1634/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1634/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σημειώνεται, πάντως, ότι το Εφετείο περιττώς και χωρις καμία έννομη επιρροή των σχετικών αιτιολογιών του ασχολήθηκε στην τελεσίδικη 7/14 απόφασή του με τα παράπονα του αναιρεσείοντος για το παραδεκτό ή όχι της συζήτησης κατά τη δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 2/10/06, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση είχε ήδη εξαφανιστεί και οι σχετικές αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ήσαν πλέον χωρίς αντικείμενο.
Full text
Απόφαση 1634 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1634/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Χ. Π. Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Πάσχο.
Της αναιρεσίβλητης Μ. Ε. Δ., κατοίκου ... για τον εαυτό της ατομικά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της θυγατρός της Ε. Δ., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Παπαϊωάννου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-9-2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 843/2007 μη οριστική, 4864/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου 4611/2012 μη οριστική και 7/2014 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-2-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 30-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 7/14 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, καθώς και η παρεμπίπτουσα 4611/12 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εκδοθείσες κατά τη διαδικασία των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ, αντιμωλία των διαδίκων. Με την 7/14 απόφαση (και αφού προηγουμένως με την 4611/12 απόφαση είχε εξαφανιστεί η απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά παραδοχή της από 26/1/11 εφέσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος) έγινε δεκτή η από 26/9/05 αγωγή της αναιρεσίβλητης, την οποία είχε ασκήσει ατομικά, αλλά και ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της και αναγνωρίστηκε ότι ο αναιρεσείων είναι φυσικός πατέρας της θυγατέρας της αναιρεσίβλητης Ε..
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως, ως προς την ανήλικη, κατά τη δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 2/10/06, απορρίπτοντας τον σχετικό περί τούτου 2° λόγο της εφέσεως του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο είχε ισχυριστεί ότι η υπόθεση δεν είχε εισαχθεί ως προς την ανήλικη, εφόσον η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο είχε γίνει μόνο για την αναιρεσείουσα ατομικώς, μετά την από 16/2/06 κλήση της, ούτε δηλώθηκε στο ακροατήριο παράσταση και εκπροσώπηση της ανήλικης, που δεν εμφανίστηκε, πολύ δε περισσότερο εφόσον εκ της μη κηρύξεως, ως απαράδεκτης της ανωτέρω συζήτησης, αυτός δικάστηκε ερήμην (μετά από απόρριψη αιτήματος του για αναβολή της συζητήσεως), με αποτέλεσμα να μη δυνηθεί μέχρι σήμερα να αντικρούσει με μάρτυρες και με οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό μέσο την αγωγή.
Επικουρικώς δε προβάλλεται η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1479 και 1483 ΑΚ, με την αιτίαση ότι, εφόσον η από 16/2/06 κλήση της αναιρεσίβλητης ασκήθηκε ατομικά, όχι όμως και από το ανήλικο, έπρεπε το τελευταίο να κλητευθεί για την δικάσιμο, στις 2/10/06, προκειμένου να εκδικαστεί παραδεκτώς η αγωγή, ως προς αυτό, ενόψει τις καθιερούμενης από το άρθρο 1479 ΑΚ αυτοτέλειας των δικαιωμάτων της μητέρας και του εκτός γάμου τέκνου της να ζητήσουν την αναγνώριση της πατρότητας.
Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις επιχειρούμενες θεμελιώσεις του είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως αλυσιτελής. Τούτο, δε, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, με την παρεμπίπτουσα 4611/12 απόφασή του, αφού έκρινε βάσιμο λόγο εφέσεως (που αφορούσε την εγκυρότητα της διενεργηθείσας στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης), δέχτηκε την έφεση του ήδη αναιρεσείοντος, εξαφάνισε στο σύνολο της την πρωτόδικη απόφαση και, υποκαθιστάμενο στη θέση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προχώρησε στην εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης, όπως επιτάσσει το άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ, με αρμοδιότητα να εξετάσει και επιλύσει εξ αρχής όλα τα προς οριστική διάγνωση της διαφοράς αναγκαία ζητήματα, διότι πλέον δεν εξεταζόταν η έφεση αλλά η αγωγή, οπότε ο αναιρεσείων είχε τη δυνατότητα να προτείνει όλους τους νομικούς και πραγματικούς ισχυρισμούς του προς αντίκρουση της αγωγής.
Σημειώνεται, πάντως, ότι το Εφετείο περιττώς και χωρις καμία έννομη επιρροή των σχετικών αιτιολογιών του ασχολήθηκε στην τελεσίδικη 7/14 απόφασή του με τα παράπονα του αναιρεσείοντος για το παραδεκτό ή όχι της συζήτησης κατά τη δικάσιμο ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις 2/10/06, εφόσον η πρωτόδικη απόφαση είχε ήδη εξαφανιστεί και οι σχετικές αιτιάσεις του ήδη αναιρεσείοντος ήσαν πλέον χωρίς αντικείμενο.
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην πρώτη αναιρεσιβαλλομένη (7/14) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεχόμενη ότι κατά τη δικάσιμο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 2/10/06, παρέστη νομίμως, εκπροσωπηθείσα από πληρεξούσιο δικηγόρο και η ανήλικη θυγατέρα της αναιρεσίβλητης, καθόσον τούτο δεν αποδεικνυόταν από τα δημόσια έγγραφα (πινάκιο και 843/07 πρακτικά συνεδριάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 2/10/06). Επικουρικώς, αποδίδεται στην ίδια αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ για παντελή έλλειψη αιτιολογιών της, σχετικώς με το παραπάνω ζήτημα, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, λόγω παραμόρφωσης από αυτήν του περιεχομένου των ανωτέρω δημόσιων εγγράφων σχετικώς με το ίδιο ζήτημα, άλλως για μη ορθή εκτίμηση του περιεχομένου τους, ελεγχόμενη αναιρετικώς κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ. Όμως, και ο λόγος αυτός, καθ' όλες τις αιτιάσεις και επιχειρούμενες θεμελιώσεις του (κύρια και επικουρικές), συναπτόμενες με το παραδεκτό της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά τη δικάσιμο, στις 2/10/06, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον ισχύουν και στην περίπτωση αυτή όλα όσα εκτέθηκαν αναφορικά με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως.
Με τον τρίτο λόγο αποδίδεται στην πρώτη αναιρεσιβαλλομένη (7/14) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 και 11β' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς και τις αποδείξεις της αναιρεσίβλητης περί των δήθεν ερωτικών σχέσεων του αναιρεσείοντος μαζί της, που αυτή είχε προβάλει ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με τις αλλεπάλληλες από 23/9/06, 4/2/06, 11/1/10 και 8/2/10 προτάσεις της, τους οποίους η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) δεν επανέφερε εκάστοτε, ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, κατά παραδεκτό τρόπο, σύμφωνα με το άρθρο 240 ΚΠολΔ, αλλά με ενσωμάτωση αυτούσιου του κειμένου των εκάστοτε προηγούμενων προτάσεων, όπως έπραξε και με τις από 5/11/11 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η οριστική 4864/12 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.
Επικουρικώς δε με τον ίδιο λόγο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ανεπάρκειας αιτιολογιών επί του προβληθέντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο εφέσεως ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για την μη νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών της αναιρεσίβλητης των προηγούμενων συζητήσεων, με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παράβασης του άρθρου 240 εδ.
β' ΚΠολΔ, καθόσον δεν διαλαμβάνεται παραδοχή στην αναιρεσιβαλλομένη που απέρριψε το σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επικυρωμένα αντίγραφα των προτάσεων των προηγούμενων συζητήσεων, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν κήρυξε το απαράδεκτο της επαναφοράς των ισχυρισμών στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο που περιεχόντουσαν στις προτάσεις των προηγούμενων συζητήσεων ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου.
Όμως, οι επίμαχες αιτιάσεις, καθόλες τις επιχειρούμενες θεμελιώσεις τους (κύριες και επικουρικές), αναφερόμενες σε επαναφορά ισχυρισμών και αποδείξεων σε συζητήσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και όχι του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (κατά ρητή περί τούτου μάλιστα επισήμανση από τον αναιρεσείοντα), κρίνονται αλυσιτελείς, εφόσον το Εφετείο, μετά από εξαφάνιση της 4864/11 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προχώρησε εκ νέου στην εκδίκαση της υπόθεσης.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω σημειώνεται ότι η επικουρικώς προβαλλόμενη αιτίαση για παράβαση του άρθρου 240 ΚΠολΔ δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, που αφορά παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και επομένως απαραδέκτως προβάλλεται. Σε κάθε δε περίπτωση οι αορίστως επικαλούμενοι από τον αναιρεσείοντα ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, "περί των δήθεν ερωτικών του σχέσεων μαζί της", αφορούν τους αγωγικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής και όχι ισχυρισμούς προβληθέντες με τις προτάσεις προς αντίκρουση δικών του ισχυρισμών.
Με τον τέταρτο λόγο αποδίδεται στην δεύτερη αναιρεσιβαλλομένη (4611/12) ευθεία, άλλως εκ πλαγίου παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από τα άρθρα 1481 και 1482 AK, καθώς και των άρθρων 368, 533 παρ. 1 και 615 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ με τις αιτιάσεις ότι το Εφετείο περιορίστηκε στην εξέταση μόνον του λόγου της εφέσεως περί της ακυρότητας της διενεργηθείσας ιατρικής πραγματογνωμοσύνης και ενώ στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση, ώστε να δικαστεί στην ουσία της, διέταξε αμέσως πραγματογνωμοσύνη, χωρίς να εξετάσει το πραγματικό της αγωγής μετά την οποία να βεβαιώνεται ότι δεν κατέστη δυνατή η εξαγωγή δικαστικής κρίσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι αυτός είχε προβάλει την ένσταση από το άρθρο 1482 ΑΚ, οπότε και μόνον αν απερρίπτοντο, ως απαράδεκτοι, άλλως αβάσιμοι οι εν γένει ισχυρισμοί και ενστάσεις του, ήταν αναγκαία η διεξαγωγή ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, που διατάσσεται όταν χρειάζονται ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης "δηλαδή (σύμφωνα με τους κατά λέξη ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος) όταν έχει εξαντλήσει όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς αποτέλεσμα, τότε και μόνον χρειάζεται να την διατάξει προς προστασίαν της αξιοπρέπειας των διαδίκων, ως ορίζεται εις την 615 παρ. 3 ΚΠολΔ και συνάγεται από την 6 παρ. 1 διάταξιν της ΕΣΔΑ". 'Ομως, οι ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος δεν συνιστούν παραβάσεις κανόνων ουσιαστικού δικαίου και μάλιστα εκείνων των άρθρων 1481 και 1482 ΑΚ, ώστε να είναι θεμελιωτικές των πλημμελειών από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, οι δε επικαλούμενες παραβάσεις δικονομικών διατάξεων απαραδέκτως προβάλλονται προς στοιχειοθέτηση των ίδιων ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, καθόσον οι λόγοι αναιρέσεως που προβλέπονται από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ αναφέρονται στην παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και αφετέρου στην έλλειψη νόμιμης βάσεως από την απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου.
Σε κάθε δε περίπτωση επισημαίνεται ότι με την διάταξη του άρθρου 615 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν επιβάλλεται περιορισμός στο δικαστήριο να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, όχι από την αρχή, αλλά αργότερα, στην περίπτωση που δεν έχει πεισθεί από τα άλλα μέσα, πράγμα το οποίο, εξ άλλου, δεν είναι ορθό, διότι είναι ενδεχόμενο το δικαστήριο από τα άλλα αποδεικτικά μέσα να αχθεί σε αποτέλεσμα τελείως διαφορετικό από αυτό της αναλύσεως του αίματος, που είναι αποδεικτικό μέσο χρήσιμο και ακριβές ως προς τα αποτελέσματα του και δεν πρέπει να διατάσσεται τελευταίο, αλλά και διότι τούτο αντιβαίνει και στην αρχή της οικονομίας της δίκης (ΑΠ 908/11).
Στη συνέχεια, στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως ο αναιρεσείων εκθέτει κατά λέξη τα ακόλουθα: "Επειδή εν όψει των ανωτέρω εκτιθεμένων εν συνδυασμώ και προς τις παραδοχές της πρώτης των προσβαλλόμενων αύτη κατέστη και είναι αναιρετέα, διότι περιωρίσθη εις ολιγώτερα στοιχεία των υπό του νόμου προβλεπομένων, στερούμενη άλλως επαρκών αιτιολογιών επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της υποθέσεως αλλά κατά παράβασιν των διατάξεων του άρθρου 368 παρ. 2 A.K., του άρθρου 615 παρ. 3 ΚΠολΔικ.
κατ' άρθρον 559 αρ. 1, διότι δια να καταλήξει εις την εξενεχθείσαν ως άνω κρίσιν της περιωρίσθη εις ολιγώτερα στοιχεία των από τας ανωτέρω διατάξεις οριζομένων επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροήν εις την έκβασιν της υποθέσεως, άλλως κατ' άρθρον 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ., καθ' όσον περιέχουσα αυτή ανεπαρκείς αιτιολογίας εν σχέσει με τον ουσιώδη ως άνω ισχυρισμόν μου που ασκεί επίδρασιν εις την έκβασιν της δίκης...".
Ο λόγος αυτός κατά το παραπάνω μέρος του τυγχάνει απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται ο περιορισμός σε ολιγότερα στοιχεία ή η τυχόν ανεπάρκεια των ουσιαστικών αιτιολογιών της πρώτης αναιρεσιβαλλομένης, σε σχέση με ποιο ζήτημα και ποιο ισχυρισμό του. Στο βαθμό δε που υπονοεί τις αιτιάσεις του αναφορικά με το ότι το Εφετείο με την δεύτερη προσβαλλόμενη απόφασή του διέταξε τη διενέργεια ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, ισχύουν όσα ήδη αναφέρθηκαν κατά την προηγηθείσα διερεύνηση του τέταρτου λόγου της αιτήσεώς του.
Με τον ίδιο λόγο προβάλλεται επικουρικώς η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι η πρώτη προσβαλλόμενη απόφαση (7/14) εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου περί του βάρους αποδείξεως, διότι από τα τεθέντα υπόψη του εκδόσαντος αυτήν δικαστηρίου αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) δεν απεδείχθη το πραγματικό της αγωγής, ενώ αυτός δικαιολογημένα δεν συμμετείχε στην ιατρική πραγματογνωμοσύνη, εφόσον κατά την άποψη του η διαδικασία εκδικάσεως της υποθέσεως συνεχιζόταν απαραδέκτως, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρέλειψε να κρίνει πρώτα το παραδεκτό των λόγων εφέσεως πριν διατάξει ιατρική πραγματογνωμοσύνη.
Οι επίμαχες αιτιάσεις κατά το πρώτο μέρος τους απαραδέκτως προβάλλονται, διότι υπό το πρόσχημα της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου επί της ουσίας της διαφοράς (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά δε το δεύτερο μέρος τους, τυγχάνουν αβάσιμες, διότι ο επίμαχος αναιρετικός λόγος παρέχεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, περί των οποίων δεν πρόκειται σ' αυτή την περίπτωση.
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω και σε σχέση με Ης λοιπές ως ανωτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στον τέταρτο λόγο της αιτήσεως, σημειώνεται ότι όπως προκύπτει από τα άρθρα 522. 533 παρ. 1 και 535 ΚΠολΔ, εφόσον το εφετείο κρίνει ένα τουλάχιστον λόγο βάσιμο που οδηγεί στην εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, την εξαφανίζει, οι δε μη ερευνηθέντες λόγοι εφέσεως λογίζονται ως ισχυρισμοί ή ενστάσεις και υπό την ιδιότητα αυτή εξετάζονται.
Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το επισκοπούμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης 4611/12 αποφάσεως, το Εφετείο, αφού έκρινε παραδεκτό και ουσιαστικά βάσιμο τον 3° λόγο της εφέσεως, που αφορούσε την εγκυρότητα της διενεργηθείσας στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ενώ παρείλκε πλέον η έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου των λοιπών λόγων εφέσεως.
Συνεπώς, ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως είναι απορριπτέος, κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Με τον πέμπτο λόγο αποδίδεται στην πρώτη αναιρεσιβαλλομένη (7/14) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι διαλαμβάνει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς την απόρριψη με αυτήν του 1ου λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παρεπονείτο ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο παρά τον νόμο είχε απορρίψει το αίτημα του για αναβολή της συζήτησης της εναντίον του αγωγής κατά τη δικάσιμο, στις 2/10/06, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παράβαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, εφόσον, με την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του αιτήματός του για αναβολή πρωτοείσακτης υπόθεσης από ανώτερη βία, στερήθηκε του δικαιώματος ακροάσεως. Ο λόγος αυτός, κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του (κύρια και επικουρική), αλυσιτελώς προβάλλεται, εφόσον το Εφετείο με την προηγηθείσα 4611/12 απόφασή του, κατά τυπική και ουσιαστική παραδοχή της εφέσεως (αφού έκρινε βάσιμο τον 3° λόγο αυτής) εξαφάνισε στο σύνολο της την 4864/11 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και προχώρησε στην αναδίκαση της υπόθεσης, όπως άλλωστε επεδίωκε και ο αναιρεσείων με την άσκηση της εφέσεως του. Ως εκ τούτου, πλεοναστικώς και χωρίς καμία έννομη επιρροή των σχετικών αιτιολογιών ασχολήθηκε στην τελεσίδικη 7/14 απόφασή του με τον επίμαχο λόγο εφέσεως.
Με τον έκτο και τελευταίο λόγο αποδίδεται στην πρώτη αναιρεσιβαλλομένη (7/14) η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παρά τον νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, εφόσον δεν είχε διοριστεί ειδικός επίτροπος στην ανήλικη, άλλως η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, για παράβαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου από τα άρθρα 1628 και 1627 AK, με την ίδια αιτίαση. Ο λόγος αυτός κατ' αμφότερες τις αιτιάσεις του (κύρια και επικουρική) είναι μη νόμιμος, διότι διορισμός ειδικού επιτρόπου κατ' επιταγή των ως άνω διατάξεων γίνεται σε δίκες όπου τα συμφέροντα του ανηλίκου συγκρούονται με εκείνα της ασκούσας τη γονική μέριμνα μητέρας του, κάτι που δεν συμβαίνει στην προκείμενη δίκη.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/2/2014 αίτηση του Χ. Σ., για αναίρεση των 7/2014 (τελεσίδικης) και 4611/2012 (παρεμπίπτουσας) αποφάσεων του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 22η Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ