1635/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1635/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος, ανέγνωσε την από 16-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
Full text
Απόφαση 1635 / 2017 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1635/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Επιχειρήσεις Ανώνυμη Εταιρεία" και τον διακριτικό τίτλο "..." που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Π. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Καραντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-10-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 215/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 162/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16-9-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος, ανέγνωσε την από 16-2-2016 έκθεση του κωλυομένου να συμμετάσχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η έννοια της δημόσιας τάξης περιλαμβάνει τους κανόνες με τους οποίους η Ελληνική Πολιτεία προστατεύει θεμελιώδεις αξίες και αντιλήψεις του έννομου βίου, πολιτειακές, ηθικές, οικονομικές ή κοινωνικές, η προσβολή των οποίων δεν είναι ανεκτή από την κρατούσα στη χώρα γενική περί δικαίου συνείδηση. Οι ισχυρισμοί που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο δεν είναι αναγκαίως και δημόσιας τάξης (Ολ. Α.Π. 15/2000). Περαιτέρω η προαναφερθείσα διάταξη, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός ο οποίος στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως.
Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί αν ήταν νόμιμος και παραδεκτός, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Εξ άλλου από τα άρθρα 591 παρ. 1 περ. β, 666 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 4335/2015 και έχουν εν προκειμένω εφαρμογή, προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρηθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός αν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες προτάσεις, δηλαδή απαιτείται σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που ως "γενόμενο κατά τη συζήτηση" σημειώνεται στα πρακτικά και έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς στις κατατιθέμενες προτάσεις (Α.Π. 72/2016).
Τέλος, αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως κατά το άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ. με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 Κ.Πολ.Δ. προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (Α.Π. 201/2017). Στην προκειμένη περίπτωση με την από 22-10-2013 αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν μεταξύ αυτού και της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά τα έτη 2007 έως και 2012, η τελευταία τον προσέλαβε προκειμένου να εργασθεί κατά τη θερινή περίοδο κάθε έτους ως μάγειρος (chef) στο ξενοδοχείο που αυτή διατηρούσε στον ..., με την αναφερόμενη συμφωνημένη αμοιβή και με το σύστημα της πενθήμερης οκτάωρης εργασίας και ότι ενώ το Μάρτιο του έτους 2013 ειδοποίησε προφορικά την εναγομένη ότι επιθυμούσε να εργασθεί κατά την επόμενη θερινή περίοδο, όπως ο τρόπος αυτός ειδοποίησης είχε διαμορφωθεί κατά την επιχειρησιακή συνήθεια, η εναγομένη κατήγγειλε μονομερώς τη σύμβασή του χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης.
Ζήτησε δε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα αναφερόμενα ποσά για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, για οφειλόμενες αμοιβές του λόγω απασχόλησής του κατά τα Σάββατα, Κυριακές και αργίες, απασχόλησής του κατά τη νύκτα, ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για αποζημίωση λόγω της καταγγελίας, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, μετά δε από αντίθετες εφέσεις των διαδίκων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο απέρριψε την έφεση της εναγομένης, δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς για μεγαλύτερο ποσό.
Ήδη με τον πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα ότι στερείται νόμιμης βάσης διότι περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της απόρριψης της νομίμως προταθείσης από αυτήν πρωτοδίκως και κατ’ έφεση "ένστασης εξόφλησης δια συμψηφισμού".
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της πρωτόδικης δίκης, η τότε εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα δεν είχε προτείνει ισχυρισμό περί συμψηφισμού αλλά μόνο επιγραμματικά "ένσταση εξόφλησης", ενώ δεν προσκομίζει στο παρόν δικαστήριο τις πρωτόδικες προτάσεις της, ώστε να ερευνηθεί ποιο ήταν το ακριβές περιεχόμενο του ανωτέρω ισχυρισμού της.
Τέλος δεν ισχυρίζεται ότι προέβαλε για πρώτη φορά τον ισχυρισμό αυτό ενώπιον του εφετείου λόγω συνδρομής κάποιου λόγου παραδεκτής βραδείας προβολής του.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι αυτή, αρνούμενη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και ειδικότερα τα αγωγικά κονδύλια για εργασία αυτού κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, είχε ισχυρισθεί πρωτοδίκως και κατ’ έφεση ότι κατά το χρονικό διάστημα από 20-8-2009 έως το τέλος της τουριστικής περιόδου (Οκτώβριο του έτους 2009) ο ενάγων δεν είχε εργασθεί στην επιχείρησή της συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που υπέστη εκτός εργασίας.
Ότι τον ισχυρισμό της αυτό δεν αμφισβήτησε ο ενάγων, παρά ταύτα όμως το εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αυτή του οφείλει αμοιβή για εργασία κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα όλου του ζητούμενου με την αγωγή χρονικού διαστήματος (από 2-5-2009 μέχρι 15-10-2009) με την αιτιολογία ότι "Ο ισχυρισμός της εναγομένης...
ότι ο ενάγων δεν παρέσχε καθόλου εργασία για το διάστημα από 20-8-2009 μέχρι το τέλος της τουριστικής περιόδου, γιατί τελούσε σε αναρρωτική άδεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί... Είναι μεν αλήθεια ότι ο ενάγων έλαβε άδεια ανικανότητος προς εργασία, πλην όμως για το από 20-8-2009 έως 3-9-2009 χρονικό διάστημα...
που όμως δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή, εφόσον δεν διαφοροποιεί τον αριθμό των Σαββατοκύριακων". Ότι η κρίση αυτή είναι εσφαλμένη διότι, παρά τις περί του αντιθέτου παραδοχές της προσβαλλομένης, κατά το διάστημα αυτό μεσολάβησαν δύο Σάββατα και δύο Κυριακές. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να εξειδικεύονται στο αναιρετήριο τα φερόμενα ως μη ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ώστε να προκύπτει η ταυτότητά τους, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομιδής τους, καθώς και να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Επίσης πρέπει να καθορίζεται και ο ισχυρισμός το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνυόταν με τα αποδεικτικά αυτά μέσα και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 99/2016). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει ότι για την απόδειξη του αρνητικού της αγωγής ισχυρισμού της ότι η διάρκεια των συμβάσεων εργασίας του ενάγοντος δεν ήταν η αναφερόμενη στην αγωγή (από 2 Μαΐου μέχρι 15 Οκτωβρίου κάθε έτους) αλλά μικρότερη, επικαλέσθηκε και προσκόμισε "τις 6 αναγγελίες πρόσληψής του καθώς επίσης και τις 6 έγγραφες δηλώσεις/καταγγελίες κάθε μιας εκ των συμβάσεων", από τις οποίες αποδεικνυόταν η μικρότερη αυτή διάρκεια όπως ειδικότερα αναφέρεται για κάθε έτος και ότι το εφετείο δέχθηκε ως αληθή τον προαναφερθέντα αγωγικό ισχυρισμό, μη λαμβάνοντας υπόψη για το σχηματισμό της κρίσης του τα ανωτέρω έγγραφα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος διότι δεν περιλαμβάνει ακριβή περιγραφή των φερομένων ως μη ληφθέντων υπόψη εγγράφων, σε κάθε δε περίπτωση ως αβάσιμος διότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει τα έγγραφα αυτά. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολ. Α.Π. 25/2003). Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή της με το άρθρο 17 παρ. 2 ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομισθεί γι’ αυτά οποιαδήποτε απόδειξη ή χωρίς να εκτίθεται στην απόφαση, ούτε γενικώς, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε το δικαστήριο την απόδειξη (Α.Π. 431/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις ανωτέρω αναιρετικές πλημμέλειες, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού εκθέτει τα εξής: Ότι αρνούμενη το αγωγικό κονδύλιο αποζημίωσης λόγω άκυρης, κατά τον ενάγοντα, καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, είχε ισχυρισθεί ότι αυτός αποχώρησε οικειοθελώς από την εργασία του διότι δεν άσκησε αφενός μεν νομοτύπως, αφετέρου δε εμπροθέσμως το δικαίωμά του για υποβολή αίτησης επαναπρόσληψής του.
Ότι το εφετείο, με τις παρατιθέμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, δέχθηκε ότι ο ενάγων είχε ασκήσει νομοτύπως και εμπροθέσμως το ανωτέρω δικαίωμά του και ότι αυτή κατήγγειλε ατύπως τη σύμβαση εργασίας του χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ότι εξ ουδενός αποδεικτικού στοιχείου αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι ο ενάγων άσκησε εμπροθέσμως, το Μάρτιο του έτους 2013, το δικαίωμα επαναπρόσληψής του, τον οποίο ισχυρισμό αβασάνιστα υιοθέτησε το εφετείο.
Ότι συνεπώς ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο χρόνος άσκησης του δικαιώματος επαναπρόσληψής του ήταν ο Μάρτιος του έτους 2013 συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, τον οποίο αυτός προέβαλε και η ίδια αρνήθηκε και τον οποίο δέχθηκε το δικάσαν εφετείο χωρίς απόδειξη και τον οποίο έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα δύο σκέλη του διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α και 10 Κ.Πολ.Δ., απαραδέκτως πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του εφετείου.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-9-2015 αίτηση για αναίρεση της 162/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ