1635/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1635/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι στις 27-2-2012 και περί ώρα 03.30 ο υπαρχιφύλακας της ΕΛ.ΑΣ. Α. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...0 περιπολικό όχημα της ΕΛ.ΑΣ., που ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, και κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα στο προς την πλατεία ...
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1635 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1635/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Τζανακάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Κατωπόδη, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Π. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Μακρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-4-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2574/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 262/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 4-4-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 4-4-2017 (αρ. εκθ. κατ. 2457/6-4-2017) αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 262/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα με την κατάθεσή της στις 6-4-2017 (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), ήτοι μέσα στην προθεσμία των τριάντα ημερών (άρθρο 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) από την επίδοσή της στις 9-3-2017. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρα 553, 556, 558, 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους κατ' ιδίαν λόγους αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τα άρθρα 298 και 914 ΑΚ όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, η αποζημίωση δε περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του ζημιωθέντος (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Κατά το άρθρο 929 παρ. 1 του ίδιου κώδικα σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει, εκτός από τα νοσήλια και τη ζημία που έχει ήδη επέλθει, οτιδήποτε ο παθών θα στερείται στο μέλλον ή θα εξοδεύει επιπλέον εξαιτίας της αύξησης των δαπανών του.
Γι' αυτό όταν προκύπτει και κάποια ωφέλεια από την εν λόγω αιτία, που τελεί σε αιτιώδη προς αυτήν σύνδεσμο, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Από τη γενική αυτή αρχή του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους εισάγει εξαίρεση η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 930 ΑΚ, κατά την οποία η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, υπό την έννοια ότι αυτός δικαιούται να απαιτήσει αθροιστικά και τις δύο παροχές, δηλαδή την αποζημίωση και την οφειλόμενη από τον τρίτον παροχή (ωφέλεια), ακόμη και όταν αυτές έχουν ως αιτία το αυτό επιζήμιο γεγονός.
Άλλος κατά την έννοια της πιο πάνω διάταξης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε τρίτος, ως λ.χ. το δημόσιο, οι ασφαλιστικοί οργανισμοί, οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι συγγενείς, ο εργοδότης κ.λπ. ακόμη και ο ίδιος ο ζημιώσας (ΑΠ 1213/2001). Στην περίπτωση όμως, κατά την οποία ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, ως υπαίτιος του τραυματισμού του ή ως προστήσας τον υπαίτιο, είναι ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, τότε χωρεί συμψηφισμός της ωφέλειας και της ζημίας, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος σε αποζημίωση ταυτίζεται με τον εργοδότη του ζημιωθέντα και ο εργοδότης του κατέβαλε σ' αυτόν τους μισθούς κατά τη διάρκεια της αποχής από την εργασία του συνεπεία του τραυματισμού του.
Διαφορετική είναι η περίπτωση κατά την οποία το υπόχρεο σε αποζημίωση Δημόσιο συγχρόνως οφείλει και σύνταξη στον ζημιωθέντα, οπότε η καλή πίστη, που διέπει τη μεταξύ του ζημιώσαντος και του ζημιωθέντος ενοχή προς ανόρθωση της ζημίας, δεν επιτρέπει τον συνυπολογισμό εν όλω ή εν μέρει της ωφέλειας στη ζημία, καθόσον για την επίτευξη της σύνταξής του συνέβαλε και ο ζημιωθείς, καταβάλλοντας εισφορές κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου (ΟλΑΠ 807/1973, ΑΠ 89/1983, ΑΠ 298/1974, ΣτΕ 1085/2016).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο της αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 214/2006, ΑΠ 27 και 29/1998).
Στην προκειμένη περίπτωση με το μοναδικό λόγο της κρινόμενης από 4-4-2017 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμό 262/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Μονομελές Εφετείο με το να δεχθεί ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ, αποζημίωση ίση με τις αποδοχές που δικαιούταν να λάβει από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο κατά τον κρίσιμο χρόνο αποχής του από την εργασία του ως αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας λόγω αναρρωτικών αδειών εξαιτίας του υπαίτιου τραυματισμού του από τον υπαρχιφύλακα - οδηγό περιπολικού οχήματος της Ελληνικής Αστυνομίας, παρά το γεγονός ότι κατά το παραπάνω χρόνο αποχής από την εργασία του ο αναιρεσίβλητος έλαβε τις ως άνω αποδοχές από το υπόχρεο σε καταβολή των μισθών εργοδότη του - αναιρεσείον, που στην προκειμένη περίπτωση ταυτίζεται με το υπόχρεο σε αποζημίωση, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 του ΑΚ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο, δικάζοντας επί της από 25-9-2015 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της εκκαλουμένης υπ' αριθμό 2574/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος με τον οποίο παραπονέθηκε κατά της εκκαλουμένης απόφασης, αναφορικά με το αγωγικό κονδύλιο αποζημιώσεως του αναιρεσιβλήτου λόγω στέρησης των εισοδημάτων του εξαιτίας της αποχής από την εργασία του συνεπεία του προκληθέντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού του, για το λόγο ότι την έκρινε ως νόμιμη ως προς το εν λόγω κονδύλιο, στηριζόμενη στο άρθρο 930 παρ. 3 του ΑΚ, και ακολούθως έκανε δεκτή καθ' ολοκληρίαν ως προς αυτό την αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου στρεφομένη κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ως προστήσαντα τον οδηγό αυτού.
Ειδικότερα με την προσβαλλομένη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε ότι στις 27-2-2012 και περί ώρα 03.30 ο υπαρχιφύλακας της ΕΛ.ΑΣ. Α. Π., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...0 περιπολικό όχημα της ΕΛ.ΑΣ., που ανήκει στην ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, και κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα στο προς την πλατεία ...
ρεύμα κυκλοφορίας της Λεωφόρου ..., προκάλεσε από υπαιτιότητά του αυτοκινητικό ατύχημα, όταν το περιπολικό που οδηγούσε εκτράπηκε της πορείας προς τα αριστερά και εισήλθε στο αντίθετο, προς Λεωφόρο ..., ρεύμα κυκλοφορίας της ως άνω λεωφόρου με αποτέλεσμα το περιπολικό να συγκρουστεί με την κανονικά κινούμενη στο ρεύμα αυτό με αριθμό κυκλοφορίας ..18 δίκυκλη μοτοσικλέτα, ιδιοκτησίας του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου Ε.
Π., που οδηγούσε ο ίδιος. Αποτέλεσμα της εν λόγω σφοδρής σύγκρουσης ήταν να τραυματισθεί ο ενάγων και να καταστραφεί η μοτοσυκλέτα του. Περαιτέρω το Εφετείο δέχθηκε κατά λέξη τα ακόλουθα κρίσιμα για το ως άνω ενδιαφέρον ζήτημα περιστατικά: "Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, ο οποίος γεννήθηκε το έτος 1982, πριν από τον τραυματισμό του υπηρετούσε ως υποσμηναγός στην 114 ΠΜ.
Αυτός συνεπεία του τραυματισμού του απείχε από την εργασία του από το χρόνο εκείνο και έως 3-8-2012, λαμβάνοντας συνεχώς αναρρωτικές άδειες, βάσει γνωματεύσεων της Ανώτατης Αεροπορίας Υγειονομικής Επιτροπής. Κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα που ο ενάγων τελούσε σε αναρρωτική άδεια έλαβε τις αποδοχές του από το εναγόμενο, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 7.492,05 ευρώ (ήτοι 1.498,41 ευρώ χ 5 μήνες).
Το γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε τις παραπάνω αποδοχές μολονότι τελούσε σε αναρρωτική άδεια δεν στερεί απ' αυτόν το δικαίωμα ν' αξιώσει από το εναγόμενο το παραπάνω ποσό ως αποζημίωση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, που ισχύει σε περιπτώσεις αποζημίωσης για θάνατο, σωματική βλάβη ή βλάβη της υγείας προσώπου και κατά την οποία: "Η αξίωση αποζημίωσης δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε", εξαιτίας της ισόποσης αποθετικής ζημίας την οποία θα είχε υποστεί αν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα αρνούνταν τυχόν η υπηρεσία του να καταβάλει σ' αυτόν τις αποδοχές της εργασίας του εξαιτίας της αδυναμίας του να παράσχει την υπηρεσία του ως υποσμηναγού, έστω και εάν συμπίπτουν στο πρόσωπο του εναγομένου οι ιδιότητες του άλλου και του υπόχρεου προς αποζημίωση.
Κατά συνέπεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ότι ο ενάγων δικαιούται να απαιτήσει από το εναγόμενο τις παραπάνω αποδοχές του, καίτοι του είχαν καταβληθεί απ' αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και πρέπει ν απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο σχετικός λόγος της έφεσης".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος - ενάγων δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των 7.492,05 ευρώ, που αντιστοιχεί στις αποδοχές του χρονικού διαστήματος κατά το οποίο, συνεπεία του τραυματισμού του, απέσχε από την εργασία του στο Δημόσιο ως αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας, επιδίκασε δε σε αυτόν το ως άνω ποσό μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης στο σύνολό της κατά παραδοχή άλλων λόγων της έφεσης.
Δηλαδή το Εφετείο έκρινε, όπως προκύπτει από τις αιτιολογίες της προσβαλλομένης απόφασης, ότι, κατ' εφαρμογή της παραπάνω διάταξης του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ, ο αναιρεσίβλητος-ενάγων, ο οποίος έλαβε τις αποδοχές του από το Δημόσιο και κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα της ανικανότητάς του προς εργασία, κατά το οποίο απέσχε από την εργασία του λόγω αναρρωτικών αδειών, δικαιούται σε σωρευτική απόληψη, πέραν των ως άνω παροχών που έλαβε από το Δημόσιο, και των αποδοχών του αυτού χρονικού διαστήματος της ανικανότητάς του προς εργασία ως αποζημίωση από το υπόχρεο προς καταβολή αυτής Ελληνικό Δημόσιο.
Σύμφωνα όμως με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη το Εφετείο με το να δεχθεί τα ανωτέρω, εσφαλμένα ερμήνευσε και εσφαλμένα εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ καθόσον, όταν ο υπόχρεος προς αποζημίωση είναι υπόχρεος προς παροχή και της ωφέλειας, χωρεί συνυπολογισμός της ωφέλειας και της ζημίας, όπως συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία το υπόχρεο σε αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο ταυτίζεται με τον εργοδότη του ζημιωθέντος και υπόχρεο σε καταβολή μισθών (Ελληνικό Δημόσιο).
Συνεπώς το τελευταίο δεν ωφελείται, αφού κατέβαλε τους μισθούς του ζημιωθέντα ενάγοντος και ο τελευταίος δεν υφίσταται ζημία από απώλεια του ποσού των μισθών, σκοπός δε της ανωτέρω διάταξης είναι να μην αποβεί σε όφελος του ζημιώσαντος το ότι τρίτος είναι υπόχρεος να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε, γεγονός που δεν συμβαίνει όταν ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα, είναι ο ίδιος υπόχρεος να χορηγήσει σε αυτόν και την ωφέλεια.
Αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ανεπιεική αποτελέσματα και θα υπερακόντιζε το σκοπό του νόμου, αφού θα υποχρέωνε το ίδιο πρόσωπο να καταβάλει στον παθόντα δύο φορές το ίδιο ποσό. Επομένως ο ενάγων - αναιρεσίβλητος, εφόσον έλαβε από τον εργοδότη του (Ελληνικό Δημόσιο) το σύνολο των αποδοχών του ως άνω χρονικού διαστήματος, ύψους 7.492,05 ευρώ, δεν δικαιούται να αξιώσει από αυτό το ίδιο ποσό ως αποζημίωση.
Συνακόλουθα ο μοναδικός λόγος αναίρεσης εκ του άρθρου 559 αρ. 1 (παραβίαση του άρθρου 930 παρ. 3 ΑΚ) πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το ανωτέρω κεφάλαιο (7.492,05 ευρώ), που αφορά την από 23-4-2014 (αριθμ. καταθ. 52872/2194/2014) αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιοδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση.
Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι στην περίπτωση που μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως υπό του δικαστηρίου της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναίρεσης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.
Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η ένδικη αξίωση του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου, ήτοι το αγωγικό κονδύλιο των 7.492,05 ευρώ για απώλεια εισοδημάτων, δεν είναι νόμιμη και πρέπει να απορριφθεί, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης. Κατ' ακολουθίαν η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί κατά το προαναφερθέν κεφάλαιο, κατά το οποίο αναιρείται η προσβαλλόμενη απόφαση, και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο.
Στη συνέχεια πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η από 25-9-2015 έφεση του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμό 2574/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά το δεύτερο λόγο της και αφού γίνει δεκτό ότι ο ενάγων δεν δικαιούται να λάβει από το εναγόμενο το ως άνω ποσό των 7.492,05 ευρώ ως αποζημίωση για απώλεια εισοδημάτων, απορριπτομένης της αγωγής ως προς το εν λόγω κεφάλαιο, να γίνει δεκτή η έφεση του εναγομένου και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το εν λόγω κεφάλαιο.
Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο κατά το ως άνω κεφάλαιο, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή κατά το κεφάλαιο αυτό (των 7.492,05 ευρώ) και συνακόλουθα να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος η από 23-4-2014 αγωγή και να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (39.430,20 - 7.492,05 =) 31.938,15 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), που όμως θα ορισθούν μειωμένα σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3693/1957), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Αναιρεί κατά ένα μέρος την υπ' αριθμό 262/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το κεφάλαιό της, κατά το οποίο δέχθηκε την από 23-4-2014 αγωγή ως προς το ποσό των 7.492,05 ευρώ, που αφορούσε αποζημίωση λόγω απώλειας εισοδημάτων, μετά από επικύρωση κατά τούτο της εκκαλουμένης υπ' αριθμ. 2574/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κρατεί και δικάζει την από 23-4-2014 αγωγή, κατά το ως άνω κεφάλαιο των 7.492,05 ευρώ.
Απορρίπτει αυτήν ως προς το εν λόγω κεφάλαιο και συνακόλουθα αναγνωρίζει ότι το εναγόμενο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα μιας χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και δέκα πέντε λεπτών (31.938,15) με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος της παρούσας δίκης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ