Legislator Case Law & Legislation
1634/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court's finding of negligence in dental bridge case due to lack of legal basis.

Case Number 1634/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a dental negligence claim. The appellant argued the lower court ignored specific medical expert opinions and sworn statements, but the court found the appellate court had properly considered all submitted documents and evidence. Consequently, the appeal was rejected as the lower court's reasoning was legally sound and based on a comprehensive evaluation of the case file.

Legislator headnote

AI generated

Articles 914, 297, 298 of the Civil Code; Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court's decision lacks legal basis or contains contradictory reasoning, as the appellate court must verify that all relevant evidence and expert opinions were duly considered and evaluated.

Keywords

AI generated
civil appeal admissibility negligence in medical treatment contradictory reasoning dental bridge negligence appellate court review

Cited Legislation

AI generated
Articles 914, 297 and 298 of the Civil Code
Article 559(11)(c) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1634 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1634/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου Δημήτριος Λοβέρδος), Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε, Δημήτριο Πατινίδη και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου - καθ' ου η κλήση: Ψ, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Πώποτα.

Της προσθέτως παρεμβάσας - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Ανώνυμος Εταιρεία Γενικών Ασφαλίσεων", εδρεύουσας στην Αθήνα, νομίμως εκπροσωπουμένης, την οποία δεν εκπροσώπησε πληρεξούσιος δικηγόρος .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 25/2/2003 πρόσθετη παρέμβαση της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Allianz Α.Ε.Γ.Α.", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2931/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6004/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 26/9/2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό 1454/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση ο καλών με την από 20/7/2007 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης, ανέγνωσε την από 25/4/2007 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα και δ) συνδρομή αιτιώδους συνάφειας μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας.

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, που ορίζει, ότι αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αντιφατικές αιτιολογίες νοούνται ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας που περιέχονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και αφορούν πραγματικά περιστατικά τα οποία δεν μπορούν να συνυπάρχουν, αφού η ύπαρξη του ενός αποκλείει λογικά την ύπαρξη του άλλου, ενώ αντιφατικότητα των αιτιολογιών υπάρχει και όταν εξαιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχτηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το νόμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε ανελέγκτως, ύστερα από εκτίμηση αποδείξεων, τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) είναι χειρουργός οδοντίατρος και διατηρεί οδοντιατρείο στην Αθήνα επί της οδού ... . Στις αρχές Μαΐου του έτους 2001, ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος), αισθανόμενος πόνο στον άνω δεξιό του κυνόδοντα, επισκέφτηκε τον εναγόμενο στο ιατρείο του, ο οποίος, μετά από εξέταση των δοντιών του, του συνέστησε να κάνει εξαγωγή του κυνόδοντα και του συνεχόμενου τούτου πλαγίου (12 και 13 δόντια), καθώς και θεραπεία των υπόλοιπων δοντιών του.

Ο ενάγων συμφώνησε και η αμοιβή του εναγομένου ορίστηκε στο ποσό των 130.000 δρχ., εκ των οποίων του κατέβαλε 100.000 δρχ. Στις 11-5-2001 ο εναγόμενος πραγματοποίησε την εξαγωγή των ως άνω δοντιών του και του έδωσε σχετικές οδηγίες, χωρίς όμως να του χορηγήσει συνταγή για λήψη αντιβιώσεως. Μετά παρέλευση 5-6 ημερών από τις εξαγωγές, ο ενάγων αισθάνθηκε έντονο πόνο, πρήξιμο και φλεγμονή στο σημείο των εξαγωγών και αφού επισκέφθηκε πάλι τον εναγόμενο στις 18-5-2001, αυτός του έκανε επιδιόρθωση των 14 και 48 δοντιών του.

Επειδή ο πόνος και η φλεγμονή εξακολουθούσαν να υφίστανται, σε νέα του επίσκεψη στο ιατρείο του εναγομένου στις 24-5-2001, ο τελευταίος προέβη στην αφαίρεση των οστικών ακίδων, τις οποίες δεν είχε εξαγάγει με την αφαίρεση των δοντιών, όπως είχε υποχρέωση, με αποτέλεσμα να προβεί, μετά ταύτα, στην απαραίτητη τομή στην περιοχή με τοπική αναισθησία για να αφαιρέσει τις ακίδες, την οποία στη συνέχεια έκλεισε με ράμματα.

Επίσης του είπε, ότι η υφιστάμενη γέφυρα έπρεπε να στηριχθεί με άγκιστρο μόνο στο αριστερό μέρος (αφού είχε γίνει αφαίρεση των 12 και 13 δοντιών δεξιά), όπου υπήρχαν καλυμμένα δύο δόντια (23 και 24), πράγμα που έκανε, ενώ τα δόντια αυτά ήταν ακατάλληλα για την υποδοχή του αγκίστρου, δεδομένου ότι παρουσίαζαν:

ελλιπή στήριξη το 23 και εκτεταμένο τερηδονισμό το 24, γεγονός που όφειλε να το διαγνώσει ο εναγόμενος προτού προβεί στη στήριξη της γέφυρας με το άγκιστρο. Επίσης όφειλε να ενημερώσει τον ενάγοντα για την αδυναμία στηρίξεως της γέφυρας με τον ως άνω τρόπο και να μην προέβαινε στη στήριξη της. Επειδή όμως συνεχιζόταν ο πόνος και η φλεγμονή στα δόντια του, παρά τη λήψη αντιβιώσεως και τις πλύσεις του στόματος του με αντισηπτικό διάλυμα που του είχε συστήσει κατά την επέμβαση αυτή ο εναγόμενος, στις αρχές Ιουνίου του ίδιου έτους, ο ενάγων επισκέφτηκε τον καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών Α, ο οποίος διαπίστωσε ότι η επούλωση, παρά το αναμενόμενο οίδημα, έβαινε φυσιολογικά.

Του συνέστησε να συνεχίσει τη φαρμακευτική αγωγή που του είχε συστήσει ο θεράπων οδοντίατρος του (εναγόμενος) και να προβεί σε πανοραμική ακτινογραφία για καθαρά διαγνωστικούς λόγους. Στις 9-6-2001 επισκέφτηκε στο οδοντιατρείο της την οδοντίατρο Β, λόγω έντονου πόνου που αισθανόταν στην περιοχή των 11 και 14 δοντιών του και αυτή του χορήγησε, λόγω διαγνωσθείσας πιθανής φλεγμονής, τα εξής φάρμακα:

ΑΜΟΧIL 500 GR, ΒRΑSΑΝ ΒΤ Νο 1, DΕΡΟΝ ΒΤ Νο 1 SοΙ ΡΥRΑLVΕΧ Fe Νο 1. Παρά ταύτα συνεχιζόταν ο πόνος και η φλεγμονή, ήταν αδύνατη η λήψη στερεάς τροφής και καθίστατο δύσκολη η ομιλία του. Έτσι, στις 17-6-2001 μετέβη στο νοσοκομείο "Η ΕΛΠΙΣ" που εφημέρευε και ο οδοντίατρος που τον εξέτασε, του χορήγησε συνταγή για λήψη νέων αντιβιοτικών φαρμάκων και διαλύματος για πλύσεις του στόματος του.

Στις 18-6-2001 επισκέφθηκε εκ νέου την οδοντίατρο Β, η οποία πραγματοποίησε την εξαγωγή των δοντιών του 23 και 24, λόγω ελλιπούς στηρίξεως και εκτεταμένου τερηδονισμού του δοντιού 24, με την προοπτική κατασκευής ολικής οδοντοστοιχίας στην άνω γνάθο. Στη συνέχεια, στις 19-6-2001 μετέβη στην Οδοντιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, παραπονούμενος για ενοχλήσεις από προηγούμενες γναθοχειρουργικές επεμβάσεις.

Ο επίκουρος καθηγητής Γ που τον εξέτασε, του συνέστησε να προβεί σε πανοραμική ακτινογράφηση προβολής ιγμορείων Waters, για τον έλεγχο των ιγμορείων άντρων, μετά από αιτίαση του (ενάγοντος) για κάποια ενόχληση στην περιοχή του πρόσθιου τοιχώματος του συστοίχου ιγμορείου, που είναι ανεξάρτητα από τις επεμβάσεις, όπως επίσης και σε λείανση της ακίδας στην περιοχή 13.

Με βάση όλα τα ανωτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχτηκε, ότι ο εναγόμενος επέδειξε κατά την εκτέλεση των οδοντιατρικών εργασιών, που προαναφέρθηκαν, στον ενάγοντα, αμελή συμπεριφορά, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης του σώματος και της υγείας του. Ειδικότερα αυτός, από έλλειψη της προσοχής που όφειλε, ως εκ του επαγγέλματος του και μπορούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση να καταβάλει, παρότι διέγνωσε εντονότατη φλεγμονή στη σύστοιχη περιοχή του δεξιού πλάγιου τομέα και του δεξιού κυνόδοντα και εξήγαγε τα δόντια 12 και 13, δεν χορήγησε αρχικά στον εναγόμενο αντιβίωση, με αποτέλεσμα να επεκταθεί η φλεγμονή στην ευρύτερη περιοχή και να αισθάνεται πόνους.

Εξ ετέρου, ενώ ήταν υποχρεωμένος, κατά την εξαγωγή των δοντιών να αφαιρέσει και τις οστικές ακίδες της περιοχής, δεν το έπραξε το χρόνο εκείνο, αλλά μεταγενέστερα, με αποτέλεσμα ο ενάγων να υποστεί πόνους και ταλαιπωρία, να υποβληθεί σε δεύτερη επέμβαση και να παρουσιάσει δυσκολία στην ομιλία και αδυναμία λήψεως στερών τροφών.

Τέλος στήριξε πλημμελώς με άγκιστρο την υφιστάμενη γέφυρα των δοντιών του πάνω στα δύο δόντια του αριστερά, τα οποία ήταν ακατάλληλα προς τούτο, όπως προαναφέρθηκε, με συνακόλουθο τους πόνους και τελικώς την εξαγωγή τους. Από την προπεριγραφόμενη παράνομη και υπαίτια ως άνω συμπεριφορά του εναγομένου, κατέληξε το Εφετείο, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας του επιδίκασε, ως χρηματική του ικανοποίηση, το ποσό των 6.000 ευρώ.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού εξέθεσε σ' αυτήν, χωρίς αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά γεγονότα που δέχτηκε ως αποδεικνυόμενα και που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των αναφερόμενων στη μείζονα σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, τις οποίες εφάρμοσε και γι' αυτό οι περί του αντιθέτου πρώτος, τρίτος, έβδομος και όγδοος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352§1 ΚΠολΔ μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται και η δικαστική ομολογία, η μη λήψη υπόψη της οποίας, ιδρύει του ως άνω λόγο αναιρέσεως εφόσον έγινε νόμιμη αυτής επίκληση και προσαγωγή του εγγράφου που την περιέχει.

Από τις ίδιες δε διατάξεις των άρθρων 339 και 352§1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν αποτελεί δικαστική ομολογία κάθε τοιαύτη, αλλά εκείνη που γίνεται με σκοπό αποδοχής του αμφισβητουμένου και επιβλαβούς για τον ομολογούντα γεγονότος. Η δικαστική ομολογία, δηλαδή η παραδοχή με μονομερή δήλωση, απευθυνομένη προς το δικαστήριο το οποίο δικάζει την υπόθεση, ενός κρισίμου γεγονότος από τον αντίδικο εκείνου, φέροντος το δικονομικό βάρος της επικλήσεως και αποδείξεώς του, πρέπει να είναι σαφής και συγκεκριμένη.

Στην κρινομένη υπόθεση ο αναιρεσείων (εναγόμενος) με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως μέμφεται της προσβαλλομένης αποφάσεως για αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την νομίμως υπ' αυτού επικληθείσα δικαστική ομολογία του αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος), που περιέχεται στην αγωγή του, ότι αυτός (αναιρεσείων) του συνέστησε αμέσως μετά την εξαγωγή του δοντιού τη λήψη αντιβιώσεως και τις πλύσεις του στόματος με αντισηπτικό διάλυμα, δια την πρόληψη αναπτύξεως φλεγμονής στο σημείο εξαγωγής.

Όπως όμως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, παραδεκτώς επισκοπούμενο από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562§2 ΚΠολΔ), σε αυτή δεν περιέχεται η του ανωτέρω περιεχομένου δήλωση του επιβλαβούς για τον αναιρεσίβλητο γεγονότος, ούτε και σε κάποιο άλλο διαδικαστικό έγγραφο στα πλαίσια της δια της αγωγής, επί της οποίας έκρινε η προσβαλλομένη απόφαση, ανοιχθείσης δίκης.

Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (δεύτερος από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) είναι αβάσιμος.

III. Επειδή, ο από τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλ' όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων (Ολ.

ΑΠ 3/97). Με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς του που ενώπιον αυτού προέβαλε και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ότι "οι οστικές ακίδες μετά την εξαγωγή δοντιών συμπιέζουν τα ούλα λόγω υποχώρησης των βλεννογόνων, όπως συνέβη και στην ένδικη περίπτωση και εντεύθεν λειαίνονται με ρίνιση, όπως τούτο εγένετο στον αναιρεσίβλητο, όταν κατέστη αναγκαίο" και ότι "ο αναιρεσίβλητος είχε μόνο δύο δόντια στη δεξιά πλευρά και οδοντοστοιχία (μασέλα) στην οποία προστέθηκαν δύο νέα δόντια με τη γενόμενη εξαγωγή των ως άνω δύο δοντιών".

Όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί και ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από το πιο πάνω περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του, ασχολήθηκε και με αυτούς, πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που αναφέρεται στη μείζονα σκέψη, αλλ' άρνηση της αγωγής και επιχειρήματα του αναιρεσείοντος για την υποστήριξη των απόψεων του ότι δεν τον βαρύνει αμέλεια και επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης προεχόντως είναι αβάσιμος.

IV. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά, αρκεί να καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν νόμιμα από τους διαδίκους.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 390 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι οι γνωμοδοτήσεις που αναφέρονται στη δεύτερη από αυτές, εφόσον συντάχθηκαν κατά τις νόμιμες προϋποθέσεις, δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλ' έγγραφο, που υποβάλλεται στην ίδια ρύθμιση και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο (Ολ.

ΑΠ 8/2005). Τέλος, για την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως, δεν αρκεί η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση του, είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε και με αναφορά σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.

ΑΠ 14/2005). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τους έκτο και ένατο λόγους της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι τούτο κατέληξε στην κρίση του, ότι αυτός επέδειξε αμέλεια κατά την εκτέλεση των παραπάνω οδοντιατρικών εργασιών, χωρίς να λάβει υπόψη του και συνεκτιμήσει και τα εξής έγγραφα, ήτοι α) την ιατρική γνωμάτευση του καθηγητή της οδοντιατρικής σχολής Αθηνών Γ, β) την 577/2002 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, γ) την 637/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και δ) την πανομοιότυπη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά της οδοντιάτρου Β, επί της οποίας εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές, από τα οποία (έγγραφα) αποδεικνύονταν, όπως αυτός διατείνεται, το αβάσιμο των αγωγικών ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου.

Όμως το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων, και "όλα ανεξαιρέτως τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα". Από τη βεβαίωση αυτή του Εφετείου, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, στην οποία αξιολογούνται όλοι οι ισχυρισμοί των διαδίκων, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και όλα τα προαναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, αναφορικά με τις πιο πάνω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Ο ίδιος έκτος λόγος, αναφορικά με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και "την ένορκη βεβαίωση του καθηγητού οδοντιατρικής σχολής Αθηνών Δ", καίτοι έγινε νόμιμη αυτής επίκληση και προσαγωγή ενώπιόν του, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ εκτίμηση του περιεχομένου των από 16-10-2005 προτάσεων, τις οποίες ο αναιρεσείων κατέθεσε ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της έφεσης του αναιρεσιβλήτου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, σαφής επίκληση "ένορκης βεβαίωσης του καθηγητή οδοντιατρικής σχολής Αθηνών Δ" δεν περιέχεται σ' αυτές.

V. Με το δέκατο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο, με το να δεχτεί ότι αυτός απέδειξε αμέλεια, διότι στήριξε "πλημμελώς με άγκιστρο την υφιστάμενη γέφυρα των δοντιών του πάνω σε δύο δόντια του αριστερά, τα οποία ήταν ακατάλληλα ενόψει του ότι δεν υπήρχε άλλη στήριξη της γέφυρας", παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Όμως το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων αποδείξεων (μαρτύρων, ένορκης βεβαίωσης και εγγράφων) και επομένως ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26.9.2006 αίτηση για αναίρεση της 6004/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκτακοσίων (1.800) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23-6-2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 14 Ιουλίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ