Legislator Case Law & Legislation
1634/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property claim, ruling lower court correctly rejected abuse of right defense.

Case Number 1634/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellants argued the lower court failed to consider their claim of abuse of right, citing specific facts presented during the appeal proceedings. The court held that the Second Instance Court properly evaluated all relevant circumstances and that arguments raised after the initial trial were inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 216(1) and 1094A of the Code of Civil Procedure; Article 559(13) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: An appeal is admissible if the court of second instance incorrectly applied legal definitions regarding the burden of proof, but arguments raised after the initial trial cannot support a claim of abuse of right.

Keywords

AI generated
abuse of right defense admissibility of appeal burden of proof property claim inadmissible evidence

Cited Legislation

AI generated
Article 216(1) of the Code of Civil Procedure
Article 1094A of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 230/1993
Case 266/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1634 / 2009 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Ιωάννη Σίδερη και Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 18 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ αναιρεσειόντων: 1. ...και 2. ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γιαννόπουλο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. ... και 2. ..., κατοίκων ..., ως καθολικών διαδόχων του αρχικού διαδίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ανέζα Κονταξή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-1-1986 αγωγή του αρχικου διαδίκου αποβιώσαντος .... που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2454/1986 του ίδιου Δικαστηρίου και 130/1988 μη οριστική, 522/2007 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31-7-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 12-2-2009 έκθεσή, του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων της απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., και 1094ΑΚ συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία για το ορισμένο της διεκδικητικής αγωγής ακινήτου είναι : α) η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικουμένου ακινήτου, με ακριβή περιγραφή αυτού και μνεία του οριστικού τίτλου κυριότητας, β) νομή ή κατοχή του ακινήτου από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής και γ) αίτημα απόδοσης του διεκδικουμένου ακινήτου στον ενάγοντα (ΑΠ 230/1993).

Περαιτέρω ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη) αποτελεί ένσταση κατά της βάσης της αγωγής από παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας του ενάγοντος και επίσης ένσταση και κατά της βάσης από πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας εφόσον τα περιστατικά που τον στηρίζουν, αληθή υποτιθέμενα, προσπορίζουν στον εναγόμενο κυριότητα εάν είναι μεταγενέστερα εκείνων που στηρίζουν την αγωγή ή ο χρόνος της νομής που περιέχεται σ' αυτά επαρκεί για τη συμπλήρωση διπλής χρησικτησίας, διαφορετικά, αν δηλαδή αυτά συμπίπτουν ή είναι προγενέστερα εκείνων της αγωγής συνιστούν άρνηση της βάσης αυτής. (ΑΠ 266/2005).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ο ενάγων (ήδη δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων) στηρίζει την κυριότητά του στο επίδικο ακίνητο σε παράγωγο τρόπο, ήτοι σε κληρονομική διαδοχή του ..., πατέρα του, που πέθανε στις ...-1975 και στον οποίο είχε περιέλθει δυνάμει του...παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ακόμη εκτίθεται στη αγωγή ότι οι εναγόμενοι (αναιρεσείοντες) κατά το χρόνο άσκησής της κατέχουν και νέμονται τμήμα του μείζονος (788,60 τμ) ακινήτου, εμβαδού 68 τμ (επίδικο). Οι εναγόμενοι το πρώτον με την έφεση τους, ενόψει του ότι αυτοί δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, προς απόκρουση της αγωγής αυτής προβάλλουν τους ισχυρισμούς ότι το επίδικο νεμήθηκε από το έτος 1961 ο δικαιοπάροχος τους ....δυνάμει του ....

παραχωρητηρίου της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και στη συνέχεια οι ίδιοι με τα αυτά προσόντα, καταστάντες έτσι συγκύριοι αυτού με τακτική, αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία και ακόμη ότι η με την ένδικη αγωγή ασκούμενη αξίωση, με βάση όσα αυτοί εκθέτουν, ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ).

Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι κατέστησαν συγκύριοι του επιδίκου με τακτική, αλλιώς με έκτακτη χρησικτησία, αποτελεί ένσταση, ενόψει του ότι η αγωγή στηρίζεται σε παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας (κληρονομία), αλλά γνήσια αυτοτελή ένσταση (ΑΠ 318/1986) αποτελεί και ο περί καταχρηστικής ασκήσεως της αγωγής, στηριζόμενος στο άρθρο 281 ΑΚ, δεύτερος ισχυρισμός τους.

Το Εφετείο με την συμπροσβαλλόμενη μη οριστική του απόφαση (130/1988 πράξη του), όπως από την ίδια προκύπτει, υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδείξουν τις παραπάνω ενστάσεις τους. Ειδικότερα το Εφετείο υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδείξουν ότι : α) το επίδικο ακίνητο νεμήθηκε από το 1959 μέχρι που πέθανε το 1979, έχοντας χωρίς βαριά αμέλεια την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα και ότι περιλαμβάνεται στο ...παραχωρητήριο της Νομαρχίας Θες/νίκης, ο ...

σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών εναγομένων. Μετά δε το θάνατο αυτού, δηλ. από το 1979, νεμήθηκαν κατά συνέχεια το επίδικο μέχρι την επίδοση της κρινόμενης αγωγής (1986) οι κληρονόμοι του, έχοντας δικαιολογημένα την καλή πίστη χωρίς βαριά αμέλεια ότι περιλαμβάνεται στην κληρονομία του και ότι απέκτησαν την κυριότητα του ακινήτου αυτού.

Και β) Ο δικαιοπάροχος των εναγομένων κατασκεύασε κατά το έτος 1961 στο επίδικο, τότε αξίας 1.000 δρχ., σκάλα και δαπάνησε το ποσό των δρχ. 50.000 εν γνώσει του δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και αυτού του ιδίου, οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν. Χρησιμοποιείται δε από τότε το επίδικο για την είσοδο των εναγομένων στο επίδικο, η απόδοση του οποίου θα δημιουργήσει σ' αυτούς αδιέξοδο και αφόρητη κατάσταση, γι' αυτό και αντίκειται στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη η άσκηση οποιουδήποτε δικαιώματος στο επίδικο από τον ενάγοντα.

Ακόμη το Εφετείο υποχρέωσε τον ενάγοντα να αποδείξει, μεταξύ άλλων, και ότι οι εναγόμενοι κατέχουν το επίδικο τμήμα ακινήτου. Με τον πρώτο λόγο, όπως αυτός εκτιμάται, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο ως προς το βάρος της απόδειξης με το να τους υποχρεώσει να αποδείξουν τους παραπάνω ισχυρισμούς (ενστάσεις) τους και ακόμη με το να μην υποχρεώσει τον ενάγοντα ν' αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι οι εναγόμενοι τον απέβαλαν από τη νομή του επιδίκου.

Σύμφωνα όμως με την προηγηθείσα σκέψη ορθά η πιο πάνω μη οριστική απόφαση του Εφετείου υποχρέωσε τους εναγομένους να αποδείξουν τους παραπάνω ισχυρισμούς τους και ακόμη τον ενάγοντα ν' αποδείξει, μεταξύ άλλων, και ότι κατά την άσκηση της αγωγής οι εναγόμενοι κατείχαν το επίδικο, χωρίς έτσι να μεταθέσει το βάρος αυτό της απόδειξης στους εναγομένους, όπως αβάσιμα, ισχυρίζονται οι τελευταίοι.

Επομένως το Εφετείο ορθά τις περί βάρους της απόδειξης διατάξεις του άρθρου 338 Κ.Πολ.Δ., ερμήνευσε και εφάρμοσε, ο δε περί του αντιθέτου πρώτος , κατά το πρώτο τμήμα του, λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν από το ν. 2943/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά.

Με τον πρώτο, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά το δεύτερο τμήμα του, λόγο της αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν διέταξε απόδειξη για τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, που στήριζε την ένσταση τους περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής (281 ΑΚ), κατά τον οποίο "η αξία των κατασκευών που υπήρχαν στο ακίνητο υπερέβαινε την αξία της επίδικης λωρίδας και ως εκ τούτου και από την αιτία αυτή και μόνο τύγχανε καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας των αντιδίκων".

Όπως όμως προκύπτει από την ως άνω μη οριστική απόφαση του, το Εφετείο διέταξε απόδειξη και για τον πιο πάνω ισχυρισμό των εναγομένων, αφού, έστω και με διαφορετική διατύπωση, στο σχετικό θέμα απόδειξης που έταξε στους εναγομένους ρητά αναφέρεται τόσο η αξία του επιδίκου όσο και η αξία των κατασκευών (σκάλας).

Επομένως ο πιο πάνω λόγος, κατά το δεύτερο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός ή οικονομικός , σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως ως "καλή πίστη" θεωρείται η συμπεριφορά του χρηστού και συνετού ανθρώπου, που επιβάλλεται κατά τους συνηθισμένους τρόπους ενεργείας, ενώ ως κριτήριο των "χρηστών ηθών" χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη χρηστώς και εμφρόνως σκεπτομένου ανθρώπου.

Για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχήν μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκη από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλ' απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω ή συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά του δικαιούχου όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 8/01, 1/97, 62/90, 2101/84, 88/80).

Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια του νόμου θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (Ολ ΑΠ 3/1997).

Συνεπώς δεν είναι πράγματα με την πιο πάνω έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανακοπής κλπ. ή τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ ΑΠ 469/1984), ενώ αντίθετα αποτελούν πράγματα οι λόγοι εφέσεως και αντεφέσεως και οι πρόσθετοι λόγο έφεσης (Ολ ΑΠ 11/1996). Περαιτέρω, επί ενστάσεως καταχρήσεως δικαιώματος, κάθε ένα από τα πραγματικά περιστατικά που συνθέτουν την έννοια της καταχρηστικής άσκησης, αποτελεί αυτοτελή πραγματικό ισχυρισμό με την έννοια της λέξεως "πράγμα" (ΑΠ 1296/2006, ΑΠ 1830/2005).

Τέλος η διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. θέτει γενικό κανόνα, ότι είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις τρεις εξαιρετικές περιπτώσεις που σ' αυτήν περιοριστικώς αναφέρονται αν δηλαδή πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Ειδικότερα, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο Εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται (ΑΠ 1647/2005, ΑΠ 1609/1999). Στην προκείμενη περίπτωση από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα:

Ο δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων ... με την ένδικη αγωγή του, στηρίζοντας την κυριότητά του επί του επιδίκου τμήματος ακινήτου σε παράγωγο τρόπο (κληρονομική διαδοχή), ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος αυτού και να υποχρεωθούν οι αναιρεσείοντες (εναγόμενοι μαζί με την μεταποβιώσασα μητέρα τους...), οι οποίοι το κατείχαν, να του το αποδώσουν.

Οι αναιρεσείοντες το πρώτον με την έφεσή τους, ενόψει του ότι, όπως προαναφέρθηκε, δικάστηκαν ερήμην στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αποκρούοντας την αγωγή, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης από το δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων του πιο πάνω δικαιώματος του, την οποία το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Για την επιστήριξη της είχαν επικαλεστεί οι αναιρεσειόντες ότι το έτος 1961 ο δικαιοπάροχός τους κατασκεύασε επί της επιδίκου εκτάσεως σκάλα εκ τσιμέντου με 14 σκαλιά και για τα ανωτέρω δαπάνησε τότε 50.000 δρχ., ενώ σήμερα αξίζουν 360.000 δραχμές. Το 1961 η επίδικη έκταση δεν άξιζε ούτε 1.000 δραχμάς και ότι όλα τα ανωτέρω έγιναν μπροστά στα μάτια του αντιδίκου και του δικαιοπαρόχου πατρός του οι οποίοι ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν.

Ακόμη ισχυρίστηκαν ότι η ενέργεια του αντιδίκου τους υπό τα ανωτέρω περιστατικά να ζητεί να του αποδώσουν την επίδικη λωρίδα με αποτέλεσμα, εκτός των άλλων να στερηθούν και της εισόδου τους, αντίκειται προδήλως στην καλή πίστη και τα χρηστά ήθη αποτελούσα κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 Α.Κ., αφού τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής θα δημιουργήσει σ' αυτούς αδιέξοδο και αφόρητες συνέπειες.

Με την παραπάνω πράξη του το Εφετείο διέταξε αποδείξεις για την ανωτέρω ένσταση των αναιρεσειόντων περιλαμβάνοντας όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά στο σχετικό θέμα απόδειξης. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, εξετάζοντας την πιο πάνω ένσταση και δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκαν τα πιο πάνω περιστατικά, αλλά ούτε και περιστατικά τέτοια που καθιστούν την άσκηση του παραπάνω δικαιώματος του ενάγοντος καταχρηστική και ότι μόνο η αδράνεια του δικαιούχου ενάγοντος δεν αρκεί, απέρριψε κατ' ουσίαν την ένσταση αυτή.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν έσφαλε, διότι έλαβε υπόψη στο σύνολο τους όλα τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά που οι εναγόμενοι επικαλέσθηκαν για τη θεμελίωση της προαναφερόμενης ένστασης τους, χωρίς να αγνοήσει κάποιο ουσιώδες, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., πραγματικό περιστατικό, ενώ τα υπόλοιπα περιστατικά που οι αναιρεσείοντες επικαλούνται με το αναιρετήριο ότι δεν έλαβε υπόψη της η προσβαλλόμενη απόφαση για τη στήριξη της παραπάνω ένστασης τους και ειδικότερα όσα αυτοί επικαλέστηκαν με τις από 30-11-2006 προτάσεις τους κατά την μετ' απόδειξη συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο, δεν μπορούσαν νόμιμα να ληφθούν υπόψη από το Εφετείο, επειδή απαράδεκτως προβλήθηκαν αυτά κατά τη συζήτηση αυτή, χωρίς, όπως προκύπτει από τις προτάσεις αυτές, να γίνει επίκληση από τους αναιρεσείοντες κάποιου λόγου από εκείνους του άρθρου 269 Κ.Πολ.Δ., που θα δικαιολογούσε την προβολή τους κατά τη συζήτηση αυτή.

Εξάλλου, τα περιστατικά εκείνα που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες και τα οποία έλαβαν χώραν μετά την άσκηση της ένδικης αγωγής και την έκδοση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου απαραδέκτως προτείνονται, αφού αυτά, ως μεταγενέστερα της άσκησής της, δεν μπορούν να στηρίξουν καταχρηστική άσκηση αυτής.

Επομένως οι, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., δεύτερος κατά το δεύτερο τμήμα του και τρίτος λόγοι της αναίρεσης, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, που προβλήθηκε από αυτούς με όλα τα πιο πάνω περιστατικά που πρόβαλαν αυτοί με την έφεση τους για τη στήριξη της ένστασης αυτής, είναι αβάσιμοι.

Τέλος με το δεύτερο λόγο της αναίρεσής τους, κατά το πρώτο τμήμα του, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αιτιολογεί ανεπαρκώς και κατά τρόπο ασαφή την απόρριψη της παραπάνω ένστασης τους (281 ΑΚ). Όμως, το Εφετείο, ως προς την απόρριψη ως αβάσιμης κατ' ουσίαν της παραπάνω ένστασης, που συνιστούσε ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε χωρίς αντιφάσεις και με σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα ή μη και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πιο πάνω άλλο τμήμα του, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-7-2007 αίτηση των ... κλπ για αναίρεση της 522/2007 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ