Legislator Case Law & Legislation
1634/2018 AI generated

1634/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1634/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1634/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εκδόθηκε η 1758/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 17-1-2017 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 2-11-2017 αίτησή τους.

Keywords

AI generated
driving without authorization fitness to drive traffic offence aggravated offence hit-and-run fatal collision
AI generated
438/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 11 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/11/2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 30/4/2003 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και οι οποίες συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 2623/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7841/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/1/2007 αίτησή τους.
2180/2013
Από τις διατάξεις των άρθρων 62 εδ.
2445/2008
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γρηγόριο Μάμαλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Δέτση) ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Θεοδώρα Γκοΐνη, Αναστάσιο Λιανό (ορισθέντα με την υπ' αριθμ. 44/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, Ελένη Σπίτσα-Εισηγήτρια (ορισθείσα με την υπ' αριθμ. 30/2008 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου) και Ελευθέριο Μάλλιο, Αρεοπαγίτες.
1211/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
2063/2017
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1634 / 2018 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1634/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Καλού, Γεώργιο Χοϊμέ, Ελένη Φραγκάκη και Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Α. Των αναιρεσειόντων: 1) Ρ. (R.) Μ. (B.) Σ., 2) Α. (A.) Μ.ι (B.) του Μ., συζ. Ρ. Μ.ι, κατοίκων Ζ. Μ. Α., 3) Ί. (Y.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 4) Ν. - Λ. (N. - L.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου Ζ. Μ. Α., 5) Λ. (L.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 6) Φ. (F.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 7) Φ. (F.) Μ.ι (B.) του Ρ. και 8) Σ. (S.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκων Ζ. Μ. Α., εκ των οποίων ο 5ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγαθονίκη Τεμπονέρα και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθονίκη Τεμπονέρα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Τ. Σ. του Ε., κατοίκου ... ... και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ" και το διακριτικό τίτλο "...", που ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Τ. Σ. του Ε., κατοίκου ... ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ε. Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ρ. (R.) Μ. (B.) Σ., 2) Α. (A.) Μ.ι (B.) του Μ., συζ. Ρ. Μ.ι, κατοίκων Ζ. Μ. Α., 3) Ί. (Y.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 4) Ν. - Λ. (N. - L.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου Ζ. Μ. Α., 5) Λ. (L.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 6) Φ. (F.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκου ..., 7) Φ. (F.) Μ.ι (B.) του Ρ. και 8) Σ. (S.) Μ.ι (B.) του Ρ., κατοίκων Ζ. Μ. Α., εκ των οποίων ο 5ος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγαθονίκη Τεμπονέρα και οι λοιποί εκπροσωπήθηκαν από την ίδια πληρεξούσια δικηγόρο τους Αγαθονίκη Τεμπονέρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2007 (αρ. εκθ. καταθ. 1377/6-2-2008) αγωγή των ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 160/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3167/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι ήδη υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 9-1-2012 αίτησή τους και τους από 6-11-2012 πρόσθετους λόγους αυτής και οι ήδη υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 18-5-2012 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 2001/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1758/2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι υπό στοιχ. Α αναιρεσείοντες με την από 17-1-2017 αίτησή τους και οι υπό στοιχ. Β αναιρεσείοντες με την από 2-11-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Κωνσταντίνο Παναρίτη, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των υπό στοιχ. Α αναιρεσειόντων - υπό στοιχ. Β αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησής της, την απόρριψη της αντίθετης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου εκκρεμούν: 1) η από 17-1-2017 με ειδ. αριθ. καταθ. 20/2017 και 2) η από 2-11-2017 με ειδ. αριθ. καταθ. 773/2017 αιτήσεις για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1758/ 2016 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Οι αιτήσεις αυτές πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 573 παρ. 1 και 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί στη συνέχεια η βασιμότητα των διατυπουμένων σε αυτές λόγων με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, εκδόθηκε μετά την αναίρεση, με την υπ' αριθμ. 2001/2013 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, της υπ' αριθμ. 3167/2011 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και παραπομπή της υποθέσεως προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1, 104, 105 και 576 παρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται στα πολιτικά δικαστήρια, περιλαμβανομένου και του Αρείου Πάγου, με πληρεξούσιο δικηγόρο που διορίζεται είτε με συμβολαιογραφικό έγγραφο είτε με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, εάν δε εκπροσωπούνται στη συζήτηση από δικηγόρο χωρίς αυτός να αποδεικνύει την πληρεξουσιότητά του θεωρούνται δικονομικώς απόντες.

Σε τέτοια περίπτωση, αν δικονομικώς απόντες είναι οι αναιρεσίβλητοι, χωρίς να αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του δικηγόρου που τους εκπροσώπησε, ερευνάται αν οι εν λόγω διάδικοι έχουν κλητευθεί νόμιμα ώστε να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι αυτοί, αλλιώς κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.

Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου, όταν ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε νομίμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νομίμως κατά τη δικάσιμο αυτή (ΑΠ 242/2015, ΑΠ 546/2015, ΑΠ 1726/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτει ότι η κρινόμενη από 17-1-2017 (γεν. αρ. κατ. 345/ 2017) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθμ. 1758/2016 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρo 681Α ΚΠολΔ), είχε προσδιοριστεί αρχικά για τη δικάσιμο της 3-11-2017, σύμφωνα με την κάτω από αυτή πράξη της Προέδρου του Τμήματος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το με ίδια ημερομηνία πινάκιο συνεδρίασης της αρχικής ως άνω δικασίμου (3-11-2017), που επιτρεπτά επισκοπείται κατ' άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, είχαν εμφανισθεί και παρασταθεί στο ακροατήριο οι αναιρεσείοντες Ρ. Μ.ι κ.λπ. και οι αναιρεσίβλητοι Τ. Σ. του Ε. και ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "... ...", οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από το Δικηγόρο Λαμίας Ε.

Κ. και ζήτησαν να αναβληθεί η συζήτηση της ως άνω αίτησης αναίρεσης προκειμένου να συνεκδικασθεί με την από 2-11-2017 αντίθετη αίτησή τους για αναίρεση της ως άνω προσβαλλομένης απόφασης. Το αίτημα αναβολής έγινε δεκτό από το Δικαστήριο και η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο (άρθρο 226 παρ. 4 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Κατά τη δικάσιμο αυτή (21-9-2018) και κατά την εκφώνηση της ένδικης από 17-1-2017 αιτήσεως αναιρέσεως ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω δικηγόρο, στον οποίο με το υπ' αριθμ. 15375/22-5-2012 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου ... Α. Κ. - Κ., είχε χορηγήσει την εντολή και πληρεξουσιότητα να παρίσταται και να τον αντιπροσωπεύει σε όλα τα Δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο και να ενεργεί για την υποστήριξη των δικαίων του σε όλες τις κύριες και παρεπόμενες διαδικαστικές πράξεις που αναγράφονται στο άρθρο 97 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Η πληρεξουσιότητα όμως αυτή είχε λήξει τόσο κατά την αρχική (3-11-2017) όσο και κατά τη μετ' αναβολή (21-9-2018) δικάσιμο, γιατί είχε παρέλθει πενταετία από τη χορήγησή της (22-5-2012) και κατά το άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ η πληρεξουσιότητα για όλες τις δίκες παύει να ισχύει μετά πέντε χρόνια από τη χορήγησή της. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει η απαιτούμενη πληρεξουσιότητα, ο πρώτος αναιρεσίβλητος θεωρείται δικονομικά απών.

Από δε την υπ' αριθμό 9362Β/19-4-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... Β. Α., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω από 17-1-2017 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του Δ' Πολιτικού Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου την αρχικώς ορισθείσα 3-11-2017, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτών νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων Τ.

Σ.. Εφόσον δε κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ, δεν απαιτείται κλήση του διαδίκου για εμφάνισή του κατά την ορισθείσα μετ' αναβολή δικάσιμο και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, ο ως άνω αναιρεσίβλητος έχει νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες για την ως άνω δικάσιμο, οπότε εκδικάσθηκε η υπόθεση, και κατά συνέπεια η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης θα χωρήσει κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ σαν να ήταν και αυτός παρών.

Περαιτέρω κατά την εκφώνηση της από 2-11-2017 αιτήσεως αναιρέσεως της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και του Τ. Σ. του Ε. στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι εν λόγω αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από το Δικηγόρο Λαμίας Ε. Κ., ως πληρεξούσιο αυτών κατά δήλωσή του. Πλην όμως, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με αριθμό 15375/22-5-2012 πληρεξούσιο της Συμβολαιογράφου ...

Α. Κ. - Κ., με το οποίο ο δεύτερος των αναιρεσειόντων έδωσε στον ως άνω δικηγόρο την πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπεί και να παρίσταται σε όλα τα Δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο, έχει λήξει αφού παρήλθε πενταετία από τη χορήγησή της και το πληρεξούσιο αυτό δεν ισχύει (άρθρο 97 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ δεν προσκομίζεται νεώτερη συμβολαιογραφική πράξη από την οποία να προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων παρείχε στον ως άνω παραστάντα δικηγόρο την εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης.

Συνακόλουθα ο δεύτερος των αναιρεσειόντων είναι δικονομικώς απών. Και ναι μεν η πρώτη και ο δεύτερος των αναιρεσειόντων επισπεύδουν τη συζήτηση της εν λόγω αιτήσεως αναιρέσεως, πλην όμως, εφόσον ο δεύτερος είναι κατά τα ανωτέρω δικονομικά απών, κηρύσσονται άκυρες οι προπαρασκευαστικές πράξεις με βάση τις οποίες φέρεται ότι επισπεύδει τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μη χωρεί εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά την οποία αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, συζητείται η υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΑΠ 672/2018, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 453/2011), ενώ δεν προκύπτει κλήτευση αυτού, αφού κανένας από τους παρισταμένους διαδίκους επικαλείται και προσκομίζει αποδεικτικό επίδοσης, από το οποίο να προκύπτει επίδοση στον εν λόγω αναιρεσείοντα της υπό κρίση από 2-11-2017 αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής.

Επομένως και δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει απλή ομοδικία, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠολΔ, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/ 2013, και το οποίο ορίζει ότι "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".

Από τις διατάξεις των άρθρων 10 του ΓΠΝ/1911, 297 έως 300, 330 εδ. β', 914 και 932 του ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση συγκρούσεως δύο ή περισσοτέρων αυτοκινήτων η ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του οδηγού και της ζημίας.

Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν είχε καταβληθεί, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς οδηγού αυτοκινήτου, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή της συγκρούσεως. Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Η παράβαση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (ΚΟΚ) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Εξάλλου, οι ανωτέρω έννοιες της υπαιτιότητας και του αιτιώδους συνδέσμου είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι της υπαιτιότητας του εμπλακέντος σε σύγκρουση οχημάτων οδηγού και του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του και του ζημιογόνου αποτελέσματος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Ειδικότερα ελέγχεται αναιρετικώς η κρίση του δικαστηρίου, περί του αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, καθ' εαυτά, αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας και θεμελιώνουν την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ αυτής και του ζημιογόνου αποτελέσματος.

Έλλειψη δε νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ υπάρχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε.

Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, οι οποίες υπάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξήγαγε από αυτές το δικαστήριο, εφόσον αυτό εκτίθεται σαφώς (ΑΠ 144/2017, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 1674/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα: "Στη ...

στις 21-05-2007 και περί ώρα 21:30 ο πρώτος εναγόμενος και ήδη δεύτερος εκκαλών Τ. Σ. οδηγώντας το ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ήδη πρώτη εκκαλούσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... -...", εκινείτο επί της επαρχιακής οδού ... - Αλυκών με κατεύθυνση προς Αλυκές.

Στο Δημοτικό Διαμέρισμα Βανάτων του Δήμου Αρκαδίων και στο σημείο όπου στα δεξιά του ρεύματος πορείας προς Αλυκές της ανωτέρω επαρχιακής οδού βρίσκεται το συνεργείο επισκευής μηχανημάτων του Ε. Ρ., ο πρώτος εναγόμενος, προκειμένου να παραλάβει από το συνεργείο τον πεθερό του Σ. Ψ., στάθμευσε το όχημά του στο άκρο δεξιό του οδοστρώματος μπροστά ακριβώς από μικρό γεφυράκι, που χρησιμοποείται ως είσοδος προς τον αύλειο χώρο του συνεργείου, χωρίς όμως να θέσει σε λειτουργία τα εμπρόσθια και οπίσθια φώτα στάθμευσης...

Στο συγκεκριμένο σημείο, η επαρχιακή οδός ... - Αλυκών είναι διπλής κατεύθυνσης, με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, τα δύο ρεύματα πορείας χωρίζονται με διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή, έχει συνολικό πλάτος οδοστρώματος 5,80 μέτρα, δεξιά και αριστερά του οδοστρώματος δεν υπάρχει πεζοδρόμιο, αλλά χάνδακας ομβρίων υδάτων, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής.

Επίσης κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν συχνή, οι συνθήκες φωτισμού νύχτας με ανεπαρκή τεχνικό φωτισμό. Πίσω από το όχημα του πρώτου εναγομένου Τ. Σ., στην αυτή οδό και με την ίδια κατεύθυνση σε απόσταση 25 περίπου μέτρων από το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο εκινείτο ο Τ.

Μ.ι, Αλβανός υπήκοος, τέκνο των δύο πρώτων εναγόντων και αδελφός των λοιπών εναγόντων ήδη εφεσιβλήτων, οδηγώντας το υπ' αριθμ. ... δίκυκλο μοτοποδήλατο εργοστασίου κατασκευής ΥΑΜΑΗΑ κυλινδρισμού 110 κ.ε. (παπί) στερούμενος άδεια οδήγησης εκδοθείσας από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές. Η κίνηση του προπορευόμενου Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου και η προσωρινή στάθμευση αυτού ήταν αντιληπτή από τον οδηγό του δικύκλου μοτοποδηλάτου από απόσταση 20 μέτρων, εφόσον τα αναμμένα φώτα του δικύκλου μοτοποδηλάτου έχουν εμβέλεια 20 μέτρων και έτσι παρείχαν σ' αυτόν ορατότητα σε μήκος 20 μέτρων και επί πλέον η ορατότητα αυτή ήταν δυνατή και από τον λειτουργούντα κατά τον παραπάνω χρόνο δημοτικό φωτισμό που υπήρχε σε απόσταση 10 μέτρων από το σημείο προσωρινής στάθμευσης του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου. Πρέπει να λεχθεί στο σημείο αυτό ότι στον τόπο στάθμευσης του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν υπήρχε παντελής έλλειψη τεχνητού φωτισμού, όπως αναγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, αλλά ο τεχνητός φωτισμός δεν ήταν επαρκής όπως ανταποδείχθηκε (άρθρο 438, 439, 440 ΚΠολΔ) τόσο από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες του συγκεκριμένου σημείου όσο και την με αριθ.

πρωτ. 8951/4-12-2008 βεβαίωση του Δήμου Αρκαδίων Νομού ... που αναφέρεται στον υπάρχοντα δημοτικό φωτισμό. Ενώ το Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο βρισκόταν προσωρινά σταθμευμένο κατά τα παραπάνω χωρίς αναμμένα φώτα και πριν ακόμα προλάβει ο πρώτος εναγόμενος να εξέλθει από αυτό, προσέκρουσε με σφοδρότητα στο πίσω αριστερό του τμήμα με το εμπρόσθιο δικό του το μοτοποδήλατο του Τ.

Μ.ι. Στη συνέχεια το δίκυκλο μοτοποδήλατο ανατράπηκε και ο οδηγός του επέπεσε στο οδόστρωμα, αριστερά του αυτοκινήτου, με αποτέλεσμα να υποστεί κακώσεις κεφαλής και θώρακος και να επέλθει αμέσως από τις αιτίες αυτές, ο θάνατός του. Το θανατηφόρο αυτό τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε συνυπαιτιότητα τόσο του εναγομένου οδηγού του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου όσο και του ίδιου του θανόντος, γιατί αυτοί ενήργησαν κατά παράβαση των κανόνων οδικής κυκλοφορίας και από αμέλειά τους δεν κατέβαλαν την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλλε ο μέσος συνετός οδηγός υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες (άρθρο 330 εδ. β' ΑΚ). Ειδικότερα ο μεν πρώτος εναγόμενος, οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου, από αμέλειά του στάθμευσε προσωρινά το αυτοκίνητό του επί του οδοστρώματος σε σημείο της οδού που λόγω της στενότητάς της, εφόσον το πλάτος του ρεύματος πορείας προς Αλυκές ήταν 2,90 μέτρα, το δε σταθμευμένο Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο κατελάμβανε 2 περίπου μέτρα, το εναπομείναν πλάτος ήταν περίπου 70-90 εκατοστά, δηλαδή μικρότερο από τρία (3) μέτρα σε σημείο όπου δεν υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός και χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης προκαλώντας δυσκολία στη διέλευση των άλλων οχημάτων, χρηστών της οδού (άρθρα 34 παρ. 2η, 35 παρ. 3 ΚΟΚ).

Η αμέλεια του θανόντος, οδηγού του δικύκλου συνίσταται στο ότι δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνοντας υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες (στενότητα οδοστρώματος, κατοικημένη περιοχή, νύχτα, ανεπαρκής τεχνητός φωτισμός, συχνή κίνηση οχημάτων) ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε προβλεπτό εμπόδιο εντός του πεδίου ορατότητάς του, δεν αντέδρασε εγκαίρως, αν και μπορούσε να δει από απόσταση είκοσι (20) μέτρων την αρχική κίνηση του Ι.Χ.Ε.

να μειώσει την ταχύτητά του και τελικά να ακινητοποιηθεί στο άκρο δεξιό μέρος του οδοστρώματος με τροχοπέδηση, ή με αποφευκτικό προς τα αριστερά ελιγμό, δυνατό λόγω της ευελιξίας του δικύκλου, αλλά συνέχισε να κινείται με την ίδια ταχύτητα και επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του μοτοποδηλάτου του στο πίσω αριστερό τμήμα του ήδη ακινητοποιημένου αυτοκινήτου (12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2 ΚΟΚ).

Οι πιο πάνω παραβάσεις των οδηγών συνδέονται αιτιωδώς με το ατύχημα. Το ποσοστό συνυπαιτιότητας καθενός ανέρχεται σε 50% για τον πρώτο εναγόμενο και 50% για τον θανόντα. Πρέπει να σημειωθεί ότι με την 452/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ... ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου.

Η ταχύτητα του δικύκλου μοτοποδηλάτου δεν προέκυψε ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης. Ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη τη σφοδρότητα της σύγκρουσης το γεγονός ότι το εν λόγω δίκυκλο μπορεί να αναπτύξει ταχύτητα περί τα 70 χλμ/ώρα καθώς και ότι το σώμα του θανόντος δεν εκτινάχθηκε αλλά βρέθηκε στην ίδια ευθεία με το σημείο σύγκρουσης, πλησίον της μοτοσυκλέτας, το Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το δίκυκλο μοτοποδήλατο είχε αναπτύξει ταχύτητα περί τα 50 χλμ/ώρα...".

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, περιέχει δε την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών και του επελθόντος αποτελέσματος.

Ειδικότερα αναπτύσσονται με πληρότητα οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ατύχημα, η πορεία και η θέση των οχημάτων πριν και μετά το ατύχημα, η απόσταση των δύο οχημάτων κατά τον πριν τη σύγκρουση χρόνο, η απόσταση από την οποία ο οδηγός του μοτοποδηλάτου θα μπορούσε να αντιληφθεί το προπορευόμενο επιβατικό αυτοκίνητο, καθώς και τα στοιχεία από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο συμπέρασμα της συντρέχουσας συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού του μοτοποδηλάτου.

Η αποδιδόμενη, με το πρώτο τμήμα του πρώτου λόγου της από 17-1-2017 αναίρεσης, αντίφαση της προσβαλλομένης απόφασης, διότι, ενώ δέχεται ότι το επιβατικό αυτοκίνητο βρισκόταν σταθμευμένο επί της οδού με σβησμένα τα φώτα, εντελώς αντιφατικά αναφέρει ότι τα δύο οχήματα εκινούντο με την ίδια ταχύτητα (50 χ/ω) και πριν τη σύγκρουση το μοτοποδήλατο ακολουθούσε το επιβατικό αυτοκίνητο σε απόσταση 25 μέτρων και ο οδηγός του μπορούσε να το δει από απόσταση 20 μέτρων, πρέπει να απορριφθεί καθόσον η απόσταση των 25 μ.

μεταξύ των δύο οχημάτων δεν αποκλείει την, έστω για λίγο χρόνο στάθμευση του προπορευομένου οχήματος και την πρόσκρουση στο πίσω τμήμα αυτού του μοτοποδηλάτου που ακολουθούσε σε απόσταση 25 μ. Περαιτέρω δεν ήταν ανάγκη να αναφερθεί στην πληττομένη απόφαση α) ο χρόνος που διέθετε ο οδηγός του μοτοποδηλάτου να αντιδράσει ενόψει της ταχύτητάς του και αν ο χρόνος αυτός ήταν αρκετός για να αποφύγει τη σύγκρουση, β) αν ο θανών μπορούσε να δει το προπορευόμενο όχημα από απόσταση μεγαλύτερη των 20 μέτρων που ήταν η εμβέλεια των φώτων του μοτοποδηλάτου και γ) αν ο οδηγός του προπορευομένου οχήματος είχε ελέγξει την κίνηση των οχημάτων που ακολουθούσαν και αν είχε αντιληφθεί το μοτοποδήλατο που ακολουθούσε και οδηγούσε ο θανών, αφού τη συνυπαιτιότητα του οδηγού του μοτοποδηλάτου το Εφετείο αποδίδει στην αυξημένη για τις συνθήκες που επικρατούσαν ταχύτητα στην παραπάνω οδό, την οποία ανελέγκτως προσδιορίζει σε 50 χ/ω, δεχόμενο ότι αν εκινείτο με ταχύτητα σύμφωνη με τις επικρατούσες συνθήκες θα μπορούσε να δει έγκαιρα το επιβατικό αυτοκίνητο και να διακόψει την πορεία του ή με αποφευκτικό ελιγμό να το προσπεράσει από τα αριστερά και να αποφύγει την πρόσκρουση σε αυτό.

Επίσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται και την έλλειψη της μη αναφοράς της ακριβούς θέσεως του μοτοποδηλάτου επί του οδοστρώματος και της δυνατότητας διελεύσεώς του από το εναπομείναν τμήμα του ρεύματος πορείας του, πλην όμως από το περιεχόμενο της αποφάσεως, με δεδομένα τις ρητές παραδοχές της περί του ότι:

α) το πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας προς Αλυκές ανέρχεται σε 2,90 μ., β) το ΙΧΕ αυτοκίνητο είχε καταλάβει το δεξιό τμήμα του οδοστρώματος του ως άνω ρεύματος πορείας πλάτους 2 μέτρων, γ) το μοτοποδήλατο επέπεσε με το εμπρόσθιο τμήμα του στο πίσω αριστερό τμήμα του σταθμευμένου αυτοκινήτου και δ) το εναπομείναν τμήμα του ως άνω ρεύματος πορείας ήταν 0,90 μ., προκύπτει ότι το μοτοποδήλατο εκινείτο στο μέσο του ρεύματος πορείας του και ότι ο χώρος στα αριστερά του σταθμευμένου αυτοκινήτου επαρκούσε για τη διέλευση του μοτοποδηλάτου.

Επίσης το Εφετείο, μετά συνεκτίμηση όλων των στοιχείων, δέχθηκε ανελέγκτως ότι στο χώρο στάθμευσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου υπήρχε ανεπαρκής δημοτικός φωτισμός και με τα αναμμένα φώτα του μοτοποδηλάτου ο οδηγός αυτού μπορούσε να αντιληφθεί από απόσταση 20 μ. την αρχική κίνηση του ως άνω αυτοκινήτου να μειώσει την ταχύτητά του και να ακινητοποιηθεί στο δεξιό τμήμα του οδοστρώματος.

Επομένως ουδεμία ασάφεια ή ανεπάρκεια υπάρχει ως προς τα παραπάνω θέματα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες με τον ίδιο λόγο της αναίρεσής τους. Περαιτέρω το Εφετείο σωστά εξήγαγε από την ως άνω οδηγητική συμπεριφορά του οδηγού του ως άνω επιβατικού αυτοκινήτου το συμπέρασμα ότι αυτός ήταν συνυπαίτιος του ατυχήματος, διότι, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, κινούμενος με ταχύτητα 50 χ/ω στο προς Αλυκές ρεύμα πορείας της επαρχιακής οδού ... - Αλυκών στάθμευσε το όχημά του, με σκοπό να παραλάβει τον ευρισκόμενο σε παρακείμενο συνεργείο αυτοκινήτων πεθερό του Σ.

Ψ., επί του οδοστρώματος του εν λόγω ρεύματος πορείας, καταλαμβάνοντας τα δύο περίπου μέτρα αυτού, χωρίς να έχει αναμμένα τα φώτα θέσης αυτού, και προκαλώντας δυσκολία στη διέλευση των άλλων οχημάτων που χρησιμοποιούσαν το ίδιο ρεύμα πορείας της οδού, κατά παράβαση των άρθρων 34 παρ. 2η και 35 παρ. 3 του Κ.Ο.Κ.

Οι επικαλούμενες με τον πρώτο λόγο της από 2-11-2017 αιτήσεως αναιρέσεως ελλείψεις, όπως ότι δεν αναφέρονται: α) η απόσταση από την οποία ο οδηγός του μοτοποδηλάτου αντιλήφθηκε το προπορευόμενο όχημα, β) ποια απόσταση θα διένυε το μοτοποδήλατο από τη στιγμή που ήταν αντιληπτή η διακοπή της πορείας του προπορευομένου οχήματος μέχρι τη σύγκρουση, γ) για ποιο λόγο έγινε η διακοπή πορείας του ως άνω οχήματος, δ) ο χρόνος που μεσολάβησε από τη διακοπή πορείας μέχρι τη σύγκρουση και ε) για ποιο λόγο ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, βαίνοντας με ταχύτητα 50 χ/ω, δεν είχε τα χρονικά περιθώρια να διακόψει την πορεία του ή να πραγματοποιήσει αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δεν εμποδίζουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ενώ στην προσβαλλομένη απόφαση σύμφωνα με τις κατά τα ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της, προσδιορίζονται με σαφήνεια και πληρότητα τα στοιχεία με βάση τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην κρίση ότι οι δύο οδηγοί των συγκρουσθέντων οχημάτων είναι συνυπαίτιοι του ενδίκου ατυχήματος κατά ποσοστό 50% ο καθένας, αναφέρεται δε στην απόφαση και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπαίτιας και παράνομης συμπεριφοράς των δύο οδηγών και της επέλευσης του επιδίκου τροχαίου ατυχήματος.

Επίσης η με το στοιχείο

ΙV του ίδιου (πρώτου) λόγου αναίρεσης αιτίαση ότι στην προσβαλλομένη απόφαση ανεπαρκώς αναφέρεται ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου δεν είχε άδεια οδήγησης εκδοθείσα από τις αρμόδιες Ελληνικές αρχές χωρίς να προσδιορίζεται αν ήταν ικανός για οδήγηση μοτοποδηλάτου και αν η έλλειψη αυτή συνδέεται και σε ποιο βαθμό με την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, είναι απορριπτέα, καθόσον στην προσβαλλομένη προσδιορίζεται η υπαίτια συμπεριφορά του οδηγού του μοτοποδηλάτου και σε ποιο βαθμό συνετέλεσε στην πρόκληση του ενδίκου ατυχήματος, η έλλειψη δε άδειας ικανότητας οδήγησης των Ελληνικών αρχών από πλευράς του οδηγού του μοτοποδηλάτου δεν τον καθιστά σε μεγαλύτερο ποσοστό συνυπαίτιο του ενδίκου ατυχήματος, εφόσον η παράβαση αυτή δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα.

Συνεπώς όλοι οι ισχυρισμοί των διαδίκων περί αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και συνακόλουθα οι από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι των δύο αναιρέσεων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την ανεύρεση, με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση αορίστων νομικών εννοιών ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς (ΑΠ 1622/2010, ΑΠ 1239/2009).

Όμως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, τα οποία πρέπει να καθορίζονται, ιδρύει λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (ΑΠ 1652/2009). Ειδικότερα η παραβίαση ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να εξειδικεύσει τις αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν, όχι όμως όταν τα διδάγματα αυτά χρησίμευσαν προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων ή για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 9-13/2005, ΑΠ 208/2011, ΑΠ 1662/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της από 17-1-2017 αναίρεσης, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμού 1 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, καθόσον, α) με το να δεχθεί ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου, που ακολουθούσε το Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο σε απόσταση 25 μέτρων, μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση και την προσωρινή στάθμευση του εν λόγω αυτοκινήτου από απόσταση 20 μέτρων, καθόσον η εμβέλεια των φώτων του μοτοποδηλάτου ανερχόταν σε είκοσι μέτρα, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας σύμφωνα με το οποίο, αν ένα αυτοκίνητο προπορεύεται κατά τη νύκτα σε κάποια απόσταση από ένα άλλο όχημα που ακολουθεί, κινούμενο προς την ίδια κατεύθυνση, και η εμβέλεια των φώτων του οχήματος που ακολουθεί ανέρχεται σε μήκος μικρότερο της αποστάσεως που χωρίζει τα δύο οχήματα, το προπορευόμενο όχημα δεν είναι ορατό από τον οδηγό του δευτέρου οχήματος, αν το πρώτο όχημα κινούμενο επί της οδού, δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα πίσω ερυθρά φώτα θέσης, και β) με το να δεχθεί ότι το μοτοποδήλατο προσέκρουσε στο Ι.Χ.Ε.

αυτοκίνητο κατά το χρόνο που αυτό βρισκόταν σταθμευμένο και ταυτόχρονα ότι το μοτοποδήλατο ακολουθούσε το αυτοκίνητο σε απόσταση 25 μέτρων, κινούμενο προς την αυτή κατεύθυνση, παραβίασε το δίδαγμα της κοινής πείρας κατά το οποίο, αν ένα αυτοκίνητο βρίσκεται σταθμευμένο επί της οδού και σε αυτό προσκρούει ένα άλλο όχημα, δεν μπορεί το εν λόγω όχημα να ακολουθούσε το πρώτο από συγκεκριμένη απόσταση μέχρι το χρόνο του ατυχήματος.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος γιατί πλήττει την ανέλεγκτη περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου και καθόλου δεν αναφέρεται σε ερμηνεία κανόνα δικαίου με βάση τα επικαλούμενα διδάγματα κοινής πείρας ή την υπαγωγή στον κανόνα αυτό των πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει δεκτά.

Με την επίκληση των κατά τη γνώμη των αναιρεσειόντων διδαγμάτων κοινής πείρας επιδιώκεται να γίνει η διαπίστωση της βασιμότητας πραγματικών περιστατικών, που κατά ανέλεγκτη κρίση δεν έχουν γίνει δεκτά. Όπως δεν έχει γίνει δεκτό ότι ο οδηγός του Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου δεν είχε θέσει σε λειτουργία τα πίσω ερυθρά φώτα θέσης του οχήματός του κατά την κίνησή του προς και μέχρι του σημείου στάθμευσης και επίσης δεν έχει γίνει δεκτό ότι η απόσταση των 25 μέτρων μεταξύ των δύο ως άνω οχημάτων κατά τον προ της σύγκρουσης χρόνο παρέμεινε σταθερή μέχρι το χρόνο του ατυχήματος.

Ενόψει τούτων ο κρινόμενος δεύτερος λόγος της από 17-1-2017 αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Απορριπτέος είναι επίσης και ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της από 2-11-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, με την επίκληση της διατάξεως του αριθμ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση ότι εσφαλμένα προσέδωσε συνυπαιτιότητα στον οδηγό του ...

ΙΧΕ αυτοκινήτου, ενώ με βάση την περιγραφόμενη από την προσβαλλομένη απόφαση συμπεριφορά του οδηγού του ... δίκυκλου μοτοποδηλάτου έπρεπε να προσδώσει σε αυτόν αποκλειστική υπαιτιότητα, καθόσον με σαφήνεια περιγράφεται στην απόφαση η οδηγητική συμπεριφορά των ως άνω οδηγών και με βάση αυτή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι και οι δύο οδηγοί είναι συνυπαίτιοι της ένδικής σύγκρουσης και των ζημιογόνων αποτελεσμάτων της.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.

Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης. Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνέπεια αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι' αυτήν χρηματικής ικανοποίησης, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήριο, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.

Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ' αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 944/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες ενάγοντες ισχυρίζονται με τον τρίτο λόγο της από 17-1-2017 αναιρέσεώς τους, ότι το Εφετείο, για τον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης, που δικαιούνται για την απώλεια κατά το ένδικό ατύχημα του ως άνω συγγενικού τους προσώπου, έλαβε μεν υπόψη του την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των ιδίων και του πρώτου αναιρεσιβλήτου - πρώτου εναγομένου, δεν προσδιορίζει όμως σε τι συνίσταται η κοινωνική και οικονομική αυτή κατάσταση (επάγγελμα καθενός, εισοδήματα κ.λπ.).

Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος καθόσον, όπως προαναφέρθηκε, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού αυτή σχηματίζεται από την εκτίμηση των από τους διαδίκους τιθεμένων υπόψη του δικαστηρίου πραγματικών περιστατικών και αποδεικτικών στοιχείων, χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου.

Περαιτέρω, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, επιβάλλεται να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθρα 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος), με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων.

Τούτο, διότι μία απόφαση με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Στο σημείο αυτό σημειώνεται, ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι αυστηρότερη του "ευλόγου" και το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια, ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί από ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμα του, όπως από την ιδιοκτησία του.

Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 αναλόγως από τους αριθμούς 1 ή 19) η αρχή της αναλογικότητας, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ 9/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφασή του, σχετικά με το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους αναιρεσείοντες - ενάγοντες, από το θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Τ. Μ.ι, δέχθηκε τα εξής: "...περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο θανών Τ. Μ.ι, Αλβανός υπήκοος, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 30 ετών, ήταν τέκνο των δύο πρώτων από τους ενάγοντες και αμφιθαλής αδελφός των υπολοίπων εναγόντων, επίσης Αλβανών υπηκόων, που κατοικούν οι πρώτος, δεύτερη, τέταρτη, έβδομος και όγδοη στην Αλβανία, οι τρίτος και πέμπτος στη ...

και ο έκτος στην Αγγλία.

Συνεπώς, αφού οι παραπάνω είχαν κατά το χρόνο του ατυχήματος, την προαναφερόμενη συγγενική σχέση με το θανόντα, αποτελούσαν μέλη της οικογένειας αυτού και ως τέτοια νομιμοποιούνται να ζητήσουν χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τη θανάτωσή του σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ...

Επίσης αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, ηλικίας κατά το χρόνο του ατυχήματος 68, 63, 37, 35, 33, 27, 23 και 17 ετών αντίστοιχα, συνδέονταν με το θανατωθέντα, που κατοικούσε και εργαζόταν στη ..., με δεσμούς βαθειάς στοργής και αγάπης και από τη θανάτωσή του υπέστησαν ψυχική οδύνη, για την οποία δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση.

Το ύψος αυτής, αφού ληφθούν υπόψη ο βαθμός πταίσματος του εναγομένου οδηγού καθώς και η συνυπαιτιότητα του θανόντος στην πρόκληση του ατυχήματος, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρείας είναι εγγυητική), ο σύνδεσμος του θανόντος με τους γονείς και τα αδέλφια του καθώς και η ηλικία αυτών, πρέπει να καθορισθεί στο ποσό των 18.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους ενάγοντες γονείς και στο ποσό των 8.000 ευρώ για καθένα από τους υπόλοιπους ενάγοντες - αδέλφια του θανόντος, ποσό το οποίο κρίνεται εύλογο...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση των αναιρεσιβλήτων - εναγομένων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 160/2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που είχε επιδικάσει για την πιο πάνω αιτία το ποσό των 90.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους και το ποσό των 50.000 ευρώ για καθένα από τους υπόλοιπους ενάγοντες, και εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δηλαδή με το να καθορίσει τη χρηματική ικανοποίηση των αναιρεσειόντων - εναγόντων λόγω ψυχικής οδύνης, στο ποσό των 18.000 ευρώ για καθένα από τους δύο πρώτους και στο ποσό των 8.000 ευρώ για καθένα από τους υπόλοιπους, δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, ούτε υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υπολείπονται και μάλιστα καταφανώς, εκείνων που συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης.

Κατ' ακολουθία ο τέταρτος λόγος της από 17-1-2017 αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο, επιδικάζοντας σε αυτούς τα προαναφερόμενα ποσά ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, αντί των αιτουμένων μεγαλύτερων ποσών, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 932 ΑΚ, καθώς και την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (ΟλΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο.

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Καμιά ωστόσο διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων.

Μόνο αν από τη γενική αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο έγγραφο, στοιχειοθετείται ο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 523/2016). Εξάλλου οι γνωμοδοτήσεις προσώπων με ειδικές γνώσεις (άρθρο 390 ΚΠολΔ) δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά έγγραφο με ειδική ρύθμιση από το νόμο που εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, χωρίς να απαιτείται να αντιδιαστέλλεται από τα άλλα έγγραφα και να μνημονεύεται ειδικά (ΟλΑΠ 848/1981, ΑΠ 107/ 2010).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της από 17-1-2017 αιτήσεως αναιρέσεώς τους από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ προσάπτουν στο Τριμελές Εφετείο Αθηνών ότι δεν έλαβε υπόψη του τα παρακάτω έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν κατά τη συζήτηση της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη του α) την υπ' αριθμ. 452/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., με την οποία ο οδηγός του Ι.Χ.Ε.

αυτοκινήτου κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης και του θανάσιμου τραυματισμού του οδηγού του μοτοποδηλάτου και β) το από 16-9-2014 έγγραφο της ανώνυμης εταιρείας εμπορίας μοτοποδηλάτων με την επωνυμία "... ΑΕ" με το οποίο η εν λόγω εταιρεία βεβαιώνει ότι τα φώτα πορείας του συγκεκριμένου μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο θανών Τ.

Μ.ι έχουν δέσμη φωτός ορατότητας 15 μέτρων. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι από την προσβαλλομένη απόφαση και ειδικότερα από την αναφορά της ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δεν γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω έγγραφα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις για την υποστήριξη του προαναφερθέντος αποδεικτικού πορίσματός του.

Μάλιστα για την ως άνω ποινική απόφαση κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό της προσβαλλομένης απόφασης (2η σελίδα του 5ου φύλλου αυτής), αναφέροντας ότι "με την 452/2013 απόφαση του Τριμελούς Πλημ/κείου ... ο πρώτος εναγόμενος καταδικάσθηκε σε φυλάκιση δύο (2) ετών για ανθρωποκτονία από αμέλεια του οδηγού του δίκυκλου μοτοποδηλάτου", ενώ, συνεκτιμώντας όλες τις αποδείξεις, δέχθηκε ότι ο οδηγός του μοτοποδηλάτου είχε ορατότητα σε μήκος 20 μέτρων τόσο από τα αναμμένα φώτα αυτού όσο και από το λειτουργούντα κατά τον παραπάνω χρόνο δημοτικό φωτισμό που υπήρχε σε απόσταση δέκα (10) μέτρων από το σημείο της προσωρινής στάθμευσης του ΙΧΕ αυτοκινήτου.

Επομένως ο πέμπτος αναιρετικός λόγος από το άρθρο 559 περ. 11 εδ. γ' ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Κατόπιν όλων αυτών, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, οι κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της από 17-1-2017 αίτησης αναίρεσης για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Αντίθετα δεν θα διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες της από 2-11-2017 αιτήσεως αναιρέσεως για την άσκησή της, παρόλο που η αναίρεση απορρίπτεται ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων, καθόσον το εν λόγω παράβολο αφορά τους δύο αναιρεσείοντες αυτής και ως προς το δεύτερο από αυτούς η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κηρύχθηκε απαράδεκτη και επομένως ως προς αυτόν η εν λόγω αίτηση παραμένει εκκρεμής. Τέλος, πρέπει να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη λόγω της μερικής νίκης και μερικής ήττας κάθε διαδίκου μέρους (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης στην από 2-11-2017 αίτηση αναίρεσης όσον αφορά το δεύτερο των αναιρεσειόντων Τ. Σ. και κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ως άνω αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1758/2016 οριστικής αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ως προς τον αναιρεσείοντα αυτόν.

Συνεκδικάζει κατά τα λοιπά τις από 17-1-2017 και 2-11-2017 κρινόμενες αντίθετες αιτήσεις για αναίρεση της ως άνω απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει τις ως άνω αιτήσεις, τη δεύτερη μόνο ως προς την πρώτη των αναιρεσειόντων.

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη. Και Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο με αριθμό 11677649995703200017/2017, ποσού τριακοσίων (300) ευρώ, που κατατέθηκε για την από 17-1-2017 αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Δεκεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ