Supreme Court quashes lower court verdict for lack of specific reasoning regarding intent to harm the state.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the Third Chamber Court of Thessaloniki's decision due to insufficient reasoning on the defendant's intent. The defendant was convicted of abusing office to harm the state, but the lower court failed to provide specific facts proving this subjective element. Consequently, the case was remitted for retrial with a new panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 473, 474 of the Code of Criminal Procedure; Article 510 of the Code of Criminal Procedure: A criminal judgment is void if it lacks the specific and exhaustive reasoning required by law, particularly when it fails to substantiate the subjective elements of the crime with concrete facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1634 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 75/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασιλική Ηλιοπούλου, Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού και Στυλιανό Δαρέλλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 5 Απριλίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι. Δ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 430/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 20.2.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 321/2019.
Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε α) να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως, ως προς τους 2ο, 3ο και 4ο λόγους και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές από αυτούς που είχαν δικάσει και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 20.2.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 430/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης, με την οποία ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε κατ' έφεση σε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών για την αξιόποινη πράξη της παράβασης καθήκοντος, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 473 παρ. 2 και 3, 474 ΚΠΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσία.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν την 1.7.209, "Υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη".
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 259 του ισχύοντος ήδη από 1.7.2019 νέου ΠΚ (Ν. 4619/2019), "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη σύγκριση των διατάξεων αυτών ως προς τα στοιχεία της υποκειμενικής και αντικειμενικής υπόστασης του οικείου εγκλήματος δεν διαφοροποιούνται, προκύπτει ότι η ευμενέστερη διάταξη είναι αυτή του ισχύοντος από 1.7.2019 ποινικού κώδικα καθόσον ως προς την προβλεπόμενη ποινή οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου αφού με αυτήν προβλέπεται πέραν της ισόχρονης φυλάκισης (μέχρι δύο ετών) η δυνατότητα επιβολής διαζευκτικά χρηματικής ποινής.
Από τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια των άρθρων 13α και 263α του ΠΚ, απαιτούνται οι εξής προϋποθέσεις : α) παράβαση υπηρεσιακού καθήκοντος, το οποίο καθορίζεται με νόμο ή με διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας του υπαλλήλου, β) πρόθεση του δράστη, δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παράβασης του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός να προσποριστεί στον ίδιο τον δράστη ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον.
Ως υπάλληλος, κατά τα άρθρα 13α και 263α του ΠΚ, νοείται κάθε πρόσωπο στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση υπηρεσίας δημοσίου δικαίου. Ο δόλος συνίσταται είτε στη θέληση είτε στη γνώση και αποδοχή της παράβασης των υπηρεσιακών του καθηκόντων (άμεσος ή ενδεχόμενος δόλος). Σκοπός παράνομης ωφέλειας ή βλάβης υπάρχει όταν ο δράστης επιδιώκει με την παράβαση των υπηρεσιακών του καθηκόντων να επιφέρει την παράνομη ωφέλεια ή τη βλάβη και συγχρόνως όταν η υπηρεσιακή παράβαση είναι αντικειμενικά πρόσφορη να οδηγήσει στην ωφέλεια ή τη βλάβη με τον συγκεκριμένο τρόπο που σχεδιάστηκε και τελέστηκε από τον δράστη, ο οποίος πρέπει να γνωρίζει την εν λόγω προσφορότητα.
Τέτοια προσφορότητα υπάρχει όταν η ωφέλεια ή η βλάβη που επιδιώκει ο δράστης μπορεί να πραγματωθεί μόνο με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος ή και με την παράβαση αυτού. Ενώ, αν η παράβαση καθήκοντος έγινε για άλλον σκοπό ή με κανέναν σκοπό ή η ωφέλεια ή η βλάβη επέρχεται ως συμπτωματική συνέπεια της παράβασης, τότε το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος δεν στοιχειοθετείται.
Τέτοιο δε παράνομο όφελος, κατά την έννοια του άρθρου 259 ΠΚ, είναι κάθε όφελος, το οποίο επιδιώκεται με παράβαση καθήκοντος πρόσφορη να οδηγήσει στην πραγμάτωσή του και το οποίο ως εκ τούτου θίγει την υπηρεσιακή χρηστότητα και καθαρότητα, έστω και αν καθαυτό δεν θεωρείται παράνομο (ΑΠ 541/2017).
Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του περί της συνδρομής των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, προκύπτει δε από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσής του, οπότε διαλαμβάνεται περί αυτού (δόλου) αιτιολογία στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή.
Όταν, όμως, για το αξιόποινο της πράξης απαιτούνται κατά το νόμο εκτός από τα περιστατικά που απαρτίζουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και πρόσθετα στοιχεία, όπως ορισμένος περαιτέρω σκοπός (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στην παράβαση καθήκοντος, η αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται και στον πρόσθετο σκοπό, με παράθεση των πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν το σκοπό αυτό, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης κατά την ανωτέρω έννοια αιτιολογίας.
Έτσι, για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας ως προς τον πρόσθετο υπερχειλή δόλο του παραπάνω εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος απαιτείται να εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούν τον άνω σκοπό, διαφορετικά η καταδικαστική απόφαση καθίσταται αναιρετέα για τον προεκτεθέντα λόγο.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Θράκης με την προσβαλλόμενη (απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, (ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα εξής: "Ο κατηγορούμενος την 31.08.2016, στην … με την ιδιότητα του Υποδιευθυντή του Γενικού Καταστήματος Κράτησης … - Τμηματάρχη Διοίκησης Οικονομικού και ενώ αναπλήρωνε τον Διευθυντή του Καταστήματος, Ζ.
Κ., παρέβη με πρόθεση τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι την 25.08.2016 εκδόθηκε η με αριθμό 57048/2016 απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε η μεταγωγή του κρατούμενου του ως άνω Καταστήματος Σ.
Π. στο Κατάστημα Κράτησης …, εντούτοις ο κατηγορούμενος, ο οποίος τελούσε σε γνώση αναφορικά με το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ματαίωσε χωρίς νόμιμο λόγο την καθόλα σύννομα επιχειρούμενη διαδικασία μεταγωγής του ως άνω κρατουμένου, έχοντας προς τούτο δέσμια αρμοδιότητα και μη δυνάμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια, όπως παραλείψει ή καθυστερήσει την κατά τα ως άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια, δίδοντας εντολή στον Αρχιφύλακα Δ.
Τ. και στον Υπαρχιφύλακα Ι. Δ. να τον οδηγήσουν πίσω στο κελί του. Και τούτο διότι, η επίκληση σοβαρού λόγου υγείας (θρόμβωση στο πόδι), από μέρους του κρατούμενου Π., ο οποίος αρνούνταν να μεταχθεί, έπρεπε να τον οδηγήσει στην άμεση παραπομπή του (κρατουμένου) στο Νοσοκομείο …, προς περαιτέρω διάγνωση, δεδομένης της νόμιμης απουσίας λόγω άδειας του ιατρού, πολλώ δε μάλλον κι εφόσον ο εν λόγω κρατούμενος είχε πάει ήδη δύο φορές το ίδιο πρωινό στο γραφείο του (κατηγορούμενου), ο οποίος προσπάθησε ανεπιτυχώς να τον μεταπείσει να προχωρήσει η μεταγωγή του, ωστόσο αυτός (Σ.
Π.) ήταν ανένδοτος, με αποτέλεσμα να μην εκτελεστεί εν τέλει η μεταγωγή του, αλλά και να μην οδηγηθεί σε εκτίμηση του προβλήματος υγείας του από ειδικούς. Περαιτέρω, δεν κρίνεται πειστικός ο σχετικός προβαλλόμενος από τον κατηγορούμενο λόγος περί ύπαρξης κινδύνου (εξέγερση κρατουμένων) από τη διενέργεια βίαιης προσαγωγής, αφού θα μπορούσε να λάβει χώρα χωρίς την πρόκληση αντιδράσεων από τους άλλους κρατούμενους, με τη συνδρομή των λοιπών (αρκούντων δύο ή τριών) σωφρονιστικών υπαλλήλων, δεδομένης και της κοντινής απόστασης του γραφείου του διευθυντή (όπου βρέθηκε δύο φορές) μέχρι και την έξοδο του καταστήματος κράτησης (πέντε περίπου μέτρα).
Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ο κατηγορούμενος, ως πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση παρέβη τα ανατιθέμενα προς αυτόν υπηρεσιακά του καθήκοντα, με σκοπό να προσπορίσει στον κρατούμενο (Σ. Π.) παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην παρά το νόμο ματαίωση της απόφασης μεταγωγής του. Επιπλέον, με την ως άνω συμπεριφορά του, μη εκτελώντας την ως άνω απόφαση μεταγωγής και χωρίς να ενημερώσει αφενός την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ή τον νόμιμο αυτής αναπληρωτή και αφετέρου το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Δ/νση Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Τμήμα 1°), προκάλεσε με πρόθεση προσκόμματα στην ομαλή λειτουργία του Γενικού Καταστήματος Κράτησης …, με σκοπό να βλάψει το κράτος, έκφανση του οποίου αποτελεί και η ανωτέρω υπηρεσία, δυσχεραίνοντας την απρόσκοπτη λειτουργία της και εκθέτοντας αυτή στους πολίτες και στην κοινωνία, το συμφέρον των οποίων έχει ταχθεί να υπηρετεί, καθόσον οφείλει να καθιστά εμφανές στους τρίτους ότι οι κρατούμενοι οφείλουν να συμμορφώνονται στις εντολές το προσωπικού του Καταστήματος Κράτησης. Ενόψει των ανωτέρω, θα πρέπει (κατά την άποψη της πλειοψηφίας του Δικαστηρίου τούτου) να κηρυχθεί ένοχος των πράξεων που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό".
Στη συνέχεια το παραπάνω δικαστήριο κήρυξε τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο ένοχο του ότι "Την 31-8-2016, στην … έχοντας την ιδιότητα του υπαλλήλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 13 στοιχείο του αϊ του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ως πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί, έστω και προσωρινά, η άσκηση δημόσιας, δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με πρόθεση παρέβη τα ανατιθέμενα προς αυτόν υπηρεσιακά του καθήκοντα, με σκοπό, όπως προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή βλάψει άλλον.
Ειδικότερα, κατά τον παραπάνω χρόνο και τόπο, ο κατηγορούμενος, με την ιδιότητα του Υποδιευθυντή στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης …- Τμηματάρχη Διοίκησης Οικονομικού και ενώ αναπλήρωνε τον Διευθυντή του Καταστήματος Κράτησης … Ζ. Κ., παρέβη με πρόθεση τα υπηρεσιακά του καθήκοντα και ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι την 25η.08.2016 εκδόθηκε η με αριθμό 57048/2016 απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, δυνάμει της οποίας αποφασίσθηκε η μεταγωγή του κρατούμενου του ως άνω Καταστήματος Σ.
Π. στο Κατάστημα Κράτησης …, εντούτοις ο κατηγορούμενος, παρότι τελούσε σε θετική γνώση αναφορικά με το περιεχόμενο της ως άνω απόφασης της Κεντρικής Επιτροπής Μεταγωγών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ματαίωσε χωρίς νόμιμο λόγο την καθόλα σύννομα επιχειρούμενη διαδικασία μεταγωγής του ως άνω κρατουμένου (έχοντας προς τούτο δέσμια αρμοδιότητα και μη δυνάμενος κατά την διακριτική του ευχέρεια, όπως παραλείψει ή καθυστερήσει την κατά τα ως άνω οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια), δίδοντας εντολή στον Αρχιφύλακα Δ.
Τ. και στον Υπαρχιφύλακα Ι. Δ. να οδηγήσουν τον κρατούμενο πίσω στο κελί του. Κατά τον προαναφερόμενο τρόπο ο κατηγορούμενος, ως πρόσωπο, στο οποίο έχει ανατεθεί η άσκηση δημόσιας υπηρεσίας, με πρόθεση παρέβη τα ανατιθέμενα προς αυτόν υπηρεσιακά του καθήκοντα, με σκοπό να προσπορίσει στον κρατούμενο Σ.
Π. παράνομο όφελος, συνιστάμενο στην παρά το νόμο ματαίωση της απόφασης μεταγωγής του. Επιπλέον, ο κατηγορούμενος με την ως άνω συμπεριφορά του, μη εκτελώντας την ως άνω απόφαση μεταγωγής και χωρίς να ενημερώσει αφενός την Προϊσταμένη της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Ροδόπης ή τον νόμιμο αυτής αναπληρωτή και αφετέρου το Υπουργείο Δικαιοσύνης (Δ/νση Σωφρονιστικής Αγωγής Ενηλίκων Τμήμα 1 °), προκάλεσε με πρόθεση προσκόμματα στην ομαλή λειτουργία του Εενικού Καταστήματος Κράτησης … με σκοπό να βλάψει το κράτος, έκφανση του οποίου αποτελεί και η ανωτέρω υπηρεσία, δυσχεραίνοντας την απρόσκοπτη λειτουργία της και εκθέτοντας αυτή στους πολίτες και στην κοινωνία, το συμφέρον των οποίων έχει ταχθεί να υπηρετεί".
Με αυτές τις παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διέλαβε την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της παράβασης καθήκοντος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, ως προς το αξιούμενο από το νόμο πρόσθετο στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης (υπερχειλή δόλο), επιπλέον δε σε σχέση με το ζήτημα αυτό έχουν εμφιλοχωρήσει στο πόρισμα της απόφασης ασάφειες και αντιφάσεις που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.
Συγκεκριμένα, όσο αφορά το κατά τα άνω πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο, ότι δηλαδή η αποδιδόμενη στον αναιρεσείοντα παράβαση καθήκοντος έγινε με σκοπό να προσπορίσει παράνομο περιουσιακό όφελος στον κρατούμενο Σ. Π. συνιστάμενο στη ματαίωση της μεταγωγής του και να βλάψει το κράτος δυσχεραίνοντας την ομαλή λειτουργία του καταστήματος κράτησης, δεν εκτίθεται κανένα περιστατικό που να δικαιολογεί την επιδίωξη του παραπάνω σκοπού, μη αρκούσης της απλής επανάληψης της διατύπωσης του νόμου, καθώς το στοιχείο αυτό έπρεπε να αιτιολογηθεί ιδιαιτέρως κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη για τη θεμελίωση του εν λόγω εγκλήματος, πλημμέλεια η οποία επιτείνεται από την αντιφατική παραδοχή ότι ο κρατούμενος είχε επικαλεσθεί σοβαρό λόγο υγείας (θρόμβωση στο πόδι), ο δε κατηγορούμενος προσπάθησε (ανεπιτυχώς) δύο φορές να τον μεταπείσει για τη μεταγωγή του.
Ενόψει των ανωτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και στερείται νόμιμης βάσης, αφού εξαιτίας των πιο πάνω ελλείψεων και αντιφάσεων των σχετικών αιτιολογιών της καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 259 ΠΚ, η οποία έτσι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου.
Επομένως, οι σχετικοί από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' και Ε' ΚΠΔ τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης είναι βάσιμοι και αφού μετά ταύτα παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, που θα εφαρμόσει τις επιεικέστερες κατά τα οριζόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του άρθρου 259 ΠΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 430/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ