1635/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5904/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8256/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1635/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν.1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.
Full text
Απόφαση 1635 / 2010 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1635/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Φούκα, Γεώργιο Χρυσικό, Ιωάννη Σίδερη και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 4 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΤΕ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αγγελική Καρχιμάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Δημήτριο Κάκο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18.12.2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5904/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8256/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11 Νοεμβρίου 2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 17 Σεπτεμβρίου 2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν οι λόγοι αναιρέσεως.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στην δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 15 παρ. 6 του Ν.3632/1928, το οποίο δεν καταργήθηκε με το άρθρο 17 ΕισΝΑΚ, κάθε αξίωση πηγάζουσα από χρηματιστηριακή συναλλαγή, παραγράφεται μετά την πάροδο έτους από τη λήξη του έτους κατά το οποίο συνήφθη η συναλλαγή. Κατά την παρ. 1 του ιδίου άρθρου 15 του Ν.3632/1928, χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι οι δικαιοπραξίες οι συναπτόμενες χρηματιστηριακώς και έχουσες αντικείμενο χρηματιστηριακά πράγματα.
Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Ν.1806/1988 χρηματιστηριακές συναλλαγές κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι μόνο α) η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα από την κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών, β) πώληση με ειδικές συμφωνίες, όπως ενδεικτικά ..., γ) κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 26 του Ν.2533/1997 ως χρηματιστηριακές συναλλαγές νοούνται οι συμβάσεις επί χρηματιστηριακών πραγμάτων που καταρτίζονται στο ΧΑΑ σύμφωνα με τους εκάστοτε ισχύοντες νόμους και κανονιστικές διατάξεις. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 εδ. δ' του Ν.1806/1988, με την οποία ορίζεται ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού καταργούνται ..., δ) οι διατάξεις της νομοθεσίας των χρηματιστηρίων, οι οποίες αντίκεινται στο νόμο αυτόν ή που αφορούν θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν, δεν καταργήθηκε μεν η παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν.3632/1928, η οποία δεν έρχεται σε αντίθεση με το νέο νόμο, καταργήθηκε όμως η διάταξη του άρθρου 16 του Ν.3632/1928, η οποία περιελάμβανε τις χρηματιστηριακές συναλλαγές και ε) πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία, σχετιζόμενη προς τη διενέργεια και την εκτέλεση των αναφερομένων περιοριστικά στη διάταξη αυτή κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, μεταξύ των οποίων και η αγορά και πώληση τοις μετρητοίς.
Αλλά η διάταξη αυτή του άρθρου 16 εδ. ε' του Ν.3632/1928 επαναλαμβάνεται, με διαφορετική διατύπωση, με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 στοιχ. γ' του Ν.1806/1988, κατά την οποία χρηματιστηριακή συναλλαγή κατά την έννοια του νόμου αυτού είναι και κάθε δικαιοπραξία συναφής με τη διενέργεια και την εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, στις οποίες περιλαμβάνεται, όπως προεκτέθηκε, υπό στοιχείο α', η πώληση τοις μετρητοίς, η οποία καταρτίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία για χρηματιστήρια αξιών.
Από τις διατάξεις αυτές και ιδιαίτερα από το γεγονός ότι ο νομοθέτης, τόσο του Ν.3632/1928, με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 16 αυτού, όσο και του Ν.1806/1988, με το άρθρο 20 παρ. 1, στοιχείο γ' αυτού, ρητά υπήγαγε στις χρηματιστηριακές συναλλαγές και "πάσα εν γένει παρεπόμενη δικαιοπραξία σχετιζόμενη" ο πρώτος και "κάθε δικαιοπραξία συναφή" ο δεύτερος, με τη διενέργεια των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, συνάγεται ότι η διάταξη του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν.3632/1928 δεν αναφέρεται μόνο στις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές, αλλά και στις συναφείς ή παρεπόμενες των κυρίων χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως είναι και η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας.
Από την ειδικότητα δε των παραπάνω διατάξεων του χρηματιστηριακού δικαίου, σε σχέση με τις διατάξεις περί εντολής και ιδιαίτερα από την ειδικότητα της προαναφερομένης διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν.3632/1928, η οποία είναι και η μοναδική διάταξη που ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων που πηγάζουν από χρηματιστηριακές συναλλαγές, σε σχέση με τις διατάξεις των άρθρων 249 ΑΚ περί εικοσαετούς παραγραφής και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ περί βραχυπρόθεσμης πενταετούς παραγραφής, προκύπτει ότι οι πηγάζουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής αξιώσεις των συμβαλλομένων μερών, υπόκεινται στην ειδική ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν.3632/1928 και όχι στη βραχυπρόθεσμη πενταετή ή τη γενική εικοσαετή παραγραφή του ΑΚ.
Ενώ εξάλλου και από το αντικείμενο της συμβάσεως χρηματιστηριακής παραγγελίας, που είναι αφενός η ανάληψη από το χρηματιστή της υποχρεώσεως να εκτελέσει, με την κατάρτιση της κυρίας χρηματιστηριακής συμβάσεως, την παραγγελία (εντολή) του πελάτη για αγορά ή πώληση χρηματιστηριακών πραγμάτων και αφετέρου η ανάληψη από τον πελάτη της υποχρεώσεως να καταβάλει στο χρηματιστή τη συμφωνηθείσα αμοιβή (προμήθεια) για την εκτέλεση της χρηματιστηριακής συναλλαγής, καθώς και το τίμημα των χρεωγράφων που αποτέλεσαν το αντικείμενο της συναλλαγής, δεν νοείται αυτοτέλεια και ανεξαρτησία αυτής (σύμβασης παραγγελίας χρηματιστηριακής συναλλαγής) από την κύρια χρηματιστηριακή συναλλαγή, εξ αιτίας και με αφορμή την οποία συνάπτεται και της οποίας αποτελεί αναπόσπαστο παρακολούθημα.
Θα αποτελούσε δε ανεπίτρεπτη διάσπαση του χρηματιστηριακού δικαίου, η εφαρμογή, για μεν τις απορρέουσες από τη σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας αξιώσεις, της εικοσαετούς ή της πενταετούς παραγραφής των άρθρων 249 και 250 αριθ. 1 και 5 του ΑΚ, για δε τις απορρέουσες από τις κύριες χρηματιστηριακές συναλλαγές αξιώσεις, η ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 15 παρ. 6 Ν.3632/1928.
Αντίθετη άποψη δεν συνάγεται από το γεγονός ότι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής αγοραπωλησίας δεν συνάπτεται απ' ευθείας μεταξύ των μελών του χρηματιστηρίου, δεν τελεί υπό καθεστώς δημοσιότητας και δεν τοποθετείται εντός του "κύκλου" ή "νοερού χώρου" του χρηματιστηρίου, αφού ακριβώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ο νομοθέτης, τόσο στο άρθρο 16 εδ.
ε' του Ν.3632/1928, όσο και στο άρθρο 20 του Ν.1806/1988, περιέλαβε στην έννοια των χρηματιστηριακών συναλλαγών, τις συναφείς ή παρεπόμενες της κυρίας συμβάσεως δικαιοπραξίες. Επίσης, δεν συνάγεται διαφορετική κρίση, από την έλλειψη παραπομπής των προαναφερομένων νεωτέρων νομοθετημάτων, στη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν.3632/1928, αφού, πέραν του ότι ο νόμος ισχύει μέχρι να καταργηθεί ρητά ή σιωπηρά από νεώτερο νόμο, συνηθίζεται ο νεώτερος νόμος να ορίζει ρητά τις καταργούμενες διατάξεις από την έναρξη της ισχύος του, είτε να περιέχει διάταξη που να ορίζει γενικά ότι καταργείται όποια διάταξη είναι αντίθετη στο νεώτερο νόμο.
Από το ότι ο Ν.1806/1988 περιλαμβάνει μεταβατικές διατάξεις, με τις οποίες καταργούνται συγκεκριμένες διατάξεις του Ν.3632/1928, συνάγεται εξ αντιδιαστολής επιχείρημα υπέρ της διατηρήσεως σε ισχύ του άρθρου 15 παρ. 6 του Ν.3632/1928. Ενώ η αναφορά του άρθρου 15 παρ. 1 του Ν.3632/1928 στις χρηματιστηριακώς συναπτόμενες συναλλαγές, δεν έχει μόνο την έννοια της κατάρτισης αυτών εντός του "κύκλου" του χρηματιστηρίου, αλλά και της συμμετοχής μέλους του χρηματιστηρίου στην κατάρτιση τούτων και της εφαρμογής των διατάξεων που διέπουν τις χρηματιστηριακές συναλλαγές.
Τέλος, η παραπάνω άποψη ενισχύεται περαιτέρω και από την αιτιολογική έκθεση του Ν.3632/1928, κατά την οποία "οι δίκες μεταξύ χρηματιστών και πελατών από χρηματιστηριακές συναλλαγές, πρέπει, λόγω της φύσεως αυτών, να τερματίζονται το ταχύτερο, γιατί χρόνιζαν ένεκα της βραδείας διαδικασίας των τακτικών δικαστηρίων και οι χρηματιστηριακές συναλλαγές, ως εκ της φύσεως αυτών, επιβάλλουν εξαιρετική ταχύτητα, όχι μόνο ως προς τη σύναψή τους, αλλά και ως προς τη ρύθμιση των εκ τούτων διαφορών (Ολ.
ΑΠ 28/2007, ΑΠ 264/2009). Τέλος, κατά το άρθρο 260 ΑΚ, η παραγραφή διακόπτεται, όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει την αξίωση με οποιοδήποτε τρόπο. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι δεν απαιτείται μεν δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως του οφειλέτη γενομένη προς το σκοπό δεσμεύσεως και παραγωγής υποχρεώσεως, δηλαδή αναγνώριση κατά τους όρους του άρθρου 873 ΑΚ, αλλά αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια και συμπεριφορά αυτού, απευθυνόμενη προς το δανειστή και περιερχόμενη σε αυτόν, από την οποία συμπεριφορά του οφειλέτη να συνάγεται ότι αυτός, γνωρίζοντας την αξίωση του δανειστή κατ' αυτού, θεωρεί ότι αυτή υφίσταται κατά το χρόνο της συγκεκριμένης συμπεριφοράς.
Η ως άνω αναγνώριση, για να επιφέρει τη διακοπή της παραγραφής, πρέπει να γίνεται πριν από τη συμπλήρωση αυτής, να απευθύνεται προς το δανειστή και να περιέρχεται σε αυτόν (ΑΠ 1231/2006, ΑΠ 1490/2005, ΑΠ 362/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, όπως από αυτή προκύπτει, απέρριψε την από 18-12-2002 αγωγή της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, αφού έκρινε, κατά παραδοχή ενστάσεως του εναγομένου, ότι οι διωκόμενες με αυτή αξιώσεις από τη μεταξύ τους σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών και εκτέλεσης χρηματιστηριακών συναλλαγών, υπέκυψαν στην ενιαύσια παραγραφή του άρθρου 16 §6 του Ν.3632/1928, η οποία είχε συμπληρωθεί πριν από την άσκηση της αγωγής και απέρριψε τον ισχυρισμό αυτής περί διακοπής της παραγραφής, λόγω αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, γενομένης μετά τη συμπλήρωση του χρόνου της παραγραφής, για την οποία δεν περιείχε αυτοτελή βάση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής (αγωγής).
Επομένως, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, έλαβε υπόψη όλους τους νομίμως προταθέντες και ασκούντες ουσιώδη επίδραση την έκβαση της δίκης ισχυρισμούς, δεν κήρυξε έκπτωση από δικαίωμα παρά το νόμο, δεν άφησε αίτηση αδίκαστη, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού, από το αιτιολογικό αυτής, προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ή περί της μη συνδρομής τούτων, για άλλες που δεν εφαρμόσθηκαν, ενώ περιέχει επαρκείς και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ 30/1997, Ολ. ΑΠ 28/1997). Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1, 8, 9, 14, 17 και 19 Κ.Πολ.Δ., πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Επομένως πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-11-2009 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "Α.Τ.Ε. ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ Α.Ε.Π.Ε.Υ." περί αναιρέσεως της υπ'αριθμό 8256/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία καθορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 2 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ