Supreme Court allows partial appeal regarding wrongful detention of merchant based on inability to pay debt.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss a claim for the personal detention of a merchant. The appellant argued that the lower court erred by requiring proof of the debtor's ability to pay, whereas the law only mandates proof of inability to fulfill contractual obligations. The court ruled that the Court of Appeal violated substantive provisions by demanding additional evidence not present in the case file, thereby overturning the dismissal of the detention claim.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1047(1) of the Code of Civil Procedure; Article 11 of the International Convention on Civil and Political Rights: The court established that a merchant's personal detention for debt is permissible only upon proof of inability to pay, not ability, and the lower court erred by requiring the latter.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1635 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΠΡΑΚΤΟΡΕΙΟ ΗΜΕΡΗΣΙΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟ0ΔΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ Α.Ε." που εδρεύει στην Αθήνα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αργύριο Αγγελόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: Χ1 και Χ2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/4/2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2472/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3930/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29/12/2005 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 24/4/2008 συμπληρωματική έκθεσή του με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 522 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι ο προβλεπόμενος από την τελευταία διάταξη λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη παρά το νόμο από το δικαστήριο της ουσίας πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ιδρύεται όταν το Εφετείο, ενεργώντας καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως του εναγομένου, ερευνά κεφάλαια της υποθέσεως που δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση και απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει την αγωγή ως προς αυτά.
Τέτοια υπέρβαση, όμως, που να θεμελιώνει τον παραπάνω αναιρετικό λόγο, δεν συντρέχει όταν πλήττεται η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου καθόλα τα κεφάλαιά της, γιατί έκανε δεκτή την αγωγή του εφεσιβλήτου ενάγοντος ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και το Εφετείο, που έχει την εξουσία, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, με την οποία ζητείται η καθ' ολοκληρίαν απόρριψη της αγωγής, ερευνά αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή την προβολή ειδικού παραπόνου, την ποσοτική αοριστία της αγωγής και, εξαφανίζοντας την εκκαλουμένη απόφαση, την απορρίπτει εν όλω ή εν μέρει ως αόριστη (ΑΠ 1138/1993, 1216/1997).
Στην ένδικη περίπτωση με την έφεση των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, όπως από αυτή προκύπτει (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), πλήττεται η πρωτόδικη απόφαση για εσφαλμένη κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής της αναιρεσειούσης, με την οποία διώκεται η εις ολόκληρον καταψήφισή των, του πρώτου ως πρωτοφειλέτου και της δευτέρας ως εγγυητρίας, προς καταβολή στην αναιρεσείουσα του ποσού που αναφέρεται στην αγωγή αυτή, συνιστώντος το χρεωστικό υπόλοιπο κλεισθέντος αλληλοχρέου λογαριασμού.
Το αίτημα δε της εφέσεως συνίσταται στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής και ως προς τους δύο αναιρεσιβλήτους. Έτσι με την ένδικη έφεση η υπόθεση μεταβιβάσθηκε αδιαιρέτως στο Εφετείο ως προς όλα τα κεφάλαια που έγιναν δεκτά πρωτοδίκως, λόγω μάλιστα και της υπάρξεως δεσμού αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων εναγομένων, αφού η ισχύς της αποφάσεως που θα εκδοθεί ως προς τον πρώτο, όσον αφορά την ύπαρξη της κυρίας οφειλής, εκτείνεται και στις σχέσεις της δευτέρας (άρθρ. 76 περ.
β' και 328 ΚΠολΔ). Κατόπιν αυτού το εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με το να ερευνήσει, οίκοθεν, χωρίς ειδικό παράπονο, την ποιοτική αοριστία της ενδίκου αγωγής ως προς την δεύτερη αναιρεσίβλητη εναγομένη, την οποία αγωγή απέρριψε ως αόριστη.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στην θεμελίωση, ή στην κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που έχει ασκηθεί με την αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση, ένσταση ή αντένσταση.
Η μη λήψη, όμως, υπόψη από το Εφετείο ισχυρισμού μη προταθέντος νομίμως ή απαραδέκτου ή αλυσιτελούς, ουδεμία πλημμέλεια συνιστά (Ολ.ΑΠ. 2/1989). Εξάλλου, κατά τα άρθρα 111§2, 118§4 και 216 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή απαραδέκτου, εκτός άλλων στοιχείων, και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς με την πλήρη έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων, τα οποία είναι αναγκαία για την στήριξη του αξιουμένου δικαιώματος.
Η αναγραφή των συγκεκριμένων περιστατικών είναι απαραίτητη για να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί, αλλά και το δικαστήριο να προβεί στον προσήκοντα υπαγωγικό συλλογισμό προς διάγνωση της διαφοράς. Η δε ποσοτική αοριστία της αγωγής δεν θεραπεύεται, ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα.
Ειδικότερα, ο ενάγων δεν μπορεί με τις προτάσεις, κατά τα άρθρα 224 εδαφ. β' και 236 του ΚΠολΔ να αναπληρώσει περιστατικά, τα οποία, παρόλον ότι είναι αναγκαία για την νομική θεμελίωση της αγωγής, την παραγωγή δηλαδή του αγωγικού δικαιώματος, δεν περιλαμβάνονται στην αγωγή (ΑΠ 1374/1994, ΑΠ 1363/1997). Περαιτέρω κατά την διάταξη του άρθρου 849 εδ.
α' ΑΚ η εγγύηση είναι άκυρη αν δεν δηλωθεί εγγράφως. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως αυτής, το έγγραφο απαιτείται ως συστατικός τύπος της δηλώσεως βουλήσεως του εγγυητού, χωρίς την τήρηση του οποίου δεν παράγεται η εγγυητική ευθύνη. Επομένως, ουσιαστική προϋπόθεση για την γένεση της αξιώσεως του δανειστού κατά του εγγυητού από σύμβαση της εγγυήσεως, είναι η ύπαρξη δημοσίου ή ιδιωτικού εγγράφου, δια του οποίου ο εγγυητής εδήλωσε την περί εγγυήσεως βούληση για ορισμένο χρέος.
Το έγγραφο δε αυτό, ως συστατικό στοιχείο της εννόμου σχέσεως της εγγυήσεως, πρέπει να αναφέρεται στην αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που η αναιρεσείουσα ενάγουσα υπέβαλε με τις προτάσεις της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο προς συμπλήρωση της αγωγής, συνιστάμενο στο ότι "με την υπ' αριθμ. 35051/1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων) παραχωρήθηκε δικαίωμα έγγραφης προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου κυριότητος της δεύτερης εναγομένης-τριτεγγυήτριας υπέρ του πρώτου εναγομένου".
Ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (αριθ. 8 άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος, γιατί ο υπό του Εφετείου αγνοηθείς άνω ισχυρισμός απαραδέκτως υποβλήθηκε, αφού δεν είναι εφικτή η συμπλήρωση της αορίστου αγωγής με τις προτάσεις.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει ισχυρισμό λυσιτελή, ασκούντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο έλαβε υπόψη λόγο εφέσεως των αναιρεσιβλήτων (εκκαλούντων), ο οποίος δεν περιείχετο στο εφετήριο, που αφορούσε στην ουσιαστική υπόσταση του χρηματικού κονδυλίου του μηνός Δεκεμβρίου 1999 εκ 2.570.809 δραχμών, καταχωρηθέντος στον μεταξύ της αναιρεσειούσης και του πρώτου αναιρεσιβλήτου υφιστάμενο αλληλόχρεο λογαριασμό.
Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, το οποίο παραδεκτώς επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561§2 ΚΠολΔ), εμπεριέχεται σε αυτή ειδικός λόγος εφέσεως, πλήττων την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου περί του ουσία υποστατού του ανωτέρω χρηματικού κονδυλίου. Επομένως, το Εφετείο που έλαβε υπόψη τον προμνημονευθέντα λόγο εφέσεως, τον οποίο έκρινε ως βάσιμο, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ο περί του αντιθέτου άνω λόγος αναιρέσεως (τρίτος κατά το πρώτο μέρος) είναι αβάσιμος.
Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο και τρίτο μέρος κατ' εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση α) ότι εσφαλμένως το Εφετείο εδέχθη την ανυπαρξία του προμνημονευθέντος χρηματικού κονδυλίου, β) οδηγήθηκε στην περί τούτου δικανική κρίση χωρίς απόδειξη, παραβιάζοντας έτσι το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ..
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, για μεν την υπό στοιχ. α' αιτίαση γιατί με αυτή πλήσσεται η περί πραγμάτων ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου, (άρθρο 561§1 ΚΠολΔ) για δε την υπό στοιχ. β', γιατί στην προσβαλλομένη απόφαση μνημονεύονται όλα τα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα) εκ των οποίων το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα περί της ουσιαστικής αβασιμότητος του άνω χρηματικού κονδυλίου.
ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ η προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητά ο νόμος και "κατά εμπόρων για εμπορικές απαιτήσεις". Εξ άλλου, με το ν. 2462/1997 κυρώθηκε το "Διεθνές Σύμφωνο για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα" που συνάφθηκε μεταξύ των Κρατών μελών του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη στις 16.12.1966 και από την επικύρωσή του αποτελεί διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος. Στο άρθρο 11 του Συμφώνου αυτού ορίζεται ότι "κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση". Η ίδια η διατύπωση του κανόνα τούτου, δηλώνει λεκτικά και νοηματικά ότι δεν υπήρξε επιθυμία των συντακτών του Συμφώνου να καταργήσουν την προσωπική κράτηση, αλλά μόνο να ορίσουν, ως εξαίρεση, πως σε περίπτωση αδυναμίας δεν πρέπει ο οφειλέτης να προσωποκρατείται για χρέη.
Συνεπώς, το μεν άρθρο 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ εξακολουθεί να προβλέπει την προσωπική κράτηση ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως επί εμπόρων για ενοχικές απαιτήσεις, το δε άρθρο 11 του ανωτέρω Συμφώνου εισάγει δικαιοκωλυτικό κανόνα που αποκλείει την απαγγελία προσωπικής κράτησης κατ` εμπόρου για ενοχικές οφειλές, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεών του οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία αυτού προς εκπλήρωση.
Από τις ανωτέρω διατάξεις, συνδυαζόμενες με αυτές των άρθρων 216 στοιχ. α' και 338 ΚΠολΔ που ορίζουν αντίστοιχα ότι κάθε διάδικος βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη εκείνων των γεγονότων που δικαιολογούν σύμφωνα με το νόμο την αξιούμενη από αυτόν δικαστική προστασία, συνάγεται ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η προσωπική κράτηση εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, δεν είναι αναγκαίο να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εναγόμενος, παρόλο που έχει τη δυνατότητα, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του, αλλά απόκειται στον εναγόμενο να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η μη εκπλήρωση οφείλεται αποκλειστικά σε αδυναμία του.
Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο απέρριψε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα περί προσωπικής κρατήσεως του πρώτου εναγομένου, διότι στην αγωγή δεν αναφέρεται ότι ο εν λόγω διάδικος δολίως δε κατέβαλε το επίδικο χρέος καίτοι είχε την οικονομική δυνατότητα.
Έτσι όμως που έκρινε, παραβίασε τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις, διότι για την εφαρμογή τους αξίωσε στοιχεία περισσότερα των στο πραγματικό αυτών διαλαμβανομένων, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον βάσιμο τέταρτο λόγο αναιρέσεως. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει και αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο της προσωπικής κρατήσεως.
Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθούν λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών. (αρθρ. 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αρ. 3930/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το στο σκεπτικό αναφερόμενο κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23-6-2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ