Legislator Case Law & Legislation
1634/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment regarding unequal severance pay treatment.

Case Number 1634/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in a labor dispute concerning unequal severance pay. The appellant argued for equal treatment based on seniority, but the court found the lower court correctly applied the law by noting the appellant's dismissal resulted from relationship disruption rather than negotiation, unlike other employees. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal is inadmissible if the lower court provided sufficient, clear, and non-contradictory reasoning to justify its finding that the appellant's dismissal was not the result of negotiation, thereby negating the claim for equal treatment.

Keywords

AI generated
labor dispute severance pay equal treatment dismissal reason appeal admissibility legal costs supreme court

Cited Legislation

AI generated
Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 614 et seq. of the Code of Civil Procedure
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 3 of the Constitution
Article 22 of the Constitution
Article 119 of the Treaty establishing the European Community
Article 5 of Law 3198/1955
Articles 288 and 648 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1634 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Κ. του Β., κατοίκου Ε. Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αλεξίου Παπασταύρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Μ.-Μ. Σ. Α. Ε. και Β. Ε. Φ. Κ. και Κ. Π." και το δ.τ. "B.-M. S. A.E" όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Β. Αττικής και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Θεοδόση, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-10-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 2443/2013 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 6728/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-12-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την από 3.12.2021 και αριθ. κατάθ. 9519/1166/3.12.2021, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 επ. ΚΠολΔ) υπ` αριθ. 6728/2019, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 21.3.2014 και αριθ. κατάθ. 1975/21.3.2021 έφεσης του ενάγοντος κατά της υπ` αριθ. 2443/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των διαλαμβανομένων σε αυτή λόγων αναίρεσης (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

2. Η διαδικαστική πορεία της παρούσας υπόθεσης σε σχέση με τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης έχει ως εξής : Με την από 23.12.2010 και με αριθ. κατάθ. 228502/2010 αγωγή, ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, επικαλούμενος ότι συνδεόταν με την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ότι η τελευταία στις 30.6.2010 παράνομα και αντισυμβατικά έπαψε να αποδέχεται τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του και ότι η αποζημίωση απολύσεως που του καταβλήθηκε, ύψους 136.000 ευρώ, είναι μικρότερη από αυτή που του οφείλεται, καθότι υπολογίσθηκε με βάση τον περιορισμό του άρθρου 5 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, περιορισμός ο οποίος δεν εφαρμόστηκε ποτέ σε άλλους απολυθέντες υπαλλήλους της εναγόμενης, με αποτέλεσμα ο τρόπος υπολογισμού, που εφαρμόστηκε μόνο σ' αυτόν παραβιάζει την επιχειρησιακή συνήθεια και εργασιακό έθιμο της εναγόμενης, που αμφότερα έχουν καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του, σε κάθε δε περίπτωση παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχείρισης, ζήτησε, εκτός των άλλων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω, με την τρίτη επικουρική βάση της και για την περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ήθελε κριθεί έγκυρη να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, υπολογισθείσας χωρίς το όριο του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, το ποσό των 516.564,04 ευρώ.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 2443/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε το ως άνω αγωγικό κονδύλιο ως μη νόμιμο και ακολούθως, κατόπιν ασκήσεως της από 21.3.2014 και αριθ. κατάθ. 1975/21.3.2012 έφεσης του ενάγοντος- εκκαλούντος εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3467/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε ομοίως με την πρωτόδικη απόφαση.

Την αναίρεση της ως άνω απόφασης ζήτησε με την από 24.6.2016 αίτησή του ο ενάγων - εκκαλών επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1402/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποίαν αναιρέθηκε η υπ' αριθ. 3467/2015 απόφαση κατά την επικουρική ως άνω βάση της, αφού έγινε δεκτό ότι ο προβλεπόμενος στο εν λόγω άρθρο 5 του Ν. 3198/1955 περιορισμός αφορά αποκλειστικά στη νόμιμη αποζημίωση και δεν καταλαμβάνει τη συμβατική, η, εκ της οποίας, δέσμευση του εργοδότη, εφ' όσον είναι μάλλον ευνοϊκή για τον εργαζόμενο παραμένει κατ' αρχήν ισχυρή και παραπέμφθηκε η υπόθεση, ακολούθως, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.

Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών (ως δικαστήριο της παραπομπής), μετά την εισαγωγή της υπόθεσης με κλήση, εκδικάζοντας την έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, αφού οι διάδικοι μετά την αναίρεση επανήλθαν κατ` άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ στην, πριν από την αναιρεθείσα απόφαση, κατάσταση, αντιμωλία των διαδίκων, με την υπ' αριθ. 6728/2019 απόφασή του δέχθηκε τυπικά και κατ` ουσίαν την έφεση, κατά παραδοχή σχετικών λόγων της, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια υπ' αριθ. 2443/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όσον αφορά την ως άνω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής για το κονδύλιο της διαφοράς αποζημίωσης, υπολογισθείσας χωρίς το όριο του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, ύψους 516.564,04 ευρώ και ακολούθως, μετά από νέα έρευνα της ουσίας της ένδικης αγωγής, όσον αφορά το προαναφερόμενο κονδύλιό της, την απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Η απόφαση αυτή του δικαστηρίου της παραπομπής προσβάλλεται με την ένδικη αναίρεση.

3. Επειδή, η, επί ικανό χρονικό διάστημα, κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και ομοιόμορφο, χωρίς επιφύλαξη, χορήγηση οικειοθελών παροχών προς το προσωπικό δεσμεύει τον εργοδότη να συνεχίσει την καταβολή αυτών και στο μέλλον, διότι η εν λόγω συμπεριφορά αποτελεί τη βάση υποδηλουμένης συμφωνίας των μερών κατ` άρθρο 648 παρ. 1 ΑΚ ως γενεσιουργού λόγου αξιώσεως και απολήγει να δημιουργήσει επιχειρησιακή συνήθεια, η οποία αφαιρεί από την παροχή τον οικειοθελή και ελευθέρως ανακλητό χαρακτήρα αυτής.

Οι οικειοθελείς παροχές δυνατόν να αφορούν και στην καταβολή ποσού αποζημιώσεως κατά την αποχώρηση του μισθωτού μεγαλυτέρου του νομίμου. Δεν συνιστά όμως επιχειρησιακή συνήθεια ο τρόπος κατά τον οποίον ο εργοδότης αντιμετωπίζει ορισμένα εξατομικευμένα περιστατικά. Αφ` ετέρου, η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία, ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπ` όψιν και τα συναλλακτικά ήθη, επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση ίσης μεταχειρίσεως πάντων των εργαζομένων, εφ` όσον παρέχουν εργασία ίσης αξίας, έχουν τα αυτά προσόντα και εργάζονται υπό τις αυτές συνθήκες, εκτός και συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούντες διαφορετική ρύθμιση, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Συνεπώς, εάν ο εργοδότης νομίμως καταβάλλει οικειοθελώς σε ορισμένους εργαζομένους ορισμένη παροχή, δύνανται και οι άλλοι εργαζόμενοι, εφ` όσον ανήκουν στην αυτή κατηγορία και παρέχουν τις ίδιες, υπό τις αυτές συνθήκες, υπηρεσίες, να αξιώσουν την καταβολή της παροχής. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης, αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και επομένως προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος από το δικαστήριο της ουσίας.

Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο, προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1449/2019, 1420/2013, 1703/2009, 1202/2008, 520/1995). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, που έχουν σχέση με τους αναιρετικούς λόγους : "......

Ο ενάγων- εκκαλών στην αγωγή του ισχυριζόταν ότι η εναγόμενη- εφεσίβλητη, κατά πάγια επιχειρησιακή συνήθεια, όταν απέλυε εργαζόμενο, κατά την τελευταία εικοσαετία τουλάχιστον, υπολόγιζε την σχετική αποζημίωση απόλυσης λαμβάνοντας υπ' όψη στις τακτικές αποδοχές όλα τα ανταλλάγματα της εργασίας του και χωρίς την εφαρμογή του περιοριστικού ορίου του προβλεπόμενου στο άρθρο 5 του Ν. 3198/1955, εν συνεχεία δε του κατέβαλε την αυξημένη αυτή αποζημίωση, προσφέροντάς του και ένα "πακέτο αποχώρησης", ύψους, μέχρι την απόλυση του ενάγοντος- εκκαλούντος (Ιούνιο του έτους 2010), 14 μηνιαίων μισθών, έκτοτε δε έξι μηνιαίων μισθών.

Λόγω της μακροχρόνιας και καθολικής εφαρμογής της πρακτικής αυτής, ο κατ' αυτόν τον τρόπο υπολογισμός της αποζημίωσης και συνακόλουθα η καταβολή της αποζημίωσης, που προέκυπτε με αυτόν τον υπολογισμό, όπως και η προσφορά του εν λόγω πακέτου αποχώρησης, είχαν καταστεί όροι της ατομικής σύμβασής του, με συνέπεια σε περίπτωση μη τήρησης των ανωτέρω, και συγκεκριμένα υπολογισμού αυξημένης αποζημίωσης με όλα τα ανταλλάγματα της εργασίας του, ήτοι μηνιαίο μισθό + bonus + χρήση οχήματος +stock options + δαπάνες συνταξιοδοτικού προγράμματος, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 5 Ν. 3198/1955, και καταβολής της, επιπροσθέτως δε καταβολής του "πακέτου αποχώρησης", να παραβιάζονται οι σχετικοί όροι, άλλως η αρχή της ίσης μεταχείρισης, αναφέροντας μάλιστα ονόματα συναδέλφων του, άλλοι εκ των οποίων έλαβαν αυξημένη αποζημίωση, ήτοι περισσότερη από αυτή που θα δικαιούνταν με την εφαρμογή του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, και πακέτο αποχώρησης, ποσού που αντιστοιχούσε σε 14 μηνιαίους μισθούς, όπως Γ.

Δ., Ι. Π., άλλοι μόνο την ως άνω αυξημένη αποζημίωση, όπως Φ. Ν., Η. Γ., Γ. Κ., και άλλοι την αποζημίωση απόλυσης με πρόσθετη παροχή πακέτο αποχώρησης 6 μηναίων μισθών με προσαύξηση 45% επί του μηνιαίου επιδόματος ανεργίας του ΟΑΕΔ, όπως Ι. Π., Σ. Μ., Φ. Γ., Α. Σ.- Τ., Κ. Β., Γ. Μ., Α. Θ.. Στις δύο πρώτες κατηγορίες ανήκαν υψηλόβαθμα στελέχη της εναγόμενης- εφεσίβλητης και δη διευθυντές, όπως γενικοί διευθυντές, οικονομικός διευθυντής, διευθύντρια ανθρώπινου δυναμικού, διευθυντής τμήματος, που είχαν απολυθεί πριν από τον ενάγοντα- εκκαλούντα, ενώ στην τρίτη υπάλληλοι της εναγόμενης- εφεσίβλητης χωρίς διευθυντική θέση, όπως ιατρικοί επισκέπτες, προϊστάμενοι πωλήσεων, ταμίας- λογιστής, γραμματέας, που απολύθηκαν μετά τον ενάγοντα- εκκαλούντα.

Πράγματι η εναγόμενη- εφεσίβλητη, πριν και κατά τον χρόνο απόλυσης του ενάγοντος- εκκαλούντος, αποδείχθηκε ότι όταν αποχωρούσαν υψηλόβαθμα στελέχη της επιχείρησής της, κατά επιχειρησιακή συνήθεια, προέβαινε στην καταβολή αφ' ενός αυξημένης αποζημίωσης απόλυσης, με τον υπολογισμό ανταλλαγμάτων της εργασίας του απολυόμενου, και δη κατά κύριο λόγο τον μέσο όρο των bonus των τριών τελευταίων ετών πριν την απόλυση και τη μηνιαία αξία χρήσης του αυτοκινήτου, που μπορεί να έφτανε και μέχρι τον υπολογισμό όλων των ανταλλαγμάτων της εργασίας του, χωρίς τον περιορισμό του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, αφ' ετέρου χρηματικού ποσού επιπλέον της προαναφερόμενης αυξημένης αποζημίωσης απολύσεως με τη μορφή πακέτου αποχώρησης, που αντιστοιχούσε μέχρι την απόλυση του ενάγοντος- εκκαλούντος, σε 14 μηνιαίους μισθούς, ως επιβράβευση για την προσφορά των υπηρεσιών τους στην εναγόμενη- εφεσίβλητη.

Ειδικά για το "πακέτο αποχώρησης" κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου με την υπ' αριθ. 3467/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ότι ορθώς δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα- εκκαλούντα, δεδομένου ότι η περίπτωσή του διαφέρει από εκείνες των συναδέλφων του, στις οποίες κατεβλήθη, η δε εναγόμενη- εφεσίβλητη δεν προέβαινε στην καταβολή του σε κάθε απολυόμενο υπάλληλό της.

Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι η αναφερόμενη στην αγωγή του εκκαλούντος Ι. Π., Διευθύντρια Ανθρωπίνου Δυναμικού προσλήφθηκε την 1.10.2001 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και υπέβαλε την παραίτησή της (κατόπιν διαπραγμάτευσης) την 1.6.2004, οπότε και της καταβλήθηκε αποζημίωση απόλυσης ύψους 16.520 ευρώ, χωρίς τον προβλεπόμενο περιορισμό του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, επιπλέον ποσό 35.950 ευρώ βάσει ειδικής συμφωνίας κατά την πρόσληψή της, καθώς και το ποσό των 84.000 ευρώ ως "πακέτο απόλυσης" σε αναγνώριση των παρασχεθεισών υπηρεσιών και της προϋπηρεσίας της.

Ο αναφερόμενος στην αγωγή του εκκαλούντος Γ. Δ., Γενικός Διευθυντής στην εναγόμενη- εφεσίβλητη, ο οποίος κατείχε την ίδια ακριβώς θέση με τον ενάγοντα- εκκαλούντα και ήταν προκάτοχός του, προσελήφθη στις 31.7.1967 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία διήρκεσε μέχρι τις 6.6.2003, οπότε και καταγγέλθηκε, λόγω συνταξιοδότησης, λαμβάνοντας αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 383.076,32 ευρώ, χωρίς τον προβλεπόμενο περιορισμό του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, και το επιπλέον ποσό των 212.647 ευρώ, ως πρόσθετη οικειοθελή παροχή.

Ο αναφερόμενος στην αγωγή Φ. Ν., Γενικός Διευθυντής στην εναγόμενη-εφεσίβλητη προσλήφθηκε στις 15.4.1966 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία διήρκεσε μέχρι 23.3.2001, οπότε και λύθηκε, λαμβάνοντας ως αποζημίωση απολύσεως το ποσό των 152.751,072 ευρώ, χωρίς τον προβλεπόμενο περιορισμό του άρθρου 5 του Ν. 3198/1955, όχι όμως και "πακέτο αποχώρησης".

Στον ενάγοντα, αν και υψηλόβαθμο στέλεχός της, προέβη στην καταγγελία στης σύμβασής του καταβάλλοντας τη νόμιμη αποζημίωση υπολογιζόμενη χωρίς τα λοιπά, πλην του μηνιαίου μισθού του ανταλλάγματα και με την εφαρμογή του προβλεπόμενου στο άρθρο 5 του Ν. 3198/1955 περιοριστικού ορίου, χωρίς δε την καταβολή επιπλέον ποσού με τη μορφή "πακέτου αποχώρησης".

Ο ως άνω τρόπος υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης είχε πράγματι διαμορφώσει επιχειρησιακή συνήθεια, υπό συγκεκριμένες όμως προϋποθέσεις, ήτοι σε ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς και της πολυετούς υπηρεσίας τους των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της (διευθυντικών στελεχών) στην εναγόμενη- εκκαλούσα (όπως στην περίπτωση του ανωτέρω μνημονευόμενου στην αγωγή Γ.

Δ., Γενικού Διευθυντή της εναγόμενης- εφεσίβλητης) ή επειδή η σύμβαση λύθηκε νωρίτερα από ό,τι ανέμενε και είχε συμφωνηθεί με τον συγκεκριμένο υπάλληλο χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (όπως στην περίπτωση της ανωτέρω μνημονευόμενης στην αγωγή Ι. Π., Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγόμενης- εφεσίβλητης), χωρίς να υπάρχει σε όλες τις περιπτώσεις καταγγελίας της σύμβασης εργασίας με πρωτοβουλία της εναγόμενης- εφεσίβλητης ομοιόμορφος χειρισμός αναφορικά με τις εν λόγω παροχές, αφού οι λόγοι που κάθε φορά το έπραττε ήταν διαφορετικοί- ανάλογα με το πρόσωπο εκάστου υπαλλήλου της και της αιτίας αποχώρησής του- και δεν είχαν ως μόνη αιτία και ως αποκλειστικό κριτήριο την απόλυση του υπαλλήλου.

Από τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη- εφεσίβλητη σε πολλές περιπτώσεις υπαλλήλων της, που κατείχαν διευθυντικές θέσεις, κατέβαλε αυξημένη αποζημίωση υπολογιζόμενη κατά τα ανωτέρω, χωρίς τον προβλεπόμενο στο άρθρο 5 του Ν. 3198/1955 περιορισμό, είτε σε ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς και της πολυετούς υπηρεσίας τους των υψηλόβαθμων υπαλλήλων της (διευθυντικών στελεχών) στην εναγόμενη- εκκαλούσα (όπως κατωτέρω στην περίπτωση του μνημονευόμενου στην αγωγή Γενικού Διευθυντή Γ.

Δ.) είτε επειδή η σύμβαση λύθηκε νωρίτερα από ό,τι ανέμενε και είχε συμφωνηθεί με το συγκεκριμένο υπάλληλο χωρίς υπαιτιότητα του τελευταίου (όπως κατωτέρω στην περίπτωση της μνημονευόμενης στην αγωγή Ι. Π.), κοινό δε στοιχείο αυτών των περιπτώσεων ήταν ότι η εν λόγω καταβολή γινόταν κατόπιν διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο της φιλικής και υπό ομαλές συνθήκες αποχώρησης, χωρίς να αποδεικνύεται ότι αιτία και αποκλειστικό κριτήριο ήταν η αποχώρηση κάποιου υψηλόβαθμου υπαλλήλου.

Επομένως, δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι η εναγόμενη- εφεσίβλητη ακολουθούσε μια συμπεριφορά γενική και απρόσωπη, υπολογίζοντας και καταβάλλοντας αυξημένη αποζημίωση, σύμφωνα με τα ειδικότερα προαναφερόμενα και χωρίς τον προβλεπόμενο στο άρθρο 5 του Ν. 3198/1955 περιορισμό, με την απόλυση κάθε υπαλλήλου, αφού για να δεχθούμε την ύπαρξη μακροχρόνιου ομοιόμορφου χειρισμού, θα πρέπει αυτός να αφορά σε όμοιες περιπτώσεις.

Η περίπτωση του ενάγοντος διαφέρει από τις ανωτέρω αναφερόμενες, υπό την έννοια ότι και τα δύο διάδικα μέρη- και ανεξαρτήτως "υπαιτιότητας" του ενάγοντος- εκκαλούντος που δεν ερευνάται ούτε και αποδείχθηκε μετά βεβαιότητας από κάποιο ισχυρό αποδεικτικό στοιχείο- δέχονται ότι η απόλυσή του δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης και δεν έγινε με την συναίνεσή του και υπό ομαλές συνθήκες.

Ομοίως δεν μπορεί να γίνει λόγος για παραβίαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης.........". Υπό τις ως άνω παραδοχές το Μονομελές Εφετείο δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση του αναιρεσείοντος κατά το μέρος που πλήττει την τρίτη ως άνω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποίαν είχε αυτή απορριφθεί ως μη νόμιμη, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς το κεφάλαιό της περί επιδικάσεως υπέρ του αναιρεσείοντος του ποσού των 516.564,04 ευρώ ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 288 και 648 παρ. 1 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 2112/1920, 22 παρ. 1 εδ. β' του Συντάγματος και 119 της ιδρυτικής συνθήκης ΕΟΚ, δεχόμενο ότι ο αναιρεσείων δεν είχε βάσιμη σχετική αξίωση κατά της εναγόμενης φαρμακευτικής εταιρίας ερειδομένη επί επιχειρησιακής συνηθείας ή της αρχής ίσης μεταχειρίσεως, καθ` όσον οι χρηματικές παροχές, τις οποίες επικαλέστηκε, είχαν δοθεί σε άλλους εργαζομένους της εταιρείας κατά σημαίνοντα λόγο σε ένδειξη αναγνώρισης των παρασχεθεισών υπηρεσιών και της πολυετούς προϋπηρεσίας υψηλόβαθμων υπαλλήλων της ή λόγω λύσεως της σύμβασης εργασίας τους νωρίτερα και μετά από συμφωνία με τον εκάστοτε υπάλληλο για καταβολή αυξημένης αποζημίωσης, χωρίς τον προβλεπόμενο στο άρθρο 5 Ν. 3198/1955 περιορισμό, κοινό δε στοιχείο αυτών των περιπτώσεων ήταν ότι η εν λόγω καταβολή γινόταν κατόπιν διαπραγματεύσεων στο πλαίσιο φιλικής και υπό ομαλές συνθήκες αποχώρησης - και όχι σε κάθε περίπτωση αποχώρησης υψηλόβαθμου υπαλλήλου -, προϋποθέσεις, οι οποίες δεν συνέτρεχαν ως προς τον αναιρεσείοντα, του οποίου, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η απόλυση δεν ήταν αποτέλεσμα διαπραγμάτευσης αλλά πραγματοποιήθηκε (ανεξαρτήτως "υπαιτιότητας") κατόπιν διαταράξεως των σχέσεων μεταξύ αυτού και της διοικήσεως της εταιρείας.

Εκτός τούτου δε, ως προς τις επικαλούμενες χρηματικές παροχές δεν υπήρχε γενικός, απρόσωπος και ομοιόμορφος χειρισμός εκ μέρους της εταιρείας, αλλά λαμβάνονταν συγκεκριμένως και εξατομικευμένως υπ` όψιν παράμετροι αναγόμενες στο πρόσωπο εκάστου υπαλλήλου και την αιτία αποχωρήσεως αυτού και δεν υφίστατο ως μόνη αιτία και προϋπόθεση η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας.

Διέλαβε δε το Μονομελές Εφετείο επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων και την πληρότητα του αποδεικτικού του πορίσματος. Συνεπώς, οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τους οποίους προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες εκ των αριθμών 1 εδ.

α` και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, της παραβιάσεως των προαναφερομένων διατάξεων και της ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν. Μετά από αυτά και μη προβαλλόμενου άλλου λόγου αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, λόγω της ήττας του, κατά το βάσιμο περί τούτου αίτημα της τελευταίας, η οποία και κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 3.12.2021 και αριθ. κατάθεσης 9519/1166/3.12.2012 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθ. 6728/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Νοεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ