Supreme Court dismisses appeal on lack of proof for phantom company and non-payment of share capital.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding a maritime dispute. The court found that the appellant failed to prove the existence of a phantom company or the non-payment of share capital required to establish liability. Consequently, the lower court's decision was upheld as legally sound and factually accurate.
Legislator headnote
AI generatedArticles 47-50 of the Commercial Code and 741 et seq. of the Civil Code; The court established that an appellant must prove the existence of a phantom company and the failure to pay share capital to establish liability, and the lower court's reasoning is valid if it clearly addresses these facts without contradiction.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1635 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1635/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : .... η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Δεμερτζή.
Των αναιρεσιβλήτων : ..... και 2)Της εταιρείας που τυπικά εδρεύει στον Παναμά και πραγματικά στην Ελλάδα, όπου έχει εγκατεστημένα τα γραφεία της, με την επωνυμία "......", όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρώτο αναιρεσίβλητο ......., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Νιάνιο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-3-1977 αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Αντωνίου Κάστανου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς και εκδόθηκε η απόφαση 870/1979 μη οριστική του ίδιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια η 2η ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε την από 3-4-1984 πρόσθετη παρέμβαση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία συνεκδικάστηκε με την αγωγή και εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2075/1984, 1220/1989 μη οριστικές, 946/1996 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 449/1997 προδικαστική, 904/1998 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14 Σεπτεμβρίου 2004 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Παπαηλιού ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη των αντιδίκων της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 564 παρ. 1, 2, 3, 4 Κ.Πολ.Δ., αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Αν ο αναιρεσείων διαμένει στο εξωτερικό ή η διαμονή του είναι άγνωστη, η προθεσμία της αναίρεσης είναι ενενήντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.
Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τρία χρόνια και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης που περατώνει τη δίκη. Αν εκείνος που έχει δικαίωμα να ασκήσει αναίρεση πέθανε, η προθεσμία της αναίρεσης αρχίζει μόνο από την επίδοση της απόφασης που περατώνει τη δίκη στους καθολικούς διαδόχους ή τους κληροδόχους.
Στην τελευταία περίπτωση για τους κληρονόμους τρέχει μόνον η γνήσια προθεσμία των παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου, όχι όμως και η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, δηλ. δια της επιδόσεως της απόφασης δεν αρχίζουν συγχρόνως δύο προθεσμίες, αλλά μόνον η προθεσμία των τριάντα ή ενενήντα ημερών, ανάλογα με τον τόπο διαμονής του αναιρεσείοντος.
Αν δεν επιδόθηκε η απόφαση στους κληρονόμους, μπορούν αυτοί να ασκήσουν αναίρεση προ πάσης επιδόσεως ανεξαρτήτως του χρόνου διελεύσεως από του θανάτου του κληρονομουμένου. Στην προκείμενη περίπτωση η προσβαλλόμενη 904/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς δημοσιεύθηκε στις 30.7.1998. Στις 24.1.2001, δηλ. προ της παρελεύσεως τριετίας από της δημοσιεύσεως της αποφάσεως, πέθανε ο ηττηθείς στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε η ως άνω απόφαση διάδικος ......, ο οποίος άφησε ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο του την αναιρεσείουσα.
Η αναιρεσείουσα άσκησε την παρούσα αναίρεση δια καταθέσεώς της στη γραμματεία του Εφετείου στις 14.9.2004. Επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης τόσον στον αποβιώσαντα σύζυγο της αναιρεσείουσας, όσο και στην ίδια την αναιρεσείουσα δεν προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας. Επομένως, κατ΄ αυτεπάγγελτη έρευνα από το δικαστήριο, η αναίρεση ασκήθηκε εμπρόθεσμα.
Από τα άρθρα 47 - 50 ΕμπΝ προκύπτει ότι συμμετοχική ή αφανής εταιρεία είναι εκείνη στην οποία ένας μόνος από τους συνεταίρους ή καθένας από αυτούς χωριστά, κατ΄ εξουσιοδότηση των λοιπών, που παραμένουν αφανείς έναντι των τρίτων, ενεργεί είτε εμπορία είτε μία ή περισσότερες εμπορικές πράξεις στο όνομά του και χωρίς να παρίσταται προς τα έξω ως διαχειριστής εταιρείας, η οποία παραμένει επίσης αφανής έναντι των τρίτων.
Αυτή συνιστάται και ατύπως εκ μόνου του γεγονότος της συμμετοχής, δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε δημοσιότητα, στερείται νομικής προσωπικότητας και αυτόνομης περιουσίας. Ο σχηματισμός της εταιρείας, η αναλογία κάθε εταίρου στα κέρδη και στις ζημίες και οι υπόλοιπες συνθήκες λειτουργίας της εξαρτώνται από τις συμφωνίες των μετόχων, με την έννοια ότι, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι συνθήκες ίδρυσης και λειτουργίας ρυθμίζονται, κύρια, από τις μεταξύ των μετόχων συμφωνίες, ενώ σε περίπτωση ανυπαρξίας τέτοιων συμφωνιών, έχουν ανάλογη εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 18 του ΕμπΝ, οι διατάξεις περί εταιρειών του Αστικού Κώδικα (άρθρ. 741 επ Α.Κ.), οι οποίες αφορούν εταιρείες που δεν έχουν, όπως οι συμμετοχικές, νομική προσωπικότητα υπό την προϋπόθεση ότι συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας ως εσωτερικής εταιρείας που χαρακτηρίζεται κυρίως από την έναντι τρίτων αφάνειά της.
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία, αφού έκανε δεκτή την έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων και εξαφάνισε την πρωτόδικη 946/1996 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας ....., έγιναν δεκτά ανελέγκτως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι (ενάγων και εναγόμενος) στα τέλη Φεβρουάριου 1971 συμφώνησαν να συνεργαστούν για να αναπτύξουν ναυτιλιακές επιχειρήσεις με πρώτο στόχο την απόκτηση και εκμετάλλευση εμπορικού πλοίου.
Ο ενάγων ήταν έμπειρος πλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και είχε διατελέσει επί μακρόν αρχιπλοίαρχος ναυτιλιακών εταιρειών. Ο εναγόμενος δεν είχε σχέσεις με τη ναυτιλία και διατηρούσε μια βιομηχανία ζωοτροφών στο Αιγάλεω Αττικής με την επωνυμία ".....". Αυτός όμως (εναγόμενος) επιθυμώντας να ασχοληθεί με τις ναυτιλιακές επιχειρήσεις είχε ήδη συστήσει μία Παναμαϊκή εταιρεία με την επωνυμία ".....", δηλαδή την προσθέτως παρεμβαίνουσα και δευτέρα των εκκαλούντων.
Ο ενάγων και ο εναγόμενος ύστερα από πολλές διαπραγματεύσεις συμφώνησαν να συστήσουν εταιρεία στην οποία θα συμμετείχαν ο μεν ενάγων με ποσοστό 10%, ο δε εναγόμενος με ποσοστό 90%. Τον Ιούλιο του 1971 αγόρασαν το υπό σουηδική σημαία φορτηγό πλοίο ".....", το οποίο ενέγραψαν στα νηολόγια Πειραιώς με την ονομασία ".......".
Το πλοίο αυτό αγοράστηκε κατόπιν δανείου από την Αμερικανική Τράπεζα ".......", το οποίο (δάνειο) κάλυψε το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος, ενώ το υπόλοιπο κατέβαλε ο εναγόμενος. Οι διάδικοι προκειμένου να συστήσουν νέα εταιρεία αποφάσισαν, προ της αγοράς του πλοίου, να χρησιμοποιήσουν την ήδη συνεστημένη παραπάνω παναμαϊκή εταιρεία του εναγομένου, στην οποία ο ενάγων θα γινόταν μέτοχος με το ίδιο ποσοστό (10%) ενώ ο εναγόμενος θα είχε τα υπόλοιπα ποσοστά (90%) και τη διαχείριση της εταιρείας.
Πράγματι, το πλοίο αγοράστηκε από την παραπάνω εταιρεία και άρχισε η εκμετάλλευσή του. Ο ενάγων συμμετείχε στο Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας αυτής ως ταμίας και είχε αναλάβει, ως έμπειρος πλοίαρχος, τον τομέα της ειδικότητάς του. Ο ενάγων παρέμεινε στην εταιρεία αυτή μέχρι το τέλος Ιανουαρίου 1972, οπότε και απεχώρησε οικειοθελώς.
Μέχρι την αποχώρησή του αλλά και αργότερα, ο ενάγων δεν κατέβαλε την αξία του ποσοστού των μετοχών του και έτσι δεν έγινε πραγματικός μέτοχος αυτής. Ο βασικός αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι δηλαδή είχε συστήσει με τον εναγόμενο αφανή εταιρεία προς εκμετάλλευση του προαναφερομένου πλοίου, δεν αποδείχθηκε.
Αντίθετα, πλήρως αποδείχθηκε, όπως παραπάνω αναφέρεται, ότι οι διάδικοι συμφώνησαν αντί της συστάσεως νέας εταιρείας να χρησιμοποιήσουν την ήδη προαναφερομένη συσταθείσα εταιρεία, στην οποία ο ενάγων θα είχε το συμφωνηθέν ποσοστό του 10%. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί αφανούς εταιρείας το πρώτον προβάλλεται με την υπό κρίση από 26.3.1997 αγωγή του, ενώ στο μεταξύ είχαν απορριφθεί άλλες αιτήσεις του για δικαστική προστασία.
Ειδικότερα ο ενάγων, όπως ο ίδιος συνομολογεί, εγκατέλειψε την εταιρεία τον Ιανουάριο του 1972. Μέχρι τις αρχές του έτους 1975 δεν είχε προβεί σε έγγραφες εξώδικες ή δικαστικές ενέργειες για τις απαιτήσεις του από τον εναγόμενο. Από τα μέσα του έτους 1975, οι διάδικοι άρχισαν να ανταλλάσσουν εξώδικες προσκλήσεις.
Στα έγγραφα αυτά ο ενάγων ουδόλως αναφέρεται σε αφανή εταιρεία μεταξύ αυτού και του εναγομένου. Επιπλέον απευθύνει τις προσκλήσεις αυτές στον εναγόμενο και ως πρόεδρο του ΔΣ της προαναφερομένης εταιρείας ("....."). Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε την από 26.9.1975 αίτησή του για λήψη ασφαλιστικών μέτρων (συντηρητική κατάσχεση κ.λ.π.) κατά του εναγομένου και της ήδη προσθέτως παρεμβαινούσης προαναφερομένης εταιρείας.
Στην αίτησή του αυτή ο ενάγων ουδόλως αναφέρει ότι είχε συστήσει με τον εναγόμενο αφανή εταιρεία. Αντίθετα αναφέρει ότι ήταν μέτοχος της προαναφερομένης εταιρείας ("..........") με ποσοστό 10%. Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε η 2016/1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς η οποία απέρριψε την αίτηση δεχθείσα ότι ο ενάγων και τότε αιτών δεν είχε καταστεί μέτοχος της εταιρείας αυτής, εφόσον δεν είχε καταβάλει την αξία του ποσοστού των μετοχών του.
Τα ίδια δέχθηκε και η 457/1976 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου σε αίτηση ανάκλησης της προηγούμενης απόφασης. Επίσης ο ενάγων στην από 30.12.1975 αγωγή του κατά της ήδη προσθέτως παρεμβάσης εταιρείας, με την οποία ζητούσε τις αποδοχές του από τη μεταξύ τους σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, ουδέν αναφέρει περί συστάσεως αφανούς εταιρείας.
Η αγωγή αυτή απορρίφθηκε με την 1308/1976 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία έγινε τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως με την 2905/1978 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Αλλά και εις την από 21.10.1975 κατατεθείσα μήνυση του ενάγοντος κατά του εναγομένου προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς ουδόλως αναφέρει περί αφανούς εταιρείας.
Αντιθέτως αναφέρεται μόνον εις την προαναφερόμενη παναμαϊκή εταιρεία της οποίας, ισχυρίζεται, ότι είναι μέτοχος σε ποσοστό 10%. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος με το 340/1976 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς απηλλάγη των εναντίον του κατηγοριών, ενώ με το 570/1976 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, απερρίφθη η έφεση του μηνυτού - ενάγοντος.
Από τα παραπάνω σαφώς προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν είχαν συστήσει αφανή εταιρεία, όπως αβασίμως ισχυρίζεται εκ των υστέρων ο ενάγων, αλλά είχαν συμφωνήσει στη συμμετοχή του ενάγοντος στην προαναφερομένη εταιρεία σε ποσοστό 10%, εφόσον αυτός θα κατέβαλε την αξία των μετοχών αυτών. Τούτο σαφώς προκύπτει και από το από 29.6.1971 έγγραφο του ενάγοντος προς την εταιρεία ".....", το οποίο δεν αμφισβητεί ο ενάγων.
Στο έγγραφο αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων ότι "...δια της παρούσης μου δηλώνω και αναγνωρίζω ότι δια το εκ δέκα επί τοις εκατόν (10%) ποσοστόν των μετοχών δι΄ "ο φέρομαι ως κύριος δεν έχω καταβάλλει την αξίαν των. Όθεν αναλαμβάνω την υποχρέωσιν, πριν ή λάβω εις την κατοχήν μου τας αντιστοίχους μετοχάς, καταβάλω την κατά τον χρόνον της αναλήψεως αξίαν των μετοχών αυτών...".
Ο ενάγων όμως ουδέποτε κατέβαλε την αξίαν των μετοχών αυτών. Εάν ήτο αληθής ο ισχυρισμός του ενάγοντος περί συμμετοχής του σε αφανή εταιρεία με ποσοστό 10%, τότε από το παραπάνω έγγραφο προκύπτει και συμφωνία για συμμετοχή του, κατά το ίδιο ποσοστό και στην προαναφερόμενη εταιρεία. Τέτοιος όμως ισχυρισμός δεν προβάλλεται.
Αντίθετα, όπως παραπάνω αναφέρεται, ο ενάγων άρχισε τις, κατά του εναγομένου και της προσθέτως παρεμβάσης εταιρείας, διεκδικήσεις του με τον ισχυρισμό περί συμμετοχής του στην εταιρεία αυτή (("....."). Μετά την απόρριψη όλων των αιτήσεων, αγωγών και μηνύσεων εφεύρε την αφανή εταιρεία για να θεμελιώσει τις διεκδικήσεις του, ισχυριζόμενος επί πλέον ότι το εκ 10% ποσοστό του θα το ελάμβανε λόγω της μεγαλύτερης, όντως, πείρας του στα ναυτιλιακά θέματα, χωρίς να καταβάλει χρήματα.
Δεν δίδει όμως πειστική εξήγηση για ποιό λόγο ρητά δέχεται τον Ιούλιο του 1971, δηλαδή λίγο πριν αγοραστεί το πλοίο, ότι πρέπει να καταβάλει την αξία των μετοχών του ποσοστού του. Περαιτέρω και από το γεγονός ότι ο ενάγων εγγυήθηκε προσωπικά και αυτός δια της περιουσίας του - πλην του εναγομένου και της χερσαίας εταιρείας του "...." - για τη λήψη του δανείου από την αμερικανική τράπεζα, προκύπτει ότι η συμφωνία τους ήταν να συστήσουν εμφανή εταιρεία, ώστε να εξασφαλιστεί για τις εγγυήσεις που έδωσε και όχι αφανή εταιρεία την οποία θα διακινδύνευε να αποδείξει.
Για το λόγο αυτό επομένως ο ενάγων μετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας "....." και μάλιστα ως ταμίας, ενώ εξάλλου απέστειλε προς αυτήν και την προαναφερομένη επιστολή του με τη δήλωσή του σχετικά με το ποσοστό των μετοχών του. Ο ενάγων στο τέλος Ιανουαρίου 1972, δηλαδή λίγους μήνες μετά τη συμμετοχή του στην παραπάνω εταιρεία και χωρίς να έχει καταβάλει την αξία του ποσοστού του εγκατέλειψε οικειοθελώς την εταιρεία προφανώς διότι έβλεπε ότι το πλοίο μέχρι τότε δεν είχε κέρδη και δεν ευδοκίμησαν οι πολλές υποσχέσεις του εναγομένου και ασχολήθηκε με άλλες ναυτιλιακές εργασίες, χωρίς έκτοτε να ενδιαφερθεί για την παραπάνω εταιρεία.
Το γεγονός ότι αποστέλλονταν προς αυτόν και μετά την αποχώρησή του διάφορα έγγραφα από τις δημόσιες υπηρεσίες εξηγείται από το ότι δεν είχαν ενημερωθεί αυτές για την αποχώρηση του ενάγοντος από την εταιρεία. Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούνται από τις ελάχιστα πειστικές καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν ως προς το ουσιώδες θέμα της ύπαρξης ή μη αφανούς εταιρείας.
Ειδικότερα, οι μάρτυρες απόδειξης ...... δεν καταθέτουν συγκεκριμένα περιστατικά για την ύπαρξη αφανούς εταιρείας μεταξύ των διαδίκων αναφερόμενος στη συμμετοχή του ενάγοντος στην προαναφερομένη εταιρεία ".....", γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται από τον εναγόμενο. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι είχε συσταθεί αφανής εταιρεία μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου για την διαχείριση του παραπάνω πλοίου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά ότι είχε συμφωνηθεί η συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία "....." με ποσοστό 10%, υπό την αίρεση ότι αυτός θα κατέβαλε την αξία του ποσοστού του, το οποίο όμως, όπως παραπάνω λεπτομερώς αναφέρεται, πλήρως αποδείχθηκε ότι δεν κατέβαλε και επομένως ούτε και αυτής της εταιρείας κατέστη μέτοχος, ανεξαρτήτως του εάν αυτή (εταιρεία) χαρακτηρισθεί ως έχουσα τη νομική προσωπικότητα της Ανωνύμου Εταιρείας ή είναι εν τοις πράγμασι εταιρεία (SOSIETAS DE FACTO) και μάλιστα αφανής.
Άλλωστε ο ενάγων ρητώς αναφέρει στην αγωγή του ότι στηρίζει τις απαιτήσεις του στην μεταξύ αυτού και του εναγομένου συσταθείσα αφανή εταιρεία και όχι στη συμμετοχή του στην εταιρεία ".....". Σημειώνεται όμως ότι η παραπάνω εταιρεία, η οποία είχε συσταθεί νόμιμα κατά τους τύπους του Παναμαϊκού Δικαίου, γεγονός το οποίο συνομολογείται από τον ενάγοντα (βλ.
μέσον 2ης σελίδας της αγωγής), αλλά προκύπτει και εκ των προσκομιζομένων εγγράφων, συνέχισε τη λειτουργία της και μετά την κατά το έτος 1976 πώληση του πλοίου (βλ. πλην των άλλων αποδεικτικών μέσων και υπ΄ αριθμ. 1241.426/6/1.11.1988 βεβαίωση του Υπουργού Εμπορικής Ναυτιλίας) και συνεπώς κατελήφθη υπό της αναδρομικής ισχύος διατάξεως του άρθρ. 1 παρ. 1 του ν.791/1978.
Κατ΄ ακολουθίαν όλων των παραπάνω ο ενάγων δεν υπήρξε αφανής εταίρος με τον εναγόμενο και συνεπώς ο τελευταίος δεν είχε υποχρέωση προς λογοδοσία και έπρεπε ν΄ απορριφθεί η αγωγή".
Με αυτά που δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 47 - 50 του ΕμπΝ και 741 επ. του Α.Κ., αφού αναφέρονται σ΄ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις και λογικά κενά, τα προκύψαντα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου ότι μεταξύ του δικαιοπαρόχου της αναιρεσείουσας και του πρώτου αναιρεσιβλήτου δεν συμφωνήθηκε αφανής εταιρεία και οι εκ του άρθρου 559 παρ. 1 και 19 πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.9.2004 αίτηση για αναίρεση της 904/1998 αποφάσεως του Εφετείου Πειραιώς. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Οκτωβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ