1635/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1635/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι.(Α) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την§3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Full text
Απόφαση 1635 / 2012 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Ζιάκα, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2012, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΟΤΑ με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΩΝ", που εδρεύει στη Λάρισα και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Παπαδημητρίου. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Χ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Φαρμάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-12-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 429/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 82/2011 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 4-4-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 4-9-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δευτέρου λόγου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.(Α) Σύμφωνα με το άρθ. 559 αριθ. 4 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο υπερέβη την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 94§1 του Συντάγματος η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια, κατά δε την§3 του ίδιου άρθρου στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται όλες οι ιδιωτικές διαφορές.
Σε εφαρμογή των συνταγματικών αυτών ορισμών, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 του ν.1406/1983, όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας υπάγονται από 11.6.1985 στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, ενώ κατά το άρθρο 1 του ΚΠολΔ οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου ανήκουν στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων.
Κατά το άρθρο 1§2 εδ. θ' του ν. 1406/1983 στις διοικητικές διαφορές ουσίας που υπάγονται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά, εκτός των άλλων, και στις κάθε είδους αποδοχές του προσωπικού εν γένει του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των Ν.Π.Δ.Δ.
οι οποίες ρυθμίζονται από διατάξεις κανονιστικού περιεχομένου. Ως "αποδοχές", κατά τη διάταξη αυτή, νοούνται οι αποδοχές του προσωπικού που συνδέεται με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα Ν.Π.Δ.Δ. με σχέση δημόσιου δικαίου. Απ' αυτό γίνεται φανερό ότι οι διαφορές που αφορούν τις αποδοχές των μισθωτών που συνδέονται με το Δημόσιο με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου υπάγονται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων (ΑΕΔ 11/1992, ΑΠ 302/2011).
Περαιτέρω, κατά τον αριθμό 5 του αυτού ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, επί αρμοδιότητας καθ' ύλην, εσφαλμένα κήρυξε εαυτό αρμόδιο ή αναρμόδιο, επιφυλασσομένων των διατάξεων του άρθ. 47 κ.λπ. Ειδικότερα, κατ' άρθ. 16 αριθ. 2 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο κατάθεσης της ένδικης αγωγής (άρθ. 221§1 ΚΠολΔ), στην αρμοδιότητα των μονομελών πρωτοδικείων υπάγονται, και εάν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει τις 80.000 € οι διαφορές από την παροχή εξαρτημένης εργασίας ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία εξ αφορμής αυτής μεταξύ των εργαζομένων κ.λπ.
και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους. (Β) Η νομική αοριστία της αγωγής στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα εκείνων που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του δικαιώματος.
Αντίθετα το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής ως προς την έκθεση σε αυτήν των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) εκτιμά κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται κατά τούτο η απόφασή του σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν αυτό έκρινε ορισμένη την αγωγή λαμβάνοντας υπόψη γεγονότα μη διαλαμβανόμενα σε αυτή και ασκούντα ουσιώδη επιρροή στην περί του νόμω βάσιμου της κρίσης του ή αντιθέτως έκρινε αόριστη την αγωγή επειδή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, καίτοι διαλαμβάνονταν σε αυτή, οπότε μπορούν να θεμελιωθούν οι από το άρθρο 559 αριθ.8 και 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγοι αναίρεσης (ΑΠ 222/2012). Εξάλλου, κατά γενική αρχή του εργατικού δικαίου, συναγόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 3, 174 και 679 του Αστικού Κώδικα, 8 του ν. 2112/1920, 5§1 του α.ν. 539/1945 και 8§4 του ν.δ. 4020/1959, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και άρα είναι άκυρη και θεωρείται μη γενομένη, η παραίτηση του εργαζομένου, έστω και με την μορφή της άφεσης χρέους κατ' άρθ. 454 ΑΚ, από το δικαίωμα λήψης των κατά νόμο ελάχιστων ορίων των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματά του που απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημόσιας τάξης (ΑΠ 1554/2011, 495/2006). (Γ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται ως ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997, ΑΠ 137/2012).
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 22-12-2008 αγωγή του στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας, επί της οποίας εκδόθηκε σε δεύτερο βαθμό η προσβαλλομένη απόφαση (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ), ο ήδη αναιρεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι από τον Ιούλιο του 1999 εργάζεται, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην Τεχνική Υπηρεσία του τώρα αναιρεσείοντος Δήμου Λαρισαίων, ότι συμμετέσχε το 2007 στον διαγωνισμό για την πλήρωση 41 θέσεων Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, κατά τον οποίο πέτυχε την πρόσληψή του στην θέση του εθνικού εμπειρογνώμονα στις Βρυξέλλες, με επιστημονικό αντικείμενο την θέσπιση ορίων εκπομπής αέριων ρύπων από μηχανές εσωτερικής καύσης, θορύβου και ακτινοβολίας, ότι παρά την ρητή πρόβλεψη από το άρθ. 7 ν. 3320/2005, για τους καταλαμβάνοντες θέση εθνικού εμπειρογνώμονα, ότι ο χρόνος της απόσπασής τους λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην θέση που κατέχουν οργανικά οι υπάλληλοι, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες αποδοχές τους από την υπηρεσία που ανήκουν οργανικά, ο εναγόμενος Δήμος διά του Δημάρχου του, προκειμένου να υπογράψει την διετή απόσπαση του στις Βρυξέλλες, του δήλωσε ότι θα πρέπει να εκχωρήσει - δωρίσει στον εναγόμενο τους μισθούς του ολόκληρης της διετούς απόσπασής του, ο ενάγων δε, που επιθυμούσε την πραγματοποίηση της απόσπασης αυτής, καθόσον η θέση αυτή είναι επίζηλη για έναν νέον επιστήμονα, εξαναγκασθείς υπέγραψε την από 9-11-2007 υπεύθυνη δήλωση, με την οποία δώρισε τους μισθούς που δικαιούνταν κατά το διάστημα της απόσπασής του στον εναγόμενο, η ως άνω, όμως, δωρεά - εκχώρηση ήταν άκυρη, με βάση δε τα περιστατικά αυτά ζήτησε με την ένδικη αγωγή (1) ν' αναγνωρισθεί η ακυρότητά της και (2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τις κάθε είδους αποδοχές του για τα έτη 2008 και 2009 που ανέρχονται (α) για τον Ιανουάριο του 2008 σε 493,35 € για τον Φεβρουάριο σε 1.034,73 €, για τον Μάρτιο σε 1.034,73 €, για τον Απρίλιο σε 1.035,57 €, για τον Μάιο σε 1.064,64 €, για τον Ιούνιο σε 1.064,77 €, για τον Ιούλιο σε 870,83 €, για τον Αύγουστο σε 768,72 €, για τον Σεπτέμβριο σε 1.096,81 €, για τον Οκτώβριο σε 1.110,32 €, για το Νοέμβριο σε 1.110,32 € και για τον Δεκέμβριο του 2008 σε 1.110,32 € (β) για δώρο Πάσχα του 2008 ποσό 433,66 € και δώρο Χριστουγέννων του 977,31 € (γ) για επίδομα αδείας 2008 ποσό 464,8 € (δ) για το έτος 2009 τα ίδια ως άνω ποσά μηνιαίων μισθών, δώρων και άδειας και επιδόματος άδειας, όπως για το έτος 2008, πλέον των νομίμων προσαυξήσεων που ισχύουν για όλους τους υπαλλήλους του εναγομένου Δήμου για το έτος 2009 και για την ειδικότητα και τον βαθμό του, συνολικά δε το ποσό των 27.341,64 € με το νόμιμο τόκο κ.λπ.
Η αγωγή αυτή, με την οποία δεν εισήγετο αξίωση αποζημίωσης από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Δήμου) κατά τα άρθ. 105 και 106 ΕισΝΑΚ, όπως υπολαμβάνει ο αναιρεσείων, αλλά αξίωση για την καταβολή οφειλομένων αποδοχών, λόγω της ακυρότητας της σύμβασης εκχώρησης - δωρεάς αυτών, από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων και στην καθ' ύλην αρμοδιότητα, λόγω του ύψους του ζητουμένου ποσού, του δικάσαντος σε πρώτο βαθμό Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, και επομένως είναι απορριπτέος ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατ' αμφότερα τα σκέλη του από τους αριθ. 4 και 5 του άρθ. 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, η ως άνω αγωγή δεν έπασχε από νομική αοριστία λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν, εάν οι αναφερόμενες εκεί αποδοχές ήταν οι νόμιμες (έλλειψη που μόνον αυτή, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συγκροτεί την εν λόγω παράβαση) με αποτέλεσμα την ολική ακυρότητα της παραίτησης αυτής, ή ενδεχομένως οι τυχόν ανώτερες των νομίμων (κατωτάτων) συμβατικές, γεγονός που θα επέφερε την μερική αντίστοιχη ακυρότητα, καθόσον ο ενάγων, ως συνδεόμενος με τον ως άνω ΟΤΑ με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, υπήγετο στις σχετικές ΣΣΕ και δη στην από 12-12-2008, ισχύουσα από 1-1-2008, ΣΣΕ της ΠΟΕ-ΟΤΑ για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (με αριθ. 159/2008 πρ.
κατ.), σύμφωνα με την οποία ο βασικός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, ανήκοντος στο ειδικό επιστημονικό προσωπικό, ανερχόταν από 1-1-2008 σε 1.429 € και από 1-10-2008 σε 1.457 €, δηλ. σε ποσά μεγαλύτερα από τα ζητούμενα ως άνω με την αγωγή. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί.
Περαιτέρω, το Εφετείο Λάρισας κρίνοντας, ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος εναγομένου, επί της αγωγής αυτής με την αναιρεσιβαλλομένη 82/2011 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει (άρθ. 561§2 ΚΠολΔ) δέχθηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του (άρθ. 561§1 ΚΠολΔ), ότι ο ενάγων, μηχανολόγος - μηχανικός, εργάζεται από τον Ιούλιο του 1999 στον εναγόμενο Δήμο και στην Διεύθυνση Τεχνικών Υπηρεσιών αυτού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ότι την 7-7-2007 προκηρύχθηκε διαγωνισμός για την πλήρωση 41 θέσεων εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή της ΕΕ, στον οποίο και συμμετέσχε επιτυχώς, αφού την 12-9-2007 του γνωστοποιήθηκε η πρόσληψή του στην θέση αυτή του εθνικού εμπειρογνώμονα στις Βρυξέλλες, με επιστημονικό αντικείμενο την θέσπιση ορίων εκπομπής αερίων ρύπων από μηχανές εσωτερικής καύσης, ορίων θορύβου και ακτινοβολίας, ότι στην διάταξη του άρθ.7 ν. 3320/2005 ορίζεται μεταξύ άλλων "η διάρκεια της απόσπασης ορίζεται μέχρι δύο [2] έτη με δυνατότητα παράτασης μέχρι δύο [2] έτη ακόμα.
Ο χρόνος της απόσπασης λογίζεται για κάθε συνέπεια ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας στην θέση που κατέχουν οργανικά οι υπάλληλοι, οι οποίοι εξακολουθούν να λαμβάνουν τις μηνιαίες τους αποδοχές από την υπηρεσία στην οποία ανήκουν οργανικά", ότι ακολούθως με το 18767/2007 έγγραφο του εναγομένου προς τη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στην Ευρωπαϊκή Ένωση εγκρίθηκε η απόσπαση του ενάγοντος από τον Δήμο Λαρισαίων στην Γενική διεύθυνση Επιχειρήσεων και Βιομηχανίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με έναρξη την 1η Δεκεμβρίου 2007 σύμφωνα με τους όρους και προϋποθέσεις του "Εφαρμόσιμου κανονισμού για την απόσπαση Εθνικών Εμπειρογνωμόνων στην Επιτροπή", ότι πραγματικά ο ενάγων στις αρχές Δεκεμβρίου 2007 μετέβη στις Βρυξέλλες με διετή απόσπαση, πλην, όμως, ο εναγόμενος, αν και καταβάλλει τις ασφαλιστικές εισφορές του, δεν του χορηγεί τις μηνιαίες αποδοχές που δικαιούται με την αιτιολογία, ότι ο ενάγων με την από 9-11-2007 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986 του δήλωσε ότι για το διάστημα που θα είναι αποσπασμένος από τον Δήμο Λαρισαίων (εναγόμενο) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις Βρυξέλλες δωρίζει στον Δήμο τον μισθό που δικαιούται απ' αυτόν, η δε Δημαρχιακή Επιτροπή με την 899/29-11-2007 απόφασή της ενέκρινε την αποδοχή της δωρεάς αυτής, ότι η ως άνω έγγραφη παραίτηση του ενάγοντος από τις ένδικες αγωγικές αξιώσεις (είναι αδιάφορο το γεγονός αν χαρακτηρίζεται απ' αυτούς ως δωρεά ή εκχώρηση) σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν είναι απολύτως άκυρη, αφού αφορά την παραίτηση αυτού από το δικαίωμα λήψης των νομίμων αποδοχών του (δεδουλευμένων) και αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης, έτσι ώστε να μην παράγεται απ' αυτήν κανένα έννομο αποτέλεσμα, ότι κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω ο ενάγων δικαιούται τις μηνιαίες αποδοχές, τα επιδόματα Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας του χρονικού διαστήματος από τον Ιανουάριο του 2008 μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (29-12-2008) και ειδικότερα τ' αναφερόμενα εκεί για τις αιτίες αυτές ποσά και συνολικά το ποσό των 13.670,82 €, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος Δήμου, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή.
Από τα προαναφερθέντα και ειδικότερα από την σύγκριση των γενομένων δεκτών από την προσβαλλομένη απόφαση με το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής προκύπτει ότι ουδόλως το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα μη προταθέντα από τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα και δη ανύπαρκτη βάση της αγωγής, καθόσον το Εφετείο δέχθηκε, όπως και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, την, ρητώς προταθείσα με την αγωγή και ιστορική βάση αυτής αποτελούσα, ακυρότητα της γενομένης από τον ενάγοντα εκχώρησης - δωρεάς των μηνιαίων αποδοχών ως αποτελούσης ανεπίτρεπτη παραίτηση από το δικαίωμα λήψης των αποδοχών του, ούσης αδιάφορου της ειδικότερης νομικής θεμελίωσης αυτής, είναι δε διαφορετικό το ζήτημα, για το οποίο, όμως, δεν υπάρχει σχετικός λόγος αναίρεσης, κατά πόσον η γενομένη δεκτή, κατά παραδοχή της σχετικής ιστορικής βάσης της αγωγής, εκχώρηση - δωρεά των μισθών του ενάγοντος αναιρεσιβλήτου συνιστά "παραίτηση" αυτού από τις αποδοχές του κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων.
Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος, και τελευταίος, λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με τα παραπάνω πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου (άρθ. 281 ν. 3463/2006).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 4-4-2011 αίτηση του Δήμου Λαρισαίων για αναίρεση της 82/2011 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στο ήμισυ των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε εννιακόσια (900) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2012. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ