Legislator Case Law & Legislation
1635/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property ownership, ruling lower court properly considered all evidence.

Case Number 1635/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three appellants against the Athens Court of Appeal's decision regarding property ownership. The appellants argued the lower court failed to consider specific documents submitted to prove their title, while the respondent contended all evidence was duly reviewed. The court ruled that the lower court's explicit statement confirming the review of all submitted documents, including the disputed papers, rendered the appeal groundless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1045, 974, 559, 335-340, 561 of the Civil Code and Code of Civil Procedure: An appeal based on the failure to consider specific evidence is inadmissible if the lower court explicitly states it reviewed all submitted documents and the appellant's claim of non-consideration is contradicted by the record.

Keywords

AI generated
property ownership acquisition adverse possession twenty years appeal grounds invalidity evidence consideration duty contradictory reasoning

Cited Legislation

AI generated
Article 1045 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Articles 335 to 340 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 42/2002
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1635 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ1, 2. Χ2 και 3. Χ3, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κίντη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-5-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1526/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 674/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 3-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Άσκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω σ' αυτό που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αντιφατικές αιτιολογίες κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αφού η ύπαρξη του ενός αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει και όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί ότι σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων-αναιρεσειόντων, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι κληρονόμοι της ΑΑ, που πέθανε στις 4-1-1946, μεταξύ των οποίων είναι η ενάγουσα κόρη της, διένειμον εξώδικα την κληρονομιαία περιουσία με το ...διανεμητήριο συμβόλαιο του Συμ/φου Αθηνών Γεωργίου Χατζή, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Κερατέας Αττικής στον τόμο ... με αριθμό ... .

Δυνάμει του ως άνω διανεμητηρίου συμβολαίου, περιήλθε στην ενάγουσα, (μεταξύ άλλων), ένας αγρός στη θέση ... τριάντα (30) στρεμμάτων, που συνορεύει ανατολικά με γραμμή ..., δυτικά με ..., βόρεια με ρεύμα και νότια με ... . Η ενάγουσα από το χρόνο μεταγραφής του συμβολαίου αυτού συνέχισε με διάνοια κυρίας, καλή πίστη και νόμιμο τίτλο την χρησικτησία των προκατόχων της, καθόσον η μητέρα της ΑΑ νεμόταν αυτό με τα ίδια προσόντα από το χρόνο αγοράς του από αληθή κύριο, δυνάμει του ...

συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Παν. Κουσουλάκου, από το χρόνο δε θανάτου της μέχρι το χρόνο συντάξεως του διανεμητηρίου συμβολαίου ενέμοντο με τα ίδια προσόντα αυτό οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της (σύζυγος και τα δύο παιδιά της) κατά τα ποσοστά της εξ αδιαθέτου διαδοχής τους. Μετά το 1960, δεν το καλλιεργούσε, κατάτμησε όμως ένα τμήμα του και το πώλησε σε τρίτους, απέμεινε δε έκταση 5,5 στρεμμάτων.

Μεταξύ εκείνων στους οποίους πώλησε αγροτεμάχια από την μείζονα έκταση είναι ο εναγόμενος ΒΒ. Αυτός απέκτησε το με αριθμό ... αγροτεμάχιο, όπως αυτό εμφαίνεται στο από Οκτωβρίου 1970 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου Τοπογράφου Μηχανικού ..., δυνάμει του ... πωλητηρίου συμβολαίου του Συμ/φου Λαυρίου Δημητρίου Ανδρέου, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Το εν λόγω αγροτεμάχιο επιφανείας 250 τ.μ. συνορεύει, κατά τον ως άνω τίτλο κτήσεως (που παραπέμπει στο αναφερθέν σχεδιάγραμμα), ανατολικά επί πλευράς είκοσι ενός (21) μ. με ιδιοκτησία της πωλήτριας, δυτικά, επί πλευράς είκοσι ενός (21) μ. με ιδιωτική οδό πλάτους πέντε (5) μέτρων (η οποία αφέθη από την πωλήτρια για εξυπηρέτηση των αγροτεμαχίων που αναφέρονται στο διάγραμμα), βόρεια, επί πλευράς ένδεκα (11) μέτρων με ιδιοκτησία της πωλήτριας και νότια επί πλευράς δεκατριών (13) μέτρων με το με αριθμό ...

αγροτεμάχιο του αναφερθέντος διαγράμματος. Την έκταση των 5,5 στρεμμάτων, που απέμεινε στην κυριότητα της ενάγουσας μετά τις πωλήσεις αγροτεμαχίων, συνέχισε αυτή να νέμεται συνεχώς και αδιαλείπτως ολόκληρη, με διάνοια κυρίας, νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, επισκεπτόμενη τακτικά αυτήν (καθόσον ήταν κάτοικος Αθηνών) και προστατεύοντάς την από τις επεμβάσεις τρίτων.

Το 1980 κατελήφθη τμήμα της έκτασης αυτής από την ..., ως εκ τούτου η ήδη ενάγουσα άρχισε δικαστικό αγώνα εναντίον της, που έληξε με νίκη της ενάγουσας (7142/88 απόφαση του Εφετείου Αθηνών). Το 1997 το περιέλαβε στο έντυπο Ε9, στις 23-11-1999 κατέθεσε στο Δήμο ... αιτήσεις ιδιοκτησίας κατά το Ν.2242/1994 (... πιστοποιητικό του Δήμου Κερατέας).

Το 1990 ο αναφερθείς ΒΒ φύτευσε, χωρίς δικαίωμα, μέσα το κτήμα της ενάγουσας, κοντά στο όριο με το δικό του ακίνητο, δύο σειρές από κυπαρίσσια σε σχήμα "Γ". Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε αμέσως προφορικά προς αυτόν και ο τελευταίος δήλωσε ότι δεν προβάλει δικαιώματα κυριότητος στο έδαφος στο οποίο φύτευσε κυπαρίσσια, συμφώνησαν δε να παραμείνει μόνο η μία σειρά από κυπαρίσσια, που ήταν παράλληλη προς το σπίτι, που είχε κτίσει ο ενάγων ΒΒ και σε απόσταση είκοσι (20) μέτρων από αυτό, ξερίζωσε δε την κάθετη σειρά, προς τα δυτικά.

Κατά τη συμφωνία τους, τα κυπαρίσσια, που απέμειναν, θα ανήκαν στην ενάγουσα, αφού σ' αυτήν ανήκε το έδαφος, όπου αυτά βρίσκονταν, θα παρέμεναν δε εκεί για να προστατεύουν το σπίτι του ως άνω εναγομένου από τα νερά, λόγω της κατωφέρειας. Το 1999 οι εναγόμενοι κατασκεύασαν μανδρότοιχο, μέσα στον οποίο περιέλαβαν μέρος από την ιδιοκτησία της ενάγουσας, επιφανείας 850 τ.μ., στην οποία υπήρχαν και τα ως άνω κυπαρίσσια.

Το τμήμα των 850 τ.μ., που περιέλαβαν στον μανδρότοιχο, ορίζεται ως εξής: βόρεια συνορεύει επί πλευράς 33,5 μ. με υπόλοιπη ιδιοκτησία της ενάγουσας, νότια εν μέρει και επί πλευράς 11 μ. με ιδιοκτησία εναγομένων και εν μέρει επί πλευράς 20,5 με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγουσας, ανατολικά επί πλευράς 30,5 μ με υπόλοιπη ιδιοκτησία ενάγουσας και δυτικά εν μέρει και επί πλευράς 21 μέτρων με ιδιοκτησία εναγομένων και εν μέρει επί πλευράς 9,5 μ.

με κοινοτική οδό. Στις 19-10-1999 ο ΒΒ (πρώτος εναγόμενος) μεταβίβασε στα παιδιά του Χ1 και Χ2 (δεύτερο και τρίτο εναγομένους) αιτία γονικής παροχής, κατ' ισομοιρίαν, την ψιλή κυριότητα ακινήτου 1.045,2 τ.μ. από τα οποία 250 τ.μ. απέκτησε από αγορά, από την ενάγουσα (όπως εκτέθηκε) τα δε λοιπά μέτρα των 795,2 τ.μ. αναφέρεται στο ως άνω συμβόλαιο ότι απέκτησε από έκτακτη χρησικτησία.

Η περιγραφή του ακινήτου αυτού στο εν λόγω συμβόλαιο (που μεταγράφηκε νόμιμα) έγινε σύμφωνα με το από Ιουλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού ..., ορίζεται δε, σύμφωνα με αυτό, βόρεια, σε πλευρά Α-Β μήκους 31 μ. με πρώην ιδιοκτησία ... και ήδη αγνώστου, νότια σε πλευρά Ε-Δ μήκους 14 μ με πρώην ιδιοκτησία ...

και ήδη αγνώστου, νοτιοανατολικά σε πλευρά Δ-Γ 18,80 μ. με πρώην ιδιοκτησία ... και ήδη αγνώστου, ανατολικά σε πλευρά Γ-Β 28,70 μ. με πρώην ιδιοκτησία ... και ήδη αγνώστου και δυτικά επί προσώπου μέτρων 34,9 με αγροτικό δρόμο-τεθλασμένη πλευρά Ε-Ζ-Α (ΕΖ=23,90 ΖΑ=11). Την επικαρπία του ακινήτου αυτού ο ως άνω παρεκράτησε για όλη του την ζωή και μετά το θάνατο του για τη σύζυγο του Χ3.

Από κανένα όμως αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αναδρομικά επί είκοσι έτη από τη σύνταξη του ως άνω συμβολαίου γονικής παροχής ο ΒΒ ασκούσε διακατοχικές πράξεις στην εδαφική έκταση των 795,2 τ.μ. που ισχυρίζεται ότι απέκτησε από έκτακτη χρησικτησία. Τις διακατοχικές πράξεις ασκούσε μόνο στην έκταση των 250 τ.μ., που αγόρασε από την ενάγουσα, στην οποία είχε κτίσει σπίτι.

Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τμήμα από το ως άνω ακίνητο, συγκεκριμένα επιφάνεια 357 τ.μ., κατεπάτησε από το Δημόσιο. Το από 9-3-1975 πρωτόκολλο Διοικητικής αποβολής του Δασάρχη Πεντέλης, και το σχετικό κλητήριο θέσπισμα, που εκδόθηκαν στο όνομα του πατέρα του εναγομένου ΒΒ δηλαδή του ΓΓ, δεν αποδείχθηκε ότι συμπίπτει με τμήμα της εκτάσεως, που μεταβίβασε ο ΒΒ στους γιους του.

Αυτό αποδεικνύεται από το σύνολο των μαρτυρικών καταθέσεων, στις οποίες δεν αναφέρεται κάτι τέτοιο, σε συνδυασμό με τους αναφερθέντες τίτλους κτήσεως, αφού το ακίνητο, που αγόρασε ο ΒΒ από την ενάγουσα δεν συνορεύει με δημόσια δασική έκταση, ούτε η μείζων έκταση της ενάγουσας συνορεύει με δημόσια δασική έκταση.

Πρέπει να σημειωθεί ότι και κατά το από Ιουλίου 1995 τοπογραφικό διάγραμμα της Πολιτικού Μηχανικού ..., που προσκομίζουν και οι εναγόμενοι, στο ακίνητο των 250 τ.μ., που αγόρασε αυτός από την ενάγουσα συνορεύει από τη μία πλευρά του με ιδιωτικό δρόμο και από όλες τις λοιπές με "πρώην ιδιοκτησία ενάγουσας" πουθενά, δε, με δασική έκταση.

Με βάση τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου τόσο κατά τρόπο παράγωγο όσο και κατά τρόπο πρωτότυπο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, έκρινε ως αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας των εναγομένων, επικύρωσε την εκκληθείσα πρωτόδικη απόφαση, που έκρινε ομοίως, και απέρριψε την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι δηλαδή το επίδικο αποτελεί τμήμα της μείζονος εκτάσεως των τριάντα στρεμμάτων, που η αναιρεσίβλητη είχε αποκτήσει με το πιο πάνω διανεμητήριο συμβόλαιο και ότι οι αναιρεσείοντες δεν απέκτησαν την κυριότητα τούτου με έκτακτη χρησικτησία διότι δεν το νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου επί συνεχή εικοσαετία, δεν είναι δε αντιφατικές οι αιτιολογίες για τα ζητήματα αυτά, επειδή δεν αναφέρεται στην απόφαση σε ποιους τρίτους η αναιρεσίβλητη πώλησε από τη μείζονα έκταση των 30 στρεμμάτων αγροτεμάχια και ποια έκταση ήταν το καθένα, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1094, 1045, 974 και 1051 που εφάρμοσε.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος ως προς την αιτίαση ότι "δεν εκτίθεται γιατί, εκ του ότι το τμήμα των 250 τ.μ. δεν φέρεται να συνορεύει με δημόσια δασική έκταση, έπεται ότι τάχα η δασική έκταση από την οποία διετάχθη η αποβολή τους δεν συμπίπτει με την έκταση την οποία ο αρχικός εναγόμενος ΒΒ παραχώρησε λόγω γονικής παροχής στους υιούς του (πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων), χωρίς να εκτίθεται σε ποίο σημείο κείται τότε η εν λόγω δασική έκταση, αφού αυτή δεν συμπίπτει με την έκταση της γονικής παροχής", είναι απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή αναφέρεται στη στάθμιση και αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος που εκτίθεται σαφώς.

Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, ήτοι αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 42/2002). Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν η παράλειψη του δικαστηρίου αφορά στη μη αξιολόγηση συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, που έλαβε υπόψη, σε συνδυασμό με τα άλλα ληφθέντα υπόψη αποδεικτικά μέσα ή αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα τα ακόλουθα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν προς απόδειξη της προβληθείσας ένστασής τους περί ιδίας κυριότητας επί του επιδίκου ακινήτου, ήτοι α) το έντυπο Ε9 που υπέβαλε ο δικαιοπάροχός τους το έτος 1997 στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., β) την ...

βεβαίωση του Δήμου Κερατέας, στην οποία βεβαιώνεται ότι οι δύο πρώτοι των αναιρεσειόντων κατέθεσαν το έτος 1999 δήλωση ιδιοκτησίας με αριθμό πρωτ. ... και γ) το αντίστοιχο αντίγραφο του κτηματολογικού πίνακα του Δήμου Κερατέας. Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη "τα έγγραφα που με νόμιμη επίκληση προσκομίστηκαν, είτε αναφέρονται ονομαστικά είτε όχι", αλλά και από όλο το παραπάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, τα οποία μάλιστα αντέκρουσε με τη μνεία των αντίστοιχων εγγράφων που προσκόμισε η αναιρεσίβλητη, όπως το έντυπο Ε9 του έτους 1997, τις από 23-11-1999 αιτήσεις ιδιοκτησίας προς το Δήμο Κερατέας και το ...

πιστοποιητικό του ίδιου Δήμου. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2007 αίτηση των 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3 για αναίρεση της 674/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ