποτε λόγο, όπως λόγω οικονομικής αδυναμίας του αναιρεσείοντος να διορίσει δικηγόρο της αρεσκείας του, δεν προβλέπεται στην ακυρωτική διαδικασία στον Άρειο Πάγο, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ΝΔ 53/1974, ή το άρθρο 20 Συντάγματος από το μη αυτεπάγγελτο διορισμό συνηγόρου και από το ότι δεν επιτρέπεται αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση από αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μη δικηγόρο, διότι στον Άρειο Πάγο εξετάζονται μόνο νομικά ζητήματα και όχι η ουσία των υποθέσεων.

Άλλωστε, έχει θεσμοθετηθεί από την Ελληνική πολιτεία, στο πλαίσιο των αρχών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6 και 7 του Ν. 3226/2004, διαδικασία διορισμού συνηγόρου και στον Άρειο Πάγο, πριν από τη δικάσιμο και όχι επί της έδρας, από σχετική κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου, μετά από απλή, χωρίς τη μεσολάβηση δικηγόρου, αίτηση του ενδιαφερομένου αναιρεσείοντος- κατηγορουμένου, απευθυνόμενη προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για πολίτες χαμηλού εισοδήματος, που δεν διαθέτουν τα μέσα να διορίσουν συνήγορο για να παραστούν στον Άρειο Πάγο, υποβαλλόμενη δέκα πέντε (15) ημέρες πριν από τη δίκη, αν έχουν καταδικασθεί σε ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον δώδεκα (12) μηνών.

Έτσι, η ως άνω επιβαλλόμενη από το νομοθέτη υποχρέωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να παρίσταται στον Άρειο Πάγο μετά ή δια πληρεξούσιου δικηγόρου δεν είναι υπέρμετρη, διασφαλίζει την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης στο ανώτατο αυτό επίπεδο αναιρετικού ελέγχου των αποφάσεων και δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση του κατηγορουμένου στον Άρειο Πάγο (βλ.

και ΟλΑΠ 2/2008) και ως εκ τούτου δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, αφού από τις τελευταίες υπερνομοθετικές διατάξεις δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θέτει όρους και περιορισμούς, υπό τους οποίους ασκείται το κατοχυρούμενο από τις διατάξεις αυτές δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν τη δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια, με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το ως άνω δικαίωμα να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του (βλ.

ΟλΑΠ 724/1992, ΑΠ 1587/2007, ΑΠ 1586/2007, ΑΠ 2137/2006, ΑΠ 219/2006, ΑΠ 2056/2002, ΑΠ 1294/1998). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το υπό ημεροχρονολογία 7 Φεβρουαρίου 2019 αποδεικτικό επίδοσης, το οποίο συντάχθηκε αρμοδίως από το Λ. Χ., Επιμελητή της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και συγκεκριμένα επιδόθηκε στα χέρια του ιδίου (αναιρεσείοντος), νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 513 παρ. 1 εδ.

γ', 155 παρ. 1 εδ. α', 166 του ΚΠοινΔ, όπως αυτές ίσχυαν τότε, η κλήση 119/4.2.2019 της Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για να παραστεί στο ακροατήριο του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στην αρχική συνεδρίαση της 1ης Μαρτίου 2019 κατά τη συζήτηση της από 30.12.2018 αίτησης αυτού (αναιρεσείοντος) για αναίρεση των αποφάσεων 1460/2018, 588/2018 και 1665/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς.

Κατά τη δικάσιμο της 1ης.3.2019, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση 413/1.3.2019 του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι: "Έχω δικαίωμα να παραστώ αυτοπροσώπως και να υπερασπιστώ τον εαυτόν μου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. γ' της Ε.Σ.Δ.Α. και το άρθρο 14 παρ. 3 εδ.

δ' του Διεθνούς Πρωτοκόλλου για τα Ατομικά και Πoλιτικά δικαιώματα. Τα άρθρα αυτά υπερισχύουν των διατάξεων των Ελληνικών νόμων σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 2 του Συντάγματος. Γνωρίζω το άρθρο 513 αλλά η δική μου σκέψη είναι ότι η διάταξή αυτή είναι υποδεέστερη και ότι πρέπει να την κηρύξετε αντισυνταγματική.

Στην κατάθεση και σύνταξη αναίρεσης και πρόσθετων λόγων δεν χρειάζεται υποχρεωτικά δικηγόρος και στην εκδίκαση ζητείται υποχρεωτικά δικηγόρος. Κατά τη γνώμη μου, δεν μπορεί το έλασσον να υπερισχύει του μείζονος. Έχω δικαίωμα ως πολίτης να υπερασπιστώ τον εαυτόν μου. Είχα δικηγόρους τον κ. Ιεροδιακόνου και τον κ.

Δαλιάνη, οι οποίοι είναι φίλοι μου και τους έχω εμπιστοσύνη αλλά δεν είναι πλέον δικηγόροι μου, μου δήλωσαν κατηγορηματικά ότι είναι εντελώς αδύνατο να αναλάβουν υπόθεση που αφορά διαφορές με δικαστές. Η παράγραφος της Ε.Σ.Δ.Α λέει ότι μπορώ να υπερασπιστώ ο ίδιος τον εαυτόν μου ή δια δικηγόρου. Είναι εντελώς ανέφικτο να βρω δικηγόρο, δεν αναλαμβάνει κανένας την υπόθεσή μου.

Ο κ. Μ. Δ. πήγε κατηγορούμενος μαζί με μένα. Δεν αναλαμβάνει κανένας δικηγόρος την υπόθεσή μου γιατί θα κινδυνεύει να κατηγορηθεί. Πήγα στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, μου είπαν ότι δεν έχει κανέναν δικηγόρο να με αναλάβει. Η υπόθεση αυτή αφορά δικαστή. Έχω το δικαίωμα να υπερασπιστώ ο ίδιος τον εαυτόν μου, εάν έχετε αντίθετη άποψη τότε έχετε την υποχρέωση να μου βρείτε εσείς δικηγόρο".

Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στη συνέχεια, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ. γ' του Κ.Ποιν.Δ., που αναφέρεται στη διαδικασία συζητήσεως στον Άρειο Πάγο, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, ενώ, κατά την παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Δηλαδή, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρίσταται στη συζήτηση με συνήγορο, ο οποίος διορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 86 περ. α' του ίδιου Κώδικα, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως ή εκπροσωπείται από συνήγορο, που έχει διοριστεί με έγγραφη δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ.

β' και γ' του Κ.Ποιν.Δ. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνον από τις πράξεις αυτές. Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 514 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, ή αν παρασταθεί αυτοπροσώπως, χωρίς ο ίδιος να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, γραμμένου σε οιοδήποτε Δικηγορικό Σύλλογο της χώρας ή άλλης χώρας της Ε.Ε.

θεωρείται μη προσήκουσα η παράστασή του και ως μη εμφανιζόμενος και, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η αίτησή του απορρίπτεται λόγω μη εμφανίσεώς του κατά τη συζήτησή της. Εξάλλου, αυτεπάγγελτος ή κατόπιν αιτήσεως διορισμός συνηγόρου στον αναιρεσείοντα που εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και αν ακόμη αφορά η υπόθεση κακούργημα, για οιοδήποτε λόγο, όπως λόγω οικονομικής αδυναμίας του αναιρεσείοντος να διορίσει δικηγόρο της αρεσκείας του, δεν προβλέπεται στην ακυρωτική διαδικασία στον Άρειο Πάγο, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ ή το άρθρο 20 Συντάγματος εκ του μη αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου και εκ του ότι δεν επιτρέπεται αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση από αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μη δικηγόρο, διότι στον Άρειο Πάγο εξετάζονται μόνο νομικά ζητήματα και όχι η ουσία των υποθέσεων.

Άλλωστε, έχει θεσμοθετηθεί από την Ελληνική πολιτεία, στο πλαίσιο των αρχών της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6 και 7 του Ν. 3226/2004, διαδικασία διορισμού συνηγόρου και στον Άρειο Πάγο, προ της δικασίμου και όχι επί της έδρας, από κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου, κατόπιν απλής, χωρίς τη μεσολάβηση δικηγόρου, αιτήσεως του ενδιαφερομένου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, απευθυνόμενης προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για πολίτες χαμηλού εισοδήματος, που δεν διαθέτουν τα μέσα να πληρώσουν συνήγορο για να παραστούν στον Άρειο Πάγο, υποβαλλόμενη 15 ημέρες προ της δίκης, αν έχουν καταδικασθεί με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον 12 μηνών.

Έτσι, η ως άνω επιβαλλόμενη από τον νομοθέτη υποχρέωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να παρίσταται στον Άρειο Πάγο μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου δεν είναι υπέρμετρη, διασφαλίζει την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης στο ανώτατο αυτό επίπεδο αναιρετικού ελέγχου των αποφάσεων και δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση του κατηγορουμένου στον Άρειο Πάγο (βλ.

και Ολ. Α.Π. 2/2008) και ως εκ τούτου δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, αφού από τις τελευταίες υπερνομοθετικές διατάξεις δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θέτει όρους και περιορισμούς υπό τους οποίους ασκείται το υπό των διατάξεων αυτών κατοχυρούμενο δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν την δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια, με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το άνω δικαίωμα να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του.

Συνεπώς, και στην προκειμένη περίπτωση το αίτημα του αναιρεσείοντος να παρασταθεί αυτοπροσώπως λόγω αδυναμίας του να εξεύρει δικηγόρο είναι μη νόμιμο και εντεύθεν απορριπτέο". Στη συνέχεια, στην ερώτηση της Προέδρου, αν υποβάλλει αίτημα αναβολής προκειμένου να βρει δικηγόρο, ο αναιρεσείων απάντησε ότι "θα εξαντλήσω και αυτή την πιθανότητα, υποβάλλω το αίτημα".

Μετά από αυτά, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι "Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κ.Π.Δ, με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει για μία μόνο φορά τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο. Στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει ιδιαίτερη περίπτωση και πρέπει ν' αναβληθεί η υπόθεση για την 12 Απριλίου 2019, προκειμένου ο αναιρεσείων να διορίσει δικηγόρο που θα τον υπερασπιστεί", στη συνέχεια δε ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για τις 12.4.2019.

Κατά τη δικάσιμο της 12ης.4.2019, όπως προκύπτει από τα πρακτικά και την απόφαση 742/12.4.2019 του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ο αναιρεσείων εμφανίστηκε αυτοπροσώπως και δήλωσε ότι: "Απευθύνθηκα στο Δικηγορικό Σύλλογο, ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου μου είπε ότι δεν έχουμε καμμία αρμοδιότητα ως Σύλλογος να ορίζουμε δικηγόρους και ότι αρμόδιοι είναι οι Πρόεδροι των Δικαστηρίων.

Δεν υπέβαλα γραπτή αίτηση και ως εκ τούτου δεν έχω έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου που να λέει ότι δεν είναι αρμόδιοι για τον ορισμό δικηγόρου. Δεν υπάρχει διάταξη σύμφωνα με την οποία να είναι αρμόδιος ο Δικηγορικός Σύλλογος για τον ορισμό δικηγόρου. Όπως έχω αναφέρει είναι παντελώς ανέφικτο να βρω δικηγόρο, δεν αναλαμβάνει κανένας την υπόθεσή μου.

Είναι αδύνατον να βρω δικηγόρο. Ο κάθε πολίτης έχει δικαίωμα πρόσβασης στα Δικαστήρια, έχει δικαίωμα προσφυγής στα Δικαστήρια. Αιτούμαι την ανάκληση της απόφασης και να μου επιτραπεί να παραστώ αυτοπροσώπως ως πολίτης και να υπερασπιστώ τον εαυτόν μου. Σύμφωνα με την παράγραφο της Ε.Σ.Δ.Α έχω το δικαίωμα να υπερασπιστώ ο ίδιος τον εαυτόν μου ή με δικηγόρο.

Αν δεν ανακαλέσετε την απόφαση και δεν μου επιτραπεί να παραστώ αυτοπροσώπως ως πολίτης για να υπερασπιστώ τον εαυτόν μου, τότε περιστέλλεται η δυνατότητα προσφυγής, πρόσβασης στα Δικαστήρια, περιστέλλεται το δικαίωμα παροχής νόμιμης προστασίας, προσβάλλεται το δικαίωμα στον πυρήνα του". Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, στη συνέχεια, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Κατά το άρθρο 513 παρ. 1 εδ.

γ' του Κ.Ποιν.Δ., που αναφέρεται στη διαδικασία συζητήσεως στον Άρειο Πάγο, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κλητεύει τον αναιρεσείοντα και τους λοιπούς διαδίκους στο ακροατήριο του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου. Η κλήση αυτή γίνεται με επίδοση σύμφωνα με τα άρθρα 155-161 και μέσα στην προθεσμία του άρθρου 166, ενώ, κατά την παρ. 3 εδ.

α' του ίδιου άρθρου, οι διάδικοι παρίστανται στη συζήτηση με συνήγορο. Δηλαδή, ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος παρίσταται στη συζήτηση με συνήγορο, ο οποίος διορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 86 περ. α' του ίδιου Κώδικα, με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά της συνεδριάσεως ή εκπροσωπείται από συνήγορο, που έχει διοριστεί με έγγραφη δήλωση, κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 42 παρ. 2 εδ.

β' και γ' του Κ.Ποιν.Δ. Ο διορισμός παρέχει στο συνήγορο την εξουσία να εκπροσωπεί το διάδικο σε όλες τις διαδικαστικές πράξεις που αφορούν τη συγκεκριμένη ποινική υπόθεση, εκτός αν η πληρεξουσιότητα παρέχεται για ορισμένες μόνον από τις πράξεις αυτές. Τέλος, όπως προκύπτει από το άρθρο 514 εδ. α' του Κ.Ποιν.Δ., αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως ο αναιρεσείων δεν παρασταθεί με συνήγορο ή δεν εκπροσωπηθεί από συνήγορο, νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, ή αν παρασταθεί αυτοπροσώπως, χωρίς ο ίδιος να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, γραμμένου σε οιοδήποτε Δικηγορικό Σύλλογο της χώρας ή άλλης χώρας της Ε.Ε.

θεωρείται μη προσήκουσα η παράστασή του και ως μη εμφανιζόμενος και, εφόσον αυτός κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως η αίτησή του απορρίπτεται λόγω μη εμφανίσεώς του κατά τη συζήτησή της. Εξάλλου, αυτεπάγγελτος ή κατόπιν αιτήσεως διορισμός συνηγόρου στον αναιρεσείοντα που εμφανίστηκε αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και αν ακόμη αφορά η υπόθεση κακούργημα, για οιοδήποτε λόγο, όπως λόγω οικονομικής αδυναμίας του αναιρεσείοντος να διορίσει δικηγόρο της αρεσκείας του, δεν προβλέπεται στην ακυρωτική διαδικασία στον Άρειο Πάγο, ούτε παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ. 3 της ΕΣΔΑ ή το άρθρο 20 Συντάγματος εκ του μη αυτεπάγγελτου διορισμού συνηγόρου και εκ του ότι δεν επιτρέπεται αυτοπρόσωπη εμφάνιση και παράσταση από αναιρεσείοντα κατηγορούμενο μη δικηγόρο, διότι στον Άρειο Πάγο εξετάζονται μόνο νομικά ζητήματα και όχι η ουσία των υποθέσεων.

Άλλωστε, έχει θεσμοθετηθεί από την Ελληνική πολιτεία, στο πλαίσιο των αρχών της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 6 και 7 του Ν. 3226/2004, διαδικασία διορισμού συνηγόρου και στον Άρειο Πάγο, προ της δικασίμου και όχι επί της έδρας, από κατάσταση του Δικηγορικού Συλλόγου, κατόπιν απλής, χωρίς τη μεσολάβηση δικηγόρου, αιτήσεως του ενδιαφερομένου αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου, απευθυνόμενης προς τον Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, για πολίτες χαμηλού εισοδήματος, που δεν διαθέτουν τα μέσα να πληρώσουν συνήγορο για να παραστούν στον Άρειο Πάγο, υποβαλλόμενη 15 ημέρες προ της δίκης, αν έχουν καταδικασθεί με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον 12 μηνών.

Έτσι, η ως άνω επιβαλλόμενη από τον νομοθέτη υποχρέωση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου να παρίσταται στον Άρειο Πάγο μετά ή δια πληρεξουσίου δικηγόρου δεν είναι υπέρμετρη, διασφαλίζει την ορθή λειτουργία της δικαιοσύνης στο ανώτατο αυτό επίπεδο αναιρετικού ελέγχου των αποφάσεων και δεν παρεμποδίζει την ελεύθερη πρόσβαση του κατηγορουμένου στον Άρειο Πάγο (βλ.

και Ολ. Α.Π. 2/2008) και ως εκ τούτου δεν αντιβαίνει στις διατάξεις των άρθρων 20 παρ. 1 του Συντάγματος και 6 παρ. 3 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), οι οποίες εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δραστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται τούτο δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, αφού από τις τελευταίες υπερνομοθετικές διατάξεις δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να θέτει όρους και περιορισμούς υπό τους οποίους ασκείται το υπό των διατάξεων αυτών κατοχυρούμενο δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας, αρκεί οι περιορισμοί αυτοί να μην περιστέλλουν την δυνατότητα προσφυγής στα δικαστήρια, με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό, ώστε το άνω δικαίωμα να προσβάλλεται στον ίδιο τον πυρήνα του.

Ενόψει των ανωτέρω, το αίτημα του αναιρεσείοντος να παραστεί αυτοπροσώπως λόγω αδυναμίας του να εξεύρει δικηγόρο για να παρασταθεί στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, εκ νέου απορρίπτεται, εμμένοντας και η παρούσα απόφαση στα λεχθέντα στην με αριθμό 413/2019 του ιδίου Δικαστηρίου αναβλητική απόφαση". Στη συνέχεια, στην ερώτηση της Προεδρεύουσας, αν υποβλήθηκε εκ μέρους του έγγραφη αίτηση προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών για τον ορισμό δικηγόρου, λόγω της ιδιότητάς του ως συνταξιούχου δικηγόρου και της αδυναμίας του να παρασταθεί αυτοπροσώπως στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου και ποία η τυχόν έγγραφη απάντηση του Συλλόγου, αυτός απάντησε αρνητικά, υπέβαλε δε αίτημα εκ νέου αναβολής προκειμένου να προβεί και σε αυτό το διάβημα της εγγράφου αιτήσεως προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών προς εξεύρεση συνηγόρου, εξαντλώντας όλα τα περιθώρια.

Μετά από αυτά, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου δέχθηκε ότι "Κατά το άρθρο 515 παρ. 1 του Κ.Ποιν.Δ., με αίτηση ενός από τους διαδίκους ή του Εισαγγελέα μπορεί το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου σε ιδιαιτέρως εξαιρετικές περιπτώσεις να αναβάλει τη συζήτηση της υποθέσεως σε ρητή δικάσιμο. Στην προκείμενη περίπτωση το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει όλως ιδιαίτερη περίπτωση και πρέπει να αναβληθεί η υπόθεση για τις 20 Σεπτεμβρίου 2019, προκειμένου ο αναιρεσείων να διορίσει δικηγόρο που θα τον υπερασπιστεί", στη συνέχεια δε ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης για τις 20.9.2019.

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο (20.9.2019), ο αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου με συνήγορο ούτε εκπροσωπήθηκε από συνήγορο, νομίμως εξουσιοδοτημένο προς τούτο, αλλά παραστάθηκε αυτοπροσώπως, χωρίς ο ίδιος να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου, εγγεγραμμένου σε οποιονδήποτε Δικηγορικό Σύλλογο της χώρας ή άλλης χώρας της Ε.Ε.

και, συνεπώς, θεωρείται, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, μη προσήκουσα η παράστασή του και, συνακόλουθα, ως δικονομικώς απών. Με τα δεδομένα αυτά και, εφόσον: α) το αίτημα του αναιρεσείοντος να παρασταθεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, μη νόμιμο, β) ο αναιρεσείων κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, όπως προαναφέρθηκε, για να παρασταθεί στην αρχική δικάσιμο της 1ης.3.2019 και γ) δεν συντρέχει περίπτωση αυτεπάγγελτης εφαρμογής, κατά το άρθρο 511 εδ.

γ' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, επιεικέστερου νόμου, αφορώντος στην αξιόποινη πράξη της ψευδούς καταμήνυσης, για την οποία κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων, αφού η διάταξη του άρθρου 229 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα, η οποία προβλέπει για την πράξη αυτή ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή, είναι αυστηρότερη εκείνης του αντίστοιχου άρθρου 229 παρ. 1 του ισχύσαντος μέχρι την 30.6.2019 Ποινικού Κώδικα, η οποία προέβλεπε για την ίδια πράξη ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός έτους, διότι προβλέπει αυστηρότερη ποινή, ήτοι ποινή φυλάκισης με μεγαλύτερο ελάχιστο όριο και χρηματική ποινή, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και οι επ' αυτής πρόσθετοι λόγοι να απορριφθούν.

Τέλος, πρέπει να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της παρούσας δίκης (άρθρο 578 παρ. 1 του ΚΠοινΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30.12.2018 αίτηση (ασκηθείσα με δήλωση, που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 31.12.2018) και τους επ' αυτής από 13.2.2019 πρόσθετους λόγους (κατατεθέντες αρμοδίως αυθημερόν) του Ι. Β. του Π., κατοίκου ..., για αναίρεση των αποφάσεων 1460/2018, 588/2018 και 1665/2017 του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Πειραιώς. Και

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Οκτωβρίου 2019.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Οκτωβρίου 2019.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ