Legislator Case Law & Legislation
1634/2013 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against divorce property claim dismissed as vague regarding marital contribution calculation.

Case Number 1634/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against a final judgment dismissing a divorce property claim as legally vague. The appellants argued the lower court erred in rejecting the claim based on the statutory presumption of a one-third marital contribution, while the respondent contended the claim lacked specific factual details. The court ruled that the claim was sufficiently defined by the legal presumption but found the lower court's rejection of the specific calculation basis legally flawed, ordering a remand for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a claim based on the statutory presumption of a one-third marital contribution is sufficiently defined, and a lower court's rejection of such a claim as legally vague is erroneous if the claimant relies on the statutory presumption rather than requiring additional factual proof.

Keywords

AI generated
divorce property division marital contribution presumption legal vagueness Code of Civil Procedure remand for retrial statutory presumption appellate review

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 178(1), 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1634 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Κ. Γ. του Μ., κατοίκου ..., 2. Κ. Ε. χήρας Γ., το γένος Μ. Κ., κατοίκου ... και 3. Κ. Α. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λιβανό.

Της αναιρεσιβλήτου: Α. χήρας Κ. Κ., το γένος Α. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ζαραφέτα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-10-2008 αγωγή του Κ. Κ. αρχικού διαδίκου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6670/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 5356/2011 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 21-3-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 5356/2011 τελεσίδικη απόφαση του Eφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 22-12-2010 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της 6670/2010 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως αόριστη η από 30-10-2008 αγωγή για αποκτήματα του αρχικώς ενάγοντος Κ.

Κ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν, μετά το θάνατό του, οι αναιρεσείοντες- μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ ). 2.- Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για τη θεμελίωση της αγωγής στο συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ.

Ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωση της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματός της, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν. 1329/1983, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 54 παρ.1 αυτού (Ν. 1329/1983), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 1649/1986, έχει εφαρμογή και επί γάμων που τελέσθηκαν, καθώς και περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του Ν. 1329/1983: "Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.

Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή". Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 ΚΠολΔ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της από την ως άνω διάταξη αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφό της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μείωσης) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο.

Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο.

Περαιτέρω, ο χρόνος λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής.

Τούτο συνεπάγεται ότι ο ενάγων έχει τη δυνατότητα, αν έχει παρέλθει σημαντικός χρόνος από της αμετάκλητης λύσης ή ακύρωσης του γάμου ή συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση, και συνακόλουθη (τιμαριθμική) μεταβολή της πραγματικής αξίας του χρήματος, να αξιώσει την απόδοση του (μεγαλύτερου) ποσού που κατά το χρόνο της συζήτησης ισοδυναμεί με την αξία της συμβολής του κατά τον κρίσιμο χρόνο γέννησης της αξιώσής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί αντίστοιχα να προβάλει ότι η πραγματική αξία του χρήματος έχει αυξηθεί και να ζητήσει αντίστοιχη προσαρμογή του οφειλομένου ποσού.

Η παράλειψη όμως του ενάγοντος να αξιώσει τέτοια αναπροσαρμογή δε δημιουργεί ελάττωμα του δικογράφου της αγωγής και δεν καθιστά την τελευταία αόριστη συνεπεία τούτου. Εξάλλου, η συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών ο υπόχρεος σύζυγος και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του.

Η αποτίμηση των υπηρεσιών του ενάγοντος με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγομένου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής.

Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογισθούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου, που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν.

Περαιτέρω, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδάφ. β' ΑΚ μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης (της περιουσίας του δικαιούχου), εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή.

Με τη διάταξη αυτή δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλά απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρομένου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος.

Συνεπώς, εάν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του μεγαλύτερο του τεκμαιρόμενου ποσοστό και καμιά πραγματική συμβολή του, με τους τρόπους και κατά την αξία που εκθέτει στην αγωγή, δεν μπόρεσε να αποδείξει, η αγωγή δεν απορρίπτεται εξ ολοκλήρου, αλλά μόνο κατά το πλέον του ενός τρίτου ποσοστό της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ενώ κατά το αντίστοιχο προς το ένα τρίτο ποσό, που καλύπτεται από το τεκμήριο, γίνεται δεκτή, εφόσον ο εναγόμενος δεν επικαλέσθηκε ή εάν επικαλέσθηκε δεν απέδειξε, ότι το ποσοστό συμβολής του ενάγοντος στην αύξηση είναι μικρότερο ή ότι δεν υπήρξε καμία συμβολή του ενάγοντος στην αύξηση της περιουσίας αυτού -εναγομένου-. (ΑΠ 1673/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την από 30-10-2008 ένδικη αγωγή του αρχικώς ενάγοντος Κ. Κ., στη δικονομική θέση του οποίου υπεισήλθαν μετά το θάνατό του (στις 8-5-2009) οι αναιρεσείοντες, κατά της αντιδίκου του και ήδη αναιρεσίβλητης, ο ενάγων ισχυρίσθηκε: Ότι με την εναγομένη τέλεσε νόμιμο θρησκευτικό γάμο σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης του Χριστού Εκκλησίας στην …, στις 27.10.1967, από τον οποίο δεν απέκτησαν τέκνα.

Ότι η έγγαμη σχέση τους διασπάσθηκε οριστικά κατά το Νοέμβριο 2001 και ο γάμος τους λύθηκε με την 1471/2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία επικυρώθηκε με την 6200/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ότι κατά την τέλεση του γάμου τους η εναγομένη διέθετε τα αναφερόμενα σ'αυτήν (αγωγή) περιουσιακά στοιχεία, τα οποία εκποιήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου τους για την αγορά εκ μέρους της δυνάμει του .../20-9-1982 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Ρουσάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, ενός οικοπέδου, επιφάνειας 355 τ.μ., που βρίσκεται στη …, αξίας κατά τον τίτλο κτήσης 2.000.000 δραχμών και αντικειμενικής αξίας 2.480.000 δραχμών.

Ότι κατά τη διάρκεια του γάμου τους και έως τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης επί του προαναφερόμενου οικοπέδου της εναγομένης ανεγέρθη πολυτελής οικία-(μεζονέτα), και ειδικότερα διώροφη οικοδομή με υπόγειο, αποτελούμενη από υπόγειο, επιφάνειας 38 τ.μ., ισόγειο, επιφάνειας 112,96 τ.μ. και πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, επιφάνειας 102,32 τ.μ.

Ότι η εν λόγω οικοδομή, που ανηγέρθη δυνάμει της 4.209/8-11-1982 οικοδομικής άδειας και αποπερατώθηκε στις 3-8-1983, οικοδομήθηκε με χρήματα δικά του, και δη με δαπάνες από τα εισοδήματά του και τις αποταμιεύσεις του για την κατασκευή της μέχρι τις 3-8-1983, ποσό πλέον των 17.000.000 δραχμών, για δε τη μετατροπή του υπογείου της οικοδομής σε διαμέρισμα δύο δωματίων το έτος 1999 ποσό πλέον των 7.000.000 δραχμών.

Ότι ο ίδιος ελάμβανε κατά το χρόνο κατασκευής της οικοδομής, το ποσό των 180.000 δραχμών το μήνα ως σύνταξη και το ποσό των 250.000 δραχμών το μήνα ως βουλευτική αποζημίωση, καθόσον διετέλεσε βουλευτής για τα από 18-10-1981 έως 7-5-1985 και από 2-6-1985 έως 2-6-1989 χρονικά διαστήματα, ενώ εισέπραξε από τη Δ.Ε.Η ως εφάπαξ 1.979.217 ευρώ.

Ότι η εναγομένη είχε μηδαμινά εισοδήματα από ένα διαμέρισμά της στην οδό …στην …και από ένα άλλο διαμέρισμά της στην οδό …στο …, ενώ ελάμβανε και μηνιαία σύνταξη 17.400 δραχμών. Ότι η εναγομένη εκποίησε πριν τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης την ως άνω μεζονέτα στη …, δυνάμει του .../27-11-2003 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Βέννη, που μεταγράφηκε νόμιμα, έναντι τιμήματος 750.000 ευρώ.

Ότι στη συνέχεια δυνάμει του .../22-12-2003 συμβολαίου... που μεταγράφηκε νόμιμα, απέκτησε, από αγορά, κατά κυριότητα ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου πολυκατοικίας που βρίσκεται στη …Αττικής, με την αποθήκη ΑΠ-2 και τη θέση στάθμευσης Ρ-4, αντί συνολικού τιμήματος 200.000 ευρώ. Ότι κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, η εναγομένη διέθετε το ανωτέρω διαμέρισμα στη ...

και χρηματικό ποσό 550.000 ευρώ προερχόμενο από την πώληση της μεζονέτας, που βρίσκεται στη .... Ότι η αξία της αρχικής της περιουσίας της, που εκποιήθηκε και αντικαταστάθηκε από την αγορά του οικοπέδου στη ..., επί του οποίου οικοδομήθηκε η επίδικη μεζονέτα και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το πιο πάνω διαμέρισμα, ανερχόταν στο χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης στο ποσό των 300.000 ευρώ, ενώ η αξία της οικοδομής (κτίσματος) της προαναφερόμενης μεζονέτας, που αποτελεί και το μοναδικό στοιχείο κατά το οποίο επαυξήθηκε η περιουσία (της εναγομένης) κατά τη διάρκεια του γάμου (απόκτημα), κατά τον ίδιο χρόνο έφθανε στο ποσό των 450.000 ευρώ.

Ότι, επομένως, η περιουσία της αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου και έως τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης κατά την αξία της οικοδομής, της ανωτέρω "μεζονέτας", η οποία έφθανε στο ποσό των 450.000 ευρώ κατά το χρόνο συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης και κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής. Ότι στην περιουσιακή αυτή επαύξηση της εναγομένης έχει συμβάλλει και ο ίδιος κατά ποσοστό 90%, α) με τα εισοδήματά του και στη συνέχεια τη σύνταξή του από τη Δ.Ε.Η.

και τη βουλευτική του αποζημίωση για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, διότι το συνολικό εισόδημά του κατά το έτος 1984 ανήλθε στο ποσό των 3.489.448 δραχμών, και κατά το έτος 2001 εισέπραξε συνολικά το ποσό των 16.560.426 δραχμών, ενώ τα αντίστοιχα έτη τα εισοδήματα της εναγομένης ανήλθαν στο ποσό των 208.000 δραχμών για το έτος 1984 και στο ποσό των 2.534.490 δραχμών για το έτος 2001 και β) με την εκ μέρους του παροχή ατομικών υπηρεσιών.

Και ότι, επομένως, το μέρος της περιουσιακής της επαύξησης που προέρχεται από τη δική του συμβολή και πρέπει να του αποδοθεί, ως συμμετοχή στα αποκτήματα, είναι (450.000 Χ 90%) 405.000 ευρώ. Ζητούσε δε, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει, νομιμοτόκως, το ποσό των 405.000 ευρώ. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που στηρίζεται στον πραγματικό υπολογισμό της συμβολής του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης, είναι αόριστη, διότι δεν περιέχει όλα τα, κατ'άρθρο 216 ΚΠολΔ, απαιτούμενα στοιχεία, για τη νομική θεμελίωση και δικαστική της εκτίμηση.

Ειδικότερα ο ενάγων δεν αναφέρει (με την απαιτούμενη για την άμυνα της εναγόμενης και για την δικαστική εκτίμηση του σχετικού ισχυρισμού) κατ' είδος τις εργασίες και τ' αντίστοιχα ποσά που δαπανήθηκαν μέχρι τις 3-8-1983 που αποπερατώθηκε η προαναφερθείσα οικοδομή, καθώς και τις κατ' είδος εργασίες και τα αντίστοιχα ποσά που δαπανήθηκαν το έτος 1999 για τη μετατροπή του υπογείου της οικοδομής σε διαμέρισμα δύο δωματίων, αλλ' αναφέρει, όλως αορίστως, ότι, για με την πρώτη περίπτωση δαπάνησε ποσό πλέον των 17.000.000 δραχμών, για δε τη δεύτερη περίπτωση δαπάνησε ποσό πλέον των 4.000.000 δραχμών, χωρίς επιπλέον να αναφέρει πόσο μέρος των δαπανών αυτών καλύφθηκε με δικές του παροχές σε χρήμα από τα εισοδήματά του και πόσο μέρος των δαπανών αυτών καλύφθηκε από τις δικές του υπηρεσίες στο συζυγικό οίκο και στη σύζυγό του, ποια ήταν η αποτίμηση αυτών, ούτε καθορίζει ποιο μέρος από το ποσοστό των εισοδημάτων του ήταν υποχρεωμένος με βάση τις δυνάμεις του να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών τους και αν οι υπηρεσίες του αυτές και οι παροχές του υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσής του για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες, έτσι ώστε πρώτα να προκύψει ως ποσοστό η συμμετοχή του στην πραγματική δαπάνη ανέγερσης της οικοδομής και ύστερα να αναχθεί το ποσοστό αυτό επί του ποσού που συνιστά την κατά τη συμπλήρωση της τριετούς διάστασης επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης.

Επομένως, το Εφετείο, που απέρριψε την ένδικη αγωγή, έστω και με διαφορετική εν μέρει αιτιολογία, ως αόριστη κατά την ανωτέρω βάση της δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, ούτε και στην πλημμέλεια της παραγνώρισης εκτιθέμενων για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότων, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, αλλά ούτε και αξίωσε περισσότερα στοιχεία ως προς τη νομική βασιμότητά της από αυτά που απαιτεί ο νόμος και, συνεπώς, οι συναφείς δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι, από τους αριθ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι.

Η αγωγή όμως κατά τη βάση της που στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό (1/3) της συμβολής του ενάγοντος στην κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επελθούσα αύξηση της περιουσίας της εναγομένης-συζύγου του, είναι με βάση τα προεκτεθέντα, επαρκώς ορισμένη και δεν απαιτούνταν για την πληρότητα αυτής πλην των ανωτέρω και άλλα πρόσθετα στοιχεία.

Επομένως, το Εφετείο παρά το νόμο την έκρινε απαράδεκτη κατά τη βάση της αυτή λόγω αοριστίας. Κατ' ακολουθίαν, ο σχετικός, από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αίτηση να γίνει εν μέρει δεκτή κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά τη διάταξή της που απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αόριστη κατά τη βάση της που στηρίζεται στον τεκμαρτό υπολογισμό(1/3) της συμβολής του ενάγοντος στην κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων επελθούσα αύξηση της περιουσίας της εναγομένης-συζύγου του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ.

Η αναιρεσίβλητη θα καταδικαστεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους (άρθρα 178 παρ.1, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 5356/2011 απόφαση του Eφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ